Ναι,
συνέρχεται και λέει «τι έκανα;», αλλα «φαϊντά γιόκ[1]», δηλαδή δεν
οφελεί αυτό. Όπως ένας μεθυσμένος, αν σκοτώση λ.χ. την μάνα του, γελάει,
τραγουδάει, επειδή δεν καταλαβαίνει τι έκανε, και, όταν ξεμεθύση,
κλαίει και οδύρεται και λέει «τι έκανα;», έτσι και όσοι σ' αυτήν την ζωή
κάνουν αταξίες είναι σαν μεθυσμένοι. Δεν καταλαβαίνουν τι κάνουν, δεν
αισθάνονται την ενοχή τους. Όταν όμως πεθάνουν, τότε φεύγει αυτή η μέθη
και συνέρχονται. Ανοίγουν τα μάτια της ψυχής τους και συ- ναισθάνονται
την ενοχή τους, γιατί η ψυχή, όταν βγη από το σώμα, κινείται, βλέπει,
αντιλαμβάνεται με μια ασύλληπτη ταχύτητα.
Μερικοί
ρωτούν πότε θα γίνη η Δευτέρα Παρουσία. Για τον άνθρωπο όμως που
πεθαίνει γίνεται κατά κάποιον τρόπο η Δευτέρα Παρουσία, γιατί κρίνεται
ανάλογα με την κατάσταση στην οποία τον βρίσκει ο θάνατος.
- Γέροντα, πως είναι οι κολασμένοι;
-
Είναι υπόδικοι, φυλακισμένοι, που βασανίζονται ανάλογα με τις αμαρτίες
που έκαναν και περιμένουν να γίνη η τελική δίκη, η μέλλουσα κρίση.
Υπάρχουν βαρυποινίτες, υπάρχουν και υπόδικοι με ελαφρότερες ποινές.
- Και οι Άγιοι και ο ληστής[2];
-
Οι Άγιοι και ο ληστής είναι στον Παράδεισο, άλλα δεν έχουν λάβει την
τέλεια δόξα, όπως και οι υπόδικοι είναι στην κόλαση, άλλα δεν έχουν
λάβει την τέλεια καταδίκη. Ο Θεός, ενώ έχει πει εδώ και τόσους αιώνες το
«μετανοείτε ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών[3]»,
παρατείνει-παρατείνει τον χρόνο, επειδή περιμένει εμάς[4] να
διορθωθούμε. Αλλά εμείς παραμένοντας στις κακομοιριές μας αδικούμε τους
Αγίους, γιατί δεν μπορούν να λάβουν την τέλεια δόξα, την οποία θα
λάβουν μετά την μέλλουσα Κρίση.
Η προσευχή και τα μνημόσυνα για τους κεκοιμημένους[5]
- Γέροντα, οι υπόδικοι νεκροί μπορούν να προσεύχονται;
-
Έρχονται σε συναίσθηση και ζητούν βοήθεια, αλλά δεν μπορούν να
βοηθήσουν τον εαυτό τους. Όσοι βρίσκονται στον Άδη μόνον ένα πράγμα θα
ήθελαν από τον Χριστό: να ζήσουν πέντε λεπτά, για να μετανοήσουν. Εμείς
που ζούμε, έχουμε περιθώρια μετανοίας, ενώ οι καημένοι οι κεκοιμημένοι
δεν μπορούν πια μόνοι τους να καλυτερεύσουν την θέση τους, αλλά
περιμένουν από μας βοήθεια. Γι' αυτό έχουμε χρέος να τους βοηθούμε με
την προσευχή μας.
Μου
λέει ο λογισμός ότι μόνον το δέκα τοις εκατό από τους υπόδικους νεκρούς
βρίσκονται σε δαιμονική κατάσταση και, εκεί που είναι, βρίζουν τον Θεό,
όπως οι δαίμονες. Δεν ζητούν βοήθεια, αλλά και δεν δέχονται βοήθεια.
Γιατί, τί να τους κάνη ο Θεός; Σαν ένα παιδί που απομακρύνεται από τον
πατέρα του, σπαταλάει όλη την περιουσία του και από πάνω βρίζει τον
πατέρα του. Ε, τι να το κάνη αυτό ο πατέρας του;
Οι άλλοι όμως
υπόδικοι, που έχουν λίγο φιλότιμο, αισθάνονται την ενοχή τους, μετανοούν
και υποφέρουν για τις αμαρτίες τους. Ζητούν να βοηθηθούν και
βοηθιούνται θετικά με τις προσευχές των πιστών. Τους δίνει δηλαδή ο
Θεός μια ευκαιρία, τώρα που είναι υπόδικοι, να βοηθηθούν μέχρι να γίνη η
Δευτέρα Παρουσία. Και όπως σ' αυτήν την ζωή, αν κάποιος είναι φίλος με
τον βασιλιά, μπορεί να μεσολαβήση και να βοηθήση έναν υπόδικο, έτσι και
αν είναι κανείς «φίλος» με τον Θεό, μπορεί να μεσολαβήση στον Θεό με την
προσευχή του και να μεταφέρη τους υπόδικους νεκρούς από την μια
«φυλακή» σε άλλη καλύτερη, από το ένα «κρατητήριο» σε ένα άλλο καλύτερο.
Η ακόμη μπορεί να τους μεταφέρη και σε «δωμάτιο» η σε «διαμέρισμα».
Όπως
ανακουφίζουμε τους φυλακισμένους με αναψυκτικά κ.λπ. που τους
πηγαίνουμε, έτσι και τους νεκρούς τους ανακουφίζουμε με τις προσευχές
και τις ελεημοσύνες που κάνουμε για την ψυχή τους. Οι προσευχές των
ζώντων για τους κεκοιμημένους και τα μνημόσυνα είναι η τελευταία
ευκαιρία που δίνει ο Θεός στους κεκοιμημένους να βοηθηθούν, μέχρι να
γίνη η τελική Κρίση. Μετά την δίκη δεν θα υπάρχη πλέον δυνατότητα να
βοηθηθούν.
Ο
Θεός θέλει να βοηθήση τους κεκοιμημένους, γιατί πονάει για την σωτηρία
τους, αλλά δεν το κάνει, γιατί έχει αρχοντιά. Δεν θέλει να δώση δικαίωμα
στον διάβολο να πη: «Πως τον σώζεις αυτόν, ενώ δεν κοπίασε;». Όταν
όμως εμείς προσευχώμαστε για τους κεκοιμημένους, Του δίνουμε το δικαίωμα
να επεμβαίνη. Περισσότερο μάλιστα συγκινείται ο Θεός, όταν κάνουμε
προσευχή για τους κεκοιμημένους παρά για τους ζώντες.
Γι'
αυτό και η Εκκλησία μας έχει τα κόλλυβα, τα μνημόσυνα. Τα μνημόσυνα
είναι ο καλύτερος δικηγόρος για τις ψυχές των κεκοιμημένων. Έχουν την
δυνατότητα και από την κόλαση να βγάλουν την ψυχή. Κι εσείς σε κάθε
Θεία Λειτουργία να διαβάζετε κόλλυβο για τους κεκοιμημένους. Έχει νόημα
το σιτάρι. «Σπεί- ρεται εν φθορά, εγείρεται εν αφθαρσία»[6], λέει η
Γραφή.
Στον κόσμο μερικοί βαριούνται να βράσουν λίγο σιτάρι και
πηγαίνουν στην εκκλησία σταφίδες, κουραμπιέδες, κουλουράκια, για να τα
διαβάσουν οι ιερείς. Και βλέπεις, εκεί στο Άγιον Όρος κάτι γεροντάκια τα
καημένα σε κάθε Θεία Λειτουργία κάνουν κόλλυβο και για τους
κεκοιμημένους και για τον Άγιο που γιορτάζει, για να έχουν την ευλογία
του.
- Γέροντα, αυτοί που έχουν πεθάνει πρόσφατα έχουν μεγαλύτερη ανάγκη από προσευχή;
-
Εμ, όταν μπαίνη καποιος στην φυλακή, στην αρχή δεν δυσκολεύεται πιο
πολύ; Να κάνουμε προσευχή για τους κεκοιμημένους που δεν ευαρέστησαν
στον Θεό, για να κάνη κάτι και γι' αυτούς ο Θεός. Ιδίως, όταν ξέρουμε
ότι κάποιος ήταν σκληρός -θέλω να πω, ότι φαινόταν σκληρός, γιατί μπορεί
να νομίζουμε ότι ήταν σκληρός, αλλά στην πραγματικότητα να μην ήταν-
και είχε και αμαρτωλή ζωή, τότε να κάνουμε πολλή προσευχή, Θείες
Λειτουργίες, Σαρανταλείτουργα για την ψυχή του και να δίνουμε
ελεημοσύνη[7] σε φτωχούς για την σωτηρία της ψυχής του, για να ευχηθούν
οι φτωχοί «ν' αγιάσουν τα κόκκαλά του», ώστε να καμφθή ο Θεός και να τον
ελεήση. Έτσι, ο,τι δεν έκανε εκείνος, το κάνουμε εμείς γι' αυτόν. Ενώ
ένας άνθρωπος που είχε καλωσύνη, ακόμη και αν η ζωή του δεν ήταν καλή,
επειδή είχε καλή διάθεση, με λίγη προσευχή πολύ βοηθιέται.