Ξημέρωμα
3ης Ιανουαρίου 1911 και ο κυρ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, κλινήρης όμως
δίχως να του κολλάει ύπνος, σιγομουρμούριζε ένα τροπάριο των Θεοφανίων
που 'φτάναν σε λίγες μέρες:«Την χείρα σου την αψαμένην» το ψέλλιζε και το συλλάβιζε ξανά.
Ξάφνου ένα φως που ήταν μάλλον απ' το Άκτιστο μπήκε και τον συντάραξε κι έχασε τις αισθήσεις.
Κανείς
δεν ξέρει να πει με σιγουριά το πόση ώρα κύλησε ή ακόμη εάν στην
περίπτωση αυτή υφίσταται ο χρόνος, όμως ο κυρ Αλέξανδρος όταν
ξανασυνήλθε, Αγγέλου χέρι τον βαστούσε πάνω από το κενό.
"Ώστε
απέθανα... τώρα Αλέξανδρε πολυμαθή γραφιά, άντες να σε δικάσει ο
Ύψιστος για τις χυδαίες σου πράξεις" μονολόγησε και ύστερα με μιας
εστράφη προς τον Άγγελο όσο καλύτερα μπορούσε, να τον δει:
-"Του λόγου σου, συμπάθα με, τελώνιο είσαι; Αν επιτρέπεις φυσικά..."
-"Άγγελος
Κυρίου" του απάντησε γλυκά. "Σε σένα δεν χρειάστηκε... είναι πως στην
περίπτωση σου ότι φωλιάζει στη καρδιά σου το έχουμε ήδη αναγνώσει επάνω
στα χαρτιά". Ο Άγγελος γελούσε με το ίδιο του το αστείο.
Ο
κυρ Αλέξανδρος προβληματίστηκε αλλά και ντράπηκε πιο πολύ. "Διαβάζουνε
οι Αγγέλοι τα διηγήματά μου;" αναρωτήθηκε από μέσα του και έπειτα
απάντησε, περισσότερο διότι έπρεπε κάτι τώρα να πει:
-"Δόξα σοι ο Θεός ημών που είσαι Άγγελος" έκανε τον σταυρό του. "Η αλήθεια είναι δεν φαίνεσαι απ' τους άλλους... μα εύλογα αναρωτήθηκα... κάμνουν τέτοιον καλλωπισμό τώρα και τα τραγιά;"
Το σύμπαν έδειχνε απέραντο και ένας Άγγελος κρατούσε αγκαλιά τώρα τον κυρ Αλέξανδρο και ανεβαίνανε όλο και πιο ψηλά.
Ύστερα τον έπιασε μια κάποια ανησυχία: "Οι αδερφάδες μου... κάτου στη γη... τώρα σαν λείψω ορφάνεψαν. Μονάχα... μονάχα εάν από τα έργα μου λάβουν κάποια βοήθεια... έπρεπε, ναι έπρεπε να γράψω ένα ακόμη για τα Φώτα πριν να αναχωρήσω απόψε για τις ουράνιες αψίδες.
Ένα ακόμη. Προς δόξαν Κυρίου αλλά και επιπλέον έσοδο για αυτές..."
-"Τί λες" τον διέκοψε ο Άγγελος.-"Να, λέω διήγημα για τα Αγια Θεοφάνεια δεν έχω γράψει φετο προς δόξαν Θεού.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου