Ζωντανή αναμετάδοση Ιερών Ακολουθιών

Παρασκευή, 19 Μαΐου 2017

Γενοκτονία Ποντίων: Ο Μητροπολίτης Δράμας Παύλος γράφει για «τα άμωμα σφάγια».

Ο ελληνισμός έχει βιώσει μεγάλες τραγωδίες που μέσω αυτών χαλύβδωσαν τον χαρακτήρα του λαού μας, μας γεμίζουν στεναχώρια για τους προγόνους μας που έχασαν τις ζωές τους αλλά και μας κάνουν εθνικά υπερήφανους.

Μια τέτοια ανείπωτη τραγωδία τιμούμε σήμερα, όπως και τους 353.000 που μαρτύρησαν. Η 19η Μαΐου είναι αφιερωμένη στους Ποντίους και στη γενοκτονία που υπέστησαν από τους Νεότουρκους. Μια γενοκτονία που οφείλουμε να μην ξεχάσουμε ποτέ. Και η Εκκλησία μας σίγουρα δεν πρόκειται ποτέ να λησμονήσει…
Το 2015 η Εκκλησία της Ελλάδος αφιέρωσε τα δίπτυχά της στη γενοκτονία των Ποντίων και τιμητικά ανέθεσε στον Μητροπολίτη Δράμας κ.Παύλο να συντάξει το προλογικό σημείωμα.
Ο Σεβασμιώτατος, ποντιακής καταγωγής και ο ίδιος, από τους πρωτεργάτες εκδηλώσεων μνήμης, μα πάνω απ’όλα τιμητής και άξιος διάδοχος ηρώων Ποντίων, γράφει για τους προγόνους του, για τα όσα τραγικά βίωσαν πριν από ένα αιώνα στην Ανατολή, σκιαγραφεί τα εγκλήματα των Νεότουρκων και στέκεται στις τραγικές συνέπειες της γενοκτονίας σε Ορθόδοξα Μοναστήρια και με μαρτυρίες καταδεικνύει τις λεηλασίες και τις καταστροφές που υπέστησαν.
Το εισαγωγικό σημείωμα του Δράμας Παύλου στα Δίπτυχα της Εκκλησίας της Ελλάδος πρέπει να αποτελέσει για όλους μας οδηγό, είναι η ιστορία μας και οφείλουμε να γνωρίζουμε τι έχει συμβεί…
« … ελιθάσθησαν, επρίσθησαν, επειράσθησαν, εν φόνω μαχαίρας απέθανον, περιήλθον εν μηλωταίς, εν αιγείοις δέρμασιν, υστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι … » (Εβρ. 11,37)
Εις την πατρίδα μας, τον Πόντον, η Εκκλησία πάντοτε προΐστατο των αγώνων του Γένους και πρώτη αυτή περιέθαλπε τα συντρίμματα των κατά καιρούς εξανδραποδισμών του ποιμνίου της.
Οι κληρικοί της, παντός βαθμού, συν τοις άλλοις διέσωσαν και την ιστορικήν μνήμην του Γένους, γενόμενοι κυματοθραύσται όλων εκείνων των αποδομητών και μηδενιστών της ιεράς μνήμης και των θυσιών των πατέρων μας διαχρονικώς.
Ο Εύξεινος Πόντος και αι περί τα νότια παράλιά του κυρίως χώραι, εκτεινόμεναι προς το εσωτερικόν της Μικράς Ασίας, αρχαιόθεν λαβούσαι το όνομα Πόντος, ηκούετο από την προμυθολογικήν και μυθολογικήν περίοδον εις την Ελλάδα ως η κατ’ εξοχήν θάλασσα των αγώνων ηρώων και ημιθέων. Από την ημέραν όμως της παρουσίας εις τα εδάφη εκείνα του Τούρκου κατακτητού μετεβλήθη εις κοιλάδα φρίκης, σφαγών και απογνώσεως και απέραντον ωκεανόν οργίων.
Πρώτα θύματα και καλλωπίσματα της αγιοτόκου εκείνης γης ο τελευταίος αυτοκράτωρ της Τραπεζούντος άγιος Δαυΐδ, ο Μέγας Κομνηνός, τα τρία τέκνα του Βασίλειος, Γεώργιος, Μανουήλ και ο ανεψιός του και διάδοχος του θρόνου Αλέξιος, όστις, εάν εβασίλευε, θα ήτο ο Ε΄ φέρων το όνομα τούτο̇ πάντες ούτοι εμαρτύρησαν εις την Κωνσταντινούπολιν την 1ην Νοεμβρίου 1463.
Ο ελληνισμός του Πόντου μετά την αποφράδα ημέραν της καταδουλώσεώς του την 15ην Αυγούστου 1461, ομοίαν της οποίας άλλα έθνη δεν εγνώρισαν, πεισμόνως επάλαισε και με μεγάλην επιμονήν αντεστάθη επί πέντε σχεδόν αιώνας, ίνα αποφύγη την ολοσχερή καταστροφήν και εξόντωσιν, ίνα διατηρηθή ακμαίος, αντιμετωπίζων φοβερούς διωγμούς, βιαίους ομαδικούς εξισλαμισμούς και ανηλεείς σφαγάς, διατηρών την ζωτικότητά του εις όγκον και δύναμιν μέχρι των αρχών του 20ου αιώνος, οπότε οι ισχυροί της γης ώπλισαν την χείρα του δυνάστου του διά την εκρίζωσίν του από τας προγονικάς εστίας, εκεί όπου διέπρεψεν επί τρεις χιλιετίας.
Η ιστορία μαρτυρεί ότι η Γερμανία του Κάιζερ είναι ο ηθικός αυτουργός των εγκλημάτων κατά των εν Τουρκία χριστιανών και πάντων των Ελλήνων. Η Γερμανία εις την προσπάθειάν της να επιτύχη τους στόχους της εις τον νευραλγικόν αυτόν χώρον, όστις βεβαίως μελλοντικώς, λόγω του πλουσίου υπεδάφους του, θα απέβαινεν από γεωπολιτικής και οικονομικής απόψεως το «μήλον της έριδος», δεν εδίστασε να ενδώση εις τας απαιτήσεις του παντουρκισμού και εις βάρος των χριστιανικών λαών της Ανατολής.

1. Ο α΄ παγκόσμιος πόλεμος. Η σφαγή των Αρμενίων
Μία δολοφονία εις το Σεράγεβον ήναψε την θρυαλλίδα της παγκοσμίου πυριτιδαποθήκης. Οι λαοί απεσπάσθησαν από τα ειρηνικά των έργα και τα κράτη της Ευρώπης τον Αύγουστον του 1914, το εν μετά το άλλο εκήρυξαν τον πόλεμον κατά της Γερμανίας. Η Τουρκία από της αρχής του πολέμου έδειξε τας διαθέσεις της. Ολόκληρος ο τουρκικός τύπος ασχολείται με τας επιτυχίας των Γερμανών. Με ύβρεις και συκοφαντίας εναντίον των συμμάχων και ιδιαιτέρως της Ρωσίας, προετοιμάζουν την κοινήν γνώμην διά την είσοδον εις τον πόλεμον.
Η Τουρκία από το 1912 ανέμενε την στιγμήν της εκδικήσεως της μεγάλης ήττης των βαλκανικών πολέμων. Ο καιμακάμης της Κερασούντος Αρίφ βέης, ερωτηθείς από τον διευθυντήν της ελληνικής εφημερίδος της πόλεως «Αρητιάδος» ποίαν στάσιν θα τηρήση η Τουρκία εις τον πόλεμον, απήντησε «την ένοπλον ουδετερότητα κατ’ αρχάς»,(1) και συνεχίζων με μεγαλυτέραν ειλικρίνειαν προσέθεσε: «Τα λάθη τεσσάρων αιώνων πρέπει να επανορθωθούν̇ θα πολεμήσωμεν όχι διά να προβώμεν εις κατακτήσεις, αλλά διά να τακτοποιήσωμεν τα εσωτερικά μας». Την 20ην Ιουλίου 1914 εκηρύχθη γενική επιστράτευσις εθνικοτήτων. Εδόθη τρίμηνος προθεσμία διά την καταβολήν στρατιωτικού αντισηκώματος εις τους χριστιανούς προς αποφυγήν της επιστρατεύσεώς των̇ αλλ’ η περίοδος ήτο κρίσιμος οικονομικώς διά τας παραλίους πόλεις του Πόντου, επειδή δεν είχεν ακόμη συντελεσθή η συγκομιδή των λεπτοκαρύων, του κυριωτέρου προιόντος της περιοχής. Την οικονομικήν κρίσιν επεδείνωσε και το κλείσιμον των στενών των Δαρδανελλίων με συνέπειαν την διακοπήν του εμπορίου. Οι χριστιανοί ηναγκάσθησαν να εκποιήσουν τα χρυσά και αργυρά κοσμήματά των, διά να δυνηθούν να καταβάλουν το στρατιωτικόν αντισήκωμα. Την 18ην Οκτωβρίου 1914 ο τουρκικός στόλος, υπό τας διαταγάς Γερμανού ναυάρχου, επετέθη εις τον ρωσικόν στόλον, εκτελούντα γυμνάσια τριάκοντα μίλια μακράν του Βοσπόρου. Με την είσοδόν της εις τον πόλεμον η Τουρκία συνεταύτισε την τύχην της με την Γερμανίαν. Εκηρύχθη στρατιωτικός νόμος εις όλην την επικράτειαν, ο τουρκικός στρατός ήρχισε να συγκεντρώνεται και παραλλήλως εξεδόθησαν φετφάδες, προσκαλούντες τους μουσουλμάνους εις ιερόν πόλεμον.
Το καλοκαίρι του 1915 το αρμενικόν έθνος της Μικράς Ασίας και του Πόντου εκηρύχθη εκτός νόμου και παρεδόθη εις τας αγρίας ορμάς και τα κτηνώδη ένστικτα της τουρκικής φυλής. Εντός μηνός, τον Ιούνιον του 1915 εξωντώθησαν πλήρως οι Αρμένιοι των βιλαετίων Τραπεζούντος, Ερζερούμ, Βαν, Σεβαστείας, Αμισού και του εσωτερικού της Μικράς Ασίας. Τα στρατιωτικά και αστυνομικά όργανα της κυβερνήσεως συνελάμβανον τας οικογενείας των Αρμενίων, τας ωδήγουν έξωθι των πόλεων και των χωρίων και τας παρέδιδον εις τα άτακτα στίφη των τσετών, άτινα τας έσφαζον με μαχαίρας, πελέκεις, ρόπαλα και ξιφολόγχας και παντός είδους αιχμηρά όργανα. Τούς ετυφέκιζον, τους έκαιον ζωντανούς και τους ηκρωτηρίαζον. Τα βουνά και αι κοιλάδες της Τραπεζούντος, Ερζερούμ, Σεβαστείας και τα παράλια του Πόντου είχον κατακλυσθή με πτώματα και δονούνται ακόμη από τα απερίγραπτα κακουργήματα, τα διαπραχθέντα εις το δύστυχον αρμενικόν έθνος. Αι ωραιότεραι των γυναικών, εγγάμων και παρθένων, ωδηγούντο εις κτίρια διαφόρων πόλεων, όπου κυβερνητικοί και στρατιωτικοί υπάλληλοι παντός βαθμού ως και απλοί πολίται ομαδικώς επεδίδοντο εις φρικτοτάτους βιασμούς και ακατονόμαστα όργια μέχρις εξαντλήσεως των θυμάτων των, άτινα τελικώς κατεσφάζοντο και τα πτώματά των ερρίπτοντο εις την θάλασσαν, εις διάφορα ποτάμια και τας άκρας των δρόμων.(2)
2. Η τραγωδία των Ελλήνων του Πόντου
Η αγρία σφαγή των Αρμενίων, συγκρινομένη με τους διωγμούς και τα μαρτύρια του ελληνισμού του Πόντου, θα ηδύνατο να θεωρηθή εν τινι μέτρω ανεκτή. Εντός μηνός αφηρέθη η ζωή των και έληξαν τα βάσανα των Αρμενίων. Κατά τους διωγμούς όμως του ελληνισμού η μανία της θηριωδίας και τα κτηνώδη πάθη, άτινα εκόχλασαν, εξετυλίχθησαν επί οκτώ ολόκληρα έτη εις μίαν ατελεύτητον αλυσίδα τερατουργημάτων.
Οι Τούρκοι, βλέποντες ότι δεν δύνανται να εφαρμόσουν το σχέδιον εξοντώσεως των Αρμενίων εις τον ελληνικόν πληθυσμόν, εφεύρον σατανικώτερον μέσον με το οποίον και η πολιτική ανάγκη εξυπηρετείτο και η εξόντωσις επετυγχάνετο. Κύριος εμπνευστής και καθοδηγητής ήτο ο Γερμανός στρατηγός Liman von Sanders. Το μέσον αυτό ήτο η εκτόπισις του πληθυσμού (εξορία) εις το εσωτερικόν της Ανατολίας διά δήθεν στρατιωτικούς λόγους. Τούτο εσήμαινεν εις την πραγματικότητα αφαίρεσιν ολοκλήρου της κινητής και ακινήτου περιουσίας των Ελλήνων, παράδοσιν εις τας ορμάς των ατάκτων τσετών καθ’ οδόν και τας διαθέσεις των Τούρκων εις το εσωτερικόν. Το μέτρον τούτο εφηρμόσθη εις ολόκληρον τον Πόντον κατά τα τέλη Απριλίου του 1916, μετά την κατάληψιν της Τραπεζούντος από τα ρωσικά τσαρικά στρατεύματα και έλαβε τεραστίας διαστάσεις τον χειμώνα του έτους 1916-1917.
Εν μέσω δριμυτάτου χειμώνος οι πληθυσμοί πόλεων και χωρίων διετάσσοντο να εγκαταλείψουν εντός ελαχίστων ωρών τας εστίας των, να αναχωρήσουν εις τόπον άγνωστον, ορισθέντα ως τόπον προσωρινής κατοικίας των και απέχοντα πάντοτε ημέρας και εβδομάδας μακράν της μονίμου των κατοικίας και μάλιστα όπισθεν χιονοσκεπών ορέων και εκτάσεων αβάτων. Η περιφέρεια της οποίας διετάσσετο ο εκτοπισμός, μετεβάλλετο εις τόπον κολάσεως. Πλήθη ατάκτων κακούργων με δαρμούς και ύβρεις και προπηλακισμούς ωδήγουν τους κατοίκους εις την ύπαιθρον, ενώ ταυτοχρόνως σμήνη Τούρκων, άνδρες, γυναίκες και παιδία εισέβαλλον εις τας εγκαταλελειμμένας οικίας λεηλατούντες αυτάς και πυρπολούντες εκείνας, εις τας οποίας δεν εγκαθίσταντο. Αυτά εγίνοντο ακόμη και υπό τα βλέμματα των εκτοπιζομένων, οίτινες δεν είχον εισέτι απομακρυνθή.
Οι μη δυνάμενοι να βαδίσουν ένεκα κακουχιών, πείνης, εξαντλήσεως και του ψύχους, εγκατελείποντο καθ’ οδόν, διότι δεν ήτο επιτρεπτή οιαδήποτε βοήθεια προς αυτούς. Διεκρίνοντο τότε οι σπαραγμοί των συγγενών, η αγωνία των ετοιμοθανάτων και η ηδονή των σφαγέων. Θηλάζουσαι μητέρες απέθνησκον με τα βρέφη των προσκεκολλημένα εις τους στείρους και ψυχρούς μαστούς των, έως ότου υποκύψουν ή διαμελισθούν και αυτά υπό των κακούργων τσετών.
Αι ωραίαι γυναίκες και νεάνιδες απετέλουν κατά τας βασανιστικάς ταύτας πορείας αντικείμενα παρενοχλήσεων των θηρίων αυτών, άτινα τας συνώδευον, υφιστάμεναι παντοίας κακώσεις και εξευτελισμούς έμπροσθεν των εκπλήκτων από την φρίκην οφθαλμών γονέων, συζύγων, αδελφών και τέκνων. Εις τους κατοίκους των περιοχών, τας οποίας διέσχιζον αι αμέτρητοι συνοδείαι απηγορεύετο με κυβερνητικήν επί ποινή θανάτου διαταγήν οιαδήποτε βοήθεια. Η διαταγή αύτη εκοινοποιήθη προς όλας τας κοινότητας εις δε τα Κοτύωρα ανεγνώσθη εντός των εκκλησιών από τους εξαναγκασθέντας προς τούτο ιερείς.(3)
Κατά τας οδοιπορίας αυτάς, εν μέσω χιόνων, θυελλών και παγετών, άνευ τροφής, ενδυμάτων και υποδημάτων καταλλήλων με αθλίαν ψυχολογίαν, πολλοί ήσαν εκείνο που απέθνησκον, θεωρούντες τον θάνατον λύτρωσιν, άταφοι παραμένοντες εις τους δρόμους, βορά αγρίων θηρίων και ορνέων.
Εκ των εκτοπιζομένων, όσοι έφθανον εις τον προσδιορισθέντα τόπον της εξορίας, είτε διετέλουν εις την διάθεσιν των εντοπίων του τόπου της εκτοπίσεως ή συνηθέστερον διετάσσοντο από τας επιτοπίους εκεί αρχάς, χάριν ταλαιπωρίας, να επανακάμψουν εις την αρχικήν των κατοικίαν, διότι δήθεν παρανόμως και παρά τας κυβερνητικάς διαταγάς είχον εκτοπισθή. Ω της φρικτής ταλαιπωρίας και του εμπαιγμού των εκτοπιζομένων. Καί η νέα αύτη οδοιπορία διεξήγετο υπό τας ιδίας συνθήκας, αποσκοπούσα εις την επιβάρυνσιν της εξαντλήσεώς των. Όσοι επετύγχανον να πλησιάσουν τα χωρία των, ιστάμενοι προ των ερειπίων των οικιών των, διετάσσοντο και πάλιν να επανέλθουν εις τον τόπον της εξορίας των ή να μεταβούν εις άλλον τόπον μακράν.
Με την σκληράν και αποτροπαίαν αυτήν μέθοδον εξετοπίσθησαν κακουχηθέντα τα τρία τέταρτα των κατοίκων της επαρχίας Ροδοπόλεως και σχεδόν σύμπας ο πληθυσμός των επαρχιών Χαλδίας, Κερασούντος, Κολωνίας, Ελεβής και Τριπόλεως ως και τα παράλια τμήματα των επαρχιών Νεοκαισαρείας, Αμασείας, μέχρι βάθους εβδομήκοντα χιλιομέτρων. Τον εκτοπισμόν διέφυγον οι κάτοικοι Τραπεζούντος και το ανατολικόν τμήμα της επαρχίας αυτής, διότι είχε καταληφθή από τα ρωσικά στρατεύματα την 5ην Απριλίου 1916. Αι περιουσίαι των εκτοπισθέντων κατεσχέθησαν, οι αγροί παρεδόθησαν εις τον τουρκικόν πληθυσμόν, καθώς και όλα τα μοναστηριακά, εκκλησιαστικά και κοινοτικά κτήματα.(4) Ο Πόντος τότε ήτο διηρημένος εις εξ μητροπολιτικάς επαρχίας : Τραπεζούντος, Χαλδίας, Κολωνίας, Νεοκαισαρείας, Αμασείας και Ροδοπόλεως. Κατά την εκκλησιαστικήν αυτήν διαίρεσιν οι κάτοικοί του προ του πολέμου ανήρχοντο εις 650.000, κατανεμημένοι ως εξής:
Μητροπόλεις Πληθυσμός
Τραπεζούντος 94.000
Ροδοπόλεως 57.000
Χαλδίας 128.000
Νεοκαισαρείας 98.000
Αμασείας 205.000
Κολωνίας 68.000
ΣΥΝΟΛΟΝ 650.000
Η ανωτέρω στατιστική υπολείπεται της επισήμου στατιστικής του Υπουργείου Εξωτερικών (ΥΠ.ΕΞ.) κατά 50.000.
Επίσημος στατιστική των εκτοπισθέντων κατά τον πόλεμον:
Μητροπόλεις Πόλεις-χωρία Καταστραφέντα Πληθυσμός
Αμασείας 441 344 161.715
Χαλδίας 264 137 115.471
Νεοκαισαρείας 179 124 80.925
Τραπεζούντος 73 42 50.524
Ροδοπόλεως 59 50 23.780
Κολωνίας 95 86 51.503
ΣΥΝΟΛΟΝ 1.111 783 483.918
Συμφώνως με την στατιστικήν που εξέδωσε εις την αγγλικήν και γαλλικήν το εν Αθήναις Κεντρικόν Συμβούλιον του Πόντου το 1922, οι Έλληνες του Πόντου, σφαγιασθέντες και εξολοθρευθέντες από του 1914 έως 1922 ανέρχονται εις τους εξής αριθμούς:
Αμασείας 134.078
Ροδοπόλεως 17.479
Χαλδίας 64.582
Νεοκαισαρείας 27.216
Τραπεζούντος 38.435
Κολωνίας 21.448
ΣΥΝΟΛΟΝ 303.238
Όμως, μέχρι της ανοίξεως του 1924 το μαρτυρολόγιον του Πόντου περιλαμβάνει ακόμη 50.000 νέα θύματα, περισσότερα των οποίων είναι γυναίκες και παιδία.
Ούτως, από της ενάρξεως του πολέμου μέχρι του Μαρτίου 1924 οι φονευθέντες, απαγχονισθέντες και αποθανόντες εκ πείνης, ασθενειών, κακουχιών και εκτοπίσεων ανέρχονται εις τριακοσίας πεντήκοντα τρεις χιλιάδες (353.000)(5).
3. Τα μαρτύρια των Ελλήνων της Μητροπόλεως Ροδοπόλεως
Οι κάτοικοι της περιφερείας αυτής από των αρχών του πολέμου υπέστησαν τα πάνδεινα, διότι εξηναγκάσθησαν να διευκολύνουν την μεταφοράν των εφοδίων του τουρκικού στρατού διά της κεντρικής οδού Τραπεζούντος – Ερζερούμ, διασχίζουσαν την Ματσούκαν. Κατά την προέλασιν του ρωσικού στρατού η κατάστασις επεδεινώθη, διότι οι Τούρκοι, έχοντες κατά νούν την εφαρμογήν του εξοντωτικού προγράμματος κατά των Ελλήνων, δεν επεθύμουν να διαφύγουν μεγάλαι μάζαι Ελλήνων προς Ρωσίαν λόγω προελάσεως των Ρώσων. Διό και απεφάσισαν κατ’ αρχήν την μεταφοράν των χριστιανικών πληθυσμών όπισθεν των γραμμών του μετώπου. Επειδή όμως απησχολούντο με την μεταφοράν του τρομοκρατημένου τουρκικού πληθυσμού, εφήρμοσαν το σχέδιόν τους εν μέρει. Η περιφέρεια Χαμψήκιοι υπεχρεώθη να εγκαταλειφθούν 15 χωρία της περιοχής, οι κάτοικοι όμως, άλλοι διέρρευσαν προς την ρωσικήν πλευράν, ενώ άλλοι έλαβον τα όπλα και κατέφυγον εις τα βαθύσκια δάση της περιφερείας. Όσοι όμως υπήκουσαν μεταναστεύσαντες εις την Αργυρούπολιν, υπέφεραν τα πάνδεινα από τας κακουχίας, τας στερήσεις και την δριμύτητα του ψυχρού κλίματος.(6)
Η στρατολογία εξηνάγκασε πολλούς νέους, το μόνον στήριγμα των οικογενειών των, να εκπατρισθούν, ίνα αποφύγουν τα δεινά της στρατολογίας, δεινά επαχθέστατα. Οι φόροι ετριπλασιάσθησαν και εδημιουργήθησαν νέοι, η δε είσπραξίς των ανετέθη εις εισπράκτορας, απολαμβάνοντας την εύνοιαν της κυβερνήσεως και αυξάνοντας τους φόρους εις βάρος των χριστιανών και προς ίδιον όφελος.
Με την κατάληψιν της Τραπεζούντος από τους Ρώσους, περιήλθον εις την κατοχήν των τα χωρία της Γαλίαινας, η μονή του Αγίου Γεωργίου Περιστερεώτα και αι κοινότητες Λιβερά, Σανόγια, Δανίαχα, Σπέλια, Μουντανός, Κοστορτός, Χαβά, Κάτω Χορτοκόπιον, Κουσπιδή και η επτάκωμος Σάντα.
Από την υπόλοιπον περιοχήν, την απομείνασαν εις τους Τούρκους, τέσσαρες χιλιάδες κατοίκων κατέφυγον εις τα δάση, εις την μονήν Βαζελώνος εξακόσιοι πεντήκοντα, προς την περιοχήν Άρδασας δύο και ημίσεια χιλιάς, εις δε το σπήλαιον του χωρίου Κουνάκα χίλιοι διακόσιοι. Πολλοί των καταφυγόντων εις τα δάση επεχείρησαν να διαφύγουν από την στρατιωτικήν προς την ρωσικήν ζώνην. Άλλοι επέτυχον του σκοπού των, άλλοι όμως, συλληφθέντες υπό των Τούρκων, ωδηγήθησαν προς τα μεσόγεια, πλείστοι δε τούτων εβασανίσθησαν και εφονεύθησαν, τα δε πτώματά των ερρίφθησαν εις τον ποταμόν Πυξίτην, όστις καθ’ όλον το διάστημα των εχθροπραξιών εξέφρασσε πτώματα αθώων χριστιανών.(7) Τα εγκαταλειφθέντα χωρία ελεηλατήθησαν, οι δε ναοί και τα νεκροταφεία εβεβηλώθησαν. Εις το χωρίον Θέρσα η οικογένεια του Αβραάμ Παρασκευόγλου εβιάσθη. Οι Ευστάθιος και Γεώργιος Πέτρογλους εσφαγιάσθησαν εις την άκραν του χωρίου. Ο ιερεύς της Κουνάκας Ιωάννης Χριστοφορίδης, ο υιός του Κωνσταντίνος και ο ιερεύς του χωρίου Γιαννάντων Ιωάννης Χρυσανθίδης εσφαγιάσθησαν. Ο ιερεύς της Σαχνόης, Κωνσταντίνος Καρθίδης εσφαγιάσθη βιασθείσης έμπροσθέν του της πρεσβυτέρας του. Οι ιερείς του Χορτοκοπίου Ιωάννης, Απόστολος και Συμεών απεβίωσαν ένεκα βασάνων φρικτών, ενώ ο ιερεύς του χωρίου Στάμα Σάββας Χριστοφορίδης και η οικογένειά του αποκλεισθέντες εντός της οικίας των απέθανον λόγω ασιτίας. Ο πρόεδρος του Χορτοκοπίου Κωνσταντίνος Ευγενίδης, βλέπων τα μέλη της οικογενείας του αναισχύντως να βιάζωνται, παρεφρόνησε.(8)
Οι καταφυγόντες εις το σπήλαιον της Κουνάκας παρά τον βράχον Αγροτσάλ, ελπίζοντες να σωθούν από τα ρωσικά στρατεύματα, τα ευρισκόμενα εις απόστασιν 2 – 5 χλμ., δεν κατώρθωσαν να τα πλησιάσουν και επολιορκήθησαν. Μετά σθεναράν αντίστασιν τεσσάρων ημερών ηναγκάσθησαν να παραδοθούν, λαβόντες υπόσχεσιν ότι δεν θα εξοντωθούν. Με συνοδείαν ισχυράς φρουράς και ενώ μετεφέροντο εις το εσωτερικόν, καθ’ ην στιγμήν διήρχοντο την γέφυραν του ποταμού Πρύτανη εις την Κουνάκαν, 26 νεάνιδες αποσπασθείσαι ερρίφθησαν εντός του ορμητικού ποταμού (9) και επνίγησαν προτιμήσασαι τον ηρωικόν θάνατον αντί του εξανδραποδισμού και της επαισχύντου ατιμώσεως.
Με την κατάρρευσιν του μετώπου και την άτακτον φυγήν του ρωσικού στρατού τον Φεβρουάριον του 1918, ένεκα της σημειωθείσης Οκτωβριανής επαναστάσεως, οι Τούρκοι ανακατέλαβον τας απολεσθείσας επαρχίας. Τότε ολόκληρα σώματα ατάκτων υπό τας διαταγάς του εν ενεργεία χιλιάρχου του τουρκικού στρατού Καχριμάν βέη περιεκύκλωσαν την επαρχίαν Ροδοπόλεως λεηλατήσαντα κατ’ αρχάς το τμήμα της Γαλίαινας και εν συνεχεία την υπόλοιπον χώραν, επιδοθέντα εις παν είδος αγριότητος και κτηνωδίας. Με ιδιαιτέραν βαναυσότητα και μανίαν ελεηλατήθησαν τα χωρία της Ματσούκας Σπέλια, Χαβά, Κοστορτός, Μουντανός και Κάτω Χορτοκόπιον. Ισοπεδώθησαν κυριολεκτικώς καταστραφέντα τα χωρία της Γαλίαινας Αρμενή, Κοτύλια, Λειβάδια, Τσοπανού, Βάλαινα, Μισαηλάντων, Μανδρανόη, Ρωμανού, Κουστουλάντων, Σειτανάντων, Ζίλμα, Τερμιζάντων, Ζαβρία και Κουταλά, με πληθυσμόν τεσσάρων περίπου χιλιάδων κατοίκων. Ελάχισται γυναίκες και παιδία κατώρθωσαν να διασωθούν καταφυγόντα εις Τραπεζούντα.
Μετά την τραγικήν εξολόθρευσιν της Γαλίαινας οι Τούρκοι επέδραμον εις την Λιβεράν, έδραν της Μητροπόλεως, ένθα συνεκέντρωσαν άνω των 1500 κατοίκων εις το κέντρον του χωρίου, ίνα τους εκτοπίσουν, εις δε το Τζεβιζλίκ απεκεφάλισαν επτά χριστιανούς, τας κεφαλάς των οποίων εκάρφωσαν εις κοντούς και τας εξέθεσαν εις το κέντρον επί αρκετάς ημέρας.(10) Μετά την καταστροφήν των χωρίων της Γαλίαινας και της Ματσούκας ήρχισαν την απέλασιν των μικρών παιδίων ηλικίας έως 10 ετών. Αι σκηναί του αποχωρισμού μητέρων και παιδίων απερίγραπτοι θα παραμείνουν εσαεί, γεγονός τελείως απάνθρωπον και βάρβαρον, ασύλληπτον εις την διάνοιαν του ανθρώπου. Αι μητέρες των παιδίων έσφιγγον εις τας αγκάλας των τα μικρά παιδία, άτινα, κλαίοντα και οιμώζοντα, επ’ ουδενί λόγω ηδύναντο να απομακρυνθούν. Οι Τούρκοι χωροφύλακες, απολέσαντες και το ελάχιστον ίχνος ανθρωπισμού, εκτύπων διά του υποκοπάνου των όπλων των τας τραγικάς μητέρας και μόνον όταν αύται έπιπτον αναίσθητοι, απέσπων τα δυστυχή εκείνα πλάσματα από την μητρικήν αγκάλην, οδηγούντες αυτά εις το μαρτύριον.
Εις το Τζεβισλίκ, εντός χώρου περιφραγμένου διά συρματοπλέγματος προς την οδόν, την οδηγούσαν εις το Ερζερούμ, περιέκλεισαν αθώους νέους μακράν των περιέργων βλεμμάτων οιουδήποτε ξένου, προφασιζόμενοι ότι είχον προσβληθή από χολέραν, διά να τους οδηγήσουν εις τον αποτρόπαιον θάνατον, εφόσον οι εισερχόμενοι εις τον επικατάρατον εκείνον χώρον ουδέποτε θα έβλεπον το φως της ημέρας, το φως της ζωής.
Οι εξέχοντες του Τζεβιζλίκ Τούρκοι έντρομοι κατήλθον εις Τραπεζούντα διαμαρτυρόμενοι διά τα ανήκουστα ταύτα μέτρα, τονίζοντες εις τας αρχάς ότι «το Τζεβιζλίκ κράζει προς τον ουρανόν καθ’ ημών. Θα είμεθα καταδικασμένοι μεταξύ των εθνών».(11) Εις μάτην όμως διεμαρτύροντο, διότι αι διαταγαί, άνωθεν προερχόμεναι, την εξόντωσιν των Ελλήνων επεδίωκον και ήσαν ρηταί.
Με την ανακατάληψιν της επαρχίας νέαι ταλαιπωρίαι ανέμενον τους κατοίκους αυτής. Βιαιοπραγίαι, αρπαγαί, λεηλασίαι και ατιμώσεις από τους επανακάμψαντας Τούρκους ήσαν φαινόμενα καθημερινά. Οι γονείς των επιστράτων ωδηγούντο εις το Τζεβιζλίκ, ίνα εξαναγκασθούν να αποκαλύψουν που κρύπτονται οι επίστρατοι, αποφεύγοντες την επιστράτευσιν. Γέροντες και γερόντισσαι βιαίως απεσπώντο από τας κλίνας των και ωδηγούντο από τους χωροφύλακας ξυλοκοπούμενοι ανηλεώς. Τα ανυπεράσπιστα ταύτα πλάσματα περιεφρόνει κατά τρόπον επονείδιστον η κρατική μέριμνα, καθ’ ην στιγμήν οι λησταί και οι παντός είδους φονείς έδρων ανενόχλητοι.(12)
Η Γαλίαινα, υποστάσα τα πάνδεινα μετά την μεγάλην λεηλασίαν του Φεβρουαρίου 1918, καθ’ ην οι αιμοδιψείς τσέται ελεηλάτησαν πάντα, όσα οι κάτοικοι με την συνεχή τιμίαν των εργασίαν είχον αποκτήσει, υφίστατο τώρα και καθημερινάς λεηλασίας των γειτόνων κατοίκων της, οι οποίοι με απειλητικάς επιστολάς εζήτουν διάφορα είδη και μάλιστα εντός ωρισμένου απαιτητού χρόνου. Ταυτοχρόνως οι τσέται αφηνιάσαντες, λυμαινόμενοι την περιοχήν με φόνους και κλοπάς, περιήρχοντο τα χωρία μεθύοντες και αισχρολογούντες και εζήτουν γυναίκας και νεαράς παρθένους προς ατίμωσιν και εκβιασμόν. Αι νεάνιδες προ της φρικτής αυτής καταστάσεως είχον παύσει να βλέπουν το φως του ηλίου κρυπτόμεναι εις τα υπόγεια των οικιών, πλείσται δε εξ αυτών διέφυγον εις Τραπεζούντα δι’ ασφάλειαν.
Εις το χωρίον Σειτανάντων μία μήτηρ, φυγαδεύσασα την κόρην της εξυλοκοπήθη ανηλεώς και μετά τέσσαρας ημέρας υπέκυψεν εις τα τραύματά της.(13)
Την 8ην Ιανουαρίου 1919 πέντε ένοπλοι Τούρκοι επετέθησαν εις την οικίαν του 38ετούς Χαραλάμπου Κατάση εις το χωρίον Τσαγγαρή, συνέλαβον αυτόν και τον ετυφέκισαν, καθώς και την σύζυγόν του Κυριακήν μετά του 12ετούς υιού της Βασιλείου.(14) Η Αδελφότης Γαλιανιτών Τραπεζούντος, θέλουσα να ενισχύση τους δοκιμαζομένους συμπατριώτας της, προέβη εις διενέργειαν εράνου μεταξύ των ομογενών της Ρωσίας διά την ανακούφισίν των.(15) Η Ιερά μονή Αγίου Γεωργίου Περιστερεώτα απέστειλεν εις Ρωσίαν τον αρχιμανδρίτην Γρηγόριον, όστις συνεκέντρωσε 8.572 ρούβλια, εξ ων 4.572 διετέθησαν υπέρ της ταλαιπωρουμένης μονής, των υπολοίπων 4.000 διατεθέντων εις την Αδελφότητα Γαλιανιτών προς διανομήν εις τους πάσχοντας και έχοντας ανάγκην.(16) Αλλά και η κατάστασις εις την Ματσούκαν δεν ήτο καλή. Καί τούτο, διότι τον χειμώνα του 1918, εκτός των άλλων κακουχιών, φοβερά επιδημία γρίππης απεδεκάτισε τους εναπομείναντας κατοίκους. Εις την Λιβεράν η επιδημία εχαρακτηρίσθη χειροτέρα και αυτής της χολέρας και της πανώλης, με αποτέλεσμα και αυτοί οι ιερείς, ένεκα του προκληθέντος πανικού, να παύσουν να συνοδεύουν τους νεκρούς διά τον ενταφιασμόν των. Μοιραίως, οι νεκροί εθάπτοντο εντός των αυλών των οικιών, μιάς δε πρόσφυγος και τα εξ τέκνα της ενεταφιάσθησαν κάτωθι μιάς καρυδιάς χωρίς κανείς ιερεύς να παρευρεθή ψάλλων την νεκρώσιμον ακολουθίαν.(17)
Αλλά και τα χωρία Δανίαχα, Χαμουρή, Σαχνόη, Σανογιά, Σπέλια, Μουντανός και Κοστορτός εις δεινήν οικονομικήν περιήλθον κατάστασιν. Οι κάτοικοί των ηναγκάσθησαν να πωλήσουν εις εξευτελιστικάς τιμάς τα απομείναντα υπάρχοντά των προς επιβίωσιν. (18)
Οι κατά εκατοντάδας επιστρέφοντες πρόσφυγες εις τας εστίας των, ουδέν άλλο αντίκρυζον ή ερείπια, οι δε αγροί των ευρίσκοντο εις χείρας γειτόνων, οι οποίοι διά της βίας αφήρπασαν τας περιουσίας των κατακρατούντες αυτάς. Πάντα σχεδόν τα ελληνικά χωρία, άτινα είχον ευδοκιμήσει διά της εργασίας των με ηθικόν πλούτον, τον οποίον ουδείς εν τη Ανατολή λαός ηδύνατο να πλησιάση, κατέστησαν θλιβερά ερείπια, τόποι ερημικοί, άνευ ουδεμιάς περαιτέρω ελπίδος και προκοπής, τόποι απεχθείς, όπου εβασίλευεν ο θρήνος, ο όλεθρος και η συμφορά. Καί όμως τα χωρία ταύτα ήσαν πρότερον τόποι ευδαίμονες και ειρηνικοί καταστραφέντες υπό των βαναύσων κακούργων Τούρκων. Ήσαν πράγματι μία πολύτιμος πολιτιστική αρτηρία, διοχετεύουσα πανταχού την ελληνικήν ανδρείαν και λεβεντιάν. Οι Πόντιοι εκείνοι χωρικοί ήσαν οι Ακρίται του ελληνισμού οι κρατήσαντες σταθερά και αμόλυντα τα κάστρα της ελληνικής μεγαλοσύνης, καρτερούντες την πολύχρωμον της δόξης του ελληνισμού αυγήν, συνεχισταί του μυθικού των ηρωικού προγόνου Διγενή Ακρίτα.
Τεράστιον ήτο το έργον το επιτελεσθέν της υπό την προεδρίαν του μητροπολίτου Τραπεζούντος Χρυσάνθου Επιτροπής Προσφύγων συσταθείσης από την πρώτην ημέραν της ρωσικής κατοχής, όταν τα κύματα του πολέμου εξέβρασαν εις την Τραπεζούντα χιλιάδας εμπεριστάτων ανθρώπων. Η Επιτροπή αύτη ειργάσθη με πραγματικήν αυταπάρνησιν επιχέουσα «οίνον και έλαιον» εις τα τραύματα του πολυπαθούς έθνους. Το σωτήριον τούτο έργον συνέδραμον και οι Πόντιοι του εξωτερικού από την Πετρούπολιν και το Βλαδιβοστόκ μέχρι της Μασσαλίας της Γαλλίας. Συνάμα και οι φιλότιμοι Τραπεζούντιοι και οι κάτοικοι των περιχώρων δεν έμειναν αδρανείς εις το φιλάνθρωπον τούτο έργον. Εγκαρδίως προσέφεραν παν ο,τι ηδύνατο ο καθείς, τρόφιμα, χρήματα, κλινοσκεπάσματα, σκεύη μαγειρικά, στέγην.
Η Επιτροπή διεχειρίσθη ποσόν 340 χιλιάδων ρουβλίων και τρόφιμα αξίας 2 εκατομμυρίων ρουβλίων, προσφερθέντα υπό της ρωσικής κυβερνήσεως. Πάντες οι έχοντες ανάγκην περιθάλψεως ανεξαρτήτως φυλής και θρησκεύματος, Έλληνες, Τούρκοι, Αρμένιοι ενισχύθηκαν ανεξαιρέτως. Ιδρύθησαν υπ’ αυτής συσσίτια, σταθμοί πρώτων βοηθειών και ορφανοτροφεία. Σημαντικά ποσά διετέθησαν υπέρ των επαρχιών Χαλδίας, Ροδοπόλεως, Οινόης και Κερασούντος. Από τους 22.446 πρόσφυγας των επαρχιών Τραπεζούντος, Ροδοπόλεως, Χαλδίας, Νεοκαισαρείας και Κολωνίας 10.563 προήρχοντο εκ της επαρχίας Ροδοπόλεως, 7.376 εκ της Χαλδίας, 2.635 εκ των επαρχιών Νεοκαισαρείας και Κολωνίας και 1.822 εκ της επαρχίας Τραπεζούντος.
Η Επιτροπή ενίσχυσε με τρόφιμα και χρηματικά βοηθήματα πολλούς πρόσφυγας και ενδεείς στρατιώτας εκ της Αμισού, της Πάφρας, του Καρα-χισάρ, του Ικονίου, της Προύσης, Αδριανουπόλεως, Ραιδεστού, Καλλιπόλεως, Δαρδανελλίων, Σμύρνης και Δαμασκού. Συνέστησε μάλιστα και Ελληνικόν Ορφανοτροφείον, διά την προστασίαν 130 ορφανών, ως και Αρμενικόν διά τα ορφανά των Αρμενίων, τα διασωθέντα από την σφαγήν. Διά το μέγα τούτο έργον της άπαντες οφείλομεν εθνικήν ευγνωμοσύνην εις τους ακαμάτους και ανιδιοτελείς εργάτας της Επιτροπής, αλλά και εις όσους αυθορμήτως ενίσχυσαν το έργον της, αποδεικνύοντες την ευγένειαν της ελληνικής φυλής. (19)
4. Η καταστροφή των τριών Πατριαρχικών και Σταυροπηγιακών μονών του Πόντου
Τα τρία μεγάλα μοναστήρια του Πόντου, του Αγίου Ιωάννου Βαζελώνος, της Παναγίας Σουμελά και του Αγίου Γεωργίου Περιστερεώτα, καθόλον το διάστημα της τουρκικής τυραννίας μεγίστας προσέφεραν υπηρεσίας διά την εθνικήν και θρησκευτικήν διάσωσιν του ελληνισμού. Ιδιαιτέρως δε η φιλάνθρωπος δράσις, την οποίαν ανέπτυξαν διά την ανακούφισιν των δεινώς χειμαζομένων κατοίκων της επαρχίας Ροδοπόλεως δεν ήτο δυνατόν να διαφύγη της προσοχής των Τούρκων. Ούτω κατά την διάρκειαν του πολέμου ευρέθη η κατάλληλος δι’ αυτούς ευκαιρία, ίνα εκδηλώσουν τα εχθρικά προς αυτά αισθήματά των. Μόνον η ιερά μονή Αγίου Γεωργίου Περιστερεώτα εγλύτωσεν από την καταστροφήν, περιελθούσα εις την ρωσικήν κατοχήν.(20)
Δεινή όμως υπήρξεν η τύχη της ιεράς μονής της Παναγίας Σουμελά. Από της 9ης μέχρι της 19ης Απριλίου 1916 στρατιωτικά αποσπάσματα και ένοπλα σώματα ατάκτων επανειλημμένως επετέθησαν κατά της μονής, απαιτούντα την διάνοιξιν της πύλης της μονής και την παράδοσίν της εις αυτά. Μετά μίαν αποτυχούσαν επίθεσιν της 18ης Απριλίου, εδολοφόνησαν τους αγωγιάτας της μονής απειλήσαντες ότι θα μεταφέρουν τηλεβόλα διά την παραβίασιν της εισόδου της μονής. Οι πατέρες της μονής προ της καταστάσεως αυτής εγκαταλελειμμένοι και ανυπεράσπιστοι απεφάσισαν να φύγουν. Την νύκτα της 19ης Απριλίου, αποκρύψαντες τα κειμήλια της μονής, παρέλαβον την ιεράν εικόνα της Θεομήτορος και διασχίσαντες βαθύσκια δάση απαρατήρητοι διήλθον την γραμμήν του μετώπου φθάσαντες εις την κατεχομένην υπό των Ρώσων Λιβεράν και καταλύσαντες εις την Μητρόπολιν. Την επομένην, επανελθόντες οι Τούρκοι με ενισχύσεις, κατέλαβον την μονήν και εγκατέστησαν μεθοριακήν φρουράν.
Ο διοικητής της φρουράς, αραβικής καταγωγής, δεν επέτρεψε την πλήρη λεηλασίαν της μονής. Εκλάπησαν όμως αι αργυραί κανδήλαι, οι τάπητες, τα κλινοσκεπάσματα και διάφορα άλλα υπάρχοντα. Ευτυχώς, δεν επετράπη η ανασκαφή θεμελίων προς ανακάλυψιν των κεκρυμμένων εις τας κρύπτας κειμηλίων και ούτω διεσώθησαν ταύτα.
Την περίοδον αυτήν, τριμήνου διαρκείας, ελεηλατήθησαν και κατεστράφησαν και τα δύο γυναικεία μοναστήρια της Παναγίας Κρεμαστής και του Αγίου Ιωάννου Κουσπιδή, μετόχια των μονών Βαζελώνος και Σουμελά. Της πρώτης αι μοναχαί περιεπλανήθησαν εις τα δάση και κατέφυγον εις την περιφέρειαν της Άρδασας, της δε δευτέρας εγκαίρως κατέφυγον εις Λιβεράν.(21) Τραγική όμως ήτο η τύχη της ιεράς μονής του Τιμίου Προδρόμου Βαζελώνος. Οι πατέρες της μονής και οι 780 κάτοικοι της περιοχής, οι καταφυγόντες εκεί διά να προστατευθούν, διετάχθησαν από τον ταγματάρχην της φρουράς του σταθμού Καλογέρ-Χανί, της ευρισκομένης απέναντι της μονής, να την εγκαταλείψουν εντός τεσσάρων ωρών κατευθυνόμενοι προς την Αργυρούπολιν.
Ο ηγούμενος αρχιμανδρίτης Γερβάσιος μετά του ιερομονάχου Νικοδήμου, συναντήσαντες τον ταγματάρχην, εζήτησαν να ακυρωθή η απόφασις, προβάλλοντες το διά σουλτανικών φιρμανίων ανενόχλητον και ακαταπάτητον δικαίωμα της μονής, αποπεμφθέντες με την απάντησιν ότι «τα φιρμάνια δεν ισχύουν προ των τηλεβόλων».(22) Συσκεφθέντες οι πατέρες και οι πρόκριτοι τότε απεφάσισαν οι νεότεροι των πατέρων και οι δυνάμενοι των λαικών να εγκαταλείψουν κρυφίως την μονήν, οι δε υπόλοιποι να ακολουθήσουν τας δοθείσας διαταγάς. Η απόφασις αύτη εκρίθη αναγκαία, ώστε, οιαδήποτε μερίς εσώζετο, να δύναται να επανδρώση την μονήν.
Ούτω την νύκτα της 22ας προς την 23ην Απριλίου, οι πατέρες της μονής πλην του ηγουμένου Γερβασίου και του ιερομονάχου Νικοδήμου μετά τριακοσίων λαικών εγκατέλειψαν την μονήν, διαφυγόντες εις τα πέριξ δάση. Την πρωίαν οι υπόλοιποι μετά σωματικήν έρευναν μετεφέρθησαν εις το Χαμψήκιοι και την επομένην επορεύθησαν προς την Αργυρούπολιν. Αμέσως μετά την εκκένωσιν της μονής πλήθη Τούρκων εκ των πλησιοχώρων χωρίων εισώρμησαν εις την μονήν και φρικτώς την ελεηλάτησαν επί αρκετάς εβδομάδας. Παν ο,τι υπήρχε εις τον ναόν, το αρχειοφυλάκιον και τας κρύπτας ανακαλυφθέν εκλάπη και ο ναός απεγυμνώθη παντελώς. Το κειμηλιοφυλάκιον επυρπολήθη, τα δε βαρέα έπιπλα και αντικείμενα, τα μη δυνάμενα να μεταφερθούν κατεστράφησαν ολοσχερώς. Διεσώθησαν μόνον ελάχιστα κειμήλια ως ανάξια της τουρκικής προσοχής, ευρεθέντα αργότερον εντός της Βιβλιοθήκης της μονής. Πολυπληθείς συμμορίαι τσετών υπό τας διαταγάς του καταγόμενου εκ Θέρσας Εγιούπ – ζατέ πιρ αγά εξεχύθησαν εις τα πέριξ της μονής δάση προς καταδίωξιν των καταφυγόντων εις αυτά. Εντός τριών μηνών κατέσφαξαν 531 Έλληνας πολίτας και 11 ιερείς, κατατυραννήσαντες αυτούς με φρικτώτατον τρόπον. Μία των συμμοριών τούτων εντός του δάσους συνέλαβε τους Παναγιώτην Ιορδάνογλην εκ του χωρίου Θέρσα μετά της συζύγου και των τέκνων του, την εβδομηκοντούτιδα Παταλίναν μετά της θυγατρός της Σοφίας εκ του χωρίου Πεπάρζα, ως και την Κυριακήν Τσιρονίδου 22 ετών και τους ωδήγησεν εις την μονήν προς κακοποίησιν. Εντός της αυλής της μονής ετυφέκισαν τους Γεώργιον Γερίνογλην, Παναγιώτην Ιορδάνογλην και την Παταλίναν.
Τας γυναίκας και τα παιδία απομονώσαντες εις τα δωμάτια του δευτέρου πατώματος και υπό τα βλέμματα παρισταμένων εκεί γυναικών και παιδίων εννέα κτηνάνθρωποι ο εις κατόπιν του άλλου εβίασαν την Κυριακήν Τσιρονίδου και αμέσως κατόπιν την απεκεφάλισαν. Κατά το διάστημα τούτο αι γυναίκες των δολοφονηθέντων, κατορθώσασαι να δραπετεύσουν και ακολουθούσαι τον ρούν του ποταμού Πρύτανη εισήλθον εις την ρωσικήν ζώνην αφιχθείσαι εις το Τζεβιζλίκ. Αλλοφρονήσασα εκεί η χήρα του Παναγιώτη Ιορδάνογλη οικτρώς απεβίωσε, η δε σύντροφός της, παραλαβούσα τα τέκνα της κατηυθύνθη εις Τραπεζούντα. Η θυγάτηρ της Παταλίνας Σοφία καθ’ ην στιγμήν ετυφεκίζετο η μήτηρ της, διαφυγούσα εις τα δαιδαλώδη κτίρια της μονής ανύψωσε το κάλυμμα της λεκάνης του ύδατος της κρήνης βυθισθείσα εντός του ψυχρού ύδατος, διά να ανακαλυφθή την μεσημβρίαν της επομένης ημιπαγωμένη από τρεις Έλληνας που έσπευσαν εις την μονήν και ούτως εσώθη.(23) Εις το προαύλιόν της εσφάχθη και ο ιερεύς της Θέρσας Κωνσταντίνος μετά τεσσάρων συγγενών του και όπισθεν της μονής άλλοι τριάκοντα Έλληνες.(24)
Ο Ροδοπόλεως Κύριλλος εις έκθεσίν του διά τα τραγικά γεγονότα της μονής έγραψε προς το Πατριαρχείον: «Φρίττει ο νούς του ανθρώπου διά τας διαπραχθείσας φρικαλεότητας και τον αριθμόν των θυμάτων, ανερχομένων εις 487 ψυχάς, αίτινες εύρον οικτρόν θάνατον εν τοις όρεσι, τοις σπηλαίοις και ταίς οπαίς της γης, όπου εκρύβησαν, ίνα αποφύγωσι την δολοφόνον μάχαιραν των σφαγέων.
Μεταξύ των δολοφονηθέντων τούτων θυμάτων κατατάσσονται άλλαι 14 νεάνιδες κόραι, αίτινες, φεύγουσαι τον βαρύν πέλεκυν του δημίου, κατέφυγον, ως εις άσυλον θρησκευτικόν, εις την διαληφθείσαν ιεράν μονήν του Βαζελώνος, οπόθεν οι τύραννοι ούτοι, αφού απήγαγον τους φιλησύχους πατέρας της μονής αιχμαλώτους, προέβησαν ούτοι εις κορεσμόν των σωματικών αυτών ηδονών, βία ατιμάσαντες τας παρθένους ταύτας, ων τελευταίον, αφού απέκοψαν τους μαστούς και τας κεφαλάς, αφήκαν τα πτώματα και απήλθον».(25)
Οι ληστεύσαντες τας μονάς επώλουν ελευθέρως κειμήλια, χειρόγραφα μεγάλης αξίας, άμφια και ιερά σκεύη. Εις χείρας των Τούρκων περιεφέρετο αρχιερατική μίτρα, την οποίαν, χλευάζοντες εις το Διοικητήριον της Αργυρουπόλεως, επέθετον διάφοροι επί της κεφαλής των.(26) Μετά την πλήρη κατάληψιν υπό των ρωσικών στρατευμάτων των επαρχιών Ροδοπόλεως και Χαλδίας, γενομένην την 5ην Ιουλίου 1916, οι εκτοπισθέντες κάτοικοι επανήλθον εις τα κατεστραμμένα χωρία των και επεδόθησαν εις την επούλωσιν των πληγών των. Επέστρεψαν επίσης και οι πατέρες των μονών, συνεχίζοντες το μέγα φιλανθρωπικόν αυτών έργον, συντηρούντες τους περιοίκους χριστιανικούς πληθυσμούς και προφυλάσσοντες αυτούς όσον ηδύναντο από τας επιδρομάς των τσετών. Μετά την καταρρεύσιν όμως του μετώπου και την οπισθοχώρησιν των ρωσικών στρατευμάτων, αι μεν γυναικείαι μοναί και πάλιν παρέμειναν έρημοι, εις δε τας μονάς Σουμελά και Βαζελώνος απέμειναν 5 μοναχοί εις εκάστην. Εκ των κατοίκων πέντε περίπου χιλιάδες κατέφυγον εις Ρωσίαν, φοβούμενοι τα αντίποινα των Τούρκων.(27) Η μονή Βαζελώνος καθιέρωσε μνημόσυνον διά τα θύματα της επαρχίας, όπερ επετελείτο μετά πάσης επισημότητος.(28)
Συμφώνως με τον αρχιμανδρίτην Πανάρετον Τοπαλίδην, κατά την διάρκειαν του πολέμου εκ της επαρχίας Ροδοπόλεως εξετοπίσθησαν υπό των Τούρκων 4.579 εις την επαρχίαν Χαλδίας, εννέα χιλιάδες πεντακόσιοι κατέφυγον εις Τραπεζούντα, εκ δε των εκτοπισθέντων 1.306 απέθανον από κακουχίας ως και έτεροι 592 εξ ων ένδεκα ιερείς εσφάγησαν εις τα δάση. Μετά την ανακατάληψιν της επαρχίας υπό των Τούρκων 4.862 εδιώχθησαν εις Ρωσίαν, ενώ 18.110 δυστυχείς παρέμειναν εις τας εστίας των ταλαιπωρούμενοι και κακουχούμενοι από τα άτακτα στίφη των τσετών. Εκ των εκτοπισθέντων κατοίκων του Πόντου οι της επαρχίας αυτής είχον τας μικροτέρας απωλείας, διότι διεσπάρησαν εις τα μη εκτοπισθέντα χωρία της Άρδασας και Αργυρουπόλεως και η εξορία των διήρκεσε τρεις μόνον μήνας.(29)
Την 30ην Ιανουαρίου 1923 υπεγράφη εις την Λωζάνην η σύμβασις περί ανταλλαγής των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας.(30)
Δι’ ενός κειμένου λακωνικού με την ψυχράν διατύπωσιν ωρισμένων διατάξεων εκρίθη η τύχη του υποδούλου ελληνισμού του μικρασιατικού χώρου και αι χώραι εκείναι, αίτινες επί χιλιετίας υπήρξαν κοιτίδες του εθνικού μας βίου, μεγαλείου και πολιτισμού του αυτοδημιουργήτου ελληνισμού κατεδικάσθησαν εις ερήμωσιν. Αι παντός είδους ατιμώσεις, αι σφαγαί και οι εξανδραποδισμοί και οι επαχθείς διωγμοί, τους οποίους υπέστησαν οι Έλληνες του Πόντου και της Μικράς Ασίας ενομιμοποιήθησαν.
Οι τάφοι και τα σεβάσματα των πατέρων μας εσυλήθησαν, εγκατελείφθησαν. Εστίαι πολιτιστικαί, όπου επί χιλιετηρίδας έκαιεν άσβεστος η φλοξ της ελληνικής ιδέας και τιμής κατεπατήθησαν, απετεφρώθησαν. Η ακμή της ζωής και τα σκιρτήματα της ανθήσεως του ελληνικού πολιτισμού και της προόδου εσβέσθησαν.
Ο υπόδουλος ελληνισμός εγκατέλειψε τα πατρώα εδάφη του, εκεί όπου έλαμψεν ως φαεινός αστήρ εν μέσω βαρβάρων λαών και δέσμιος πλέον, πλήρης συντριμμάτων ωδηγήθη έξω των ορίων του.
Μέχρι της σήμερον αι ψυχαί όλων αυτών των αμώμων θυμάτων, άτινα ο κοχλασμός των παθών και ο τυφών της λύσσης των ανιέρων εχθρών του Γένους συνέτριψεν εις βράχους, κατέπνιξεν εις την θάλασσαν και τους ποταμούς του Πόντου, έρριψεν ως παίγνιον εις τας βασάνους της εξορίας εν μέσω χαραδρών των βαθυσκίων ποντιακών ορέων επωδύνως, ανήσυχοι πλέον πτερουγίζουν ανά τους θόλους του ουρανού και επιμόνως δονούν τας Πύλας του, ζητούσαι την επανόρθωσιν των εγκλημάτων των αιμοσταγών Τούρκων και την αποκατάστασιν της δικαιοσύνης.
Ο Τούρκος διανοούμενος Ali Ertem, ο διαμένων εις την Φραγκφούρτην της Γερμανίας, πρόεδρος του «Συλλόγου ενάντια στη γενοκτονία», το 2002, προλογίζων το 14τομον έργον του καθηγητού Κωνσταντίνου Φωτιάδη «Η γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου» χαρακτηριστικώς γράφει τα εξής :
«Θα αποδοθεί δικαιοσύνη ή θα συνεχίσει η ανθρωπότητα να κάνει λάθη; Ο καθηγητής κ. Φωτιάδης με παρακάλεσε, ως Τούρκο υποστηρικτή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, να προλογίσω την 14τομη τεκμηρίωση, η οποία αποδεικνύει λεπτομερώς τη γενοκτονία των Ελληνοποντίων. Δεν μου είναι εύκολο να ανταποκριθώ δίκαια σε αυτή την πρόκληση. Διότι τη χώρα εκείνη την οποία οι κυρίαρχοι μετέτρεψαν σε λαϊκό νεκροταφείο και της έδωσαν το όνομα “τουρκική” πατρίδα, η ανθρωπότητα και η ανθρωπιά την απαρνήθηκαν εδώ και 100 χρόνια.
Στην καταστροφή του Α΄ παγκοσμίου πολέμου ο “πολιτισμένος κόσμος” αγνόησε τις κραυγές βοήθειας των Ποντίων, όπως δεν έλαβε υπόψη του και αυτές των Αρμενίων και των Αραμαίων – Ασσυρίων. Γι’ αυτό και τους εκτέλεσαν μαζικώς και τους εκδίωξαν απ’ την ιστορική τους πατρίδα. Γι’ αυτό έως σήμερα είναι αναγκασμένοι να υφίστανται τις συνέπειες των ματωμένων πληγών τους. Γι’ αυτό οι επιζώντες του ατιμασμένου και βασανισμένου αυτού λαού πρέπει να σιωπούν στην “τουρκική” πατρίδα. Ούτε καν τους νεκρούς τους δεν μπορούν να πενθήσουν. Καί οι εξόριστοι πρέπει να βασανίζουν τη συνείδησή τους με το ψυχικό τραύμα και τη νοσταλγία της χαμένης πατρίδας…
Η στάση αυτή του κράτους στην Τουρκία προωθεί την κοινωνική κατάπτωση και καταστρέφει το μέλλον μας. Γιά να διατηρηθεί η στηριζόμενη στο έγκλημα της γενοκτονίας εξουσία, χρησιμοποιούνται ως μέσα η παραποίηση της Ιστορίας, σε ορισμένες περιπτώσεις η μαζική τρομοκρατία (πογκρόμ) καθοδηγούμενη από το κράτος, εκβιασμοί και απειλές. M’ αυτό τον τρόπο ανοίγεται ο δρόμος για νέα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας μέχρι και για νέες γενοκτονίες….
Η εξόντωση των χριστιανικών λαών που βρίσκονταν υπό την τουρκική κυριαρχία ολοκληρώθηκε σε δύο φάσεις. Στην πρώτη φάση από το 1912 ως το 1918 οι Νεότουρκοι έσφαξαν 1,5 εκατομμύριο Αρμενίους, 500.000 Αραμαίους-Ασσυρίους και πάνω από 750.000 Έλληνες από την Ανατολική Θράκη, την Ιωνία, τον Πόντο και την Καππαδοκία. Η δεύτερη φάση ξεκίνησε μετά από τη συνθηκολόγηση της οθωμανικής αυτοκρατορίας και διήρκεσε μέχρι το 1922 (σε κάποια μέρη, όπως στον Πόντο, μέχρι και το 1924)….
Η τουρκική δημοκρατία ως νόμιμος διάδοχος της οθωμανικής αυτοκρατορίας έχει την ηθική, πολιτική και νομική ευθύνη για τα εγκλήματα των Νεοτούρκων, έστω κι αν προσπαθεί να αποποιηθεί την ευθύνη, αρνούμενη την πραγματικότητα, και μάλιστα όταν, αντιθέτως, τιμά τους βασικούς υπεύθυνους ως “επιφανείς Τούρκους” και τους διορίζει σε ανώτατα δημόσια αξιώματα. Τα οστά των παραγγελιοδοτών της γενοκτονίας Ταλαάτ πασά και Εμβέρ πασά μεταφέρθηκαν από τη Γερμανία και το Τατζικιστάν στην Τουρκία και με κρατικές τελετουργίες κηδεύτηκαν σε επιτάφια μνημεία που είχαν ανεγερθεί ειδικά γι’ αυτούς. Σχεδόν σε όλες τις μεγαλουπόλεις της Τουρκίας οι δημόσιοι χώροι, οι λεωφόροι, τα σχολεία, οι χώροι στάθμευσης αυτοκινήτων κλπ. φέρουν το όνομα ενός από τους κύριους υπευθύνους της γενοκτονίας. Χαρακτηριστική περίπτωση γι’ αυτήν την προσωπολατρία (Heldenkult) μαζικών δολοφόνων αποτελεί ο Τοπάλ Οσμάν.
Ο νεότουρκος ηγέτης των συμμοριών (cetebas) “ Οσμάν ο κουτσός / παράλυτος”, από τον οποίο το στρατιωτικό δικαστήριο της Κωνσταντινούπολης ήθελε να ζητήσει το λόγο για τα εγκλήματα εναντίον των Αρμενίων και Ελλήνων, αναγορεύτηκε από τον Μουσταφά Κεμάλ σε διοικητή της σωματοφυλακής του και το 1920 ο στρατηγός Καραμπεκίρ του ανέθεσε την επιχείρηση αποδεκατισμού των Αρμενίων. Μετά τη δολοφονία του βουλευτή της Τραπεζούντας Αλή Σουκρού, το ποτήρι είχε ήδη ξεχειλίσει και οι κεμαλικοί απαλλάχθηκαν από αυτό το δοξομανές όργανο της δικής τους πολιτικής της εξολόθρευσης. Ο Τοπάλ Οσμάν σκοτώθηκε σε μία α¬νταλλαγή πυρών με μία στρατιωτική μονάδα, η οποία προσπάθησε να τον συλλάβει. Τον Μάρτιο του 1923 έβγαλαν το πτώμα από τον τάφο και το κρέμασαν συμβολικά μπροστά από το τουρκικό κοινοβούλιο.
Παρ’ όλα αυτάο τέως διευθυντής της χούντας, στρατηγός Κενάν Εβρέν, ανήγειρε στην Κερασούντα, εκεί όπου ο Τοπάλ Οσμάν το 1919/20 επέβαλε κυριαρχία τρόμου, ένα μνημείο, τα εγκαίνια του οποίου έγιναν στις 19 Ιουνίου 1983. Με τέτοιου είδους χειρονομίες το τουρκικό κράτος επιβεβαιώνει επισήμως ότι είναι όχι μόνο ο ιστορικός διάδοχος αλλά και η πολιτικο-ιδεολογική συνέχεια του νεοτουρκικού καθεστώτος….
Γι’ αυτό είναι αδύνατο, δίχως πίεση της δημοκρατικής διεθνούς κοινής γνώμης, χωρίς διεθνή υποστήριξη των δημοκρατικών δυνάμεων στην Τουρκία και το εξωτερικό να σπάσει αυτό το ταμπού. Γι’ αυτό παρακαλούμε όλους τους δημοκρατικο-προοδευτικούς θεσμούς και προσωπικότητες να στηρίξουν την επιθυμία μας, δηλαδή την απαίτηση για αναγνώριση της γενοκτονίας και την απαίτηση για δικαιοσύνη και δίκαιο σ’ αυτούς που το δικαιούνται».(31)
Ο Μητροπολίτης Τραπεζούντος Χρύσανθος εις τον επίλογον του περισπουδάστου έργου του, «Η Εκκλησία Τραπεζούντος», αναφέρει τα εξής διά τα αίτια της μικρασιατικής λαίλαπος, με τα οποία και κλείομεν την παρούσαν μελέτην μας:
«Υπό την ένοχον αδιαφορίαν της χριστιανικής Δύσεως εν έτει 1453 έπεσεν η Κωνσταντινούπολις και εν έτει 1461 η Τραπεζούς και κατεστράφη ολόκληρος ακμαίος πολιτισμός.
Τη ενόχω συνεργία δύο μεγάλων χριστιανικών Δυνάμεων της Δύσεως, της Γερμανίας και της Αυστρίας κατά τα έτη 1914-1918 εσφάγη υπό των Νεοτούρκων ολόκληρον έθνος, το Αρμενικόν και εκατοντάδες χιλιάδες Ελλήνων βιαίως απεσπάσθησαν από των εστιών αυτών και απέθανον εν τη εξορία.
Τη ενόχω συνεργία των συμμάχων χριστιανικών Δυνάμεων της Δύσεως κατά τα έτη 1919-1922 το εθνικόν κίνημα των Τούρκων του Μουσταφά Κεμάλ πασά συνεπλήρωσε το έργον των Νεοτούρκων και κατά εκατοντάδας απηγχονίζοντο Έλληνες κληρικοί και πρόκριτοι του Πόντου, εν οις και ο αντιπρόσωπος της μητροπόλεως Τραπεζούντος αείμνηστος Ματθαίος Κωφίδης, ενώ χιλιάδες άλλαι στρατευσίμων νέων κατεδικάζοντο εις τον διά της πείνης και των ταλαιπωριών θάνατον εν τη εξορία. Καί επήλθε κατά Αύγουστον του 1922 η Μικρασιατική καταστροφή και επηκολούθησεν εν έτει 1923 η ανταλλαγή των πληθυσμών και η εντεύθεν ερήμωσις Πόντου, Μικράς Ασίας και Θράκης και η καταστροφή ολοκλήρου χριστιανικού πολιτισμού. Καί εσβέσθη η Εκκλησία Τραπεζούντος “και κληρονομία ημών μετεστράφη αλλοτρίοις, οι οίκοι ημών ξένοις. Οδοί Τραπεζούντος πενθούσι παρά το μη είναι ερχομένους εν εορτή ̇ πάσαι αι πύλαι αυτής ηφανισμέναι, οι ιερείς αυτής αναστενάζουσι, και αυτή πικραινομένη εν εαυτή … Οι παραπορευόμενοι οδόν επιστρέψατε και ίδετε ει έστιν άλγος κατά το άλγος μου, ο εγενήθη”».(32)
† Ο ΔΡΑΜΑΣ ΠΑΥΛΟΣ

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Γεωργίου Βαλαβάνη, Σύγχρονος γενική ιστορία του Πόντου, Α΄ 1925, Β΄ Θεσσ/νίκη 1986, σ. 57.
2. Αρχιμ. Παναρέτου Κ. Τοπαλίδου, Ο Πόντος ανά τους αιώνας, Δράμα 1929, σ. 176-177.
3. ο.π., σ. 181.
4. ο.π., σ. 225.
5. Γεωργίου Βαλαβάνη, ο.π., σ. 23-24.
6. ο.π., σ. 101-102.
7. Οικουμενικού Πατριαρχείου, Μαύρη βίβλος διωγμών και μαρτυρίων του εν Τουρκία ελληνισμού (1914-1918), Εν Κωνσταντινουπόλει 1919, σ. 264-268.
8. ο.π., σ. 266-267.
9. Αρχιμ. Παναρέτου Κ. Τοπαλίδου, ο.π., σ. 185.
10. Γεωργίου Βαλαβάνη, ο.π., σ. 105.
11. ο.π., σ. 109.
12. Εφημ. «Εποχή», 18-12-1918, φ. 16.
13. ο.π., 31-12-1918, φ. 19.
14. ο.π., 11-1-1919, φ. 22.
15. ο.π., 16-2-1919, φ. 34.
16. ο.π., 14-5-1919, φ. 69.
17. ο.π., 24-12-1918,φ. 18.
18. ο.π., 2-3-1919, φ. 40.
19. ο.π., 19-2-1919, φ. 35.
20. Οικουμενικού Πατριαρχείου, ο.π., σ. 269.
21. Αρχιμ. Παναρέτου Κ. Τοπαλίδου, ο.π., σ. 188.
22. ο.π., σ. 186.
23. ο.π., σ. 187.
24. Ο γράφων την 24ην Ιουνίου 1997, με άλλους προσκυνητάς, επεχείρησε να τελέση θείαν λειτουργίαν και μνημόσυνον εις τα ερείπια του καθολικού της μονής Βαζελώνος υπέρ αναπαύσεως των ψυχών των μαρτύρων πατέρων μας. Δυστυχώς κατά την ώραν της προετοιμασίας απόσπασμα τουρκικού στρατού απηγόρευσε την τέλεσίν της με διαταγήν να μας εξώση βιαίως εκείθεν. Κατόπιν παρακλήσεων ετελέσαμεν τρισάγιον εις το εκτός των τειχών της μονής παρεκκλήσιον Προφήτου Ηλίου.
25. Οικουμενικού Πατριαρχείου, ο.π., σ. 272.
26. Γεωργίου Βαλαβάνη, ο.π., σ. 102.
27. Αρχιμ. Παναρέτου Κ. Τοπαλίδου, ο.π., σ. 189.
28. Εις την «Εποχήν» υπάρχει η εξής δημοσίευσις (φ. 67/9-5-1919), αποδεικνύουσα το υψηλόν εθνικόν φρόνημα των πατέρων της μονής και του ελληνισμού των επαρχιών Ροδοπόλεως και Τραπεζούντος κατά τα δύσκολα εκείνα έτη : «Την παρελθούσαν Κυριακήν 5ην Μαΐου, ετελέσθη εν τη Ιερά Μονή Βαζελώνος το από του 1917 καθιερωθέν ετήσιον αρχιερατικόν μνημόσυνον υπέρ αναπαύσεως των ψυχών των απ’ αιώνων, και κατά τον τελευταίον τετραετή διωγμόν μαρτυρησάντων ομογενών. Πυκνόν εκκλησίασμα, σπεύσαν εκ των πέριξ χωρίων, επλήρωσε τον ναόν της μονής. Της τελετής προεξήρχεν ο πανιερώτατος μητροπολίτης Ροδοπόλεως κ. Κύριλλος, έχων συλλειτουργούς τον πανοσιολογιώτατον αρχιμανδρίτην της μονής Πανάρετον, τον ιερομόναχον Θεόφιλον και τους ιερείς Ιωάννην και Ευστάθιον.
Ρίγη συγκινήσεως κατέλαβον τα πλήθη, όταν επί της Βασιλικής Πύλης ο αρχιερεύς, δεχόμενος τα Τίμια Δώρα, εμνημόνευσε των προαπελθόντων βασιλέων, πατριαρχών… και πάντων των εν όρεσι και σπηλαίοις και εν θαλάσση εκ διωγμών και κακώσεων και πυρός και σιδήρου τελειωθέντων εθνομαρτύρων. Την στιγμήν εκείνην παρήλασαν προ των ομμάτων του εκκλησιάσματος, ως εν κινηματογραφική ταινία τα ανήκουστα δεινά και αι αφάνταστοι κακώσεις μυριάδων Ελλήνων, οι οποίοι εθανατώθησαν διά την ιδέαν της υποστάσεως της φυλής των, αλλ’ αποτελούσι την ισχυροτέραν στρατιάν του μέλλοντος εν τη υπερασπίσει αυτής της ιδέας.
Την επιμνημόσυνον ακολουθίαν έψαλλον εμμελώς οι εκ των πατέρων της μονής αρχιμ. Ανανίας και Κωνστάντιος ιερομόναχος. Το πλήθος απήλθε συγκεκινημένον και ρίπτον τον λίθον του αναθέματος κατά των οργάνων των διωγμών. Εκ του γραφείου της μονής».
29. Αρχιμ. Παναρέτου Κ. Τοπαλίδου, ο.π., σ. 189.
30. Πλήρες το κείμενο της συμβάσεως βλ. εις Κ.Τσιτσελίκη, Η ελληνοτουρκική ανταλλαγή πληθυσμών, Πτυχές μιάς εθνικής συγκρούσης, Εκδόσεις Κριτική, Αθήνα 2006, σ. 557-571.
31. Κωνσταντίνου Φωτιάδη, Η γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, Θεσσαλονίκη 2002, τόμος 1ος, σ. 13-24.
32. Χρυσάνθου, μητροπολίτου Τραπεζούντος, Η Εκκλησία Τραπεζούντος, Αθήναι 1933, σ. 782.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου