
Αρχιμ. Φιλίππου Χαμαργιά
Πρωτοσυγκέλλου, Ιεράς Μητροπόλεως Μεσσηνίας
«Καὶ σὲ
μεσίτριαν ἔχω, πρὸς τὸν φιλάνθρωπον Θεόν, μή μου ἐλέγξῃ τὰς πράξεις,
ἐνώπιον τῶν Ἀγγέλων· παρακαλῶ σε, Παρθένε, βοήθησόν μοι ἐν τάχει».
Στην παράδοση του τόπου μας ο
Δεκαπενταύγουστος ονομάζεται «Πάσχα του καλοκαιριού». Μέσα στο “ἱλαρόν
φῶς” του Αυγούστου, συγκεντρωνόμαστε στους ναούς, ψάλλουμε τους
Παρακλητικούς Κανόνες και καταθέτουμε ονόματα ζώντων, ασθενών και
δοκιμαζομένων, προσφέροντάς Της ως άνθη ευώδη τις προσευχές μας και
στεκόμαστε με δέος και συγκίνηση ιδιαιτέρως σε έναν ύμνο: “Καὶ σὲ
μεσίτριαν ἔχω, πρὸς τὸν φιλάνθρωπον Θεόν, μή μου ἐλέγξῃ τὰς πράξεις,
ἐνώπιον τῶν Ἀγγέλων, παρακαλῶ σε, Παρθένε, βοήθησόν μοι ἐν τάχει”.
Ο αυτός ύμνος, συγκαταλέγεται στα
Εξαποστειλάρια που ψάλλονται στο τέλος του Μικρού και του Μεγάλου
Παρακλητικού Κανόνος κατά την περίοδο αυτή και περικλείει μέσα σε λίγες
λέξεις ολόκληρη την θεολογία της σχέσεως του πιστού ανθρώπου με την
Υπεραγία Θεοτόκο.
Εάν
τολμήσουμε να του δώσουμε έναν ορισμό, αυτός θα ήταν ένας ορισμός με
τέσσερις προσδιορισμούς. Πρώτον είναι λόγος εμπιστοσύνης, δεύτερον είναι
λόγος ομολογίας, τρίτον είναι λόγος μετάνοιας και τέλος αποτελεί λόγο
ελπίδας.
Αναλύοντας
εκτενέστερα το περιεχόμενό του και το ύφος του, διαπιστώνουμε ότι δεν
αποτελεί απλώς έναν ποιητικό “στολισμό” της λατρείας ούτε μία
συναισθηματική υπερβολή, απέναντι στην Μητέρα του Θεού και όλων μας,
αλλά είναι, ουσιαστικά, η φωνή του ανθρώπου που παραδέχεται την αδυναμία
του, βιώνει το βάρος των έργων του, αναμένει την ώρα της κρίσεως και
συγχρόνως δεν απελπίζεται, επειδή τελικά προσβλέπει στην μεσιτεία της
Κυρίας Θεοτόκου, ως πρέσβειρας προς τον φιλάνθρωπο Θεό.
Η εναρκτήριος
φράση «καὶ σὲ μεσίτριαν ἔχω» γίνεται μια έκφραση προσωπική για τον κάθε
χριστιανό. Διότι μέσα από την γραφίδα και την σκέψη του υμνωδού, ο κάθε
άνθρωπος δεν απευθύνεται προς την Παναγία ως μεσίτρια των χριστιανών
γενικώς, αλλά μέσα από μια προσωπική αναφορά λέγει: «Σε έχω εγώ». Σε έχω
μέσα στην φτώχεια μου, στον φόβο μου, στην πτώση μου, στον αγώνα μου.
Σε έχω όχι ως μία μακρινή ουράνια μορφή, αλλά ως ζωντανή παρουσία μέσα στην Εκκλησία και κατ’ επέκταση στην όλη ζωή μου.
Και μέσα από
αυτήν την αναφορά η πίστη γίνεται σχέση και ο πιστός άνθρωπος δεν
περιορίζεται σε μία θεωρητική παραδοχή για την Θεοτόκο, αλλά της
εκφράζει την εμπιστοσύνη του, την επικαλείται σε ένα προσωπικό επίπεδο,
της ανοίγει την καρδιά του και της ζητά να σταθεί δίπλα του σε όσα δεν
μπορεί μόνος του να σηκώσει.
Εδώ πρέπει να
τονίσουμε ότι η λέξη «ἔχω» δεν δηλώνει μια κατοχή ή μια εγωιστική
διάθεση αλλά μια βεβαιότητα κοινωνίας, μέσα από την οποία γνωρίζει ότι
δεν πορεύεται μόνος, αλλά έχει σίγουρο συνοδοιπόρο την πρεσβεία της
Θεοτόκου, η οποία μας συναγάγει αυτές τις ημέρες σε μια κοινή πορεία
προς το “Πάσχα του καλοκαιριού”.
Πολλοί βέβαια
αντιμάχονται την ιδιότητα της Παναγίας ως Μεσίτριας, λέγοντας ότι στην
Εκκλησία ο Ιησούς Χριστός είναι ο ένας και μοναδικός Μεσίτης, μεταξύ
Θεού και ανθρώπων, αφού κατά τον Απ. Παύλο: «Εἷς γὰρ Θεός, εἷς καὶ
μεσίτης Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, ἄνθρωπος Χριστὸς Ἰησοῦς» (Α΄ Τιμ. 2,5).
Φυσικά ο
Χριστός είναι ο μοναδικός Μεσίτης, διότι Αυτός, ως τέλειος Θεός και
τέλειος άνθρωπος, ένωσε στο πρόσωπό Του την θεία και την ανθρώπινη φύση
και με την Σταύρωση και την Ανάστασή Του, νίκησε την αμαρτία και τον
θάνατο, συμφιλίωσε τον άνθρωπο με τον Θεό και άνοιξε τον δρόμο προς την
Βασιλεία των Ουρανών.