
τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Μάνης κ. Χρυσοστόμου Γ'
Στή Θεία Λειτουργία τοῦ Μεγ. Βασιλείου μετά τόν καθαγιασμό τῶν Τιμίων Δώρων σέ μερικά νεότερα «Ἱερατικά», ὅπως εἶναι τῆς τελευταίας ἐκδόσεως τῆς «Ἀπ. Διακονίας» ὁ ἱερεύς ἐπεύχεται, μεταξύ ἄλλων, λέγοντας τό «Μνήσθητι Κύριε καί ... παντός ἱερατικοῦ καί μοναχικοῦ τάγματος». Προφανῶς ἐννοοῦνται οἱ κληρικοί, οἱ ἱερωμένοι καί οἱ μοναχοί.
Ἐν προκειμένῳ, μᾶς τέθηκε τό ἐρώτημα, γιατί ἀναγράφεται ἡ φράση καί «μοναχικοῦ τάγματος».
Ἡ ἀπάντηση εἶναι ἡ ἀκόλουθη:
Κατ' ἀρχήν, ἡ προσθήκη «μοναχικοῦ τάγματος» εἶναι νεότερη. Δέν ὑπάρχει τό «μοναχικοῦ» στά παλαιά «Ἱερατικά».
Μόνον ἀναφέρουν «ἱερατικοῦ τάγματος». Σέ κανένα, μάλιστα, κείμενο στίς ἀρχαῖες Θ. Λειτουργίες δέν ὑπάρχει ἡ φράση «ἱερατικοῦ καί μοναχικοῦ τάγματος».
Μόνον στή Θ. Λειτουργία τοῦ Μεγ. Βασιλείου βρίσκουμε: «Παντός ἱερατικοῦ τάγματος».
Ὁ ὅρος «τάγμα» ὡς λέξη, ὅρος, σημαίνει πολλοί ὁμοῦ, πλῆθος κατ' ἀντιδιαστολήν πρός τόν ἕνα, τόν μονήρη.
Ἐκτός βέβαια ἀπό τήν χρησιμοποίηση τοῦ ὅρου σέ μιά στρατιωτική σύνθεση, ὅπου τάγμα εἶναι μονάδα πεζικοῦ μεταξύ λόχου καί συντάγματος, ἡ λέξη χρησιμοποιεῖται καί στήν ἐκκλησιαστική λατρεία καί ζωή.
Ἡ λέξη παράγεται ἀπό τό ρῆμα τάσσω – τάσσομαι, πού σημαίνει βάζω κάτι σέ τάξη, τακτοποιῶ, ὁρίζω, παρατάσσω, θέτω τόν ἑαυτό μου σέ κάτι, δηλαδή ἀφιερώνομαι.
Συγκεκριμένα οἱ λέξεις τάξις - τάγμα, εἰσῆλθαν καί στήν ἐκκλησιαστική ὁρολογία καί εἰδικότερα γίνεται μία διάκριση μεταξύ τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία καί ἔχει θεία προέλευση.
Ὁ ἴδιος ὁ Χριστός «ἔδωκε τούς μέν ἀποστόλους, τούς δέ προφήτας, τούς δέ εὐαγγελιστάς, τούς δέ ποιμένας καί διδασκάλους, πρός καταρτισμόν τῶν ἁγίων εἰς ἔργον διακονίας, εἰς οἰκοδομήν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ» (Ἐφεσ. 4, 11-12).










