Ζωντανή αναμετάδοση Ιερών Ακολουθιών

Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2017

Τρεις Ιεράρχες: Κοινωνικές ιδέες και το κοινωνικό τους έργο. (Μέρος 1ο)


Καραμάτσκος Δημήτρης, Μάστερ Θρησκειολογίας

Τους τιμά η Εκκλησία μας κάθε χρόνο στις 30 Ιανουαρίου, αλλά και η νεολαία που σπουδάζει, ιδιαίτερα, γιατί κοντά της, αλλά και στα ελληνικά γράμματα στάθηκαν με στοργή οι μεγάλοι αυτοί πατέρες της Χριστιανοσύνης, ο , ο και ο .

Επειδή κάθε χρόνο τη μέρα αυτή εκφωνούνται λόγοι για τις μεγάλες αυτές μορφές της Εκκλησίας μας, για το έργο τους, για την προσφορά τους στα γράμματα και στην παιδεία γενικότερα, είναι γνωστά πολλά πράγματα και πτυχές της δραστηριότητάς τους. Η παρουσίαση αυτή δεν θα έχει βέβαια τον χαρακτήρα πανηγυρικού της ημέρας, όπως συνηθίζεται, αλλά θα παρουσιαστεί μια πλευρά του πολυσύνθετου έργου τους. Η κοινωνική τους προσφορά μέσα στον κόσμο που έζησαν και έδρασαν. Για να δούμε όμως την κοινωνική τους προσφορά, κρίνεται σκόπιμο να παρουσιαστούν και οι κοινωνικές τους ιδέες πάνω στις οποίες στηρίχθηκε το έργο τους. Δεν θα γίνει αναφορά στην υπόλοιπη ζωή τους, στα βιογραφικά δηλαδή στοιχεία και στο συγγραφικό τους έργο «περί ὧν ἐπιλείψει με διηγούμενον ὁ χρόνος», όπως θα έλεγε σε ανάλογη περίπτωση ο Απόστολος Παύλος.
Γιατί πράγματι είναι μεγάλη η προσφορά τους στα γράμματα και τον πολιτισμό, όταν μάλιστα αναλογιστούμε την εποχή και τις συνθήκες που έζησαν και έδρασαν. Την εποχή των Τριών Ιεραρχών (4ος αιώνας) υπήρχαν δυο τάσεις στην Εκκλησία. Αυτοί που εξεθίαζαν την ελληνική φιλοσοφία και παιδεία και θεωρούσαν ότι είναι η ύψιστη σοφία και αυτοί που την απέρριπταν συλλήβδην ως μη χρήσιμη πλέον, αφού «εμώρανεν ο Θεός την σοφίαν του κόσμου τούτου» (Α’ Κορ. 1, 20), η οποία δεν μπορούσε να προσφέρει σωτηρία. Ιδιαίτερα με την άνοδο του Ιουλιανού στον θρόνο υπήρξε μια έξαρση αυτών που υποστήριζαν την ελληνική φιλοσοφία, αφού ο ίδιος ο αυτοκράτορας ήταν λάτρης της και φρόντισε να μπουν στο περιθώριο όσοι χριστιανοί δίδασκαν σε σχολές φιλοσοφικές και απαγόρευσε στα παιδιά των χριστιανών να φοιτούν στις σχολές αυτές.
Ευτυχώς η θητεία του Ιουλιανού ήταν μια μικρή παρένθεση και οι Τρεις μεγάλοι Πατέρες αναγνωρίζουν πλέον τις πολλές υπηρεσίες που μπορεί να προσφέρει η ελληνική φιλοσοφία, όπως φαίνεται στα έργα τους αλλά και στο σπουδαίο έργο του Μ. Βασιλείου «Πρός τούς νέους, ὅπως ἄν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων», αφού η φιλοσοφία και οι έννοιες αυτής είχαν πολλά θετικά στοιχεία και βοήθησαν στην εδραίωση των δογμάτων του Χριστιανισμού και στην πολεμική τους κατά των αιρέσεων και οι ίδιοι οι μεγάλοι Πατέρες χρησιμοποιούν τα όπλα που τους έδωσε η ελληνική μόρφωση και αγωγή. Συνέχισαν λοιπόν με τη συγγραφική τους δράση την προσφορά στα γράμματα και τον πολιτισμό των μεγάλων Ελλήνων συγγραφέων.
Ο Μέγας Βασίλειος ήταν μεγάλο πνεύμα, και όπως γράφει ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός «ήταν ο μόνος που αξίως κατενόησε την κτίση του Θεού, …αυτός, ο Βασίλειος, που ήταν στην ψυχή μορφωμένος κατ’ εικόνα του Θεού που έκτισε την ψυχή, ο κοινός πατέρας μας και διδάσκαλος, ο οποίος την υψηλή διακόσμηση του παντός με την δική του θεωρία την έκανε εύληπτη στους πολλούς και τον κόσμο που δημιουργήθηκε από τον Θεό με αληθινή σοφία τον γνώρισε σε όσους προσέρχονταν με σύνεση στη δική του θεώρηση (της δημιουργίας του κόσμου)» και ανήκει στη χορεία των μεγάλων και σοφών συγγραφέων[1], ο Γρηγόριος ο Θεολόγος ως φιλόσοφος νους συγκρίνεται με τον Πλωτίνο και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος συναγωνίζεται στη ρητορική δεινότητα επάξια και αυτόν τον Δημοσθένη, γι’ αυτό και ονομάστηκε «Χρυσόστομος».
Αν κάνουμε μια γενική θεώρηση της εποχής τους, θα διαπιστώσουμε ότι τα κύρια χαρακτηριστικά της εποχής αυτής ήταν η αλλαγή της πολιτικής νοοτροπίας, που προήλθε απ’ την κατάρρευση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και την ανάπτυξη της Ανατολής. Με τη συνεχή μετακίνηση και τους πολέμους των διάφορων βάρβαρων φύλων έχουμε μια κοινωνική ανησυχία και αστάθεια που έφερε και την οικονομική αταξία. Η άνιση κατανομή των αγαθών, η εκμετάλλευση των φτωχών απ’ τους ισχυρούς -κύρια θέματα στα έργα του Χρυσοστόμου, αλλά και του Βασιλείου- η δουλεία, η μετακίνηση πληθυσμών στα μεγάλα αστικά κέντρα, είχαν ως αποτέλεσμα τη φτώχεια, τη δυστυχία και την κοινωνική ακαταστασία.
Μια εικόνα της κατάστασης αυτής μας δίνουν οι ίδιοι οι τρεις Ιεράρχες. Ο Μ. Βασίλειος μιλάει για «λιμό αγάπης». «Χάθηκε, λέγει, η δικαιοσύνη και ο καθένας κάνει ό,τι θέλει, και πνίγεται στη μονότητα και την ατομικότητά του».
Το κοινωνικό «πιστεύω» τους είναι κήρυγμα ισότητας και δικαιοσύνης. Είναι αδιανόητο για τη χριστιανική σκέψη των τριών Πατέρων να υπάρχουν πλούσιοι που χαίρονται τα αγαθά της γης, την ώρα που κάποιοι φτωχοί στερούνται τα πιο απαραίτητα αγαθά για τη συντήρησή τους. Ο Μ. Βασίλειος διδάσκει «να μην επιδιώκουμε την υπεροχή, να γνωρίσουμε την ισοτιμία της φύσεως και να αγαπήσουμε την ισοτιμία προς αυτούς που νομίζουν ότι υστερούν σε κάποια πράγματα» (P. G. 31, 1225).
Η ηθική διδασκαλία του Βασιλείου είναι εξόχως κοινωνική. Πιστεύει ότι αν δεν υπήρχε το έτερον, ο άνθρωπος δε θα μπορούσε να γνωρίσει τον εαυτό του. Τα υλικά αγαθά του ανθρώπου, ο πλούτος, δεν έχουν απόλυτη αξία. Ο σκοπός του πλούτου είναι κοινωνικός και πρέπει να κατανέμεται σ’ εκείνους που έχουν ανάγκη. Η εργασία είναι ευλογημένη, αλλά η εκμετάλλευση του κόπου του άλλου είναι ανεπίτρεπτη. «Κανένας δεν είναι δούλος εκ φύσεως. Διότι ή αφού καταδυναστεύθηκαν, οδηγήθηκαν στον ζυγό της δουλείας όπως συμβαίνει κατά την αιχμαλωσία ή έγιναν δούλοι εξαιτίας της φτώχειας». (Περί Αγ. Πνεύματος P.G. 32, 161-162)
Γράφει ο Μ. Βασίλειος (P. G. 31, 277). «Το ψωμί που κρατάς κρυμμένο ανήκει σ’ εκείνον που πεινά. Τα ρούχα που φυλάς στην αποθήκη σου είναι του γυμνού. Τα υποδήματα που έχεις και σαπίζουν είναι του ξυπόλυτου. Τα λεφτά που τα καταχωνιάζεις είναι εκείνου που δεν έχει».
Σε άλλο σημείο λέει: «Μη φανούμε οι λογικοί άνθρωποι σκληρότεροι από τα ζώα. Γιατί εκείνα χρησιμοποιούν αυτά που από τη φύση της βλαστάνει η γη, από κοινού… Εμείς όμως παίρνουμε για δικά μας αυτά που ανήκουν σε όλους, κρατάμε μόνο για μας αυτά που ανήκουν στους πολλούς… Ας μιμηθούμε την πρώτη ζωή των χριστιανών, που τα είχαν όλα κοινά, τη ζωή, την ψυχή, τη συμφωνία, το τραπέζι κοινό και ήταν αδιαίρετη αδελφότητα, αγάπη ανυπόκριτη, που έκανε τα πολλά σώματα ένα» (P. G. 31, 324/5).
Στο έργο του Ομιλία προς τους πλουτούντας γράφει: «Γνωρίζω ότι πολλοί νηστεύουν, προσεύχονται, στε­νάζουν, φανερώνουν όλη την ανέξοδη ευλάβεια, δεν α­φήνουν όμως ένα οβολό σ’ αυτούς που θλίβονται. Ποιο το όφελος τους από την λοιπήν αρετή; Διότι δεν τους δέ­χεται η βασιλεία των ουρανών, καθώς είναι ευκολότερο, να περάσει μία καμήλα από την τρύπα μιας βελόνας παρά να εισέλθει ένας πλούσιος στην βασιλεία των ουρα­νών». (P.G. 31, 288A)
Για τον Γρηγόριο το Θεολόγο η ισότητα και η δίκαιη κατανομή των αγαθών ξεκινάει από τη μίμηση της δικαιοσύνης και ισότητας του Τριαδικού Θεού. Γράφει: «Να ντραπείτε σεις που κρατάτε όσα ανήκουν στους άλλους και να μιμηθείτε την ισότητα του Θεού και δε θα μείνει κανένας φτωχός. Ας μη καταβάλλουμε κόπους για να θησαυρίζουμε, ενώ άλλοι καταβάλλονται από τη φτώχεια» (P. G. 35, 889).
Μπροστά στη γέννηση και το θάνατο βλέπει ο Γρηγόριος την εξίσωση των ανθρώπων: «Μίαν καί τήν αύτήν γῆν μητέρα ἔχομεν καί τόπον… μηδέν πλέον ἀλλήλων ἔχοντες» (P. G. 36, 225)
Η φιλοπτωχία αποτέλεσε το αντικείμενο μιας ομιλίας του Γρηγορίου, στην οποία γράφει: «Σε όλους τους πτωχούς πρέπει να ανοίξουμε τα σπλάχνα μας και σε όσους κακοπαθούν για οποιαδήποτε αιτία, σύμφωνα με την εντολή «χαίρειν μετὰ χαιρόντων, καὶ κλαίειν μετὰ κλαιόντων» και να προσφέρουμε τον έρανο της χρηστότητάς μας είτε τη χρειάζονται εξαιτίας της χηρείας, είτε εξαιτίας της ορφάνιας, είτε εξαιτίας της αποξένωσης από την πατρίδα τους, είτε εξαιτίας της ωμότητας των δεσποτών και το θράσος των αρχόντων είτε εξαιτίας της απανθρωπίας των εφοριακών είτε εξαιτίας των ληστών και την απληστία των κλεπτών, είτε τη δήμευση είτε το ναυάγιο». (P.G. 35, 864, 1-865, 2).
Το παράδειγμα της φιλανθρωπίας του Χριστού, που μας αγάπησε και έδωσε τη ζωή του για μας είναι αυτό που προβάλλει ο Γρηγόριος, για να παροτρύνει τους πιστούς να μην βδελύσσονται τους λεπρούς, που ήταν αποκρουστικοί και φόβητρο για τους ανθρώπους. Γράφει στο ίδιο έργο «Περί φιλοπτωχείας»: «Εμείς λοιπόν που έχουμε λάβει τέτοιο υπόδειγμα ευσπλαχνίας και συμπαθείας τι μπορούμε να κάνουμε γι’ αυτούς; Θα τους παραβλέψουμε; Θα τους προσπεράσουμε; Θα τους εγκαταλείψουμε σαν νεκρούς, σαν βδελυγμένους, σαν τα ερπετά και τα θηρία; Καθόλου αδελφοί μου. Δεν είναι αυτή η συμπεριφορά για μας, που είμαστε θρέμματα του Χριστού, του αγαθού ποιμένος».
Ο Χρυσόστομος θεωρώντας ότι όλα τα επίγεια αγαθά είναι του Θεού αρνείται ουσιαστικά την ιδιοκτησία και φέρνει στο προσκήνιο την έννοια της χρήσης του πλούτου. Γράφει: «Το δικό μου και το δικό σου είναι απλά λόγια. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν, γιατί δεν έχουμε τίποτε δικό μας, όλα είναι του Θεού» (P. G. 61, 85).
«Γι’ αυτό κλαίω και πονώ – λέγει ο Χρυσόστομος – βλέποντας να σπανίζει τόσο η αρετή ανάμεσά μας, κάθε μέρα να αυξάνει η κακία και η φιλαυτία εκείνων που δεν έχουν φόβο Θεού. Κλαίμε για την ορφάνια και για το ότι οι φτωχοί είναι απροστάτευτοι (από την εκμετάλλευση των πλουσίων)».
Πιστεύει ακόμη ο Χρυσόστομος ότι για ν’ αποκτήσει κάποιος πλούτη θα περάσει αναγκαστικά απ’ το δρόμο της αδικίας. Γράφει λοιπόν: «Πες μου από πού έχεις τον πλούτο σου; από πού τον πήρες; και ο άλλος από πού; από τον παππού του, λέει, από τον πατέρα του. Θα μπορέσεις άραγε, ανεβαίνοντας πολύ πίσω στη γενιά σου, ν’ αποδείξεις ότι η απόκτηση του πλούτου είναι δίκαιη; Δε θα μπορέσεις όμως, αλλά αναγκαστικά η αρχή και η ρίζα της θα ξεκινούν από κάποια αδικία. Από πού το συμπεραίνω; Γιατί ο Θεός από την αρχή δεν έκανε τον ένα πλούσιο και τον άλλο φτωχό… αλλά έδωσε σ’ όλους την ίδια γη» (P. G. 62, 562/3).

(Συνεχίζεται)

[1] Γρηγορίου Νύσσης, ΠΕΡΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, P.G. 44, 125, 30
«Μόνος γαρ αξίως την κτίσιν του Θεού κατενόησεν, ο κατά Θεόν κτισθείς όντως, και εν εικόνι του κτίσαντος την ψυχήν μεμορφωμένος Βασίλειος, ο κοινός ημών πατήρ και διδάσκαλος, ος την υψηλήν του παντός διακόσμησιν εύληπτον τοις πολλοίς διά της ιδίας θεωρίας εποίησε, και τον εν τη αληθινή σοφία παρά του Θεού συστάντα κόσμον γνώριμον τοις διά της συνέσεως αυτού τη θεωρία προσαγομένοις ποιήσας».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου