Όταν η ζωή μοιάζει σκοτεινή, μην τα παρατάς.

Κάθε βράδυ στις Παρακλήσεις, ας γονατίζει
μαζί με εμάς και η καρδιά μας μπροστά στην Παναγία.

Στην εξομολόγηση οι άνθρωποι συχνά μιλούν για τις αμαρτίες που έκαναν. Για λόγια που πλήγωσαν, για πράξεις που μετάνιωσαν, για σφάλματα που βαραίνουν τη συνείδησή τους.
Υπάρχει
όμως και μια άλλη, πιο βαθιά και σημαντική μορφή μετάνοιας. Εκείνη που
δεν αφορά όσα κάναμε, αλλά όσα δεν τολμήσαμε ποτέ να κάνουμε.
Ο
άνθρωπος δεν πονά μόνο για τα λάθη του. Πονά και για τη ζωή που δεν
έζησε. Για τα όνειρα που εγκατέλειψε για να γίνει αρεστός. Για τις
επιθυμίες που έθαψε κάτω από το βάρος του «πρέπει».
Για τις αποφάσεις
που πήρε από φόβο και όχι από ελευθερία. Για τον εαυτό του που σιώπησε
τόσες φορές, ώσπου κάποτε έπαψε να ακούει τη δική του φωνή.
Ψυχολογικά,
αυτά τα απωθημένα δεν χάνονται. Παραμένουν μέσα μας σαν ανεκπλήρωτες
ιστορίες, σαν εκκρεμότητες που ζητούν δικαίωση. Συχνά επιστρέφουν ως
θλίψη, ως κενό, ως μια ανεξήγητη αίσθηση ότι, ενώ ζήσαμε, κάτι
ουσιαστικό μάς διέφυγε.
Και
πνευματικά, ίσως η μεγαλύτερη απώλεια δεν είναι ότι αποτύχαμε, αλλά ότι
αρνηθήκαμε το χάρισμα που μας εμπιστεύτηκε η ζωή. Γιατί κάθε άνθρωπος
καλείται όχι μόνο να αποφύγει το κακό, αλλά και να γίνει αυτός που
πραγματικά είναι. Να καρποφορήσει τα χαρίσματά του, να αγαπήσει χωρίς
φόβο, να δημιουργήσει, να τολμήσει, να ζήσει με αλήθεια.

Ἦταν πρώτη ἐξαδέλφη τῆς Παναγίας, μητέρας τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Εἶχε σύζυγο τὸν Ζεβεδαῖο καὶ γιοὺς τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη.
Προικισμένη καὶ ἡ ἴδια μὲ ἔνθερμη εὐσέβεια, ἦταν ἀπὸ τὶς γυναῖκες ποὺ ἀκολουθοῦσαν τὸν Χριστό, καὶ συνεισέφεραν στὸ ταμεῖο τῆς ἀποστολικῆς ἀδελφότητας.
Ἡ Σαλώμη ἦταν ἐκείνη, παρακινούμενη ἀπὸ μητρικὴ φιλοστοργία, ποὺ παρακάλεσε τὸν Κύριο ὅταν Αὐτὸς πήγαινε γιὰ τελευταῖα φορὰ στὴν Ἱερουσαλήμ, νὰ τιμηθοῦν οἱ γιοί της μὲ πρωτεύοντα ἀξιώματα.
Διότι εἶχε τὴν ἰδέα, ὅτι ὁ Ἰησοῦς στὴν Ἱερουσαλὴμ ἔμελλε νὰ ἀναστήσει τὸν θρόνο τοῦ Δαβίδ. Ὅμως ἡ Σαλώμη, τὶς στιγμὲς τοῦ φρικτοῦ πάθους τοῦ Κυρίου, καὶ ἐνῷ μαθητὲς καὶ φίλοι ἀπὸ φόβο εἶχαν διασκορπιστεῖ, αὐτή, μαζὶ μὲ μερικὲς ἄλλες πιστὲς γυναῖκες ἦταν ἐκεῖ καὶ κτυποῦσαν ἀπὸ λύπη τὰ στήθη τους.
Ἐπίσης ἡ Σαλώμη, ἀξιώθηκε νὰ εἶναι μία ἀπὸ τὶς μυροφόρες, στὶς ὅποιες ὁ ἄγγελος γνωστοποίησε τὴν ἀνάσταση τοῦ Ἰησοῦ.
Μετὰ τὴν ἵδρυση τῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας στὴν Ἱερουσαλήμ, ἡ Σαλώμη ἐξακολούθησε νὰ διακρίνεται γιὰ τὸ ζῆλο καὶ τὶς ἐλεημοσύνες της.
Ὁ
διωγμὸς ἐναντίον τῆς ἐκκλησίας στὴν Ἱερουσαλήμ, προξένησε μεγάλη λύπη
στὴν Σαλώμη.

«Διάσωσον ἀπὸ κινδύνων τοὺς δούλους σου, Θεοτόκε, ὅτι πάντες μετὰ Θεὸν εἰς σὲ καταφεύγομεν, ὡς ἄρρηκτον τεῖχος καὶ προστασίαν.»
Τι σημαίνει για εμάς σήμερα;
Πόσο ανθρώπινο είναι αυτό το «καταφεύγομεν»…
Δεν λέει απλώς ότι ερχόμαστε στην Παναγία.
Λέει ότι τρέχουμε κοντά Της.
Όπως τρέχει ένα παιδί στη μητέρα του όταν φοβηθεί.
Όταν όλα πηγαίνουν καλά, πολλές φορές ξεχνάμε ακόμη και να προσευχηθούμε.
Όταν όμως έρθει εκείνη η ώρα που δεν ξέρουμε πού αλλού να στραφούμε…
ένα όνομα βγαίνει σχεδόν μόνο του από τα χείλη:
Οἱ
παρακλήσεις πρός τή Θεοτόκο ἀναφέρουν τίς ἐπικλήσεις τῶν πιστῶν μέ
δεήσεις καί ἱκεσίες πρός τήν Παναγία γιά νά λάβουν τή βοήθειά Της στούς
καιρούς τῶν πειρασμῶν, τῶν πόνων, τῶν θλίψεων καί κάθε εἴδους προστασία
ἀπό τό θεῖο πρόσωπό Της. Καί τονίζεται χαρακτηριστικά: “Δέξαι
παρακλήσεις ἀναξίων σῶν ἱκετῶν”.
Πρῶτον,
παρακαλοῦμε τήν Παναγία μέ αἴσθημα πίστεως καί πόνου γιά νά μᾶς
βοηθήσει στή ζωή μας ἀπό τούς πειρασμούς, λέγοντάς της: “Πολλοῖς
συνεχόμενοις πειρασμοῖς, πρὸς Σὲ καταφεύγω, σωτηρίαν ἐπιζητῶν”.
Εἶναι πολλοί οἱ πειρασμοί πού παρασύρουν τόν πιστό στό κακό, στήν ἡδονή, στήν κακία, στήν ἐχθρότητα, στήν περιφρόνηση τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ καί τόν ὁδηγοῦν στήν πράξη τῆς ἁμαρτίας. Ὁ πειρασμός εἶναι ὁ προπομπός τῆς ἁμαρτίας γιά νά κλονισθεῖ ἡ πίστη μας καί νά ἀδιαφορήσουμε γιά τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό ζητᾶμε ἀπό τό Θεό: “καὶ μὴ εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν” καί ἀπό τήν Παναγία: “Πολλοῖς συνεχόμενος πειρασμοῖς, πρὸς Σὲ καταφεύγω, σωτηρίαν ἐπιζητῶν. Ὦ Μῆτερ τοῦ Λόγου καὶ Παρθένε, τῶν δυσχερῶν καὶ δεινῶν με διάσωσον”.
Δεύτερον, ζητᾶμε ἀπό τήν Παναγία νά μᾶς ἐλευθερώσει ἀπό τά πάθη μας: “Παθῶν με ταράττουσι προσβολαί, πολλῆς ἀθυμίας ἐμπιπλῶσαί μου τὴν ψυχήν”. Ὅπως τό πάθος τῆς ὑπερηφανείας, τοῦ θυμοῦ, τῆς ζήλειας, τοῦ φθόνου, τῆς κατακρίσεως, τῆς πολυλογίας, τῆς γαστριμαργίας κ.ἄ. βασανίζουν τήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου καί τήν καθιστοῦν ἀκάθαρτη.
Ὁ ἀγώνας τοῦ χριστιανοῦ πρέπει νά εἶναι καθημερινός γιά νά παραμένει ἥσυχος καί γαλήνιος στήν ψυχή του, χωρίς νά τόν καταδικάζει γιά τίποτα ἡ συνείδησή του. Γι’ αὐτό ζητᾶμε νά μᾶς θεραπεύσει τίς ἀσθένειες τῆς ψυχῆς μας λέγοντας: “Ἴασαι ἁγνή, τῶν παθῶν μου τὴν ἀσθένειαν”.
Τρίτον, ζητᾶμε ἀπό τήν Παναγία νά μᾶς ἐλευθερώσει ἀπό τούς κινδύνους τῆς καθημερινῆς ζωῆς μας διά τῆς θείας προστασίας Της, λέγοντάς Της: “Διάσωσον, ἀπὸ κινδύνους τοὺς δούλους Σου Θεοτόκε”. Πολλοί οἱ κίνδυνοι τοῦ ἀνθρώπου πού φέρουν εὔκολα τή συμφορά στή ζωή του. Ἀτυχήματα, ἐπαγγελματικές δυσκολίες, οἰκογενειακές ἀκαταστασίες κ.ἄ. Γι’ αὐτό παρακαλοῦμε τήν Παναγία νά μᾶς λυτρώσει ἀπό τούς κινδύνους μέ τήν προστασία Της καί νά γίνει “πύργος ἀσφαλείας”, “τεῖχος ἀπροσμάχητον”.

του Πρεσβυτέρου Νικολάου Γονιδάκη
Τη διαχρονική ευθύνη που φέρουμε έναντι του Θεού θέλει να μας υπενθυμίσει σήμερα ο Απόστολος Παύλος μέσα από το αποστολικό ανάγνωσμα (Α’ Κορ. γ’ 9 – 17), αγαπητοί μου αδελφοί.
Θέλει να αποδομήσει κάθε έννοια πρωτοκαθεδρίας και να μας τονίσει πως όλοι μας, έχοντας λάβει το Πανάγιο Πνεύμα, είμαστε συνεργοί στο οικοδόμημα του Θεού.
Δεν είμαστε παθητικοί παρατηρητές, αλλά ενεργοί συνεργάτες Του στο έργο της προσωπικής μας σωτηρίας, αλλά και της οικοδομής της Εκκλησίας.
Χαρακτηριστικά, παρουσιάζει ολόκληρο το έργο του Θεού ως μία οικοδομή. Είναι γνωστό πως, για να ανεγερθεί ένα οικοδόμημα, απαιτείται η συνεργασία πολλών εργαζομένων διαφορετικών ειδικοτήτων, οι οποίοι εργάζονται με ενότητα και κοινό σκοπό, ώστε να φέρουν εις πέρας ένα άρτιο αποτέλεσμα.
Δεν αρκεί, όμως, να κατασκευάσουμε κάτι που εξωτερικά φαίνεται όμορφο και εντυπωσιακό, γιατί στους πειρασμικούς σεισμούς ένα τέτοιο οικοδόμημα εύκολα θα καταρρεύσει.
Το σημαντικότερο όλων είναι να ξεκινήσουμε από τα θεμέλια, τα οποία πρέπει να είναι γερά και ακλόνητα, ώστε το οικοδόμημα να αντέχει κάθε δοκιμασία, κάθε άνεμο, κάθε βροχή και κάθε πύρινη δοκιμή, παραμένοντας σταθερό και ακέραιο εις τον αιώνα.
Έτσι, ο Απόστολος Παύλος υπενθυμίζει στους πιστούς της Κορίνθου πως τα θεμέλια έχουν ήδη τεθεί.
Τα έθεσε ο ίδιος, όπως και όλοι οι Απόστολοι, και στη συνέχεια οι διάδοχοί τους, οι Επίσκοποι, οι Ιερείς, οι Μοναχοί και οι Μοναχές, που μέχρι σήμερα συνεχίζουν αδιάκοπα το έργο της Εκκλησίας.
Πρέπει, όμως, να προσέξουμε κάτι πολύ σημαντικό. Ο Παύλος δεν το αναφέρει αυτό από εγωισμό ούτε για να προβάλει τον εαυτό του.
Αντιθέτως, ομολογεί πως, αφού έλαβε τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος κατά την προσωπική του συνάντηση και κλήση από τον ίδιο τον Χριστό, αξιώθηκε του φωτισμού και του ανατέθηκε η ευθύνη αυτής της ιερής διακονίας.
Από εκεί και πέρα, όμως, η ευθύνη αυτή μεταβιβάζεται και διαμοιράζεται σε όλους εμάς, που αποτελούμε το πλήρωμα της ζώσας Εκκλησίας.
Εκεί ακριβώς καλούμαστε να σταθούμε με προσοχή και υπευθυνότητα, αναλογιζόμενοι με ποιον τρόπο θα συνεχίσουμε αυτό το Θεόδοτο δώρημα, του οποίου τους καρπούς απολαμβάνουμε πρώτοι εμείς οι ίδιοι.
Σε ένα από τα πιο εντυπωσιακά θαύματά Του ο Χριστός περπατά επάνω στα κύματα της θάλασσας, για να γλιτώσει τους μαθητές Του από την τρικυμία και από τον φόβο. Ο Πέτρος του ζητά να βαδίσει και εκείνος στα κύματα, για να Τον συναντήσει και ο Χριστός συγκατανεύει.
Και ενώ, αρχικά, ο Πέτρος ζει το θαύμα της υπέρβασης του φυσικού νόμου, μόλις αφήνει τον εαυτό του στον νου και στις αισθήσεις, νιώθει τον φόβο να τον κυριεύει και αρχίζει να καταποντίζεται.
Και ο Χριστός του απλώνει το χέρι, τον κρατά και τον επαναφέρει στην υπέρβαση, λέγοντάς του «ολιγόπιστε, γιατί σε κυρίεψε η αμφιβολία;».
Ολιγόπιστοι είμαστε οι περισσότεροι χριστιανοί σήμερα. Απέναντι στα κύματα της ζωής, που έχουν να κάνουν με τη δύναμη του κόσμου και του πολιτισμού, που ομνύει στην ελευθερία και, την ίδια στιγμή, την υπονομεύει, καθώς βάζει στο τραπέζι πλήθος πειρασμών, για να αισθανθεί ο άνθρωπος ανεξάρτητος του Θεού, χωρίς όμως να κατανοεί ότι η υπόδουλη στο «εγώ και μόνο» καρδιά, αργά ή γρήγορα, παραδίδεται στον φόβο, είτε της έλλειψης ή εξάντλησης των προαπαιτούμενων για ευτυχία είτε για τον χρόνο που καλπάζει αδυσώπητα είτε για τις πιέσεις που υφίσταται από τους άλλους, ο χριστιανός έχει να αντιτάξει την πίστη στον Χριστό.
Και πίστη σημαίνει εμπιστοσύνη. Σημαίνει αναφορά στο πρόσωπο του Χριστού. Μετοχή στη ζωή της Εκκλησίας, στην οποία ή πιστεύεις και προχωράς πέρα από τα μέτρα της καθημερινότητας ή παρηγοριέσαι με την κοινωνία των άλλων ανθρώπων, όπως των υπόλοιπων μαθητών, που δεν έφτανε μεν στον Πέτρο, αλλά, τουλάχιστον, ήταν μία κάποια στήριξη. Σημαίνει υπομονή στις θλίψεις. Ό,τι κι αν συμβεί, ο Χριστός θα έρθει.

Τὸ γεγονὸς αὐτὸ συνέβη στὰ χρόνια ποὺ οἱ μεγάλοι διωγμοὶ τῶν πρώτων χριστιανῶν εἶχαν κοπάσει καὶ αὐτοκράτωρ ἦταν ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος.
Τότε, ὁ Ἅγιος Στέφανος φανερώθηκε τρεῖς φορὲς σὲ κάποιον εὐσεβῆ γέροντα ἱερέα, τὸ Λουκιανό, καὶ τοῦ ἀποκάλυψε τὸν τόπο, ὅπου ἦταν κρυμμένο τὸ λείψανό του.
Αὐτὸς ἀμέσως τὸ ἀνέφερε στὸν Πατριάρχη Ἱεροσολύμων Ἰωάννη, ποὺ μὲ τὴ σειρὰ του πῆγε στὸν ὑποδεικνυόμενο τόπο καὶ πράγματι βρῆκε τὸ Ἱερὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου Στεφάνου.
Κατὰ τὴν εὕρεση ἔγινε μεγάλος σεισμός, καὶ τὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου πλημμύρισε εὐωδία τοὺς παρευρισκόμενους στὸν τόπο ἐκεῖνο.
Λέγεται ὅτι ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἀκούστηκαν ἀγγελικὲς φωνές, ποὺ ἔλεγαν «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῶ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία». Δηλαδή, δόξα ἂς εἶναι στὸ Θεό, στὰ ὕψιστα μέρη τοῦ οὐρανοῦ καὶ στὴν ταραγμένη ἀπὸ τὴν ἁμαρτία γῆ ἂς βασιλεύσει ἡ θεία εἰρήνη, διότι ὁ Θεὸς φανέρωσε τὴν εὐαρέσκειά Του στοὺς ἀνθρώπους, μὲ τὴν ἐνανθρώπιση τοῦ Υἱοῦ Του.
Φανέρωναν, ἔτσι, οἱ ἄγγελοι περίτρανα ὅτι ὁ πρωτομάρτυρας Στέφανος μαρτύρησε γιὰ τὴν ἀγάπη καὶ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ.
Ἀργότερα, τὰ λείψανα τοῦ Ἁγίου μεταφέρθηκαν ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴμ στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἐναποτέθησαν στὸν – ἐπ’ ὀνόματι αὐτοῦ – ἀνεγερθέντα Ναὸ ὑπὸ τοῦ Μ. Κωνσταντίνου.