Πρωτ. Γεωργίου Δορμπαράκη

Ὁ ὅσιος Γέροντας Πορφύριος, σχετικά μέ τό παρακάτω κείμενο, τό ὁποῖο περιέχει ἀπόσπασμα ἀπό τόν ἅγιο Συμεών τόν νέο Θεολόγο (Βλ. Κεφάλαια Θεολογικά καί Πρακτικά, ρ΄, SC 51) καί λόγια δικά του, παρακάλεσε: «Νά τό γράψετε μέ ὡραῖα, εὐανάγνωστα γράμματα, νά τό βάλετε σέ κορνίζα καί νά τό κρεμάσετε στό κελλί μου. Νά βγάλετε πολλά φωτοαντίγραφα καί νά τό δίνετε στόν κόσμο ὅλο, πρός ὠφέλειαν». Πράγματι, γιά πολλά χρόνια τό συγκεκριμένο κείμενο κοσμοῦσε τό κελλί τοῦ Γέροντα, ἐνῶ πλῆθος χριστιανῶν ὠφελήθηκε ἀπό τή μελέτη του μετά τή διανομή τῆς φωτοτύπησής του. 
Εἴχαμε τήν εὐκαιρία μάλιστα ἐσχάτως νά ἐπιβεβαιώσουμε τά λόγια τοῦ ὁσίου γιά τό ἀπόσπασμα, καθώς ἀδελφή μοναχή πού μονάζει στήν Κρήτη καί δεκαετίες ἦταν κοντά στόν ὅσιο, μᾶς εἶπε μέ δισταγμό μετά ἀπό «πίεσή» μας: «Σέ ἐμένα ἀπευθύνθηκε ὁ Γέροντας, γιατί ἤμουν καλλιγράφος, καί ἐγώ ἔγραψα τό ἀπόσπασμα αὐτό. Ὄντως τό τοποθετήσαμε στό κελλί του, ἐνῶ βγάζαμε διαρκῶς πολλά ἀντίγραφα προκειμένου νά τό μοιράζουμε σέ ὅλους τούς προσκυνητές». 
«“Ὅλους τούς πιστούς ὀφείλομε νά τούς βλέπομε σάν ἕνα καί νά σκεπτόμαστε ὅτι στόν καθένα ἀπό αὐτούς εἶναι ὁ Χριστός. Καί νά ἔχομε γιά τόν καθένα τέτοια ἀγάπη, ὥστε νά εἴμαστε ἕτοιμοι νά θυσιάσομε γιά χάρη του καί τή ζωή μας. Γιατί ὀφείλομε νά μή λέμε, οὔτε νά θεωροῦμε κανένα ἄνθρωπο κακό, ἀλλά ὅλους νά τούς βλέπομε ὡς καλούς. Κι ἄν δεῖς ἕναν ἀδελφό νά ἐνοχλεῖται ἀπό πάθη, νά μήν τόν μισήσεις αὐτόν· μίσησε τά πάθη πού τόν πολεμοῦν. Κι ἄν τόν δεῖς νά τυραννεῖται ἀπό ἐπιθυμίες καί συνήθειες προηγουμένων ἁμαρτιῶν, περισσότερο σπλαγχνίσου τον, μήν τυχόν δοκιμάσεις καί σύ πειρασμό, ἀφοῦ εἶσαι ἀπό ὑλικό πού εὔκολα γυρίζει ἀπό τό καλό στό κακό”. Ἡ ἀγάπη  πρός τόν ἀδελφό  σέ προετοιμάζει ν’ ἀγαπήσεις περισσότερο τόν Θεό. Τό μυστικό, λοιπόν, τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεό εἶναι ἡ ἀγάπη πρός τόν ἀδελφό. Γιατί, ἄν δέν ἀγαπάεις τόν ἀδελφό σου πού τόν βλέπεις, πῶς εἶναι δυνατόν ν’ ἀγαπάεις τόν Θεό πού δέν Τόν βλέπεις; “Ὁ γάρ μή ἀγαπῶν τόν ἀδελφόν αὐτοῦ, ὅν ἑώρακε, τόν Θεόν, ὅν οὐχ ἑώρακε, πῶς δύναται ἀγαπᾶν;” (Α΄ Ἰωάν. 4,20)».
1. Γιατί ἡ ἐπιμονή τοῦ ὁσίου Πορφυρίου γιά τό συγκεκριμένο κείμενο;
Ὁ ὅσιος Γέροντας, μολονότι «ἀγράμματος», ἀφοῦ εἶχε πάει μέχρι τή Δευτέρα Δημοτικοῦ, εἶχε ἔλθει σέ ἐπαφή μέ πολλά κείμενα τῆς Ἐκκλησίας μας, ἁγιογραφικά, πατερικά καί λειτουργικά – δέν μιλᾶμε γιά ἄλλα, καί ἐπιστημονικά, πού διάβαζε γιά ποιμαντικούς σκοπούς. Καθημερινά μελετοῦσε ὁ ἴδιος ἀπό τή νεανική του ἡλικία πού πῆγε καλόγερος, ἐνῶ κυριολεκτικά γιά δεκαετίες ὁλόκληρες ἐμβαπτιζόταν ψυχῇ τε καί σώματι κυρίως στά λειτουργικά βιβλία τῆς Ἐκκλησίας. Εἴτε προσωπικά ὁ ἴδιος εἴτε ὅταν ἔχασε τό φῶς του ἀκούγοντας πνευματικά του παιδιά νά τοῦ διαβάζουν ἐρχόταν σέ ἐπαφή μέ τήν Παρακλητική, τά Μηναῖα, τό Τριώδιο, τό Πεντηκοστάριο, ὅλα τά βιβλία πού ἀκούγονται στούς ἱερούς ναούς κατά τή διάρκεια τῶν ἀκολουθιῶν. Ἔλεγε μάλιστα σέ πιστό πού τοῦ εἶχε θέσει τόν προβληματισμό του γιά τίς θεολογικές σπουδές ὅτι ἐάν κανείς μελετᾶ μέ προσοχή ἰδίως τήν Παρακλητική τῆς Ἐκκλησίας, πολύ σύντομα θά ἀποκτήσει ἐκείνη τή θεολογική γνώση πού ἀπαιτεῖ σπουδή χρόνων στίς Θεολογικές Σχολές.