Ζωντανή Αναμετάδοση Ιερών Ακολουθιών
Παρασκευή 29 Μαΐου 2026
Στην μνήμη της Άλωσης.
«...Κείνη τὴν ὥρα ἔβγαινε ὁ ἥλιος.
Οἱ Τοῦρκοι μπαίνανε σὰν ποτάμι ἀφρισμένο ἀπὸ τὰ κάστρα κι᾿ ἀπὸ τὴν πόρτα.
Οἱ
Χριστιανοὶ ἀπελπισμένοι πέφτανε μὲ σφαλιχτὰ μάτια ἀπάνω τους, κ᾿ ἔγινε
τέτοιος σκοτωμός, ποὺ τὸ αἷμα ἔτρεχε νὰ κολυμπήσῃ δαμάλι.
Ὁ βασιλέας, παραμιλώντας ἀπ᾿ τὴν ἀπελπισιά του, χύμηξε στὴν πόρτα μὲ τὰ
παλληκάρια του κ᾿ ἔπεσε μέσα στὸ πειὸ πηχτὸ τουρκομάνι, βαρώντας μὲ τὸ
σπαθί του.
Ὁ Δὸν Φραγκίσκος ὁ Τολεδάνος, πὤλαχε νἆνε
στὸ δεξί του χέρι, ἔχασε τὸ σπαθί του καὶ χύθηκε καὶ ξέσκιζε τοὺς
Τούρκους μὲ τὰ νύχια καὶ μὲ τὰ δόντια.
Το πάρσιμο της πόλης
Σὰν σήμερα πάρθηκε ἡ Πόλη ἀπ᾿ τὸν σουλτὰν Μεμέτη στὸ 1453, μέρα Τρίτη, βγαίνοντας ὁ ἥλιος.
Μιὰ
τέτοια ἱστορία δὲ μπορεῖ νὰ τὴ γράψῃ ἄξια κανένας· δὲν πιστεύω νὰ
βρίσκεται τέτοιος μεγάλος μάστορης.
Κανένας, ἂς ἤτανε κι ὁ ἴδιος ὁ
Ὅμηρος, ποὺ τραγούδησε μὲ λόγια σὰν κοτρώνια τὸν φημισμένον ἐκεῖνο
πόλεμο τῆς Τρωάδας.
Κείνη τὴ
μέρα, ποὺ δὲν πρέπει νὰ λογαριαστῇ μηδὲ στὶς μέρες τῶν χρονῶν, μηδὲ στὶς
μέρες τῶν μηνῶν, παρὰ νὰ τὴ σκεπάσῃ σκοτάδι, ὅπως λέγει ὁ Ἰὼβ γιὰ τὴ
μέρα ποὺ γεννήθηκε, ὁ φόβος ποὔπιασε τοὺς ἀνθρώπους ἤτανε τέτοιος, ποὺ
τρεῖς καὶ τέσσερες γενιὲς δὲ φτάξανε γιὰ νὰ συνεφέρουνε.
Ἀκόμα καὶ
σήμερα, σὰ διαβάζει κανένας ὅσα γράψανε οἱ ἱστορικοὶ ἐκεινοῦ τοῦ καιροῦ,
εἶνε στιγμὲς ποὺ τρέμει στ᾿ ἀλήθεια, σὰ νὰ βρίσκεται ὁ ἴδιος μέσα στὴν
Πόλη, κι᾿ ὥρα μὲ τὴν ὥρα περιμένει νὰ δῇ τοὺς Τούρκους νὰ σφάξουνε τὸν
κόσμο μπροστὰ στὰ μάτια του.
Ἀναλόγως
τὰ μεγαλεῖα, ποὺ εἶδε αὐτὴ ἡ φημισμένη Κωνσταντινούπολη, ἀναλόγως τὰ
χίλια χρόνια πὤξησε, ἀναλόγως στάθηκε καὶ τὸ ψυχομαχητό της. Ὅλος ὁ
κόσμος ταράχτηκε· στὰ πειὸ ξέμακρα μέρη τῆς χριστιανωσύνης ἀκούστηκε ὁ
βρόντος πὤκανε τὸ κορμί της σὰν ἔπεσε ἄψυχο ἀνάμεσα ἀνατολὴ καὶ δύση. Δὲ
μιλῶ σὰ ρωμιός· μιλῶ σὰν ἄνθρωπος γιὰ μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ σκληρὲς συμφορὲς
ποὺ πέρασε ἡ ἀνθρωπότητα. Θεριὸ πρέπει νἆνε κανένας γιὰ νὰ μὴ δακρύσῃ τὸ
μάτι του.
Καὶ ποιὸς δὲν τὴν
ἔκλαψε! Ἕλληνες, Βενετσάνοι, Γενοβέζοι, Βούλγαροι, Σέρβοι, Ροῦσσοι,
Πολωνοί, Ἀρμεναῖοι, ἀκόμα κ᾿ οἱ ἴδιοι οἱ Τοῦρκοι, ὅλοι τὴν κλάψανε,
γιατὶ στὰ καλὰ χρόνια της ὅλοι τὴν καμαρώνανε. Ὁ ἄνθρωπος εἶνε γιομάτος
παραξενιές. Χαίρεται καὶ καυχιέται γιὰ τὰ σπουδαῖα πράγματα, ποὺ μπόρεσε
νὰ φτιάσῃ, μὲ τόσους κόπους, μὲ τὸ αἷμα τῆς καρδιᾶς του, μὰ πάλι ὁ
ἴδιος, σὰν νὰ τὸν σπρώχνῃ ὁ διάολος μὲ τὰ δικά του τὰ χέρια πάει καὶ τὰ
χαλᾶ, ρίχνει χάμω τὸ εἴδωλο ποὺ λάτρεψε, τὸ τσακίζει καὶ τὸ ποδοπατᾶ.
Σάμπως καὶ σήμερα, ποὺ λέγει πὼς τάχα μέρεψε, δὲ δουλεύει σὰ μερμήγκι νὰ
φτιάξῃ ὄμορφα πράγματα, τέχνες, χτίρια, βιβλία, γιὰ νὰ τὸν πιάσῃ ἄξαφνα
μιὰ μέρα ἡ τρέλλα νὰ τοὺς δώσῃ μιὰ κλωτσιὰ καὶ νὰ πιάσῃ πάλι ἀπὸ τὴν
ἀρχή! Ἔχω ἀκουστά, πῶς σ᾿ ἕνα νησὶ τῆς ἰνδίας, ἐκεῖ δὰ ποὺ οἱ ἄνθρωποι
ζοῦνε εἰρηνικὰ καὶ κουβεντιάζουνε γνωστικά, στὰ καλὰ καθούμενα τοὺς
πιάνει ἄξαφνα μιὰ μανία καὶ τρέχουνε σὰ λυσσασμένοι στοὺς δρόμους,
σκοτώνοντας ὅποιον λάχῃ μπροστά τους. Ἕνα τέτοιο πράγμα πιάνει κάθε τόσο
καὶ τὴν ἀνθρωπότητα, γίνεται θηρίο ἀνήμερο καὶ δαγκώνει τὰ κρέατά της.
Σὰν
ἕνα μπουρίνι, ποὺ μὲ μιᾶς μελανιάζει ὁ οὐρανὸς καὶ γίνεται ἡ μέρα σὰ
νύχτα κι᾿ ἀκούγονται ἀπὸ μακρυὰ βροντὲς κι᾿ ἀστροπελέκια, καὶ σὲ λίγο
ξεσπᾷ ὁ δρόλαπας, κι᾿ ὁ φόβος σφίγγει κάθε καρδιά, ἀπὸ τοῦ πουλιοῦ ποὺ
κελαϊδοῦσε πρὶν ἀπὸ λίγο, ἴσαμε τοῦ λιονταριοῦ, ποὖνε καμωμένη ἀπ᾿
ἀτσάλι, ἔτσι ξέσπασε ἀπάνω στὴ γερασμένη τὴν Πόλη ὁ σίφουνας καὶ τὴν
ἔκανε στάχτη. Μέσα σὲ 55 μέρες χάθηκε ὅ,τι γίνηκε σὲ χίλια χρόνια.
Αὐτὸς
ὁ θανατερὸς ἄνεμος ἐπίασε νὰ φυσᾷ ἀπὸ τὶς ἐρημιὲς τῆς Ἀσίας, ἀπὸ τοὺς
τόπους ποὺ δὲ φυτρώνει χορτάρι, σπρώχνοντας κατὰ δῶθε ἕνα κοπάδι
ἀνθρώπους δίχως σπίτια, δίχως χωράφια, ἀγρίμια ἄκαρδα, ποὺ τἆχε κάψει ἡ
ἄπονη φύση μὲ τὸ κρύο, μὲ τὴν πείνα καὶ μὲ τὸν πόλεμο. Σὰν τοὺς λύκους,
ποὺ λυσσᾶνε σὰν πέσῃ, πολὺ χιόνι στὰ βουνὰ καὶ τρῶνε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον,
ἔτσι πλανιόντανε αὐτὰ τὰ πλάσματα, ὥς που φτάξανε σὲ τοῦτα τὰ σύνορα,
ποὺ ζούσανε ἀρχαῖες φυλές, ἀνθρῶποι ποὔχανε σπίτια θεμελιωμένα ἀπὸ
χιλιάδες χρόνια, ποὔχανε καὶ καράβια καὶ κουβαλούσανε ἀπὸ μακρυὰ κάθε
τί, ποὖνε γιὰ τὴν καλοπέραση τ᾿ ἀνθρώπου.
Τὸ πειὸ μεγάλο κάστρο, ἡ Κωνσταντινούπολη, ἤτανε χτισμένο ἀπάνω στὴν ἀκρογιαλιά, ἀνάμεσά σε δυὸ στεριές, γιομάτο σπίτια, μαγαζιά, ἐκκλησιές, παλάτια, συντριβάνια, ὅλα ἀπὸ πέτρα καὶ μάρμαρο. Οἱ ἀνθρῶποι ἤτανε ντυμένοι μὲ ροῦχα ἀκριβά, γράφανε καὶ διαβάζανε ἀπάνω στὸ χαρτί, ξέρανε πράγματα λογῆς-λογῆς, τέχνες καὶ ζαναάτια (ἐπαγγέλματα) πολλά. Εἴχανε πλῆθος ἀγάλματα στεριωμένα ἀπάνω σε κολῶνες ἀπὸ χρωματιστὰ μάρμαρα, εἰκόνες ζωγραφισμένες ἀπάνω σε σανίδια μὲ μπογιὲς καὶ μὲ χρυσάφι, καμπάνες κρεμασμένες στὰ καμπαναριά, πράγματα ποὺ οἱ Τοῦρκοι ἀπορούσανε μὲ τί τρόπο τὰ φτιάνανε.
Ἄλογα τρέχανε χλιμιντρίζοντας μέσα στὰ μεϊντάνια, κ᾿
οἱ ἄνθρωποι περπατούσανε ἀπάνω σε δρόμους ποὺ ἤτανε στρωμένοι μὲ
πελεκητὲς πέτρες. Τί κάστρο ἤτανε τοῦτο, γιομάτο ἀπὸ θαυμαστὰ πράγματα,
ποὺ μηδὲ ὁ Προφήτης δὲν τἆχε στὸν Παράδεισο!
Δίχως
νὰ χάσουνε καιρὸ τὸ ζώσανε, ὁ σουλτὰν Μεμέτης σὰ φίδι τὸ περιτύλιξε.
Τοῦτοι ποὔχανε ἔρθει ἀπὸ τὴν Ἀσία ἤτανε σὰ λιονταρόπουλα ἀδάμαστα·
εἴχανε κότσα γερά, τὸ αἷμα τους ἔβραζε σὰ μοῦστος. Μὰ οἱ ἄλλοι ποὺ ἤτανε
σφαλισμένοι μέσα στὸ σαραβαλιασμένο κάστρο, ἤτανε ράτσες γερασμένες,
κουρασμένες ἀπ᾿ τὰ πάθια, ἀπ᾿ τὰ βιβλία κι᾿ ἀπὸ τὴν προσευχή, περήφανοι
γιὰ τὸ σόϊ τους, θλιμμένοι γιὰ τὸ κατάντημά τους.
Ὁ σουλτάνος ἔδερνε μὲ
τὸ καμουτσὶ τοὺς στρατιῶτες του, τοὺς μαχαίρωνε, τσάκιζε τὸ κεφάλι τους
μὲ τὸ χρυσὸ τοπούζι ποὺ βαστοῦσε στὸ χέρι του. Μὰ ὁ βασιλέας, ποὺ ἤτανε
σφαλισμένος μέσα στὸ κάστρο, μιλοῦσε στοὺς δικούς του σὰ Χριστὸς μὲ τ᾿
ἀγκάθινο στεφάνι ὁποὺ τὦχε γιὰ κορῶνα βασιλική. Δὲ διάταξε τοὺς
στρατιῶτες του, τοὺς παρακαλοῦσε μὲ τὴ θλιμμένη, φωνή του, μὲ τὰ μάτια
του, ποὺ ἤτανε μελανιασμένα ἀπ᾿ τὴν ἀγρύπνια.
Οἱ
Τοῦρκοι ἤτανε ὡς τετρακόσιες χιλιάδες· ἀπ᾿ αὐτοὺς οἱ ἑκατὸ ἤτανε
καβαλλαραῖοι. Οἱ Χριστιανοί, ποὺ σηκώνανε ἅρματα, μαζευόντανε ὅλοι ὅλοι
ἑφτὰ χιλιάδες, Ἕλληνες, Βενετσάνοι καὶ Γενοβέζοι.
Ἡ
πολιορκία ἄρχισε στὶς 5 Ἀπριλίου. Ὁ σουλτάνος ἔστησε τὴν τέντα του
κοντὰ στὴν Καστρόπορτα Καλιγαρία καὶ κούρντισε ἀπάνω της τὸ μεγάλο
κανόνι τοῦ Οὐρμπάν. Ὑστερώτερα ὅμως τὸ κουβάλησε μπροστὰ στὴν πόρτα τοῦ
Ῥωμανοῦ. Γιὰ νὰ τὸ γιομίσουνε χρειαζόντανε δυὸ ὧρες σωστές, καὶ γιὰ
τοῦτο βαροῦσε μονάχα ἑφτὰ φορὲς τὴ μέρα. Σαράντα ζευγάρια βόδια τὸ
τραβούσανε, γιὰ νὰ τὸ φέρουνε ἀπὸ τὴν Ἀδριανούπολη, καὶ γιὰ νὰ περάσουνε
δυὸ μερῶν δρόμο κάνανε δυὸ μῆνες.
Τετρακόσοι γενιτσάροι τὸ βαστούσανε
γιὰ νὰ μὴ γύρῃ, διακόσοι ἀπὸ κάθε μεριά. Ὁ σουλτάνος κράτησε γύρω στὴν
τέντα του δεκαπέντε χιλιάδες γενιτσάρους. Τὸ βουνὸ ποὖνε ἀπάνω ἀπ᾿ τὸ
Γαλατᾶ, τὤπιασε ὁ Ζαγανὸ πασᾶς. Ναύαρχος ἤτανε ὁ Μπαλτάογλους, κ᾿ εἶχε
στὸν ὁρισμό του καμμιὰ τετρακοσαριὰ καράβια, τὰ πειὸ πολλὰ μαοῦνες καὶ
μικρὰ μπριγκαντίνια.
Τὰ καράβια
πάλι, ποὔχανε οἱ Χριστιανοί, ἤτανε τρία γενοβέζικα, ἕνα γαλλικό, ἕνα
σπανιόλικο, τρία κρητικὰ καὶ τρεῖς μεγάλες Βενετσάνικες γαλέρες.
Ἴσαμε
τὶς 18 οἱ Τοῦρκοι βαρούσανε μὲ τὸ κανόνι καὶ κάνανε ψευτοπόλεμο. Οἱ
γενιτσάροι χυμίζανε σὰν ζῶα χωρὶς νὰ λογαριάζουνε τὴ ζωή τους, κι᾿ ἅμα
σκοτωνότανε κανένας, πηγαίνανε οἱ ἄλλοι καὶ τὸν παίρνανε στὸν ὦμο τους.
Κι᾿ ἂν σκοτωνόντανε ἢ λαβωνόντανε καὶ τοῦτοι, τρέχανε πάλι ἄλλοι Τοῦρκοι
καὶ τοὺς παίρνανε. Μποροῦσε νὰ σκοτωθοῦνε δέκα, παρὰ ν᾿ ἀφήσουνε ἕναν
σκοτωμένον.
Ἐξὸν ἀπ᾿ τὸ μεγάλο
κανόνι, οἱ Τοῦρκοι εἴχανε κι᾿ ἄλλα πολλὰ μικρότερα, καὶ πλῆθος μηχανές,
βαλίστρες λεγόμενες, ποὺ σφεντονίξανε βροχὴ ἀπὸ πέτρες κι᾿ ἀπὸ σαΐτες.
Στὶς
18 ἕνα κοπάδι Τοῦρκοι χύθηκε καταπάνω στὸ κάστρο μὲ τόση βουὴ καὶ
τέτοιο οὔρλιασμα, π᾿ ἀκουγότανε ἴσαμε τὴν ἀνατολή, δώδεκα μίλια μακρυὰ
ἀπ᾿ τὸ στρατόπεδο. Μὰ δὲ μπορέσανε νὰ κάνουνε τίποτα. Σκοτωθήκανε μονάχα
διακόσιοι Τοῦρκοι. Κάνανε καὶ μιὰ μεγάλη τέντα ἀπὸ τομάρια ἄσπρα καὶ
κόκκινα, καὶ φυλαγμένοι ἀπὸ τούτη τὴ σκεπή, σιμώσανε στὸ κάστρο κι᾿
ἀνοίξανε λαγούμια μέσα στὴ γῆ καὶ φτάξανε ἀπὸ κάτω ἀπ᾿ τὰ σπίτια.
Μὰ οἱ Γραικοὶ ἀνοίξανε ἄλλες τρύπες καὶ διώξανε αὐτοὺς τοὺς τυφλοπόντικους. Ὕστερ᾿ ἀπὸ λίγες μέρες οἱ Τοῦρκοι σκαρώσανε πάλι μιὰ μεγάλη καὶ φοβερὴ μηχανή, ποὺ τὴν εἴπανε οἱ παλιοὶ Ἑλέπολι. Ἀπ᾿ ὄξω κι᾿ ἀπὸ μέσα τὴν εἴχανε καπλαντισμένη μὲ τρία ἀπανωτὰ βοδοτόμαρα, κι᾿ ἁπάν᾿ ἀπάνω εἶχε πύργους κλεισμένους πάλι μὲ τομάρια γιὰ νὰ φυλάγωνται οἱ πολεμιστές, κ᾿ ἕνα σωρὸ ρόδες γιὰ νὰ τὴν κυλᾶνε.
Σὰν τὴν εἴδανε, ἄξαφνα τὸ πρωὶ οἱ Ἕλληνες, εἰδοποιήσανε τὸ βασιλιὰ καὶ πῆγε μὲ τὴν ἀκολουθία του νὰ δοῦνε αὐτὴ τὴν παράξενη μηχανή. Κι᾿ ἅμα τὴν εἴδανε, ἀπομείνανε σὰν πεθαμένοι. Οἱ Τοῦρκοι τὴ γεμίσανε μὲ ξύλα καὶ μὲ χώματα κι᾿ ἀφοῦ τὴν κολλήσανε κοντὰ στὸ κάστρο, πασχίσανε νὰ βουλώσουνε τὸ χαντάκι, ποὺ βρισκότανε ὁλοτρόγυρα στὸ φρούριο καὶ νὰ κατεβάσουνε ἁπάν᾿ ἀπὸ τοὺς πύργους κάτι γιοφύρια ποὔχανε ἕτοιμα καὶ νὰ τὰ ρίξουνε ἀπάνω στὸ φρύδι τοῦ κάστρου.
Μὰ οἱ Χριστιανοὶ πολεμήσανε μὲ παλληκαριὰ καὶ γκρεμνίξανε τοὺς Τούρκους μέσα στὸ χαντάκι. Τὶς τρύπες, ὁποὺ ἀνοίγανε οἱ μπάλλες πὤριχνε τὸ μεγάλο κανόνι, κάτι κοτρῶνες φοβερὲς ἀπὸ μάρμαρο τῆς Μαύρης Θάλασσας στρογγυλεμένες μὲ τὸ καλέμι, τὶς βουλώνανε γρήγορα μὲ ξύλα καὶ μὲ βαρέλια γιομάτα χῶμα.
Σὲ τούτη τὴ δουλειὰ δουλεύανε γυναῖκες, παιδιά,
παπάδες καὶ δεσποτάδες ἀκόμα. Καταφέρανε μάλιστα νὰ κάψουνε καὶ τὴ
μεγάλη μηχανὴ κι᾿ ἄλλες πειὸ μικρές. Ὁ σουλτὰν Μεμέτης, σὰν τὴν εἶδε νὰ
καίγεται, ὠρκίσθηκε πὼς κ᾿ οἱ τριανταεφτὰ χιλιάδες προφῆτες νὰ τοῦ τὸ
λέγανε, πάλι ποτὲ δὲν θὰ τὸ πίστευε.
Οἱ
δυστυχισμένοι οἱ Χριστιανοὶ πήρανε λιγάκι ἀπάνω τους, ποὖχε κόψει τὸ
αἷμα τους. Μέρα νύχτα ἀκούγανε κεῖνο τ᾿ ἄγριο τ᾿ ἀνθρωπομάζωμα νὰ
οὐρλιάζῃ κάτ᾿ ἀπ᾿ τὰ τειχιά. Καὶ τοῦτα δὰ ἤτανε τόσο σαραβαλιασμένα, ποὺ
πολλὲς φορὲς γκρεμνιζόντανε μονάχα ἀπὸ τὸ βρόντο τοῦ κανονιοῦ. Νύχτες
ὁλάκερες δὲ σφαλίξανε μάτι. Ἀπὸ τὰ μικρὰ παιδιὰ ὡς τοὺς γέρους ὅλοι
δουλεύανε, κουβαλούσανε χώματα καὶ πέτρες. Κ᾿ οἱ καλογέροι εἴχανε ζωσθῆ
τ᾿ ἅρματα καὶ βαστούσανε ἕνα κομμάτι τοῦ κάστρου. Στὴν πόρτα τοῦ Ῥωμανοῦ
ἔστεκε ὁ βασιληᾶς, ἔχοντας κοντά του τὸ γενοβέζο Γιουστινιάνη, τὸν
ἀρχιστράτηγο, καὶ τὸν δὸν Φραγκίσκο ἀπ᾿ τὸ Τολέδο, μαζὶ μὲ πεντακόσους
διαλεχτοὺς γενοβέζους.
Τὴν πόρτα, τὴ λεγόμενη Μυρίανδρο, τὴ βαστούσανε
δυὸ ἀδέρφια ἀντρειωμένα, ὁ Παῦλος κι᾿ ὁ Ἀντώνης Μπογιάρδοι. Τὴν πόρτα
τῆς Καλιγαρίας τὴ διαφεντεύανε ὁ Θόδωρος ἀπὸ τὴν Κάρυστο κι ὁ Γιάννης
Γερμανός, ὁ ἕνας πρῶτος στὸ δοξάρι κι᾿ ὁ ἄλλος στ᾿ ἀρκεμπούζι. Στὴν
Ξυλοπόρτα καὶ στὸν Πύργο τοῦ Ἀνεμᾶ στεκότανε ὁ γενοβέζος καπιτάνιος
Λεονάρδος Λαγκάσκος. Στὴν κόρδα τοῦ κάστρου, ποὺ κύτταζε κατὰ τὸ λιμάνι,
ἤτανε ὁ ναύαρχος Νοταρᾶς. Ὁ καπιτὰν Γαβριὴλ Τρεβιζάνος εἶχε ἀραδιασμένα
τὰ καράβια του ἀπὸ τὴν κόχη τοῦ κάστρου ἴσαμε τὸ φάρο κι᾿ ὁ Ἀνδρέας
Ντῖνος φύλαγε μὲ τὰ δικά του τὸ μπάσιμο τοῦ λιμανιοῦ. Ὁ σπανιόλος Πέτρος
Τζουλιάνος βαστοῦσε τὸ μέρος ποὖνε ἀπ᾿ τὸ παλάτι τοῦ Βουκολέοντα ὡς τὸ
Κοντοσκάλι. Ἤτανε κι᾿ ἄλλοι πολεμάρχοι σ᾿ ἄλλες μεριές.
Θέλω νὰ συντομέψω τὰ καθέκαστα, μὰ δὲν ξέρω τί νὰ πῶ καὶ τί ν᾿ ἀφήσω. Κατὰ τὴ στεριὰ νὰ κυττάξω, γιὰ κατὰ τὴ θάλασσα;
Στὶς
20 τοῦ Μαγιοῦ, τ᾿ ἀπόγευμα, φανήκανε τέσσερα χριστιανικὰ καράβια γιὰ νὰ
δώσουνε βοήθεια. Ἐρχόντανε πρύμα, μὰ σὰ φτάξανε κοντὰ στὴν Πόλη, ἔπεσε
μὲ μιᾶς ὁ ἀγέρας καὶ καρφωθήκανε στὸν τόπο. Ὁ σουλτάνος σὰν εἶδε πῶς τὸν
βοηθοῦσε ὁ προφήτης, πρόσταξε εὐθὺς τὰ καράβια του νὰ κινήσουνε
καταπάνω τους. Τὰ τούρκικα χυμίξανε μὲ τούμπανα καὶ μ᾿ ἀλαλαγμὸ φοβερόν,
κ᾿ ἔπιασε πόλεμος, ποὺ φοβηθήκανε ὡς καὶ τὰ ξύλα τ᾿ ἄψυχα. Τὸ κάθε ἕνα
ἀπὸ τὰ τέσσερα χριστιανικὰ καράβια πάλευε ἄλλο μὲ πέντε, ἄλλο μὲ τριάντα
κι᾿ ἄλλο μὲ σαράντα τούρκικα. Ἡ θάλασσα ἔπηξε, πὤλεγες πὼς ἤτανε νησὶ
δασωμένο ἀπὸ κατάρτια. Τρεῖς ὧρες ἤτανε κολλημένα, δίχως νὰ μπορέσουνε
οἱ Τοῦρκοι νὰ τὰ πατήσουνε. Ἀπάνω στὰ τέσσερα καράβια ἔπεφτε βροχὴ ἀπὸ
σαγίτες, βροχὴ ἀπὸ φωτιά, ποὺ σφεντονίξανε οἱ ζαροβοτάνες.
Οἱ τσάγκρες ἀμολούσανε στουπιὰ ἀναμμένα, δεμένα ἀπάνω σε σαγίτες. Βουτηχτὲς βουτούσανε ἀποκάτω ἀπ᾿ τὶς καρίνες καὶ πολεμούσανε νὰ τὰ τρυπήσουνε. Οἱ Χριστιανοὶ πάλι ἀδειάξανε ἀπάνω στοὺς Τούρκους λεβέτια μὲ κατράμι καὶ λυωμένο ξύγκι. Ὁ καπιτὰν Φλικτανέλος κ᾿ οἱ τρεῖς ἀντρειωμένοι σύντροφοί του ἀπὸ τἄλλα τρία καράβια, ὁ Κατανέος, ὁ Νοβάρας κι᾿ ὁ Βαλονάρης, πολεμούσανε σὰν λιοντάρια. Ἡ θάλασσα εἶχε γιομίσει ἀπ᾿ τὰ κοντάρια κι᾿ ἀπ᾿ τὶς σαγίτες καὶ τὰ τούρκικα δὲ μπορούσανε νὰ κουνηθοῦνε. Πολλὰ ἀπὸ δαῦτα τρακάρανε καὶ βουλιάξανε, ἀλλὰ πάλι λαμπαδίσανε καὶ γινήκανε στάχτη. Ὁ κόσμος εἶχε μαζευτῆ καὶ κύτταζε ἁπάν᾿ ἀπὸ τὸ κάστρο. Ὁ σουλτάνος ἄφριζε, φώναξε, σὰ νἆχε χάσει τὸ λογικό του. Στὸ τέλος, σὰν εἶδε πῶς θὰ ξεφεύγανε οἱ Χριστιανοί, καβαλλίκεψε τάλογό του, τὸ σπιρούνισε καὶ χύμιξε μέσα στὴ θάλασσα, τραβώντας κατὰ τὰ καράβια, κι᾿ ἀπὸ πίσω του πέσανε στὸ νερὸ οἱ πασάδες του. Οἱ ναῦτες, ποὺ δὲν ἤτανε μακρύτερα ἀπὸ μιὰ πετριά, βλέποντας τὸν ἀφέντη τους νὰ πέφτη στὸ νερό, ὡρμήσανε μὲ περισσότερη μανία στὴ φωτιά, μὰ ἀδιαφόρετα. Σὲ μιὰ στιγμὴ φύσηξε λίγος ἀγέρας καὶ τὰ τέσσερα καράβια περάσανε ἀνάμεσα στὰ τούρκικα, μπήκανε στὸ λιμάνι καὶ τὸ κλείσανε μὲ τὴν ἁλυσίδα. Μέσα σὲ τρεῖς ὧρες σκοτωθήκανε ἀπάνω ἀπὸ δώδεκα χιλιάδες, ὅπως λέγει ὁ Φραντζῆς, πρᾶγμα ἀπίστευτο.
29 Μαΐου 1453. Άλωση της Κωνσταντινούπολης!
Σημαίνει ο Θεός, σημαίνει η γη, σημαίνουν τα επουράνια
σημαίνει κι η Αγιά Σοφιά, το μέγα Μοναστήρι.
Με τετρακόσια σήμαντρα κι εξηνταδυό καμπάνες.
Κάθε καμπάνα και παπάς, κάθε παπάς και Διάκος.
Ψάλλει ζερβά ο Βασιλιάς, δεξιά ο Πατριάρχης
κι απ' την πολλή την ψαλμουδιά εσειώνταν οι κολώνες
Να μπούνε στο Χερουβικό και νάβγει ο Βασιλέας,
φωνή του ήρθε εξ ουρανού κι απ' Αρχαγγέλου στόμα:
Η Πόλις εάλω.
Ήταν 29 Μαΐου 1453 η πόλη που έστεκε για χίλια χρόνια σαν γέφυρα ανάμεσα σε δύο κόσμους, λύγισε.
Τις
προηγούμενες ημέρες, η Βασιλεύουσα έμοιαζε με σκηνικό απόκοσμου
δράματος. Μια παράξενη ομίχλη είχε καλύψει τον Βόσπορο, και το φως που
τρεμόσβηνε στον τρούλο της Αγίας Σοφίας φαινόταν στα μάτια των πιστών
σαν το Άγιο Πνεύμα που εγκατέλειπε την πόλη. Οι καμπάνες δεν χτυπούσαν
πια για γιορτή, παρά μόνο για να καλέσουν τους λιγοστούς προμαχώνες της
χριστιανοσύνης στα τείχη.
Ο
Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, ο τελευταίος αυτοκράτορας των Ρωμαίων, δεν
φορούσε πια τα χρυσά του. Στάθηκε ανάμεσα στους στρατιώτες του, όχι ως
επίγειος θεός, αλλά ως θνητός που επέλεξε να γίνει ένα με το χώμα της
πατρίδας του.
«Η πόλις εάλω», ψιθύρισαν τα χείλη, και ο ψίθυρος έγινε
θρήνος, και ο θρήνος έγινε η σιωπή των αιώνων» Όταν η Κερκόπορτα
παραβιάστηκε, η μοίρα είχε ήδη υπογράψει το τέλος. Οι ιαχές των
εισβολέων έπνιξαν τις τελευταίες προσευχές.
Το Θεοδοσιανό Τείχος, που είχε αντέξει αιώνες επιδρομών, υποκλίθηκε στο βάρος της νέας εποχής.
Η Αγία Σοφία, το λιμάνι των ψυχών, γέμισε με τον απόηχο των βημάτων του κατακτητή.
Ἡ Ἁγία Θεοδοσία ἡ Παρθενομάρτυς
Ἡ Ἁγία Παρθενομάρτυς Θεοδοσία καταγόταν ἀπὸ τὴν Τύρο τῆς Φοινίκης καὶ ἄθλησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.).
Σὲ ἡλικία δέκα ὀκτὼ ἐτῶν διέπρεπε τόσο γιὰ τὴν εὐσέβεια, ὅσο καὶ γιὰ τὸ ζῆλο της ὑπὲρ τῆς Χριστιανικῆς πίστεως, διαδίδοντας αὐτὴ μεταξὺ τῶν εἰδωλολατρισσῶν γυναικῶν καὶ ἑλκύοντας πολλὲς ἀπὸ αὐτές.
Κατὰ τὸ πέμπτο ἔτος τῶν διωγμῶν, βρισκόμενη στὴν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης, συνελήφθη καὶ δέσμια ὁδηγήθηκε ἐνώπιον τοῦ ἄρχοντος Οὐρβανοῦ. Ἐπειδὴ ἡ Ἁγία δὲν πειθόταν νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα, διατάχθηκε ὁ σκληρὸς βασανισμὸς αὐτῆς.
Τῆς κόπηκαν οἱ μαστοὶ καὶ τῆς καταξεσκίσθηκαν τὰ πλευρά, ἡμιθανὴς δέ, πιεζόταν νὰ ἀπαρνηθεῖ τὸν Χριστό. Ἡ Θεοδοσία, μὲ φωνὴ ποὺ μόλις ἀκουγόταν, δήλωσε καὶ πάλι ὅτι ἦταν καὶ θὰ παρέμενε Χριστιανή.
Τότε ὁ Οὐρβανός, γεμάτος ἀπὸ ὀργή, διέταξε, ἀφοῦ βασανισθεῖ σκληρότερα, νὰ ριχθεῖ στὴ θάλασσα, ὅπου ἔλαβε καὶ τὸν στέφανο τοῦ μαρτυρίου.
Πέμπτη 28 Μαΐου 2026
Ναυπάκτου Ιερόθεος: Ο νούς στις ασθένειες του εγκεφάλου

Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου
Στό πρῶτο Διεθνές Συμπόσιο γιά τόν Γέροντα Αἰμιλιανό τόν Σιμωνοπετρίτη, πού ἔγινε στήν Ἀθήνα (8-10 Μαΐου 2026) μοῦ δόθηκε ἡ εὐκαιρία νά πῶ ὅτι στόν Γέροντα Αἰμιλιανό μέ ἐνδιαφέρει, ὡς θεολόγο καί ποιμένα, τόσο ὁ ζωντανός θεολογικός λόγος του ὅταν μιλοῦσε, ὅσο κυρίως ὁ θεολογικός λόγος τῆς σιωπῆς, στά εἰκοσιπέντε χρόνια τῆς ἀσθενείας του.
Γιά τό θέμα αὐτό θά ἤθελα νά γράψω μερικές σκέψεις μου.
1. Νοῦς, διάνοια, λόγος
Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ψυχοσωματικό ὄν, δηλαδή ἀποτελεῖται ἀπό ψυχή καί σῶμα. Ἀπό τήν πρώτη στιγμή τῆς συλλήψεως τοῦ ἀνθρώπου, «ἐξ ἄκρας συλλήψεως» λέμε στήν ὀρθόδοξη θεολογία ὑπάρχει ἡ ψυχή, ἡ ὁποία παραμένει στό σῶμα μέχρι τήν στιγμή τῆς ἐξόδου του ἀπό αὐτό καί ζῆ, μετά τόν θάνατο τοῦ σώματος, γιά νά ἐπανέλθη κατά τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν.
Ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου ἔχει πολλές ἐνέργειες, ἤτοι τήν θρεπτική, τήν αὐξητική πού ζωοποιεῖ, αὐξάνει καί διατηρεῖ τό σῶμα, καί τήν λογική ἐνέργεια πού ἐνεργεῖ στόν ἐγκέφαλο καί γίνονται ὅλες οἱ ἐργασίες σέ αὐτόν πού ἔχουν σχέση μέ τόν λόγο, τήν μνήμη, τά συναισθήματα κ.ἄ. Συγχρόνως, ἡ ψυχή ἔχει καί τήν νοερή ἐνέργεια πού κινεῖται παράλληλα καί ἀνεξάρτητα ἀπό τήν λογική ἐνέργεια.
Κατά τήν πατερική παράδοση ὁ νοῦς ἔχει ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ καί ὁ λόγος, χρησιμοποιώντας τόν ἐγκέφαλο, καταγράφει τίς ἐμπειρίες τοῦ νοῦ.
Αὐτό δέν λέγεται μόνο ἀπό τούς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά διατυπώθηκε κατά ἐκφραστικό τρόπο στούς ἀρχαίους, ἀλλά καί νεωτέρους φιλοσόφους. Οἱ Προσωκρατικοί φιλόσοφοι, ὅπως ὁ Παρμενίδης, ὁ Ἀναξαγόρας κ.ἄ. ὁμίλησαν γιά τήν ἐνέργεια καί παρουσία τοῦ νοῦ, ἀλλά καί οἱ μεταγενέστεροι Ἀττικοί φιλόσοφοι, ὅπως ὁ Ἀριστοτέλης, ὁμίλησε γιά τόν παθητικό καί ποιητικό νοῦ. Αὐτή ἡ διάκριση πέρασε σέ ὅλη τήν μετέπειτα φιλοσοφία καί ὁ κάθε φιλόσοφος τό χαρακτηρίζει μέ διαφορετικό τρόπο.
Στό ἔμβρυο καί τό βρέφος πρίν ἀναπτυχθῆ ὁ ἐγκέφαλος γιά νά παράγη τήν σκέψη, τόν λόγο, καί νά καταγράψη τίς ἐμπειρίες πού φέρουν οἱ αἰσθητές λειτουργίες, λειτουργεῖ ἡ νοερά ἐνέργεια (νοῦς). Κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου διακρίνεται ἀπό τήν αἴσθηση, τήν φαντασία, τήν δόξα (γνώμη) καί τήν διάνοια καί εἶναι «αὐτοτελής οὐσία καί καθ’ ἑαυτήν οὖσα ἐνεργητική» καί δέν ὑπάρχει κανένα ὄργανο τοῦ νοῦ. Ἀντίθετα, οἱ ἄλλες δυνάμεις τῆς ψυχῆς (αἴσθηση, φαντασία, δόξα, διάνοια) ἐνεργοῦν μέ πρῶτο ὄργανο «τοῦ ψυχικοῦ ἐν ἐγκεφάλῳ πνεύματος».
Γενικά, ἡ νοερά ἐνέργεια (νοῦς) μπορεῖ νά ταυτισθῆ μέ τήν λογική ἐνέργεια, τά πάθη καί τό περιβάλλον, καί αὐτό συνιστᾶ τήν πτωτική της κατάσταση, καί μπορεῖ νά ἀνεξαρτητοποιηθῆ ἀπό τό περιβάλλον, τά πάθη καί τήν λογική καί νά λειτουργῆ στήν καρδιά.
Σέ αὐτό τό σημεῖο βρίσκεται ὅλη ἡ ἡσυχαστική καί θεοπτική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας πού κάνει λόγο γιά σκοτασμό καί φωτισμό τοῦ νοῦ, γιά πτωτική κατάσταση τοῦ νοῦ καί γιά ἔκστασή του, ὅτι δέν ἐξέρχεται ἀπό τό σῶμα, γιατί αὐτό εἶναι «δαιμονικό εὕρημα καί ἑλλήνων παίδευμα», κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, ἀλλά ἐξέρχεται ἀπό τό κοσμικό καί σαρκικό φρόνημα, εἰσέρχεται στήν καρδιά, μέ τήν ἁγιοπατερική ἔννοια (παθητικό μέρος τῆς ψυχῆς) καί ἀνέρχεται στόν Θεό, χωρίς νά ἀποδεσμεύεται ἀπό τό σῶμα. Αὐτή εἶναι ἡ ἐκστατική ἐμπειρία τοῦ νοῦ, ἡ ἐμπειρία τοῦ ἀκτίστου Φωτός.
Αὐτό τό γνωρίζουν ὅλοι οἱ ἡσυχαστές Πατέρες πού κινοῦνται, δραστηριοποιοῦνται, ταξιδεύουν, συμμετέχουν στίς ἱερές ἀκολουθίες, ἀκόμη καί ὁ λειτουργός Κληρικός τελεῖ τήν θεία Λειτουργία, καί φυσικά εἶναι ὑποχρεωμένος νά ἔχη συνείδηση τοῦ περιβάλλοντος κόσμου, νά τηρῆ τό τυπικόν τῆς Ἐκκλησίας, νά ψάλη, νά διαβάζη καί ὁ νοῦς του νά κινῆται ἀνεξάρτητα ἀπό τήν λογική.
Αὐτό γίνεται καί κατά τήν διάρκεια τοῦ ὕπνου. Γνωρίζουμε ὅτι ὁ ἐγκέφαλος, κατά τήν διάρκεια τοῦ ὕπνου δέν σταματᾶ νά λειτουργῆ, ἀλλά περνᾶ μέσα ἀπό διάφορες φάσεις καί δραστηριότητες.
Οἱ ἐπιστήμονες ὁμιλοῦν γιά τό ὅτι ὁ ὕπνος χωρίζεται ἀνάλογα μέ τήν ὕπαρξη ταχέων κινήσεων τῶν ματιῶν (Rapid Eye Movement) σέ δύο τύπους, στόν ὕπνο non-REM καί στόν ὕπνο REM. Στά διάφορα στάδια τοῦ ὕπνου non-REM, καί ἐντονώτερα στό στάδιο τοῦ βαθύ ὕπνου, μειώνεται ἡ δραστηριότητα τοῦ ἐγκεφάλου, παρατηροῦνται πιό ἀργά ἐγκεφαλικά κύματα, συνεχίζουν ὅμως καί διενεργοῦνται ὁρισμένες ἐσωτερικές ἐργασίες στόν ἐγκέφαλο.
Στήν φάση τοῦ ὕπνου REM ὁ ἐγκέφαλος γίνεται πιό ἐνεργός, καί σέ αὐτήν τήν φάση ἐμφανίζονται τά ὄνειρα καί ὁ ἐγκέφαλος ἐπεξεργάζεται τά συναισθήματα, τίς μνῆμες καί ἐπεξεργάζεται τά δεδομένα πού θά ἀποθηκευτοῦν στήν μνήμη.
Αὐτό πού διδάσκει ἡ σύγχρονη ἐπιστήμη τό γνωρίζουν καλά οἱ ἡσυχαστές Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Ἐπειδή ἀγάπησαν τόν Χριστό, στόν Ὁποῖον στρέφουν ὅλη τήν ἡμέρα τήν σκέψη τους καί τήν προσευχή τους, γι’ αὐτό, κατά τήν διάρκεια τοῦ ὕπνου αἰσθάνονται τόν νοῦ νά προσεύχεται στήν καρδιά, κυρίως τότε πού ὑποστέλλονται οἱ κινήσεις τοῦ ἐγκεφάλου. Τότε αἰσθάνονται νά γίνεται μιά θεία Λειτουργία στήν καρδιά, καθ’ ὅλη τήν διάρκεια τοῦ ὕπνου. Αὐτό καταγράφεται σέ πολλά πατερικά καί ὑμνογραφικά κείμενα. Θά καταγράψω μερικά ἀπό αὐτά.
Ο Ύμνος της Αγάπης – Η Ζωντανή Καρδιά του Χριστιανισμού.
Ο
«Ύμνος της Αγάπης» του Αποστόλου Παύλου αποτελεί ένα από τα πιο
συγκλονιστικά και διαχρονικά κείμενα ολόκληρης της Αγίας Γραφής. Δεν
είναι απλώς ένας ποιητικός λόγος για την αγάπη· είναι η αποκάλυψη του
ίδιου του τρόπου ύπαρξης του Θεού.
Η
αγάπη, όπως την παρουσιάζει ο Απόστολος Παύλος, δεν είναι συναίσθημα
ούτε ρομαντική ιδέα. Είναι θυσία, μακροθυμία, ταπείνωση, συγχώρεση και
αλήθεια. Είναι η ίδια η ζωή του Χριστού.
Ανάλυση
Η Αγάπη Πάνω από Όλα τα Χαρίσματα
Ο Απόστολος Παύλος ξεκινά με έναν συγκλονιστικό λόγο: Ακόμη κι αν κάποιος έχει χαρίσματα, γνώση, πίστη, προφητείες ή κάνει μεγάλα έργα, χωρίς αγάπη όλα είναι κενά.
Η αγάπη δίνει νόημα σε κάθε αρετή. Χωρίς αυτήν, ακόμα και οι πιο εντυπωσιακές πράξεις χάνουν την αξία τους ενώπιον του Θεού.
Τα Χαρακτηριστικά της Αληθινής Αγάπης
Η αγάπη:
μακροθυμεί,
αγαθοποιεί,
δεν φθονεί,
δεν υπερηφανεύεται,
δεν ζητά το δικό της συμφέρον,
συγχωρεί,
υπομένει,
ελπίζει.
Η
περιγραφή αυτή δεν είναι απλώς ηθική διδασκαλία. Είναι η εικόνα του
ίδιου του Χριστού. Ο Χριστός πάνω στον Σταυρό είναι ο τέλειος «Ύμνος της
Αγάπης» ζωντανός.
Η Αγάπη ως Σταυρική Θυσία
Πρόκληση αγάπης!
Αν ο Θεός είναι πραγματικός (και είναι), γιατί να υποθέτουμε
ότι θα ταυτίζεται απόλυτα με τις απόψεις μας;
Αν δεν αμφισβητεί ποτέ τις παραδοχές μας, μάλλον έχουμε
φτιάξει έναν Θεό της φαντασίας μας.
Η γενιά της σιωπηλής απόγνωσης
Η εικόνα ενός εφήβου που χαμογελά σε μια οθόνη, συμμετέχει σε παρέες, ανεβάζει φωτογραφίες και μοιάζει «καλά» πολλές φορές κρύβει έναν εσωτερικό κόσμο γεμάτο φόβο, μοναξιά και σιωπηλή απόγνωση.
Τα πρόσφατα περιστατικά αυτοκτονιών νέων ανθρώπων στη χώρα μας συγκλόνισαν την κοινωνία όχι μόνο λόγω της τραγικότητάς τους, αλλά και γιατί μας έφεραν αντιμέτωπους με μια αλήθεια που συχνά αποφεύγουμε να δούμε. Πολλοί έφηβοι μεγαλώνουν χωρίς σταθερό έδαφος κάτω από τα πόδια τους.
Η
εφηβεία είναι πάντοτε μια δύσκολη περίοδος. Είναι η ηλικία των
ερωτημάτων, της αναζήτησης ταυτότητας, των εντάσεων, της ανάγκης
αποδοχής και της σύγκρουσης με τον κόσμο των μεγάλων. Σήμερα όμως όλα
αυτά μοιάζουν πιο οξυμένα. Ο σύγχρονος νέος ζει μέσα σε μια
καθημερινότητα γεμάτη πίεση, συγκρίσεις, ανασφάλεια και συνεχή έκθεση.
Από πολύ μικρή ηλικία μαθαίνει ότι πρέπει να αποδείξει την αξία του, να
πετύχει, να ξεχωρίσει, να είναι αποδεκτός. Κι αν δεν τα καταφέρει,
νιώθει ότι αποτυγχάνει ως άνθρωπος.
Παλιότερες
γενιές μπορεί να στερούνταν υλικά αγαθά, είχαν όμως πιο σταθερές
αναφορές. Η οικογένεια, η γειτονιά, η κοινότητα, ακόμη και οι ανθρώπινες
σχέσεις λειτουργούσαν ως δίχτυ προστασίας. Σήμερα πολλοί έφηβοι
μεγαλώνουν μέσα σε σπίτια όπου οι γονείς είναι εξαντλημένοι, αγχωμένοι ή
συναισθηματικά απόντες.
Η αληθινή αγάπη δεν εξηγείται από τα γονίδια.
«Ο άνθρωπος κατάγεται από τους πιθήκους·
άρα οφείλουμε να αγαπάμε ο ένας τον άλλον».
Έτσι ειρωνικά συνόψισε ο φιλόσοφος Βλαντίμιρ Σολοβιόφ
την ηθική της εποχής του.

