Ζωντανή Αναμετάδοση Ιερών Ακολουθιών

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2026

Ζούμε σε μια εποχή που οι μηχανές αρχίζουν να μαθαίνουν, να γράφουν, να μιλούν, να ανταποκρίνονται…

 

Ζούμε σε μια εποχή που οι μηχανές αρχίζουν να μαθαίνουν, να γράφουν, να μιλούν, να ανταποκρίνονται. Αυτό που ήταν αδιανόητο μέχρι χθες, βρίσκεται τώρα στα σπίτια μας, στα τηλέφωνά μας, στα χέρια μας.

Η τεχνητή νοημοσύνη γίνεται μέρος της καθημερινής ζωής – μας βοηθάει, μας συμβουλεύει, επιταχύνει τη ζωή μας. Αλλά ένα πιο ήσυχο, αλλά πολύ βαθύτερο ερώτημα τίθεται ενώπιον του ανθρώπου:

Αν οι μηχανές μάθουν να σκέφτονται – θα ξεχάσει ο άνθρωπος να προσεύχεται;

Ποτέ δεν υπήρξε περισσότερη γνώση στα χέρια του και ποτέ λιγότερη σοφία στην καρδιά του. Ο άνθρωπος ρωτάει αλγόριθμους, αλλά ρωτάει τη συνείδησή του όλο και λιγότερο. Αναζητά απαντήσεις από την τεχνολογία και ξεχνά ότι τα πιο σημαντικά ερωτήματα είναι πνευματικά, όχι τεχνικά. Μια μηχανή μπορεί να επεξεργάζεται δεδομένα, αλλά δεν μπορεί να νιώσει μετάνοια. Μπορεί να αναγνωρίσει μια φωνή, αλλά όχι πόνο. 

Μπορεί να συνθέσει κείμενο, αλλά δεν μπορεί να γεννήσει αγάπη. Και εδώ αποκαλύπτεται ένα όριο που καμία τεχνολογία δεν μπορεί να ξεπεράσει. Γιατί ο άνθρωπος δεν δημιουργήθηκε μόνο για να σκέφτεται – αλλά για να αγαπά. Δεν δημιουργήθηκε μόνο για να γνωρίζει – αλλά για να σώζει τον εαυτό του. Δεν δημιουργήθηκε μόνο για πρόοδο – αλλά για την αιωνιότητα.

Ο κίνδυνος αυτής της εποχής δεν είναι ότι οι μηχανές θα γίνουν σαν τους ανθρώπους. Ο κίνδυνος είναι ότι οι άνθρωποι δεν θα γίνουν σαν μηχανές: ψυχροί, υπολογιστικοί, γρήγοροι – αλλά αναίσθητοι.

Η αγιότητα δεν ανήκει στο παρελθόν.

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία. 

Δεν είναι εύκολο να μιλήσει κανείς για έναν άγιο σήμερα χωρίς να νιώθει ότι στέκεται απέναντι σε έναν κόσμο που έχει μάθει να καταναλώνει ακόμη και την ιερότητα. 

Να λοιπόν το πρώτο ερώτημα: τι σημαίνει ένας άνθρωπος του 19ου αιώνα, ένας Ρώσος προσκυνητής, ένας ασκητής που περπάτησε διακόσιες μονές με τα πόδια, για μια εποχή που δεν αντέχει να περπατήσει ούτε μέχρι την ίδια της την ψυχή;

Ο Τιμόθεος, ο μετέπειτα παπα-Τύχων, δεν γεννήθηκε άγιος. Γεννήθηκε ανήσυχος. Και αυτή η ανησυχία είναι ίσως το πιο σύγχρονο στοιχείο του. Ένα παιδί με ζωηρή φύση, που οι γονείς του δίσταζαν να ευλογήσουν για το μοναστήρι. Όχι επειδή δεν πίστευε, αλλά επειδή φλεγόταν. 

Κι όμως, αυτό το φλεγόμενο παιδί επέλεξε την πιο σκληρή μορφή σιωπής: την οδοιπορία. Από τα δεκαεπτά του ως τα είκοσί του πέρασε από διακόσιες μονές. Δεν ζητούσε φιλοξενία. Δεν ήθελε να χρωστά. Δεν ήθελε να βαραίνει κανέναν. Ήθελε να κουβαλά μόνος του τον εαυτό του.
Ένας άνθρωπος που φεύγει από παντού για να βρει ησυχία, και πουθενά δεν τη βρίσκει.
Ούτε στη Ρωσία.
Ούτε στο Σινά.
Ούτε στους Αγίους Τόπους.

Πέρα από τον Ιορδάνη ασκήτεψε, κι όμως έλεγε ότι δεν έβρισκε ειρήνη. Γιατί; Επειδή, όπως μαρτυρείται, τον κυνηγούσε «το ανήσυχο κοσμικό πνεύμα της εποχής». Δηλαδή αυτό ακριβώς που μας κυνηγά και σήμερα. Θόρυβος χωρίς ήχο. Κίνηση χωρίς προορισμό. Ζωή χωρίς εσωτερικό κέντρο.
Και τότε ανεβαίνει στο Άγιον Όρος.
Στο Μπουραζέρι πέντε χρόνια. Στα Καρούλια δεκαπέντε. Όποιος ξέρει τι σημαίνει Καρούλια, καταλαβαίνει. Δεν είναι τόπος. Είναι άκρη του κόσμου. Είναι η πέτρα που δοκιμάζει αν αντέχεις να είσαι μόνος με τον Θεό και με τον εαυτό σου. Εκεί πέρασε χρόνια παλεύοντας όχι για να μοιάσει άγιος, αλλά για να γίνει άγγελος εσωτερικά. Αυτός ο στόχος, να αλλάξει η εσωτερική υφή του ανθρώπου, είναι η πιο σιωπηλή και πιο βίαιη επανάσταση.

Γιατί η αγιότητα δεν είναι συμπεριφορά.
Είναι μεταμόρφωση της υπάρξεως.

Και όταν αργότερα κατέβηκε στην Καψάλα, όταν γηροκόμησε τον Γέροντά του και έμεινε μόνος, τότε συνέβη αυτό που συμβαίνει σε όλους τους μεγάλους ασκητές: η χάρις άρχισε να τον φανερώνει.
Όχι εκείνος τον εαυτό του.
Η χάρις.

Φοράμε μάσκες...

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία. 

Φοράμε μάσκες από το πρωί ως το βράδυ.
Μάσκες χαμόγελου, μάσκες δύναμης, μάσκες σιωπής.
Άλλες τις διαλέγουμε, άλλες μας τις φόρεσαν χωρίς να το καταλάβουμε.
Κρύβουμε το ράγισμα πίσω από βεβαιότητες,
τον φόβο πίσω από ειρωνεία,
την ανάγκη για αγάπη πίσω από δήθεν αυτάρκεια.
Μαθαίνουμε να στεκόμαστε «όπως πρέπει»,
να μιλάμε «όπως αρμόζει»,
να νιώθουμε «όσο επιτρέπεται».

Σχόλια στο Ευαγγέλιο της Κυριακής (της μελλούσης Κρίσεως)

 

 

Η δικαιοσύνη έκφραση αγάπης

«Τότε καθίσει επί θρόνου δόξης αυτού, και συναχθήσεται έμπροσθεν αυτού πάντα τα έθνη»

Τρίτη Κυριακή του Τριωδίου, της Απόκρεω, όπως ονομάζεται, και η Εκκλησία ξεδιπλώνει το γεγονός της μέλλουσας κρίσης. Η ευαγγελική περικοπή της ημέρας προσφέρει τα απαραίτητα ερεθίσματα για να συνειδητοποιήσει ο άνθρωπος ότι κανένας εφησυχασμός δεν χωρεί στη ζωή του. Αντίθετα, επιβάλλεται εγρήγορση και αγώνας. 

Αποκαλύπτει, εξάλλου, ότι στην προσφορά της αγάπης του Χριστού καθορίζεται η ποιότητα της ζωής και η κατάσταση που μπορεί να βιώνει ο άνθρωπος, είτε ως παράδεισο είτε ως κόλαση, ανάλογα με τη στάση που διαμορφώνει ο ίδιος και ακολουθεί.

Με την αποφυγή από την κρεοφαγία, η Κυριακή της Απόκρεω μάς παρακινεί ταυτόχρονα να εγκαταλείψουμε τα ψυχοκτόνα πάθη που εμφωλεύουν μέσα μας για να εισέλθουμε στο χώρο της αγάπης του Χριστού, μέσα στο γόνιμο έδαφος του οποίου καρποφορεί η αληθινή ελευθερία που τόσο εναγωνίως ψάχνει στη ζωή του ο άνθρωπος.

Η αγάπη ως δικαιοσύνη

Στο Σύμβολο της Πίστεως, εμφανίζεται ο Χριστός ως ο δίκαιος κριτής: «Και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς…». Θα πρέπει όμως να γνωρίζουμε ότι ο Κύριος δεν περιορίζεται στην απόδοση της γνωστής εκείνης δικαιοσύνης, όπως την εννοούν οι άνθρωποι, η οποία σε αρκετές περιπτώσεις εμφανίζει συμπτώματα χρεοκοπίας και ελλειμμάτων. Ενίοτε μάλιστα εμφανίζει σημεία αδικίας. Η δικαιοσύνη του Χριστού, αντίθετα, θεμελιώνεται στην φανέρωση της αγάπης Του, που ενώνει τους ανθρώπους με τον Θεό και μεταξύ τους. 

Το Ψυχοσάββατον

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία. 

Το Σάββατο αυτό είναι αφιερωμένο
σε όλους τους Κεκοιμημένους.
Είναι Ψυχοσάββατον.

Και το Ψυχοσάββατον,
δεν είναι απλώς μια ημέρα.
Είναι κάτι ανώτερο.
Είναι μνήμη. Και επειδή μνήμη, ανάμνηση.
Και επειδή ανάμνηση, συγκίνηση.
Και επειδή συγκίνηση, καθήκον.
Και επειδή καθήκον, ανάγκη.
Και επειδή ανάγκη, χρέος!
Χρέος να μην ξεχνάμε.
Χρέος να ευγνωμονούμε.
Χρέος να προσφέρουμε.

Παναγιά Θαλασσινή: (Στίχοι- μουσική: Σταυρούλα Ζώρζου)

 


Οι κεκοιμημένοι περιμένουν το Ψυχοσάββατο για να γλυκαθεί η ψυχούλα τους.

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία. 


Ο Άγιος Παϊσιος ο Αγιορείτης έδινε τεράστια σημασία στα Ψυχοσάββατα και γενικότερα στην προσευχή για τους κεκοιμημένους. Θεωρούσε ότι οι προσευχές των ζώντων είναι η μεγαλύτερη "βοήθεια" και παρηγοριά που μπορούμε να προσφέρουμε σε όσους έχουν φύγει από τη ζωή.

​​Ο Άγιος παρομοίαζε τους κεκοιμημένους με τους φυλακισμένους και τις προσευχές μας με το επισκεπτήριο. Έλεγε χαρακτηριστικά: ​«Οι κεκοιμημένοι δεν θέλουν τίποτε άλλο παρά μια προσευχή. Όπως εμείς περιμένουμε έναν δικό μας άνθρωπο να μας φέρει ένα αναψυκτικό ή ένα φρούτο στη φυλακή, έτσι και οι νεκροί περιμένουν την προσευχή μας.»

​«Το Ψυχοσάββατο δεν είναι για να θυμόμαστε τον θάνατο, αλλά για να αποδεικνύουμε ότι η αγάπη δεν έχει ημερομηνία λήξης.»

 Μπορεί να είναι εικαστικό 

 

Σε ένα ορεινό χωριό της Ηπείρου, ζούσε η κυρά-Λενιώ. Κάθε Ψυχοσάββατο, η φιγούρα της ήταν η πρώτη που φαινόταν στο μονοπάτι για το κοιμητήριο, πριν ακόμα ο ήλιος καταφέρει να τρυπήσει την πρωινή καταχνιά.

​Η Λενιώ είχε θάψει τον άντρα της και τα αδέρφια της χρόνια πριν. Τους είχε περιποιημένους, με μάρμαρα λευκά και λουλούδια φρέσκα. Όμως, αφού τελείωνε με τους δικούς της, η γριούλα έκανε κάτι που οι συγχωριανοί της το έβλεπαν με απορία.

​Προχωρούσε στο πίσω μέρος του νεκροταφείου, εκεί που το χώμα ήταν ανώμαλο και οι σταυροί ήταν ξύλινοι, σαπισμένοι από τον καιρό, ή απλές πέτρες βαλμένες η μία πάνω στην άλλη. 

Ήταν οι τάφοι των «αζήτητων» – ανθρώπων που πέρασαν από το χωριό ως εργάτες, οδοιπόροι ή ξένοι, και δεν είχαν κανέναν να τους κλάψει.
​Εκείνο το Ψυχοσάββατο, η Λενιώ κάθισε μπροστά σε έναν τέτοιο τάφο. Δεν είχε όνομα, μόνο έναν αριθμό χαραγμένο σε μια σκουριασμένη πινακίδα.

​«Εδώ είσαι κι εσύ, πουλάκι μου», ψιθύρισε καθώς άφηνε μια χούφτα κόλλυβα πάνω στο χώμα. «Μην φοβάσαι. Όσο ζω εγώ, το σπίτι σου θα είναι φωτισμένο».

​Έβγαλε από το καλάθι της ένα παλιό, γυάλινο καντήλι. Το άναψε με τρεμάμενα χέρια και το προστάτεψε από τον αέρα με την ποδιά της. Καθώς η φλόγα σταθεροποιήθηκε, μια παράξενη ζεστασιά άπλωσε στα κοκκαλιάρικα δάχτυλά της.

​Τότε, ένιωσε μια παρουσία δίπλα της. Δεν ήταν σκιά, ήταν σαν μια λάμψη στο ύψος των ματιών της. Μια φωνή, γλυκιά σαν το μέλι, ακούστηκε μέσα στο μυαλό της:

«Γιατί μας φροντίζεις, γιαγιά; Εμείς δεν είμαστε δικοί σου».

Τα κόλλυβα δεν είναι απλώς σύμβολο θανάτου.

 Μπορεί να είναι απεικόνιση

 
Όντως οι νεκροί χάνονται; Εξαφανίζονται; Διαλύονται μέσα στον χρόνο σαν να μην υπήρξαν ποτέ; Ή μήπως συμβαίνει κάτι άλλο, κάτι που δεν τολμάμε να σκεφτούμε γιατί αν το σκεφτούμε θα πρέπει να αλλάξουμε και τον τρόπο που ζούμε; 
 
Τι είναι αυτό που συμβαίνει όταν προφέρουμε ένα όνομα ανθρώπου που έφυγε και ξαφνικά αισθανόμαστε ότι ο χώρος βαραίνει, ότι η σιωπή πυκνώνει, ότι κάτι από εκείνον στέκεται ακόμη εκεί; 
 
Είναι απλώς μνήμη; Είναι ψυχολογική επιβίωση; Ή είναι μια άλλη μορφή παρουσίας που δεν έχει μάθει η εποχή μας να αναγνωρίζει;
Μέσα σε μια μεγάλη πόλη, το Ψυχοσάββατο μοιάζει σχεδόν ξένο. Τα λεωφορεία γεμάτα, τα μαγαζιά ανοιχτά, οι άνθρωποι βιαστικοί, τα κινητά χτυπούν. 
 
Και κάπου, σε μια γωνιά, κάποιος πλένει σιτάρι. Το βράζει. Το απλώνει σε μια πετσέτα. Το στεγνώνει προσεκτικά. Το ανακατεύει με ζάχαρη, με κανέλα, με ρόδι. Κι αυτή η μικρή, σχεδόν ταπεινή πράξη είναι μια ολόκληρη κραυγή που δεν ακούγεται. Γιατί εκείνη τη στιγμή δεν ετοιμάζεται απλώς ένα έθιμο.
Ετοιμάζεται μια συνάντηση.
 
Σε κάποια σπίτια το Σάββατο αυτό δεν είναι απλώς μια μέρα. Είναι η πρώτη φορά. Η πρώτη φορά που κάποιος λείπει πραγματικά. Η πρώτη φορά που το όνομά του γράφεται σε χαρτί και δίνεται στον ιερέα. Η πρώτη φορά που το σπίτι δεν έχει τη φωνή του. Και αυτό δεν είναι εύκολο να το αντέξει κανείς. Ο σύγχρονος άνθρωπος μαθαίνει να προχωράει, να μην σταματάει, να μη βουλιάζει στη θλίψη. Αλλά υπάρχουν στιγμές που η θλίψη δεν είναι βάρος. Είναι δεσμός.
 
Κι έπειτα υπάρχει εκείνη η αμήχανη απορία που δεν λέγεται δυνατά: αν τους μνημονεύουμε, πού βρίσκονται; Αν τους θυμόμαστε, μας ακούν;
Αν τους μιλάμε μέσα μας, υπάρχει κάποιος που λαμβάνει αυτή τη φωνή;
Αυτές οι ερωτήσεις δεν ανήκουν πια στη δημόσια γλώσσα. Θεωρούνται ξεπερασμένες. Και όμως, εμφανίζονται ακριβώς όταν η απώλεια είναι νωπή. Όταν η καρέκλα είναι άδεια. Όταν το τηλέφωνο δεν χτυπάει πια από εκείνον.
 
Το Ψυχοσάββατο στέκεται μέσα σε αυτή τη ρωγμή του χρόνου και αρνείται να αποδεχθεί ότι ο θάνατος είναι τελεσίδικη διακοπή. Δεν μιλά με φιλοσοφικούς όρους. Μιλά με πράξεις. Με ονόματα που επαναλαμβάνονται. Με σιωπές. Με μια προσευχή που δεν είναι εξήγηση αλλά σχέση. Και εκεί, σιγά σιγά, αρχίζει να αλλάζει η ίδια η αντίληψη για το τι σημαίνει να έχει φύγει κάποιος.

Μετά όλα στρώνουν.

 


Επίσης έλεγε πως ο Χριστός ήρθε στον κόσμο χάριν της υπακοής και πως

 ο σκοπός της ζωής του ανθρώπου στη γη είναι η υπακοή προς τον Θεό.

 Χωρίς την υπακοή ο άνθρωπος είναι κυ­ριευμένος

 από παρορμήσεις σαν από πυρετό. 

Ὁ Ὅσιος Αὐξέντιος ὁ ἐν τῷ Ὄρει

 

Ὁ Ὅσιος Αὐξέντιος καταγόταν ἀπὸ τὴν Συρία. Ἔζησε στὴν Κωνσταντινούπολη ἐπὶ αὐτοκράτορα Θεοδοσίου Β’ τοῦ Μικροῦ (408 – 450 μ.Χ.) καὶ κατεῖχε τὸ ἀξίωμα τοῦ σχολαρίου τοῦ στρατηλάτου.

Ἡ φιλήσυχη καὶ φιλομόναχη διάθεσή του καὶ ἡ ἀγάπη του γιὰ τὸν ἀσκητικὸ βίο, τὸν ὁδήγησε στὸ νὰ γίνει μοναχός. Ἐγκατέλειψε λοιπὸν τὶς τιμὲς καὶ τὰ ἀξιώματά του καὶ ἀποσύρθηκε σὲ ὄρος πετρῶδες τῆς Χαλκηδόνος, τὴν Ὀξεῖα Πέτρα, ὅπου καὶ ἀσκήτευε, ἐνῷ παράλληλα ἀσχολήθηκε μὲ τὴν μελέτη καὶ σπουδὴ τῆς Ἁγίας Γραφῆς. 

Τόση δὲ ἦταν ἡ φήμη του γιὰ τὶς σπάνιες ἀρετὲς καὶ τὴν βαθιὰ θεολογικὴ μόρφωσή του, ὥστε προσκλήθηκε στὴν Δ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ποὺ συνεκλήθη τὸ ἔτος 451 στὴν Χαλκηδόνα γιὰ νὰ καταδικάσει τὶς κακοδοξίες τοῦ Εὐτυχοῦς.

Στὸ ἀσκητήριό του καθημερινὰ προσέρχονταν πολλοί, γιὰ νὰ λάβουν τὴν εὐλογία του, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ πολλοὶ πλούσιοι ποὺ τοῦ ἔφερναν τροφὲς καὶ δῶρα.

Ἀλλὰ ἐκεῖνος χρησιμοποιοῦσε γιὰ τὸν ἑαυτό του λίγο ψωμὶ γιὰ τὴ συντήρησή του καὶ κερὶ γιὰ τὸ παρεκκλῆσι του. Τὰ ὑπόλοιπα τὰ διαμοίραζε στοὺς πτωχούς. 

Ὁ σεβασμὸς πρὸς τὸν Ὅσιο ἔγινε αἰτία νὰ ἱδρυθεῖ στοὺς πρόποδες τοῦ βουνοῦ γυναικεία μονή.

Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2026

Άρχισε από αυτά τα απλά πράγματα!

 Μπορεί να είναι εικόνα η Βασιλική του Εθνικού Ιερού της Αμώμου Συλλήψεως και κείμενο 

 

Έχεις, ας πούμε, μία δυσκολία με το παιδί σου. Πάρε το παιδί σου και πήγαινε κάπου να φας μαζί του. Κάνε του ένα τραπέζι. Δώστου μια δυνατότητα άνεσης.

Δεν είναι ανάγκη να του κάνεις κατηχητικό ούτε κήρυγμα ούτε να τον κολλήσεις στον τοίχο.. Μην του πεις τίποτα! Άστον. Αν θέλει θα σου πει ο ίδιος. 

Κάνε του ένα δώρο, κάτι που ξέρεις ότι του αρέσει. Πρόσφερέ του κάτι το οποίο θα τον ευχαριστήσει, θα τον χαροποιήσει.

Αυτά, όσο κι αν σας φαίνονται παράξενα, στους μοναχικούς κύκλους, στον κόσμο των μοναχών, πολλές φορές οι γέροντες -και οι γέροντες οι δικοί μας που ήταν τραχοίς και αυστηροί άνθρωποι- μετήρχοντο αυτά τα πράγματα και έτσι έδειχναν την αγάπη τους και βοηθούσαν τις ψυχές των αδυνάτων ανθρώπων.

Μια φορά ο Γέρων Παΐσιος μου έστειλε κάτι μαργαρίτες από τον κήπο του. Ήταν κάποια παιδιά εκεί.
-Πού θα πάτε παιδιά;
-Πάμε στη Νέα Σκήτη.
-Θα δείτε τον παπαΘανάση;
-Θα τον δούμε.
-Ωραία!
Έκοψε κάτι μαργαρίτες, τις έβαλε σε ένα φάκελο, τις έστειλε και μου έγραψε απ' έξω:

Ο Άγιος Χατζη-Γεώργης και η «Ευλογημένη» Πέρδικα.

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία. 


​Κάποτε, ένας κυνηγός που περιπλανιόταν στις πλαγιές του Άθωνα, κοντά στην Καλύβη του Αγίου στις Κερασιές, κατάφερε να πιάσει μια πέρδικα ζωντανή. Σκέφτηκε, λοιπόν, να την πάει στον Γέροντα ως δώρο, ξέροντας ότι ο Χατζη-Γεώργης αγαπούσε όλα τα πλάσματα του Θεού.

Όταν ο κυνηγός έφτασε και του πρόσφερε το πουλί, ο Χατζη-Γεώργης το πήρε στα χέρια του με μεγάλη τρυφερότητα. Το χάιδεψε και άρχισε να του μιλάει σαν να ήταν άνθρωπος.

— «Γιατί άφησες, καημένο μου, τα μικρά σου στο βουνό και ήρθες εδώ;» είπε ο Γέροντας.
​Ο κυνηγός απόρησε. Πού ήξερε ο Γέροντας ότι η πέρδικα είχε φωλιά;

Ο Χατζη-Γεώργης γύρισε τότε στον κυνηγό και του είπε γλυκά:

Ήρθε η δική μου σειρά.

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία. 


​Θυμάμαι πάντα τέτοια ημέρα, το απογευματάκι τη γιαγιά να απλώνει το σιτάρι πάνω στα λευκά σεντόνια για να στεγνώσει. 

Σήμερα παίρνω εγώ τη σκυτάλη, ακολουθώντας την ίδια ιερή ιεροτελεστία. ​Φτιάχνοντας τα κόλλυβα, κάθε υλικό που προσθέτουμε κουβαλάει τον δικό του βαθύ συμβολισμό:

​Το Σιτάρι: Σύμβολο της Ανάστασης. Όπως ο σπόρος πέφτει στη γη, πεθαίνει και αναγεννάται, έτσι και η ψυχή προσδοκά την αιώνια ζωή.

​Η Ζάχαρη: Για τη γλυκύτητα του Παραδείσου.

​Το Ρόδι: Για τη λαμπρότητα και την αφθονία της επουράνιας μακαριότητας.

Τα Μυρωδικά & οι Ξηροί Καρποί: Συμβολίζουν τα άνθη και τους καρπούς του κήπου της Εδέμ.

​Είναι μια γέφυρα που μας συνδέει με τις ρίζες μας και τους ανθρώπους μας που αναπαύονται. Καθώς ανακατεύουμε τα υλικά, είναι σαν να ψιθυρίζουμε τα ονόματά τους, σαν να τους λέμε πως η θέση τους στην καρδιά μας παραμένει αναλλοίωτη. 

Μεγάλες αλήθειες.....

 Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο που λέει "Γεννήθηκες γυμνός. Θα φύγεις γυμνός. Ήρθες χωρίς αγαθά ή χρήματα. Θα φύγεις επίσης χωρίς αγαθά ή χρήματα. To πρώτο σου μπάνιο; Κάποιος σε έπλυνε. To τελευταίο σου μπάνιο; Κάποιος θα σε πλύνει. Αυτή είναι η ζωή. Γιατί, λοιπόν, τόση κακία; Γιατί τόση ζήλια; Γιατί τόση αγανάκτηση; Γιατί τόσος εγωισμός; Να είμαστε καλοί μεταξύ μας Έχουμε περιορισμένο χρόνο στη γη. Ας μην τον σπαταλάμε σε άχρηστα πράγματα. Στο τέλος, το μόνο που θα μετρήσει είναι τι άνθρωποι είμαστε."