Ζωντανή αναμετάδοση Ιερών Ακολουθιών

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΗΜΕΡΑΣ

Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2016

Ποιο είναι το βαθύτερο νόημα του γεγονότος της Γεννήσεως του Χριστού (Μέρος 1ο)



Του Γεωργίου Β. Μαυρομάτη

Το βαθύτερο νόημα της Γεννήσεως του Χρίστου μας το διατυπώνουν, ποιοι άλλοι παρά οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, οι Πνευματοφόροι, τα πάγχρυσα στόματα του Λόγου. Και το διατυπώνουν, όχι σαν μια θεωρία ή σαν μια διδασκαλία, αλλά επειδή έζησαν το γεγονός αυτό, όπως και όλα τα σωτηριολογικά γεγονότα.
Ο μικρός χώρος του βιβλίου, δεν μας επιτρέπει να παραθέσουμε, όλες αυτές τις θαυμάσιες διατυπώσεις των Πατέρων μας που ευφραίνουν την καρδιά του πιστού. Θα περιοριστούμε μόνο σε αποσπάσματα τεσσάρων από τους μεγάλους Πατέρες. Του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, του αγίου Αθανασίου του Μεγάλου, του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού και του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά:
Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος λέει πως ο Χριστός ενδύεται με την ανθρώπινη σάρκα για να την κάνει αθάνατη και άφθαρτη: «Και αφού τιμωρήθηκε (ο άνθρωπος) προηγουμένως για τα πολλά αμαρτήματα (από τα οποία φύτρωσε η ρίζα της κακίας) από διάφορες αιτίες και κατά διάφορους τρόπους, με τον λόγο, τον νόμο, τους προφήτες, τις ευεργεσίες, τις απειλές, τις τιμωρίες, τις πλημμύρες, τις πυρκαγιές, τους πολέμους, τις νίκες, τις ήττες, τα σημεία από τον ουρανό, τα σημεία από τον αέρα, τη γη και τη θάλασσα, με τις ανέλπιστες μεταβολές ανθρώπων, πόλεων και λαών, πράγματα τα όποια είχαν σκοπό στο να εξαφανιστεί· η κακία, έχει ανάγκη τελικά από κάποιο πιο ισχυρό φάρμακο για τις φοβερότερες ασθένειες. Δηλαδή, τις αδελφοκτονίες, τις μοιχείες, τις επιορκίες, τις ανώμαλες επιθυμίες, και το χειρότερο και μεγαλύτερο από όλα τα κακά, την ειδωλολατρεία και την μετατόπιση της προσκυνήσεως από τον δημιουργό στα δημιουργήματα.
Και επειδή είχε ανάγκη από μεγαλύτερη βοήθεια, του δίδεται και τέτοια βοήθεια. Και η βοήθεια αυτή ήταν ο ίδιος ο Λόγος του Θεού, ο προαιώνιος, ο αόρατος, αυτός που δεν μπορεί να περιοριστεί, ο ασώματος, η αρχή που προέρχεται από την αρχή, το φως που προέρχεται από το φως, η πηγή της αθανασίας και της ζωής, το αντίγραφο του πρωτοτύπου κάλλους, η αναλλοίωτη σφραγίδα, η απαράλλακτη εικόνα, ο όρος και ο Λόγος του Πατέρα. Αυτός έρχεται στην ίδια την εικόνα Του (τον άνθρωπο), ντύνεται με σάρκα για χάρη της σάρκας και με πνευματική ψυχή για χάρη της ψυχής μου, καθαρίζοντας έτσι το όμοιο με το όμοιό του και γίνεται σε όλα τέλειος άνθρωπος, εκτός από την αμαρτία (Έβρ. δ’ 15). Γεννήθηκε μεν από την Παρθένο, της οποίας το σώμα και η ψυχή είχε καθαριστεί από πριν από το Πνεύμα (διότι έπρεπε μεν και να τιμηθεί η γέννηση, αλλά και να προτιμηθεί η παρθενία), παρέμεινε όμως Θεός και αφού προσέλαβε την ανθρώπινη φύση. Και έγινε ένα, από τα δυό αντίθετα. Από τη σάρκα δηλαδή και από το Πνεύμα, από τα οποία το ένα μεν έκανε το άλλο Θεό, ενώ το άλλο έγινε Θεός. Πόσο αξιοθαύμαστη, αλήθεια, είναι η νέα ένωση! Πόσο παράδοξη είναι η σύνθεση! Αυτός που πάντα υπάρχει (ο Ων), δημιουργείται, πλάθεται ο αδημιούργητος, περιορίζεται ο απεριόριστος δια μέσου της πνευματικής ψυχής, η οποία μεσιτεύει στη θεότητα και δια μέσου της υλικής φύσεως της σάρκας.
Εκείνος που δίνει τον πλούτο, γίνεται φτωχός. Διότι γίνεται φτωχός καθότι παίρνει τη σάρκα μου, για να γίνω εγώ πλούσιος με τη θεότητα τον. Εκείνος που είναι πλήρης αδειάζει. Διότι αδειάζει από τη δόξα του για λίγο καιρό, για να γευθώ εγώ την πληρότητα του. Ποιος είναι ο πλούτος της αγαθότητας; Ποιο είναι το μυστήριο που με περιβάλλει; Πήρα τη θεία εικόνα και δεν τη φύλαξα. Παίρνει τη σάρκα μου, γι,να διατηρήσει την εικόνα, αλλά και για να κρίνει αθάνατη τη σάρκα. Έρχεται σε δεύτερη επικοινωνία πολύ πιο παράδοξη από την πρώτη, καθόσον τότε μεν έδωσε το καλύτερο (= το «κατ’ εικόνα») και τώρα παίρνει το χειρότερο (= τη σάρκα). Αυτό είναι ακόμη πιο ταιριαστό στο Θεό, αυτό είναι, για όσους διαθέτουν κρίση, ακόμη πιο υψηλό» (1). 
Για το θέμα, πιο αναλυτικά, μας μιλά και ο άγιος Αθανάσιος ο Μέγας, τονίζοντας πως αν ο άνθρωπος έπεφτε μόνο στην αμαρτία, θα ήταν αρκετή η μετάνοια του, όμως επειδή μεσολάβησε και η φθορά του ανθρώπου, πήρε την ανθρώπινη σάρκα ο Χριστός για να τη βγάλει από τη φθορά. Λέει συγκεκριμένα ο άγιος Αθανάσιος: «Είναι ανάγκη, εφόσον μιλάμε για την εμφάνιση τον Σωτήρα σ’ εμάς, να μιλήσουμε και για την αρχή των ανθρώπων, για να γνωρίζεις, ότι η δική μας αιτία έγινε σ’ Εκείνον αφορμή για να κατεβεί, και η δική μας παράβαση κάλεσε σε βοήθεια τη φιλανθρωπία του Λόγου, ώστε να έλθει κοντά μας και να εμφανιστεί ο Κύριος στους ανθρώπους. Για δική μας υπόθεση Εκείνος σαρκώθηκε και για τη σωτηρία μας από αγάπη προς τους ανθρώπους καταδέχτηκε να εμφανιστεί με ανθρώπινο σώμα.
Έτσι λοιπόν έπλασε ο Θεός τον άνθρωπο και θέλησε να παραμείνει στην αφθαρσία. Οι άνθρωποι όμως από αμέλεια απομακρύνθηκαν από την ορθή αντίληψη για τον Θεό, σκέφτηκαν και επινόησαν για τους εαυτούς τους την κακία, καταδικάστηκαν σε θάνατο σύμφωνα με την απειλή που αναγγέλθηκε από πριν, και στο έξης δεν παρέμειναν όπως πλάστηκαν. Οι λογισμοί τους τούς διέφθειραν, και ο θάνατος βασίλεψε σ’ αυτούς. Μάλιστα η παράβαση της εντολής τους επανέφερε στο φυσικό, ώστε, όπως από την ανυπαρξία ήρθαν στη ζωή, έτσι είναι φυσικό με τον χρόνο η ύπαρξή τους να φθείρεται…
Μετά από αυτό το γεγονός, οι μεν άνθρωποι πέθαιναν, η δε φθορά στο εξής αυξανόταν σε βάρος τους και υπερίσχυε από τη φυσική κατάσταση όλου του ανθρωπίνου γένους, καθόσον είχε από την αρχή σύμμαχο εναντίον των ανθρώπων την απειλή του Θεού για την παράβαση της εντολής. Διότι και στα αμαρτήματα οι άνθρωποι δεν σταμάτησαν μέχρι ορισμένα όρια, αλλά λίγο λίγο απλώθηκαν και έφτασαν στη συνέχεια στο έπακρο. Στην αρχή έγιναν εφευρέτες της κακίας και προκάλεσαν στον εαυτό τους τον θάνατο και τη φθορά. Αργότερα παρασύρθηκαν σε αδικία και πέρασαν κάθε παρανομία. Δεν σταμάτησαν στο ένα κακό, αλλά στα νέα επινοούσαν αλλά νεότερα και δεν χόρταιναν να αμαρτάνουν. Παντού γινόταν μοιχείες και κλοπές, και ολόκληρη η γη ήταν γεμάτη από φόνους και αρπαγές. Και κανένας νόμος δεν φρόντιζε για την αντιμετώπιση της φθοράς και της αδικίας. Όλα τα κακά, ξεχωριστά το καθένα, και όλα μαζί διαπράττονταν από όλους. Πόλεις πολεμούσαν εναντίον πόλεων και έθνη ξεσηκώνονταν εναντίον εθνών. Όλη η οικουμένη ήταν διηρημένη από επανάσταση και μάχες και ο καθένας συναγωνιζόταν στην παρανομία…
Επειδή λοιπόν κυριάρχησε ο θάνατος περισσότερο, και η φθορά έκανε κατοχή στους ανθρώπους, το ανθρώπινο γένος καταστρεφόταν και ο λογικός άνθρωπος, που πλάστηκε σύμφωνα με την εικόνα του Θεού χανόταν, και το έργο του Θεού διαλυόταν. Διότι και ο θάνατος, όπως είπα προηγουμένως, με την παράβαση μας εξουσίαζε με νόμο. Και δεν ήταν δυνατόν να ξεφύγει κανείς τον νόμο, διότι αυτός θεσπίστηκε από τον Θεό, λόγω της παραβάσεως. Και θα ήταν πραγματικά αταξία και συγχρόνως απρέπεια αυτό που θα γινόταν. Διότι θα ήταν ασφαλώς αταξία, πρώτα να πει ο Θεός κάτι, και μετά να αποδειχτεί ότι λέει γεμάτα. Δηλαδή, ενώ νομοθέτησε, σε περίπτωση που ο άνθρωπος θα παραβεί την εντολή, να πεθαίνει, μετά την παράβαση να μην πεθαίνει ο άνθρωπος, αλλά να καταλύεται ο λόγος του Θεού. Δεν θα ήταν βέβαια αληθής ο Θεός, εάν ο άνθρωπος δεν πέθαινε, ενώ αυτός είπε να πεθαίνουμε. Αλλά και πάλι θα ήταν απρεπές να εξαφανιστούν και να επιστρέψουν πάλι στην ανυπαρξία με τη φθορά, αυτοί που μια φορά πλάστηκαν λογικοί και μετείχαν στον Λόγο. Διότι δεν θα ήταν άξιο της αγαθότητας του Θεού να καταστρέφονται τα πλάσματα Του, επειδή ο διάβολος εξαπάτησε τους ανθρώπους. Έξαλλου θα ήταν πάρα πολύ απρεπές να εξαφανίζεται η τέχνη του Θεού που φαίνεται στους ανθρώπους, είτε εξ αιτίας της αμελείας τους, είτε εξ αιτίας της απάτης των δαιμόνων… Έπρεπε, λοιπόν, να μην αφήσει τους ανθρώπους να οδηγούνται προς τη φθορά, διότι αυτό θα ήταν ανάρμοστο και ανάξιο της αγαθότητας του Θεού.


ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
(1) Γρηγορίου του Θεολόγου, Λόγος ΛΗ΄, Εἰς τά Θεοφάνεια εἴγουν γενέθλια τοῦ Σωτῆρος , 13, ΕΠΕ 5, σελ. 57-61.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου