Ζωντανή αναμετάδοση Ιερών Ακολουθιών

Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2016

Ποιο είναι το βαθύτερο νόημα του γεγονότος της Γεννήσεως του Χριστού (Μέρος 2ο)


Του Γεωργίου Β. Μαυρομάτη

Αλλά όπως έπρεπε να συμβεί αυτό, έτσι και έρχεται σε αντίθεση από την άλλη μεριά το δίκαιο του Θεού, για να φανεί αληθής ο Θεός στην περί θανάτου νομοθεσία του. Διότι θα ήταν παράλογο, χάρη της δικής μας ωφέλειας και αφθαρσίας να φανεί ψεύτης ο Πατέρας της αλήθειας, ο Θεός. 
Τι λοιπόν έπρεπε να γίνει ή να κάνει ο Θεός γι’ αυτό; Να ζητήσει από τους ανθρώπους να μετανοήσουν για την παράβαση; Αυτό θα ισχυριζόταν κανείς ότι είναι άξιο του Θεού, λέγοντας, ότι, όπως η παράβαση οδήγησε στη φθορά, έτσι η μετάνοια οδηγεί πάλι στην αφθαρσία . Αλλά η επάνοδος στην αφθαρσία με μετάνοια, θα προϋπόθετε πάλι τον Θεό εκτεθειμένον από πλευράς του. Διότι θα αποδεικνυόταν πάλι ανειλικρινής, εφόσον οι άνθρωποι δεν θα βρισκόταν κάτω από την εξουσία του θανάτου, (όπως νομοθέτησε ο Θεός). ’λλωστε η μετάνοια δεν επαναφέρει από την φυσική κατάσταση, αλλά δίνει μόνο άφεση των αμαρτημάτων. Εάν λοιπόν ήταν μόνο αμαρτήματα και δεν επακολουθούσε η φθορά, θα ήταν ωφέλιμη η μετάνοια. Εφόσον όμως με την πρώτη παράβαση οι άνθρωποι κυριαρχούνταν από τη φυσική φθορά, και τους αφαιρέθηκε το χάρισμα του «κατ’ εικόνα». Τι άλλο έπρεπε να γίνει; ή ποιόν θα χρειαζόταν για να τους επαναφέρει στο χάρισμα αυτό παρά τον Λόγο του Θεού, ο οποίος δημιούργησε τα πάντα από το μηδέν από την αρχή; Αυτός και πάλι έχει την εξουσία να οδηγήσει το φθαρτό στην αφθαρσία και περισώσει απέναντι σε όλους το κύρος του Πατέρα του. Επειδή λοιπόν είναι Λόγος του Πατέρα και βρίσκεται υπεράνω όλων, επομένως μόνον αυτός μπορεί και να ξαναχτίσει τα πάντα και να πάθει για χάρη όλων και να μεσιτεύσει προς τον Πατέρα υπέρ όλων.

Γι’ αυτό λοιπόν ο ασώματος και άφθαρτος και άϋλος Λόγος του Πατέρα έρχεται στη δική μας χώρα, χωρίς βέβαια και προηγουμένως να βρίσκεται μακρυά, διότι από κανένα σημείο της κτίσεως δεν απουσιάζει, αλλά γεμίζει εξ ολοκλήρου τα σύμπαντα υπάρχοντας μαζί με τον Πατέρα του. Και έρχεται να εμφανιστεί, κατά συγκατάβαση, από φιλανθρωπία προς εμάς. Και επειδή είδε να χάνεται το λογικό γένος και να βασιλεύει ο θάνατος επάνω τους δια της φθοράς. Βλέποντας ότι η απειλή εναντίον της παραβάσεως ενίσχυε τη φθορά σε βάρος μας και ότι ήταν αβάσιμο να καταργηθεί ο νόμος προτού να εκπληρωθεί. Βλέποντας το ανάρμοστο σ’ αυτά που συνέβησαν, ότι καταστρέφονταν αυτά τα οποία δημιούργησε ο ίδιος. Βλέποντας ακόμη και την υπερβολική κακία των ανθρώπων και ότι λίγο λίγο την αύξησαν επάνω τους αβάστακτα. Βλέποντας επίσης ότι όλοι οι άνθρωποι ήσαν υπεύθυνοι για τον θάνατο, σπλαγχνίστηκε το γένος μας και συμπάθησε την αδυναμία μας και συγκατέβη στη φθορά και μη υποφέροντας την κυριαρχία του θανάτου, για να μη χαθεί το πλάσμα του και αποβεί μάταιο το έργο του Πατέρα του στους ανθρώπους, λαμβάνει σώμα για τον εαυτό του και μάλιστα όχι διαφορετικό από το δικό μας» (2).
Ο ιερός Δαμασκηνός στο επόμενο απόσπασμα, το μυστικό νόημα του γεγονότος της Γεννήσεως του Χριστού, το βλέπει στην ανανέωση του ανθρώπου που συντελείται μ’ αυτήν: «Επειδή, εξαιτίας της επιθέσεως του αρχέκακου δαίμονα εξαπατήθηκε ο άνθρωπος και δεν φύλαξε την εντολή του Δημιουργού και γυμνώθηκε από τη χάρη και έβγαλε από πάνω του σαν ρούχο την παρρησία προς το Θεό και σκέπασε τη γύμνια του με τη σκληρότητα της αθλίας ζωής – διότι αυτό είναι τα φύλλα της συκιάς (Γεν. γ 7)- και τύλιξε τον εαυτό του με τη νέκρωση, δηλαδή με τη θνητότητα και την υλοφροσύνη της σάρκας (Γεν. γ 21) – διότι αυτό είναι το ρούχο των δερμάτων – και σύμφωνα με τη δικαία κρίση του Θεού εξορίστηκε από τον Παράδεισο (Γεν. γ 24), και καταδικάστηκε σε θάνατο και εξουσιάστηκε από τη φθορά (Γεν. γ 19), δεν έμεινε αδιάφορος ο σπλαγχνικός Θεός, που μας έδωσε την ύπαρξη και μας χάρισε την καλή ύπαρξη, αλλά αφού προηγουμένως με πολλούς τρόπους μας καθοδήγησε, σαν παιδιά, και μας κάλεσε να επιστρέψουμε, με στεναγμούς δηλαδή και τρόμους (Γεν. δ’ 12), με τον κατακλυσμό (Γεν. στ 17) και την παρολίγο εξολόθρευση όλου του ανθρωπίνου γένους, με το ανακάτωμα και τον χωρισμό των γλωσσών (Γεν. ια’ 7), με τις εμφανίσεις των αγγέλων (Γεν. ιθ’ 1 εξ.), με τον εμπρησμό των πόλεων (Γεν. ιθ’ 24), με τις εικονικές εμφανίσεις του Θεού (Εξ. γ 4 εξ.), με τους πολέμους (Εξ. ιζ’ 8), με τις νίκες (Εξ. ιζ’ 11), με τις ήττες (Εξ. ιζ’ 11), με τα «σημάδια» και τα καταπληκτικά έργα (Δευτ. δ’ 34), με τα διάφορα θαύματα, με τον νόμο («Εξ. κδ’ 12), με τους προφήτες, που το κήρυγμα τους είχε σκοπό την κατάργηση της αμαρτίας, που με πολλές διακλαδώσεις απλώθηκε και υποδούλωσε τον άνθρωπο και σώριασε πάνω στη ζωή του όλα τα είδη της κακίας, και την επιστροφή του ανθρώπου στο καλό (Ησ. α 16 εξ.). Επειδή δηλαδή ο θάνατος εισήλθε στον κόσμο εξαιτίας της αμαρτίας (Ρωμ. ε 12) σαν κάποιο άγριο και ανήμερο θηρίο, και αφάνισε την ανθρώπινη ζωή, έπρεπε αυτός που επρόκειτο να την λυτρώσει να είναι αναμάρτητος (Β’ Κορ. ε 21) και να μην είναι εξαιτίας της αμαρτίας υπόλογος στον θάνατο, και ακόμη έπρεπε να ενισχυθεί και να ανανεωθεί η φύση (Εφεσ. β’ 15, δ’ 24), και να καθοδηγηθεί και να διδαχθεί με έργα τον δρόμο της αρετής (Α’ Πετρ. β’ 21 εξ.), ο οποίος οδηγεί μακριά από τη φθορά και κατευθύνει στην αιώνια ζωή. Τέλος φανερώνει γι’ αυτόν τον άνθρωπο το μέγα πέλαγος της φιλανθρωπίας του. Διότι ο ίδιος ο Δημιουργός και Κύριος παίρνει επάνω του τον αγώνα για χάρη του πλάσματός του, και γίνεται με τη ζωή του διδάσκαλος.  
Και επειδή ο εχθρός παραπλάνησε τον άνθρωπο με δόλωμα την ελπίδα ότι θα γίνει Θεός (Γεν. γ 5), παραπλανάται κι’ αυτός με το προκάλυμμα της σάρκας, και εκδηλώνεται συγχρόνως η αγαθότητα και η σοφία, η δικαιοσύνη και η δύναμη του Θεού. Εκδηλώνεται η αγαθότητα, διότι δεν περιφρόνησε το αδύνατο πλάσμα του, αλλά το σπλαγχνίστηκε, όταν έπεσε, και του άπλωσε το χέρι.
Η δικαιοσύνη πάλι, διότι, όταν νικήθηκε ο άνθρωπος, δεν κινεί άλλον να νικήσει τον τύραννο, ούτε αποσπά με τη βία τον άνθρωπο από τον θάνατο, αλλά αυτόν που ο θάνατος τον υποδούλωσε κατά τον παλαιό καιρό εξ αιτίας των αμαρτιών, αυτόν ο αγαθός και δίκαιος Θεός τον έκανε πάλι νικητή, και ξανααπόκτησε τον άνθρωπο με τον όμοιό του, πράγμα που ήταν πολύ δύσκολο. Η σοφία πάλι εκδηλώνεται, διότι βρήκε για τη μεγάλη δυσκολία μεγαλοπρεπέστατη λύση. Διότι με την ευαρέσκεια (Ματθ. γ’ 17) του Θεού και Πατέρα, ο μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού και Θεός, που είναι στον κόλπο του Θεού και Πατέρα (Ίωάν. α’ 18), ο ομοούσιος με τον Πατέρα και με το ’γιο Πνεύμα, ο προαιώνιος, ο άναρχος, που ήταν στην αρχή (Ίωάν. α’ 1) και που ήταν με τον Θεό και Πατέρα, και που ήταν Θεός (Ίωάν. α’ 1), ο οποίος είχε θεϊκή μορφή (Φιλιπ. β’ 6), αφού έγειρε τους ουρανούς έρχεται κάτω στη γη (Ψαλμ. ιζ’ 10), δηλαδή αφού ταπείνωσε το ύψος του που δεν ταπεινώνεται, χωρίς να χάσει τη δόξα του, εκδηλώνει στους δούλους του επιείκεια και ανέκφραστη μακροθυμία και ακατάληπτη – διότι αυτό σημαίνει η λέξη κατάβαση – και ενώ είναι τέλειος Θεός, γίνεται τέλειος άνθρωπος, και πραγματοποιεί το πρωτάκουστο από όλα τα νέα, τη μοναδική καινοτομία κάτω από τον ήλιο (Έκκλ. α’ 9) με την οποία φανερώνεται η άπειρη δύναμη του Θεού. Διότι τι μεγαλύτερο υπάρχει από το να γίνει ο Θεός άνθρωπος;
Και ο Λόγος σαρκώθηκε (Ιωάν. α’ 14). Χωρίς να μεταβληθεί η θεία φύση του, από το ’γιο Πνεύμα και από τη Μαρία την Αγία και Αειπάρθενο και Θεοτόκο (Ματθ. α 18, Λουκ. α 35), και ο μόνος φιλάνθρωπος γίνεται μεσίτης (Α’ Τιμ. β’ 5) μεταξύ Θεού και ανθρώπων, χωρίς να συλληφθεί στην άσπιλη μήτρα της Παρθένου από θέλημα άντρα (Ιωάν. α’ 13) ή επιθυμία ή επαφή με άντρα ή από γέννηση που ήταν καρπός ηδονής, αλλά από το ’γιο Πνεύμα, και με τον τρόπο της αρχικής δημιουργίας του Αδάμ. Και κάνει υπακοή στον Πατέρα (Φιλ. β’ 8) θεραπεύοντας τη δική μας παράβαση με το ανθρώπινο σώμα που πήρε από εμάς, και με το να γίνει σε μας τύπος υπακοής, χωρίς την οποία δεν είναι δυνατόν να απολαύσουμε τη σωτηρία». (3)
Για ανάπλαση του ανθρώπου μας λέει και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, η οποία ανάπλαση πραγματοποιείται με τη σάρκωση του Λόγου του Θεού: «Ψάλλει κάπου προς τον Θεό ο Δαβίδ, που εξαιτίας εκείνου (του Χριστού) που τώρα γεννήθηκε από την Πατριά του είναι Θεοπάτωρ, «τα χέρια σου με έκαναν και με έπλασαν, συνέτισε με και θα μάθω τις εντολές σου» (Ψαλμ. ριη’ 73). Γιατί το λέει αυτό; Διότι μόνο στα χέρια του πλάστη βρίσκεται το να δίνει την πραγματική κατανόηση. Όποιος συνετίσθηκε και κατανόησε την τιμή που έλαβε η φύση μας από τον Θεό με το να πλασθεί από τα χέρια του κατά την εικόνα, αφού αντιληφθεί τη φιλανθρωπία του, θα προστρέξει σ’ αυτόν, θα ακούσει και θα μάθει τις εντολές του. Πόσο περισσότερο, αν κατανοήσει κατά το δυνατόν το μέγα αυτό μυστήριο της αναπλάσεως και ανακλήσεως μας; Όταν έπλασε με το χέρι του τη φύση μας από τη γη και εμφύσησε ο ίδιος ζωή, αυτός που όλα τα άλλα τα δημιούργησε μόνο με τον λόγο, την άφησε να κατευθύνεται από τους δικούς της λογισμούς, εφόσον ήταν κτισμένη λογική και κυρία της γνώμης της. Αυτή τότε, απομονωμένη, εξαπατήθηκε από τη συμβουλή του πονηρού και μη μπορώντας να αντέξει την επιβουλή δεν φύλαξε το φυσικό, αλλά γλύστρησε προς το αφύσικο. Γι’ αυτό τώρα όχι μόνο την αναπλάθει με το χέρι κατά παράδοξο τρόπο, αλλά και την κρατά κοντά του, αφού όχι μόνο την πήρε και τη σήκωσε από την πτώση, αλλά και την ντύθηκε υπερφυσικά και συνδέθηκε μ’ αυτήν αδιαιρέτως και γεννήθηκε Θεός μαζί και άνθρωπος από γυναίκα, για να αναλάβει την ίδια εκείνη φύση που έπλασε στους προπάτορες, μάλιστα από παρθένο γυναίκα, για να κάνει νέο τον άνθρωπο.
Πραγματικά, αν ήταν από (ανθρώπινο) σπέρμα, δεν θα ήταν νέος άνθρωπος, ούτε, αφού θα ήταν της παλιάς μερίδας και κληρονόμος εκείνον τον πταίσματος θα μπορούσε να δεχτεί μέσα τον το πλήρωμα της άφθαρτης θεότητας και να γίνει ανεξάντλητη πηγή τον αγιασμού. Και έτσι όχι μόνον εκείνων των προπατόρων, δεν θα μπορούσε να αποπλύνει με περίσσια δύναμη τον μολυσμό της αμαρτίας, αλλά ούτε στους απογόνους τους δεν θα επαρκούσε για αγιασμό. Όπως, δηλαδή, δεν πρόκειται να αρκέσει σε μια πόλη νερό που βρίσκεται σε σκεύος για να πίνει διαρκώς, αλλά χρειάζεται να φέρει πηγή, οπότε ποτέ δεν θα παραδοθεί στους εχθρούς από δίψα, έτσι δεν μπορούσε να αρκέσει για συνεχή αγιασμό σε όλους, ούτε άνθρωπος , ούτε άγγελος που έχει αποκτήσει από μετοχή την ιδιότητα τον να αγιάζει, αλλά η κτίση χρειαζόταν μια κρήνη που να έχει μέσα της την πηγή και με τον τρόπο αυτό όσοι την πλησιάζουν και χορταίνουν από αυτήν να μένουν ανίκητοι από αυτούς που επιτίθενται εναντίον των εμφύτων ασθενειών και στερήσεων της. Γι’ αυτό δεν ήλθε άγγελος ούτε άνθρωπος, αλλά ήλθε ο ίδιος ο Κύριος και μας έσωσε, αφού έγινε για μας κατά τον τρόπο μας άνθρωπος και έμεινε αναλλοίωτος Θεός. Οικοδομώντας τώρα τη νέα Ιερουσαλήμ και ανεγείροντας για τον εαυτό τον ναό με ζωντανούς λίθους και συνάγοντάς μας ως ιερά και παγκόσμια Εκκλησία, εγ­καθιστά στο θεμέλιο Της, που είναι ο Χριστός (Έφεσ. β’ 20) την ακένωτη πηγή της χάρης. Διότι η πλήρης ζωή και δεσποτική και αίδιος, η πάνσοφη και παντοδύναμη φύση ενώνεται μ’ εκείνη τη φύση που από αβουλία απατήθηκε και από ασθένεια υποδουλώθηκε στον πονηρό και από στέρηση θείας ζωής είναι πεταμένη στους μυχούς του άδη, για να εισφέρει σ’ αυτήν σοφία και δύναμη και ελευθερία και αδιάπτωτη ζωή» (4).

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

(2) Μεγάλου Αθανασίου, Περί ἐνανθρωπήσεως 4-8, ΕΠΕ 1, σελ. 237-245 (αποσπάσματα ).
(3) Ιωάννου Δαμασκηνού, Έκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως Γ΄ 1, ΕΠΕ 1, σελ. 279-283.
(4) Γρηγορίου Παλαμά, Ὁμιλία ΝΗ΄ 8-9, ΕΠΕ 11, σελ. 465-469.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου