Είναι
γεγονός ότι όπου υπάρχει πνευματική ωφέλεια, συχνά εμφανίζεται και
σύγχυση: κυκλοφορούν διαφορετικές ερμηνείες και συνήθειες που, αντί να
βοηθούν, δυσκολεύουν τους πιστούς να αξιοποιήσουν όπως πρέπει τις
αγιαστικές πράξεις της Εκκλησίας.
Μια τέτοια περίπτωση είναι ο Μέγας
Αγιασμός των Θεοφανείων. Γι’ αυτό χρειάζεται μια νηφάλια, τεκμηριωμένη
προσέγγιση, με βάση όσα διασώζει η γραπτή παράδοση και η λειτουργική
πράξη.
1. Τι είναι ο Αγιασμός των υδάτων
Ο
Αγιασμός των υδάτων είναι τελετουργική πράξη της Εκκλησίας, κατά την
οποία το ύδωρ καθαγιάζεται με συγκεκριμένες ευχές, με επίκληση της
επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματος, με σταυροειδή ευλογία και με εμβάπτιση
του Τιμίου Σταυρού.
Ονομάζεται «Αγιασμός» ακριβώς διότι, διά του
ευλογημένου ύδατος και «της τούτου μεταλήψεώς τε και ραντισμού»,
πιστεύουμε ότι αγιαζόμαστε και καθαιρόμαστε, και γι’ αυτό παρακαλούμε να
γίνει το ύδωρ ιαματικό ψυχών και σωμάτων και αποτρεπτικό κάθε
αντικειμένης δυνάμεως.
Η χρήση
αγιασμένου ύδατος απαντά πολύ νωρίς στη ζωή των χριστιανών. Η αρχαία
Εκκλησιαστική Παράδοση μιλά για θαύματα που έγιναν με ραντισμό ύδατος
που είχε αγιασθεί ακόμη και με απλούστερο τρόπο: τη σφράγιση με τον τύπο
του Σταυρού και την επίκληση του Αγίου Πνεύματος. Με τον χρόνο, η
Εκκλησία διαμόρφωσε τις ιδιαίτερες ακολουθίες που γνωρίζουμε σήμερα.
2. Ποιες ακολουθίες καθαγιάζουν ύδατα
Στη λειτουργική παράδοση διακρίνονται τρεις βασικές περιπτώσεις καθαγιασμού των υδάτων:
το Άγιο Βάπτισμα,
ο Μέγας Αγιασμός,
ο Μικρός Αγιασμός.
3. Μαρτυρίες για τη συνήθεια φύλαξης στο σπίτι
Μαρτυρία
για τον Μέγα Αγιασμό προσφέρει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο οποίος
σε λόγο του για το Άγιο Βάπτισμα του Κυρίου αναφέρεται στη συνήθεια των
πιστών να αντλούν και να φυλάσσουν στο σπίτι τους το αγιασμένο ύδωρ, όχι
μόνο για λίγες ημέρες, αλλά ακόμη και για δύο ή τρία χρόνια. Ο σκοπός
ήταν σαφής: να πίνουν από αυτό, να χρίονται και να αγιάζονται όταν
βρεθούν μέσα στο έτος σε ψυχική ή σωματική ανάγκη.
Η
ίδια η ακολουθία του Μεγάλου Αγιασμού επιβεβαιώνει αυτή την προοπτική,
αφού οι αιτήσεις της μιλούν για το ύδωρ ως μέσο καθαρισμού και
θεραπείας: «Υπέρ του γενέσθαι το ύδωρ τούτο… εις ίασιν ψυχής και
σώματος…», «προς καθαρισμόν ψυχών και σωμάτων…». Και στις ευχές ζητείται
το ύδωρ να γίνει «αφθαρσίας πηγή, αγιασμού δώρον, αμαρτημάτων λυτήριον,
νοσημάτων αλεξιτήριον…», ώστε όσοι αντλούν και μεταλαμβάνουν να το
έχουν «προς καθαρισμόν ψυχών τε και σωμάτων», «προς ιατρείαν παθών»,
«προς αγιασμόν οίκων», «προς πάσαν ωφέλειαν επιτήδειον».
4. Γιατί τελείται δύο φορές (5 και 6 Ιανουαρίου)
Από πολύ νωρίς επικράτησε (τουλάχιστον από τον 5ο αιώνα) ο Μέγας Αγιασμός να τελείται δύο φορές: την παραμονή της εορτής (5 Ιανουαρίου), και ανήμερα (6 Ιανουαρίου).
Η
διπλή τέλεση δεν σημαίνει ύπαρξη δύο διαφορετικών αγιασμών. Η παράδοση
εξηγεί ότι προήλθε από πρακτικούς λόγους, για την καλύτερη εξυπηρέτηση
των πιστών: ώστε να μπορούν να λάβουν αγιασμένο ύδωρ χωρίς να
παρεμποδίζεται η Βάπτιση των κατηχουμένων και χωρίς να δημιουργείται
αναστάτωση στη λατρευτική τάξη της εορτής.
Αρχικά
ο Μέγας Αγιασμός ετελείτο στο πλαίσιο της μεγάλης παννυχίδας των
Θεοφανείων. Μετά τον Όρθρο γινόταν ο Αγιασμός, οι πιστοί αντλούσαν,
έπιναν και ραντίζονταν, και κατόπιν στο ίδιο αγιασμένο νερό βαπτίζονταν
οι κατηχούμενοι. Η Λειτουργία που ακολουθούσε περιελάμβανε και τους
νεοφώτιστους, γι’ αυτό και μέχρι σήμερα ψάλλεται αντί του Τρισαγίου το
«Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε…». Έτσι φαίνεται καθαρά ότι ο Μέγας
Αγιασμός έχει τις ρίζες του στο ευλογημένο ύδωρ του Μυστηρίου της
Βαπτίσεως, κάτι που επιβεβαιώνεται και από την ομοιότητα των ευχών των
δύο ακολουθιών.
Στη συνέχεια, με
την επικράτηση του νηπιοβαπτισμού (6ος αιώνας) και την τέλεση του
Βαπτίσματος οποιαδήποτε ημέρα του χρόνου, ο Μέγας Αγιασμός εξακολούθησε
να τελείται δύο φορές στα Θεοφάνεια (5 και 6 Ιανουαρίου), χωρίς να
υπάρχει ουσιαστική διάκριση μεταξύ «αγιασμού παραμονής» και «αγιασμού
Κυριωνύμου ημέρας».