Ζωντανή αναμετάδοση Ιερών Ακολουθιών

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΗΜΕΡΑΣ

Σάββατο, 3 Ιουνίου 2017

Ὁ Ἅγιος Ἰωσὴφ ὁ Ἱερομάρτυρας Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης.

Ὁ Ἅγιος Ἱρομάρτυς Ἰωσὴφ (Ἀντωνόπουλος) καταγόταν ἀπὸ τὴ Δημητσάνα τῆς Πελοποννήσου, ὁ ὁποία ἀνέδειξε ἰδιαίτερα κατὰ τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας ἀξιόλογους ἄνδρες, ποὺ ἐργάσθηκαν τόσο στὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας ὅσο καὶ γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τοῦ Γένους. Διετέλεσε Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κατὰ τὴ δύσκολη περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας καὶ ἰδιαίτερα κατὰ τοὺς χρόνους πρὶν ἀπὸ τὴν ἔκρηξη τῆς Ἐπαναστάσεως. Κατὰ τὴν ἔναρξη αὐτῆς συνελήφθη ἀπὸ τοὺς Τούρκους καὶ ἐθανατώθηκε· γι’ αὐτὸ καὶ θεωρεῖται ὡς Ἐθνομάρτυς. Ὅμως στὴ συνείδηση τοῦ Χριστιανικοῦ πληρώματος τῆς Θεσσαλονίκης ἔχει καθιερωθεῖ καὶ τιμᾶται ὡς Ἱερομάρτυς.
Ὁ Ἅγιος Ἰωσὴφ προερχόταν ἀπὸ τὴ γνωστὴ οἰκογένεια τῶν Ἀντωνόπουλων, ἡ ὁποία προσέφερε πολλὰ στὸν ἀγώνα τοῦ 1821. Μέχρι πρόσφατα ὑπῆρχε ἡ ἄποψη ὅτι ἔφερε τὸ ἐπώνυμο Δαλιβήρης, ὥσπου ἐδημοσιεύθηκαν τὰ Ἀπομνημονεύματα τοῦ Κανέλου Δεληγιάννη, ὅπου, ἀναφερόμενος ὁ Κανέλος στὸ γεγονὸς τῆς ἱδρύσεως πυριτιδόμυλων στὴ Δημητσάνα, λέγει ὅτι στὴν προσπάθεια αὐτὴ τῶν δύο ἀδελφῶν, τοῦ Νικολάου καὶ τοῦ Σπυρίδωνα Σπηλιωτοπούλου, συνέβαλε σημαντικὰ καὶ ὁ προκριτώτερος τῆς πόλεως «Ἀθανάσιος Ἀντωνόπουλος, ἀδελφὸς τοῦ Ἰωσὴφ μητροπολίτου Θεσσαλονίκης, ὅστις ἐφονεύθη ἀπὸ τὸν σουλτάνον εἰς Κωνσταντινούπολιν μετὰ τοῦ ἀοιδίμου Πατριάρχου Γρηγορίου, τοῦ Δέρκων, Ἐφέσου καὶ ἄλλων ἀρχιερέων...».
Τὴν πρώτη μόρφωσή του ὁ Ἰωσὴφ πιθανότατα τὴν ἔλαβε στὴ γενέτειρά του, ὄπου ἄλλωστε καὶ πρὶν τὴ σύσταση τπης γνωστῆς Ἑλληνικῆς σχολῆς ἐλειτουργοῦσε ἀνεπίσημα σχολεῖο. Ἄγνωστος παραμένει ὁ τόπος ὅπου συνέχισε τὶς σπουδές του· πιθανότατα μετέβη στὴ Σμύρνη, ὅπου συνήθιζαν νὰ καταφεύγουν πολλοὶ ἀπὸ τὴν γενέτειρά του, ὅπως π.χ. ὁ Γρηγόριος ὁ Ε’, ἀλλὰ καὶ οἱ ἱδρυτὲς τῆς σχολῆς τῆς Δημητσάνας.
Ἕνας ἄλλος τόπος ποὺ προσέλκυε πολλοὺς νέους προερχομένους ἀπὸ τὴ Δημητσάνα ἦταν ἡ Κωνσταντινούπολη, ὅπου διέμεναν πολλοὶ πλούσιοι ἔμποροι καταγόμενοι ἀπὸ αὐτή. Ἀλλὰ καὶ τὸ Ἅγιον Ὄρος ἀποτελοῦσε ἕνα σημαντικὸ πόλο ἕλξεως. Σὲ κάποιον λοιπὸν ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς χώρους ὁ Ἰωσὴφ συμπλήρωσε τὴ μόρφωσή του, γιὰ τὴν ὁποία ἄλλωστε ὁ μοναχὸς Χριστόφορος ὁ Προδρομίτης σημειώνει: «ἱκανὴν παίδευσιν, τήν τε θύραθεν καὶ μάλιστα τῶν καθ’ ἡμᾶς παιδευμάτων».
Ἀργότερα, ὅταν ὁ Γρηγόριος ὁ Ε’ ἀνέρχεται στὸν Πατριαρχικὸ θρόνο, συναντοῦμε τὸν Ἰωσὴφ ὡς ἀρχιδιάκονο τοῦ Μητροπολίτου Ἐφέσου. Στὴ συνέχεια γίνεται Μέγας Πρωτοσύγκελλος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἐνῷ ἀπὸ τὶς 20 Αὐγούστου τοῦ 1787 ἐξελέγη Μητροπολίτης Δράμας. Μεταξὺ τῆς γενέτειράς του καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς του ἐπαρχίας ὑπῆρχε ἕνας μυστικὸς στενὸς σύνδεσμος, ἀφοῦ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς συμπετριῶτές του εἶχαν περάσει ἀπὸ τὴ Δράμα, ὅπως π.χ. ὁ Διονύσιος Α’, ὁ ὁποῖος θεωρεῖται δεύτερος κτίτωρ τῆς μονῆς τῆς Εἰκοσιφοινίσσης, ὁ Γρηγόριος ὁ Ε’, ὁ ὁποῖος κατέφυγε στὴν ἴδια μονή, ὁ Μητροπολίτης Δράμας Ἀθανάσιος (1593 – 1608), ἀλλὰ καὶ πολλοὶ ἄλλοι.
Στὸ ἐξώφυλλο μιᾶς χειρόγραφης λειτουργίας τοῦ 1736 βρίσκουμε μία ἰδιόγραφη σημείωση τοῦ Ἁγίου Ἰωσήφ, ποὺ φέρεται ὅτι εἶναι γραμμένη τὸ Μάρτιο τοῦ 1800. Στὴ σημείωση αὐτὴ ἀναφέρονται τὰ ὀνόματα ὅλων τῶν προκατόχων τοῦ Ἰωσήφ, ὁ ὁποῖος φαίνεται ὅτι προβαίνει σ’ αὐτὴν τὴν ἐνέργεια ἀπὸ σεβασμὸ στὴ μνήμη ὅλων ὅσοι ἀρχιεράτευσαν ἐνωρίτερα στὴν ἴδια Μητρόπολη καὶ ἰδιαίτερα τῶν συμπατριωτῶν του.
Ὁ Ἅγιος Ἰωσὴφ διακρινόταν ἰδιαίτερα γιὰ τὴ μόρφωσή του, τὴν εὐσέβεια καὶ τὴν ἐργατικότητά του. Συνέλαβε μάλιστα οἰκονομικὰ στὴν ἔκδοση διαφόρων ἔργων, ὅπως τῆς Ἐπιτομῆς χρονολογικῆς τῆς Γενικῆς Ἱστορίας, ἐκ τῆς Γαλλικῆς εἰς τὴν ἡμετέραν μετενεχθείσης διάλεκτον μετὰ πλείστον σημειώσεων ἐπαυξηθείσης ὑπὸ τοῦ φιλογενοῦς Λάμπρου Ἀντωνιάδου, τοῦ ἐκ Μοισίας καὶ τῆς Γεωγραφίας τοῦ Διονυσίου Πύρρου τοῦ Θετταλοῦ, ἡ ὁποία ἐκδίδεται γιὰ πρώτη φορὰ τὸ 1818. Ἐπίσης προέτρεψε τὸν Ὅσιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη στὴ σύνταξη τοῦ Συναξαριστοῦ, τὴν ἔκδοση τοῦ ὁποίου εἶχε ὑποσχεθεῖ νὰ χρηματοδοτήσει. Πράγματι, μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Ὁσίου Νικοδήμου, τὸ 1819, ὁ Ἅγιος Ἰωσὴφ ἐκπλήρωσε τὴν ὑπόσχεσή του, ἐπιθυμώντας μόνο νὰ παραμείνει μυστικὴ ἡ προσφορά του. Τέλος, ἐνίσχυσε οἰκονομικὰ καὶ τὴ σχολὴ τῆς γενέτειράς του.
Ἀπὸ τὸ φθινόπωρο πιθανότατα τοῦ 1808 – 1809 ὁ Ἰωσὴφ μετεῖχε στὴν Πατριαρχικὴ Σύνοδο ὡς Μητροπολίτης Δράμας. Κατὰ τὴ διάρκεια αὐτῆς τῆς περιόδου συναντοῦμε τὴν ὑπογραφή του σὲ διάφορα συνοδικὰ ἔγγραφα, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ στὸ ἔντυπο συγίλλιο τοῦ Πατριάρχου Καλλινίκου Ε’, τὸ 1809, ποῦ συνιστᾶ ὑποταγὴ στὴν ὀθωμανικὴ ἐξουσία τόσο στοὺς Μητροπολίτες ὅσο καὶ στοὺς Χριστιανούς.
Κατὰ τὸ Νοέμβριο τοῦ 1810, ὁ Ἅγιος Ἰωσὴφ μετατέθηκε στὴ Θεσσαλονίκη, γιὰ νὰ διαδεχθεῖ τὸν ἀποθανόντα Ἐπίσκοπο Γεράσιμο. Ἡ Μητρόπολη τῆς Δράμας ἦταν μία πτωχὴ ἐκκλησιαστικὴ περιφέρεια σὲ σχέση μὲ τὴ Θεσσαλονίκη· ἔτσι ἡ προαγωγὴ αὐτὴ ἀποτελοῦσε μιὰ πράξη ἀναγνωρίσεως τῆς προσφορᾶς τοῦ Ἁγίου.
Ἀπὸ τὴν περίοδο τῆς ποιμαντορίας του στὴ Θεσσαλονίκη διασώζεται μία ἐνθύμηση σ’ ἕνα χειρόγραφο τοῦ 15ου – 16ου αἰῶνος μ.Χ. ποὺ ἀναφέρεται σὲ κάποια ἐπίσκεψή του στὴ μονὴ Βλατάδων. Ἀργότερα, τὸ 1815, σὲ Κώδικα τοῦ 1789, ποὺ ἀνῆκε στὸ ναὸ τῆς Παναγούδας, εὑρίσκουμε μία σημείωση ποὺ ἀναφέρει ὅτι ἐθεωρήθηκε ὁ λογαριασμὸς τοῦ ἐπιτρόπου Γ. Πάικου κατὰ τὸν Ἰούνιο τοῦ 1815 ἐνώπιον τοῦ Ἀρχιερέως· στὸ τέλος ὑπάρχει ὑπογραφὴ τοῦ Μητροπολίτου «οὕτως ὁ Θεσσαλονίκης Ἰωσὴφ ὑποβεβαιοῖ».
Κατὰ τὰ ἔτη 1819 – 1820, ὁ Ἰωσὴφ μετεῖχε καὶ πάλι στὴν Πατριαρχικὴ Σύνοδο, αὐτὴ τὴ φορὰ βέβαια ὡς Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης. Ἔτσι συναντοῦμε τὴν ὑπογραφή του σὲ ἀρκετὰ συνοδικὰ ἔγγραφα καὶ γράμματα, ὅπως στὴν Ἐγκύκλιο τοῦ ἔτους 1820, τὴν ὁποία ἀπευθύνει ὁ Γρηγόριος Ε’ πρὸς τὸν Μητροπολίτη, τοὺς Ἐπισκόπους καὶ τὸ λαὸ τῆς Θεσσαλονίκης, μὲ σκοπὸ νὰ μὴν παρασυρθοῦν ἀπὸ τὸ κίνημα τοῦ Ἀλῆ, ἀλλὰ νὰ παραμείνουν πιστοὶ στὸ Σουλτάνο. Ἐπίσης, τὸ 1821, ὁ Ἰωσὴφ ὡς συνοδικὸς ὑπογράφει καὶ τὴν ἀφοριστικὴ ἐπιστολὴ τῶν πρωταγωνιστῶν τοῦ ἀπελευθερωτικοῦ ἀγῶνος. Αὐτὲς οἱ ἐνέργειες τοῦ Ἁγίου δὲν πρέπει, ὅπως ἔχει ἀποδειχθεῖ ἀπὸ τὴν ἱστορικὴ ἔρευνα, νὰ ἐκληφθοῦν ὡς προδοτικές, ἀλλὰ νὰ ἑρμηνευθοῦν σὲ συνδιασμὸ μὲ ὅλο τὸ κλίμα τῆς περιόδου καὶ κυρίως μὲ τὸ δύσκολο ρόλο ποὺ εἶχε ἀναλάβει τὸ Πατριαρχεῖο ὡς προστάτης τοῦ Χριστιανικοῦ πληθυσμοῦ.
Μετὰ τὴν ἔκρηξη τῆς Ἐπαναστάσεως στὶς παραδουνάβιες περιοχές, ὁ Πατριάρχης διατάχθηκε διὰ φιρμανίου, στὶς 9 Μαρτίου, νὰ στείλει στὴν Πύλη κάποιους ἀπὸ τοὺς προκρίτους Ἀρχιερεῖς. Ἴσως ὅμως αὐτὸ νὰ συνέβη, ὅταν ἐγνωστοποιήθηκε στὸ Σουλτάνο ἡ ἐξέγερση τῆς Πελοποννήσου, ὁπότε καὶ τοῦ ἐζητήθηκαν συγκεκριμένα πρόσωπα, διαφορετικὰ θὰ ὄφειλε νὰ θέσει καὶ τὸν ἑαυτό του στὴν ὁμάδα τῶν ἀποσταλέντων Ἀρχιερέων στὴν Πύλη.
Μάλιστα οἱ συλλήψεις τῶν Ἀρχιερέων πρέπει νὰ ἔγιναν σταδιακά· πρῶτος πρέπει νὰ συνελήφθη καὶ νὰ ἐφυλακίσθηκε ὁ Ἐφέσου Διονύσιος, αφοῦ δὲν συναντοῦμε τὴν ὑπογραφή του σὲ κανένα ἀπὸ τὰ πατριαρχικὰ ἔγγραφα ποὺ ἀποκηρύσσουν τὸ κίνημα. Μετὰ ἀκολούθησαν ὁ Νικομηδείας Ἀθανάσιος καὶ ὁ Ἀγχιάλου Εὐγένιος ποὺ ἐθανατώθησαν μαζὶ μὲ τὸν Πατριάρχη Γρηγόριο τὸν Ε’. Μετὰ τὴν 10η Ἀπριλίου ἢ κατ’ αὐτὴν συνελήφθησαν καὶ ἐφυλακίσθηκαν στὸ Φοῦρνο τοῦ Μποσταντζήμπαση ὁ Δέρκων Γρηγόριος, ὁ Τυρνόβου Ἰωαννίκιος, ὁ Ἀδριανουπόλεως Δωρόθεος καὶ ὁ Θεσσαλονίκης Ἰωσήφ. Ἡ φυλάκιση τῶν Ἀρχιερέων διήρκεσε γιὰ ἀρκετὸ χρονικὸ διάστημα. Στὶς 27 Μαΐου, ὅταν ὁ Σουλτάνος ἐπληροφορήθηκε τὴν πυρπόληση τοῦ τουρκικοῦ δικρότου στὴ Λέσβο, διέταξε πρὸς ἀντεκδίκηση τὴ θανάτωση τῶν φυλακισμένων. Ἔτσι,  στὶς 3 Ἰουνίου 1821, τὰ θύματα μαζὶ μὲ τὸ δήμιό τους μεταφέρθηκαν στὴν εὐρωπαϊκὴ παραλία τοῦ Βοσπόρου, γιὰ νὰ ἐκτελεσθοῦν. Πρῶτος ἀπαγχονίσθηκε ὁ Τυρνόβου Ἰωαννίκιος στὸ Ἀρναούτκιοϊ, μετὰ ὁ Ἀδριανουπόλεως Δωρόθεος στὸ Μέγα Ρεῦμα, τρίτος ὁ Ἅγιος Ἰωσὴφ στὸ Νεοχώρι, καὶ τέλος ὁ Δέρκων Γρηγόριος στὰ Θεραπειά.Μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Ἁγίου Ἰωσήφ, ἡ περιουσία του ἐδημεύθηκε καὶ ἔτσι ἐστερήθηκε καὶ ἡ σχολὴ τῆς πατρίδος του τὴν οἰκονομικὴ ἐνίσχυση ποὺ ἐδεχόταν ἀπὸ αὐτόν. Τὸν Ἰούλιο τοῦ ἴδιου ἔτους στὸ μητροπολιτικὸ θρόνο τῆς Θεσσαλονίκης μετατέθηκε ὁ Αἴνου Ματθαῖος, ὁ ὁποῖος παρέμεινε μέχρι τὸ 1824.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου