Ζωντανή Αναμετάδοση Ιερών Ακολουθιών

Δευτέρα 17 Αυγούστου 2026

Η Παναγία μπροστά στον Άδη

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία. 


Η συγκλονιστική διήγηση που θυμάται ο Ντοστογιέφσκι 

Υπάρχει μια παράξενη και συγκλονιστική διήγηση που αναφέρει ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι στους «Αδελφούς Καραμάζοφ».

Μια διήγηση που δεν ανήκει στα κανονικά βιβλία της Αγίας Γραφής ούτε αποτελεί δόγμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Προέρχεται από ένα παλαιό απόκρυφο κείμενο, γνωστό στη σλαβική παράδοση ως «Η πορεία της Θεοτόκου στα βασανιστήρια».

Και όμως, πίσω από την απόκρυφη αυτή αφήγηση κρύβεται μια συγκλονιστική εικόνα: μια Μητέρα που δεν αντέχει να βλέπει ούτε τον πιο αμαρτωλό άνθρωπο να υποφέρει.
Ο Ντοστογιέφσκι βάζει τον Ιβάν Καραμάζοφ να διηγείται ότι η Θεοτόκος κατεβαίνει στον Άδη και ο Αρχάγγελος Μιχαήλ την οδηγεί ανάμεσα στις ψυχές που βασανίζονται. 

Η Παναγία βλέπει. Και κλαίει. Βλέπει την τραγωδία της ανθρώπινης αμαρτίας. Βλέπει ανθρώπους που απομακρύνθηκαν από τον Θεό. Και αντί να αισθανθεί ικανοποίηση για την τιμωρία τους, πονά γι' αυτούς.
Και τότε κάνει αυτό που η χριστιανική συνείδηση αιώνες τώρα συνδέει με το πρόσωπό της:
πρεσβεύει.
Δεν ζητά δικαιοσύνη. Ζητά έλεος.
Δεν λέει: «Καλά έπαθαν».
Παρακαλεί τον Θεό για εκείνους.
Στη διήγηση που θυμάται ο Ντοστογιέφσκι, η Θεοτόκος πέφτει ενώπιον του θρόνου του Θεού και παρακαλεί για όλους όσους είδε στον Άδη.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το συγκλονιστικότερο σημείο.
Δεν παρακαλεί μόνο για τους «καλούς».
Δεν διαλέγει ποιος είναι άξιος του οίκτου της.
Πονά για τον άνθρωπο.
Είναι αυτό διδασκαλία της Εκκλησίας;
Εδώ χρειάζεται μεγάλη προσοχή.
Η συγκεκριμένη αφήγηση είναι απόκρυφη. Δεν αποτελεί μέρος της Αγίας Γραφής και δεν μπορούμε να παρουσιάζουμε τα γεγονότα που περιγράφει ως ιστορικά ή ως δόγμα της Εκκλησίας. 

Ούτε μπορούμε να πούμε, στηριζόμενοι σε αυτήν, ότι η Παναγία κυριολεκτικά κατέβηκε στον Άδη μετά την Κοίμησή της και παρέμεινε εκεί για κάποιο συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.
Άλλωστε ο Ντοστογιέφσκι την αναφέρει ως παλαιά «μοναστηριακή» ποιητική διήγηση.
Γιατί λοιπόν αξίζει να τη θυμηθούμε;
Γιατί ο μεγάλος Ρώσος συγγραφέας είδε μέσα σε αυτήν κάτι βαθύτερο:
το μυστήριο της συμπόνιας.
Της αγάπης που δεν μπορεί εύκολα να πει για κανέναν άνθρωπο:
«Αυτός χάθηκε. Δεν με ενδιαφέρει πλέον».
Και εδώ η εικόνα γίνεται τρομακτικά επίκαιρη.
Εμείς πόσο εύκολα καταδικάζουμε!
Πόσο εύκολα αποφασίζουμε ποιος αξίζει τον Παράδεισο και ποιος την κόλαση.

«Ευχή, βία φύσεως διηνεκής», και θα δείς πόση Χάρη θα λάβεις.

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία. 

 

Λοιπόν βιάσου. Λέγε διαρκώς την ευχή. Να μη σταματά καθόλου το στόμα. Έτσι θα την συνηθίσεις μέσα σου και κατόπιν θα την παραλάβει ο νούς. Μη ξεθαρρεύεις στους λογισμούς, διότι γίνεσαι μαλθακός και μολύνεσαι.

Η ζωή του ανθρώπου, παιδί μου, είναι θλίψη, διότι είναι στην εξορία. Μη ζητείς τελεία ανάπαυση. Ο Χριστός μας σήκωσε το σταυρό, και μείς θα σηκώσουμε. Όλες τις θλίψεις εάν τις απομένουμε, βρίσκομε Χάρη παρά Κυρίου. 

Γι’ αυτό μας αφήνει ο Κύριος να πειραζόμαστε, για να δοκιμάζει το ζήλο και την αγάπη που έχουμε προς αυτόν. 

Γι’ αυτό χρειάζεται υπομονή. Χωρίς υπομονή δεν γίνεται ο άνθρωπος πρακτικός, δεν μαθαίνει τα πνευματικά, δεν φθάνει σε μέτρα αρετής και τελειώσεως.

Αγάπα τον Ιησού και λέγε αδιάλειπτα την ευχή και αυτή θα σε φωτίζει στο δρόμο Του.
Πρόσεχε να μην κατακρίνεις. Διότι από αυτό παραχωρεί ο Θεός και φεύγει η Χάρη και σε αφήνει ο Κύριος να πέφτεις, να ταπεινώνεσαι, να βλέπεις τα δικά σου σφάλματα.

Αλλ’ όταν υποχωρεί η Χάρη για να δοκιμαστεί ο άνθρωπος, τότε γίνονται όλα σαρκικά και πέφτει η ψυχή. Συ όμως τότε μη χάνεις την προθυμία σου, άλλα φώναζε διαρκώς την ευχή με βία, με το ζόρι, με πόνο πολύ. «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». 

Και πάλι και πολλές φορές, το ίδιο συνεχώς. Και σαν να ατενίζεις νοερά τον Χριστό να του λέγεις· «…Δόξα σοι, δόξα σοι, ο Θεός μου». Και υπομένοντας, πάλι θα έλθει η Χάρη, πάλι η χαρά. Όμως και πάλι ο πειρασμός και η λύπη, η ταραχή και τα νεύρα. Αλλά και πάλιν αγώνας, νίκη, ευχαριστία. Και αυτό γίνεται μέχρις ότου σιγά-σιγά καθαρίζεσαι από τα πάθη και γίνεσαι πνευματικός…

Λόγοι Αγίων.

 Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο που λέει "Την ημέρα που θα θα ανοίζεις το στόμα σου να κατηγορήσεις κάποιον, θεώρησε τον εαυτό σου νεκρό εκείνη την ημέρα, και όλα σου τα έργα μάταια!"

Μνήμη Αγίου Αθανασίου Χαμακιώτη.

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Το 1934, στο Μαρούσι, όταν η νεογέννητη Αλίκη Βουγιουκλάκη αρρώστησε βαριά από πνευμονία και οι γονείς της έσπευσαν να τη βαπτίσουν, ο ιερέας που τη βάπτισε ήταν ο Αθανάσιος Χαμακιώτης, ο μετέπειτα Όσιος Αθανάσιος ο εν Αμαρουσίω και Ροδοπόλει ασκήσας.
Δεν χρειάζεται να φορτώσουμε τη σύμπτωση με συμβολισμούς που δεν της ανήκουν.
Αρκεί η εικόνα.
Ένας άγνωστος ακόμη ιερομόναχος σκύβει επάνω από ένα άρρωστο βρέφος και προφέρει το όνομά του μέσα στο νερό του βαπτίσματος.
Το παιδί θα γίνει αργότερα η διασημότερη ίσως εικόνα της μεταπολεμικής Ελλάδας.
Ο ιερέας θα περάσει τη ζωή του ακολουθώντας σχεδόν την αντίθετη πορεία: μαθαίνοντας να αποσύρεται από την εικόνα του.
Ο κατά κόσμον Γεώργιος Χαμακιώτης γεννήθηκε το 1891 στην Τουρλάδα των Καλαβρύτων και μπήκε δεκαπέντε ετών στην Αγία Λαύρα. Το 1913 έγινε μοναχός Αθανάσιος, σπούδασε στην Ιερατική Σχολή της Άρτας, χειροτονήθηκε διάκονος το 1916 και πρεσβύτερος το 1921. Το 1931 κατέβηκε στην Αθήνα και λίγα χρόνια αργότερα, το 1936, ανέλαβε τη Νερατζιώτισσα στο Μαρούσι.
Εκεί αρχίζει ουσιαστικά η μεγάλη, αφανής περίοδος της ζωής του.
Η λέξη «αφανής» χρειάζεται προσοχή, επειδή στη χριστιανική παράδοση δεν δηλώνει απλώς την έλλειψη δημοσιότητας. Δηλώνει έναν ολόκληρο τρόπο υπάρξεως. «Ἡ ζωὴ ὑμῶν κέκρυπται σὺν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ», γράφει ο Παύλος.
Το κρυμμένο εδώ δεν είναι το ασήμαντο. Είναι εκείνο που έχει παραιτηθεί από την απαίτηση να αποδεικνύει διαρκώς την αξία του μέσω της αναγνωρίσεως.
Ο Αθανάσιος δεν έφτιαξε γύρω του σχολή, δεν καλλιέργησε την εικόνα του χαρισματικού γέροντα, δεν συγκρότησε μια πνευματική αυλή που να πιστοποιεί καθημερινά τη σημασία του.
Έζησε μέσα σε εκείνη την παλαιά εκκλησιαστική αντίληψη κατά την οποία ο πνευματικός πατέρας δεν γεννά ανθρώπους για να τους κρατήσει γύρω του. Τους γεννά για να μπορέσουν κάποτε να σταθούν χωρίς αυτόν.
Ζούμε σε έναν πολιτισμό όπου ακόμη και η καλοσύνη δυσκολεύεται να υπάρξει εάν δεν καταγραφεί. Η αγαθοεργία χρειάζεται φωτογραφία, η συμπόνια δημόσια δήλωση, η προσωπική δοκιμασία αφήγηση, ακόμη και η πνευματικότητα κινδυνεύει να γίνει μια επιμελημένη εκδοχή του εαυτού που προσφέρεται προς κατανάλωση.
Ο Αθανάσιος κινήθηκε προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Όχι από περιφρόνηση προς τον κόσμο αλλά από μια πολύ βαθύτερη καχυποψία απέναντι στο εγώ όταν αυτό επιχειρεί να ιδιοποιηθεί ακόμη και την αρετή του.
Γνώριζε εμπειρικά κάτι που η ασκητική παράδοση γνώριζε από αιώνες: ότι μπορεί κανείς να παραιτηθεί από χρήματα, απολαύσεις και αξιώματα και να παραμένει απολύτως αιχμάλωτος του εαυτού του.
Η τελευταία ιδιοκτησία του ανθρώπου είναι η εικόνα που έχει για την αγαθότητά του. Και η πιο δύσκολη ακτημοσύνη αρχίζει όταν παύει να του ανήκει ακόμη και το καλό που έκανε. Γι’ αυτό ο Αθανάσιος δεν ενδιαφέρεται απλώς να είναι καλός.
Αγωνίζεται να μη χρειάζεται να γνωρίζει ο άλλος ότι εκείνος υπήρξε καλός.
Κάπου κοντά στη Νερατζιώτισσα ζούσε μια παράλυτη ηλικιωμένη γυναίκα, μόνη και ανήμπορη. Οι άνθρωποι που την επισκέπτονταν δεν μπορούσαν να καταλάβουν ποιος καθάριζε το σπίτι της, ποιος της μαγείρευε, ποιος έπαιρνε τα λερωμένα ρούχα και τα επέστρεφε πλυμένα και σιδερωμένα. Παραφύλαξαν. Και τότε είδαν τον παπα-Αθανάσιο. Ερχόταν κρυφά, καθάριζε, μαγείρευε, μάζευε τα άπλυτα και τα έπαιρνε μαζί του. 
Όταν κατάλαβε ότι τον ανακάλυψαν, στενοχωρήθηκε και τους ζήτησε να μη μιλήσουν όσο ζούσε. Αυτή η λεπτομέρεια αλλάζει ολόκληρο το περιστατικό. Αν ήθελε απλώς να βοηθήσει μια φτωχή γυναίκα, θα αρκούσε η βοήθεια. Εκείνος ήθελε και κάτι δεύτερο: να απουσιάζει ο ίδιος από την αφήγηση της βοήθειας. Σχεδόν να συμβεί το καλό χωρίς συγγραφέα. Εδώ η άσκηση αγγίζει το χριστολογικό της όριο. «Ἑαυτὸν ἐκένωσεν». 

«Χριστομίμητη Πορεία»

 

Pantokrator 10

 

του Πρεσβυτέρου Νικολάου Γονιδάκη


Στο σημερινό Αποστολικό μας Ανάγνωσμα, αγαπητοί μου εν Χριστώ αδελφοί (Α΄ Κορ. θ΄ 2-12), ο Απόστολος Παύλος ξεκαθαρίζει κάποια λειτουργικά ζητήματα της Εκκλησίας, τα οποία παραμένουν ακόμη και σήμερα αμφιλεγόμενα για πολλούς πιστούς και μη.

Καταρχάς, να σημειώσουμε πως κάποιοι εκ των πιστών, και μάλιστα εκείνοι που βρίσκονταν σε ανώτερη θέση μέσα στην κοινότητα, εξέφραζαν έντονη αμφισβήτηση προς το πρόσωπό του.

Θεωρούσαν πως, επειδή δεν υπήρξε, όπως οι άλλοι Απόστολοι, αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας της επίγειας παρουσίας του Χριστού, υστερούσε και, κατά συνέπεια, δεν μπορούσε να θεωρείται γνήσιος μαθητής Του.

Σε αυτή την αμφισβήτηση συνέβαλε και κάτι ακόμη, που θα μπορούσαμε να πούμε πως αποτέλεσε την αφορμή για όλα όσα ακούμε σήμερα.

Το γεγονός ότι αρνούνταν να λάβει υλική αποζημίωση για όλη του τη διακονία. Προτιμούσε, παρά το γεγονός ότι το δικαιούταν, όπως ο ίδιος μας λέει, να εργάζεται, να κοπιάζει και να αυτοσυντηρείται, ώστε να μην επιβαρύνει οικονομικά την κοινότητα των πιστών.

Τον ακούμε, λοιπόν, να λέει πως οι άνθρωποι της Εκκλησίας, εκείνοι που κοπιάζουν, κηρύττουν και εργάζονται αποκλειστικά για τη διάδοση του Ευαγγελίου, πέρα από τη φιλανθρωπία που οφείλουν να επιτελούν, δικαιούνται να βιοπορίζονται από τα έσοδα της Εκκλησίας.

Ως παράδειγμα μας αναφέρει τους στρατιώτες που βρίσκονται στον πόλεμο και συντηρούνται από την πολιτεία, τους αμπελουργούς που δικαιούνται να γεύονται τους καρπούς του αμπελιού που καλλιεργούν και τους βοσκούς που καταναλώνουν το γάλα από τα ίδια τα ζώα που φροντίζουν.

Όλα αυτά είναι απολύτως φυσικά και δικαιολογημένα, ως καρπός της εργασίας και του κόπου τους.

Ο ίδιος, όμως, θέλει να δώσει το ορθό παράδειγμα της προσφοράς και της ελευθεριότητας της πίστεως στον Χριστό, απαλλαγμένος από κάθε υλική προσδοκία.

Γι’ αυτό εργάζεται, αυτοσυντηρείται και δεν επιβαρύνει την Εκκλησία. Και όχι μόνο δεν ζητά να λάβει, αλλά προσφέρει. Προσφέρει όχι μόνο σε υλικό επίπεδο, αλλά, πάνω απ’ όλα, σε πνευματικό.

Λόγοι Αγίων.

 Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο που λέει ""Να μην απελπίζοστε από τα προβλήματα, αλλά να κάνετε υπομονή και o Θεός που σας αγαπάει πολύ, πάντα θα σας σας βοηθάει... γι' αυτό μη στενοχωριέστε. Να είστε κοντά στον ΧΡΙΣΤΟ και να Τον αγαπάτε πολύ. Χριστός μας περιμένει όλους κοντά Του. Εάν ξέρατε πόσο μας αγαπά o Χριστός! o Χριστός μας φροντίζει σε όλα. Και στις πιο μικρές λεπτομέρειες της ζωής μας. Να χαίρεστε τη ζωή σας! Κοντά στον Χριστό υπάρχει μόνο η χαρά, ούτε απελπισία, ούτε θλίψη, ούτε τίποτα, τίποτα..." Άγιος Πορφύριος o Καυσοκαλυβίτης"

«Και η Παναγιά μαζί σου»....

 Μπορεί να είναι εικόνα καρδιά

 
Αυτό να λες…
σε άνθρωπο που πονά....
μην του λες «κάνε υπομονή»....
Δεν είναι αυτό που έχει ανάγκη να ακούσει....
Σε άνθρωπο που σου εκφράζει παράπονο....
μην του λες «μην γκρινιάζεις».....
Ανοίγουμε το στόμα μας και κάνουμε κακό παρά καλό.....
Σε άνθρωπο που έχει κουραστεί....
μην του λες «σε καταλαβαίνω».....

Ὁ Ἅγιος Μύρων ὁ Μάρτυρας

 

Ὁ Ἅγιος Μύρων μαρτύρησε ὅταν αὐτοκράτωρ ἦταν ὁ Δέκιος, τὸ 250 μ.Χ. Καταγόμενος ἀπὸ πλούσια οἰκογένεια, θὰ μποροῦσε νὰ ζήσει ἄνετα, μὲ ὅλα τὰ ἐπίγεια ἀγαθὰ ποὺ θὰ ἐπιθυμοῦσε. 

Ὅμως ἡ μεγάλη του ἀγάπη πρὸς τὸ Χριστό, ἔκανε τὸ Μύρωνα νὰ χειροτονηθεῖ ἱερέας. 

Ἀφιερώθηκε, λοιπόν, ὁλοκληρωτικὰ στὸ ποιμαντικό του καθῆκον καὶ δίδασκε, νουθετοῦσε καὶ βοηθοῦσε τὸ κάθε ἕνα μέλος τοῦ ποιμνίου του. Μεριμνοῦσε καθημερινὰ γιὰ τοὺς φτωχούς, τὶς χῆρες καὶ τὰ ὀρφανά.

Κάποτε, ὁ ἔπαρχος Ἀχαΐας Ἀντίπατρος πῆγε στὸν τόπο ὅπου λειτουργοῦσε ὁ Μύρων καὶ συνέλαβε πολλοὺς χριστιανούς. Γιὰ νὰ ἐκβιάσει λοιπὸν τὸν Μύρωνα νὰ ἀλλαξοπιστήσει, ἔφερε μπροστὰ του τὸ ποίμνιό του καὶ τοῦ εἶπε ὅτι, ἂν αὐτὸς ἀρνηθεῖ τὸ Χριστό, θὰ τοὺς ἀφήσει ὅλους ἐλεύθερους. 

Ὁ Μύρων μειδίασε καὶ ἀπάντησε: «Ἂν ἦταν γιὰ τὴ σωτηρία τῶν πνευματικῶν μου παιδιῶν, πρόθυμα θὰ ἔδινα τὴν ζωή μου. Τώρα ὅμως δὲν πρόκειται γι’ αὐτό. Ἃς δώσουν λοιπὸν οἱ ἴδιοι ἀπάντηση».
Τότε ὅλοι μαζὶ φώναξαν: «Ὄχι. Μιὰ ἀνθρώπινη ψυχὴ εἶναι ἀσύγκριτα πολυτιμότερη ἀπὸ μύρια σώματα καὶ ἀπὸ τὸν κόσμο ὅλο. 

Καλημέρα!

 Μπορεί να είναι εικόνα πετσέτα 

 

«Εμείς που μείναμε
θα τρώμε το πρωί
μια φέτα από του ήλιου το καρβέλι,

Κυριακή 16 Αυγούστου 2026

Η Θεοτόκος και η σωτήρια του ανθρωπίνου γένους

 

Koimisi Theotokou5

 

του Αρχιμ. Κυρίλλου Κωστοπούλου, Ιεροκήρυκος Ι.Μ. Πατρών, Δρος Θεολογίας


Όλος ο Ορθόδοξος κόσμος πανηγυρίζει την Κοίμηση της Θεοτόκου Μαρίας, της Μητέρας του Θεανθρώπου Κυρίου.

Ο ουρανός αγάλλεται και η γη χαίρει για το γεγονός αυτό.

Δεν θρηνεί ο κόσμος, όπως συμβαίνει σε κάθε θάνατο, αλλά νοιώθει χαρά, διότι η Παναγία μας, ως Μητέρα του Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός, πορεύεται δίπλα στον θρόνο του Υιού της, για να υπάρχη εκεί συνεχώς, όσο υφίσταται αυτός ο κόσμος, ως πρέσβειρα των ανθρώπων.

Η Θεοτόκος Μαρία κατανοείται όχι ως απλή κοπέλα της Ναζαρέτ, αλλά ως η Αειπάρθενος Κόρη, η οποία έτεκε, σύμφωνα με τον Άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας, «ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν τον Υιόν του Θεού, τον εκ Θεού Πατρός δηλονότι Λόγον ενανθρωπήσαντα και σεσαρκωμένον».

Ο Νεστόριος και άλλοι αιρετικοί επειδή μελετούσαν την Αρχαία Ελληνική φιλοσοφία δεν κατενόησαν πως συνέβη η ένωση δύο φύσεων, της Θείας και της ανθρώπινης, στο Πρόσωπο του Θεανθρώπου Κυρίου.

Η Εκκλησία με την Δ´ Οικουμενική Σύνοδο κατετρόπωσε την διδασκαλία αυτών των αιρετικών, κηρύσσοντας την «ατρέπτως, ασυγχύτως, αδιαιρέτως και αχωρίστως» ένωση των δύο φύσεων στο ένα Πρόσωπο του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, «ώστε είναι τον αυτόν Θεόν ομού και άνθρωπον, και ενός τα πάντα τα θεοπρεπή και προσέτι τα ανθρώπινα».

Κηρύσσουμε, λοιπόν, την σωτηριώδη για το ανθρώπινο γένος αλήθεια ότι η Παναγία μας έτεκε τέλειο Θεό και τέλειο άνθρωπο και ανεκηρύχθη Θεοτόκος.

Η Παναγία μας είναι Θεοτόκος με διπλή έννοια.

Αφ’ ενός μεν διότι «έτεκεν Θεόν σεσαρκωμένον», αφ’ ετέρου δε διότι η ανθρώπινη φύση, η οποία ενώθηκε με την Θεία φύση στο Πρόσωπο του Υιού της Ιησού Χριστού, εθεώθη εντός της παναγίας Γαστρός της.

Με αυτόν τον τρόπο τα μέλη της Ορθοδόξου Εκκλησίας ημπορούν να ζούν εν κοινωνία μετά του Θεανθρώπου Κυρίου και να θεώνωνται κατά Χάριν.

Χαίρει το ανθρώπινο γένος για την Θεοτόκο Μαρία, διότι Αυτή είναι η αιτία της αλλαγής της πορείας της ανθρωπίνης ιστορίας.

Με την Θεοτόκο Μαρία συντελείται το γεγονός της Θείας Οικονομίας και με την έλευση του Θεανθρώπου Κυρίου στην γη η ανθρώπινη Ιστορία λαμβάνει νέα πορεία προς την αιωνιότητα.

Ο Χριστός δεν είπε ότι είναι μία από τις πολλές αλήθειες. Είπε ότι είναι η Αλήθεια.

 Μπορεί να είναι ασπρόμαυρη εικόνα 

«Σήμερα ο καθένας κάθεται και κατασκευάζει μία θρησκεία δική του. Παίρνει λίγο από τον Χριστιανισμό, λίγο από τη φιλοσοφία, λίγο από τις ανατολικές θρησκείες, προσθέτει και ό,τι του υπαγορεύει ο λογισμός του και ύστερα λέει με βεβαιότητα: «Εγώ έτσι πιστεύω». 

Μα, βρε παιδί μου, η πίστη δεν είναι φαγητό, για να βάζει ο καθένας μέσα όποιο υλικό του αρέσει. Ούτε ο Χριστός είναι μία αόριστη ιδέα, την οποία μπορεί ο καθένας να προσαρμόζει στις επιθυμίες και στις αντιλήψεις του. «Για μένα, λέει, ο Χριστός ήταν ένας καλός άνθρωπος, ένας κοινωνικός επαναστάτης, ένας σοφός δάσκαλος». Άλλος λέει: «Ήταν ένας από τους πολλούς φωτισμένους της ανθρωπότητας». Αυτά δεν είναι πίστη. Είναι ανθρώπινες κατασκευές, γεννημένες συνήθως από την άγνοια και την υπερηφάνεια. 

Ο Χριστός δεν είπε ότι είναι μία από τις πολλές αλήθειες. Είπε ότι είναι η Αλήθεια. Δεν άφησε τον καθένα να Τον ερμηνεύει σύμφωνα με τα πάθη, τις ιδεολογίες και τις προσωπικές του προτιμήσεις. Ίδρυσε την Εκκλησία, έστειλε τους Αποστόλους, παρέδωσε το Ευαγγέλιο και τα Μυστήρια. Όποιος λοιπόν απορρίπτει την Εκκλησία, αλλά κρατά έναν Χριστό που έφτιαξε μόνος του, δεν ακολουθεί τον Χριστό. Ακολουθεί τον εαυτό του και ονομάζει πίστη την προσωπική του αυθαιρεσία.

Δεν μπορεί ο άνθρωπος να μην εκκλησιάζεται, να μην εξομολογείται, να μη γνωρίζει ούτε τα στοιχειώδη της πίστεως, να μην έχει ανοίξει ποτέ ολόκληρο το Ευαγγέλιο και ύστερα να αποφαίνεται με αυθεντία για τον Χριστό, την Εκκλησία, τη Θεία Κοινωνία, τον Παράδεισο και την κόλαση. Σε όλα τα άλλα οι άνθρωποι αναγνωρίζουν ότι χρειάζονται γνώσεις, σπουδές και πείρα. Για να μιλήσει κάποιος για την ιατρική, πρέπει να έχει σπουδάσει. Για να χτίσει ένα σπίτι, πρέπει να γνωρίζει την τέχνη. 

Μόνο για τον Θεό νομίζουν ότι δεν χρειάζεται να γνωρίζουν τίποτε. Επειδή άκουσαν μία συζήτηση, παρακολούθησαν μία εκπομπή ή διάβασαν δυο αράδες στο διαδίκτυο, φαντάζονται ότι έγιναν θεολόγοι. Και το χειρότερο είναι ότι δεν ρωτούν για να μάθουν, αλλά μιλούν για να επιβάλουν την άγνοιά τους. Η πραγματική κατήχηση όμως δεν είναι μία ξερή διανοητική ενημέρωση ούτε μία σειρά θρησκευτικών μαθημάτων. Προϋποθέτει συμμετοχή στη λειτουργική και μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας, μετάνοια, προσευχή, εξομολόγηση και ταπεινή μαθητεία. 

Η πίστη δεν μαθαίνεται μόνο με τον νου. Βιώνεται μέσα στο σώμα της Εκκλησίας. Αν ο άνθρωπος δεν αγωνιστεί να καθαρίσει την καρδιά του, ακόμη και πολλά βιβλία να διαβάσει, θα τα ερμηνεύσει όλα σύμφωνα με τον λογισμό του. Μπορεί τότε να χρησιμοποιήσει ακόμη και το Ευαγγέλιο, όχι για να διορθώσει τον εαυτό του, αλλά για να δικαιολογήσει τις πλάνες και τα πάθη του.

Έρχεται κατόπιν ο άλλος και λέει: «Πιστεύω στη μετενσάρκωση, αλλά θέλω να κοινωνήσω». Τι να του πεις; Η Εκκλησία ομολογεί ανάσταση νεκρών και αιώνια ζωή, ενώ εκείνος πιστεύει ότι η ψυχή μεταβαίνει διαδοχικά από το ένα σώμα στο άλλο. Απορρίπτει δηλαδή τη διδασκαλία της Εκκλησίας, αλλά συγχρόνως απαιτεί να προσέλθει στο Άγιο Ποτήριο. Άλλος λέει: «Δεν δέχομαι την εξομολόγηση, δεν πιστεύω στους Αγίους, δεν τιμώ την Παναγία, δεν συμφωνώ με τις νηστείες, αλλά θέλω να κοινωνώ, επειδή είμαι καλός άνθρωπος». 

Μετά τον Δεκαπενταύγουστο…

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία. 


Και τώρα που πέρασε ο Δεκαπενταύγουστος…

Τώρα που σώπασαν οι καμπάνες, που τα πανηγύρια τελείωσαν και οι 

δρόμοι γύρισαν στην καθημερινότητά τους, μένει μια παράξενη σιωπή.

Μα η Παναγία δεν έφυγε.

Έμεινε εκεί.

Στην εικόνα που θα συνεχίσουμε να προσκυνούμε.

Στο κερί που θα ανάψουμε μια δύσκολη μέρα.

Στο «Παναγία μου» που θα πούμε όταν δεν θα μπορούμε

 πια να κρατήσουμε τα δάκρυα.

Γιατί ίσως αυτό είναι το πιο όμορφο μήνυμα της μεγάλης γιορτής:

Δεν μας ζητά να μείνουμε στον Δεκαπενταύγουστο.

Μας ζητά να πάρουμε την Παναγία μαζί μας.

Να την πάρουμε στο σπίτι μας.

Παναγία, η μάνα των Αγιορειτών

 Μπορεί να είναι εικόνα η Βασιλική του Εθνικού Ιερού της Αμώμου Συλλήψεως και κείμενο 


~ Ήταν ένα γεροντάκι που μόλις άκουγε τ’ όνομα της Παναγίας έκλαιγε σαν μικρό παιδί.
Ήταν ένας Καυσοκαλυβίτης που όποτε γύριζε πλευρό τη νύχτα έψελνε το «Άξιον εστί».
Ήταν ένας Γρηγοριάτης ηγούμενος πού ΄χε «φάει» την εικόνα Της από τους πολλούς ασπασμούς.
Ήταν ένας Νεοσκητιώτης που παρακαλούσε όποιον έβλεπε να μιλήσει, να γράψει, να εκδώσει, ό,τι υπήρχε για την Παναγία.
Ήταν ένας μακαρίτης Ιβηρίτης που έπασχε από αγάπη προς την Πορταΐτισσα.
Ένας Φιλοθεΐτης έλεγε: «Έχομεν βεβαίας τας ελπίδας εις την Γλυκοφιλούσαν»
Παναγία• η μάνα των Αγιορειτών.

Η Παναγία. Πάνω απ’ όλες τις Αγίες. Μητέρα Θεού και ανθρώπων. Η καλύτερη παραμυθία. Η πιο σίγουρη πρέσβειρα των πιστών. Η πιο ταπεινή, η πιο καλή, η πιο σεμνή, η πιο υπάκουη, η πιο υπομονετική, η σιωπηλή, η γενναία, η πρώτη, η βασίλισσα, η Κυρία, η Έφορος, η Οικονόμισσα, η φωτοφόρος νεφέλη και μανναδόχος στάμνα.
Χαρά να την αντικρύσεις. Ευχαρίστηση να την επικαλείσαι. Ευλογία να σ’ επισκέπτεται. Ελπίδα βέβαιη να την παρακαλάς. Βοήθεια μεγάλη η σκέπη της.

Πού να βρεις τα ωραία λόγια να την εγκωμιάσεις; Πόσο φτωχή είναι η γλώσσα για τα μεγάλα ονόματα; Πόσο έχει φθαρεί η γλώσσα από την κατάχρηση. Έτσι σιωπάς και τα λες όλα. Όπως σιωπηλή ακολουθούσε παντού τον αγαπητό Υιό Της. Μέχρι Σταυρού.
Αθωνίτισσα Θεοτόκε, το ακοίμητο κανδήλι, το αγνό κερί, οι Χαιρετισμοί, η Παράκληση, το Θεοτοκάριο, τα Θεοτόκια δεν σου αρκούν. Μήτε γονυκλισίες και τάματα και προσφορές και κομποσχοίνια. Την καθαρότητα της καρδίας ζητάς για νάλθει ο Υιός σου να κατοικήσει και να φέρει Θεοτόκες και Θεοφόρες ώρες αγίας θεοψίας και φωτοχυσίας…

Την είχε η Παναγιά και σκούπιζε το δάκρυ της!

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία. 

Μεγάλη μέρα σήμερα. Δεκαπενταύγουστος!
Μέρα της Παναγιάς κι η βάβω αποβραδίς την προπαραμονή στόλισε την εικόνα της Μεγαλόχαρης με το πλεχτό της!
Το έβαλε σαν κουρτινάκι μπροστά της, σαν γιορτινό ρούχο να την τιμήσει.
Ελέησέ μας Παρθένα μου τους αμαρτωλούς.
Συγχώρα μας κι αξίωσέ μας με την ευσπλαχνία σου.
Πανάγαθη και Μητέρα όλων μας, βάλε μας κάτω από την Άγιά σου σκέπη κράτα μας σφιχτά στην αγκαλιά σου γιατί εμείς οι άνθρωποι, είμαστε ικανοί για το χειρότερο σκοτώνοντας το καλό.
Έλεγε και ξανάλεγε η βάβω κρατώντας την εικόνα της, φιλώντας την κι έκανε και ξανάκανε τον σταυρό της, και της μιλούσε.
Της μιλούσε κι έκλαιγε σαν μικρό παιδί.
Κι αφού δεν είχε άλλο δάκρυ, σκούπισε την εικόνα με την άκρη της μαντίλας της.
Την ακούμπησε με ευλάβεια στο εικονοστάσι και ψιθύρισε με δέος.

Τα ονόματα της Παναγίας