Επειδή οι αδελφοί μας που βρίσκονται σε φτώχεια πραγματική, ζητούν την βοήθεια μας για τις ποικίλες ανάγκες τους, και εμείς δεν πρέπει να κάνουμε τους αδιάφορους..... και φέτος το Πάσχα ας γίνουμε όλοι συνεργοί της ΑΓΑΠΗΣ προσφέροντας με χαρά και με στοργική διάθεση στους αναξιοπαθούντες αδελφούς μας που μας περιμένουν μα τους προσφέρουμε τα αναγκαία για την εορταστική περίοδο του Πάσχα!
Ας βοηθήσουμε όλοι για να μην μείνει κανείς χωρίς την χαρά του Πασχαλινού εορταστικού τραπεζιού στο σπιτικό τους.
Με μια σακούλα αγάπης, αλλάζουμε το Πάσχα μιας οικογένειας!
Στήριξε και εσύ τη συλλογή τροφίμων την ενορίας μας
και χάρισε ζεστασιά σε οικογένειες που το χρειάζονται!
Μεταφερόμαστε
στο Χρυσοβίτσι της Αρκαδίας, την άνοιξη του 1821. Ο αέρας μυρίζει
μπαρούτι και ανθισμένο πουρνάρι, αλλά η καρδιά του Γέρου του Μοριά είναι
βαριά σαν την πέτρα της Καρύταινας.
Ο
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ήταν μόνος. Οι σύντροφοί του, απογοητευμένοι από
τις πρώτες αναποδιές και τον φόβο του αήττητου εχθρού, είχαν σκορπίσει
στα δάση. Ο ίδιος, με το άλογό του κατάκοπο, σταμάτησε μπροστά στο
μικρό, πέτρινο εκκλησάκι της Παναγίας, χωμένο μέσα στα έλατα.
Δεν μπήκε μέσα σαν στρατηγός. Μπήκε σαν κυνηγημένο αγρίμι που ζητά σπηλιά. Το
φως των καντηλιών έτρεμε, ρίχνοντας μεγάλες σκιές στους τοίχους. Ο
Κολοκοτρώνης στάθηκε μπροστά στην εικόνα της Θεοτόκου. Το πρόσωπό του,
αυλακωμένο από τις έγνοιες και τους καημούς της ξενιτιάς, έσπασε.
Γονάτισε. Το πάτωμα έτριξε κάτω από το βάρος των όπλων του.
«Παναγιά
μου», ψιθύρισε και η φωνή του, που συνήθως έκανε τα βουνά να σείονται,
τώρα έτρεμε. «Εσύ ξέρεις. Δεν το κάνουμε για το βιός, ούτε για τη δόξα.
Για το δίκιο το κάνουμε. Για να μην γεννιούνται τα παιδιά μας σκλάβοι.
Βοήθησε, Μαυρομάτα μου, γιατί αν μας αφήσεις Εσύ, χθήκαμε.»
Καὶ ἀφοῦ ἐγκατέλειψε τὴν ἐξουσία στὸν υἱό της, περιδιαβαίνοντας
ἀπὸ τόπο σὲ τόπο, ἦλθε μέχρι τὴν γῆ τῶν Ρωμαίων μαζὶ μὲ τὴν θυγατέρα
της.
Στὴν συνέχεια ἀναχώρησε γιὰ τὴν χώρα της, ἀφοῦ κληροδότησε στὴν
θυγατέρα της τὰ ἱερὰ λείψανα. Αὐτή, φεύγοντας γιὰ τὴν Κύζικο, ἔδωσε ἕνα
μέρος ἀπὸ τὰ λείψανα αὐτὰ στὴν πόλη καὶ ὕστερα ἀπὸ λίγο τελειώθηκε ὁ
βίος της.
Ήταν
ένα μικρό χωριό χτισμένο στην πλαγιά ενός βουνού, με σπίτια που
κοιτούσαν το ένα το άλλο σαν να μοιράζονταν μυστικά. Εκεί ζούσε ο μικρός
Δημήτρης, ένα αγόρι με μεγάλα καστανά μάτια και ψυχή τρυφερή σαν το
κερί που έλιωνε αμίλητο μπροστά στις εικόνες. Ο
Δημήτρης είχε μια μόνο λατρεία, την Παναγία. Την έβλεπε κάθε Κυριακή
στην εκκλησιά, ζωγραφισμένη πάνω στο ξύλο, με το βλέμμα της γεμάτο
καλοσύνη. Η γιαγιά του, η γηραιά κυρα-Αρετή, του είχε πει πως ο
Ευαγγελισμός είναι η μέρα που ο Αρχάγγελος Γαβριήλ της είπε το μεγάλο
μυστικό, και πως εκείνη τη μέρα, η Παναγία χαίρεται περισσότερο από κάθε
άλλη. «Είναι η γιορτή της ελπίδας, παιδί μου», του
ψιθύριζε, καθώς έπλεκε το σταυρό της. «Και χαίρεται σαν της φέρνουν
λουλούδια, σαν εκείνα που άνθισαν την άνοιξη μέσα στην καρδιά της». Ο
Δημήτρης αποφάσισε πως εκείνος θα της πρόσφερε τα πιο όμορφα λουλούδια.
Όχι αγορασμένα από τον μπακάλη της γειτονιάς, ούτε κομμένα από τους
κήπους που περιποιούνταν οι μεγάλοι. Θα της έδινε κρίνα. Άγρια κρίνα του
βουνού, που φύτρωναν ψηλά, εκεί που το χώμα μύριζε μυστήριο και ο αέρας
ήταν ακόμα παρθένος. Για μέρες, πριν τον
Ευαγγελισμό, ξυπνούσε πριν λαλήσει ο πετεινός. Τυλιγμένος με το παλιό
του ζακετάκι, σκαρφάλωνε στα απόκρημνα μονοπάτια. Άλλοτε η δροσιά
μούσκευε τα παπούτσια του, άλλοτε αγκάθια έσκιζαν τα χέρια του. Άλλες
φορές, η ομίχλη τύλιγε το βουνό κι έπρεπε να προχωρά με το ένστικτο, σαν
να τον οδηγούσε ένα αόρατο χέρι. Τα κρίνα δεν ήταν
εύκολο να τα βρεις. Ξεφύτρωναν μες στις ρεματιές, κρυμμένα κάτω από
πουρνάρια, λες και φύλαγαν τον εαυτό τους μόνο για εκείνον που είχε την
καρδιά να τα αναζητήσει. Ο Δημήτρης τα έβρισκε όμως. Τα μάτια του είχαν
μάθει να ξεχωρίζουν το απαλό πράσινο του μίσχου τους ανάμεσα στη σκληρή
βλάστηση. Κάθε φορά που εντόπιζε μια ομάδα από κρίνα, γεμάτα και
ολάνθιστα, γονάτιζε δίπλα τους. «Συγχωρέστε με που σας κόβω», τους ψιθυρούσε, «μα πάτε στην Παναγία». Και
τα έκοβε με προσοχή, φροντίζοντας να μην τραυματίσει την ρίζα, για να
ξανανθίσουν του χρόνου. Τα τύλιγε προσεκτικά σε ένα υγρό πανί και τα
έβαζε στο καλάθι του. Κανείς στο χωριό δεν ήξερε για το μυστικό του. Η
μητέρα του νόμιζε πως έφευγε νωρίς για να βοηθήσει στον μύλο του
γείτονα. Ο Δημήτρης δεν ήθελε να το μάθει κανείς. Ήταν ένα μυστικό
ανάμεσα σε εκείνον και στη Μάνα του Ουρανού. Το πρωί
του Ευαγγελισμού, ο Δημήτρης σηκώθηκε πριν χαράξει. Είχε γεμίσει το
καλάθι του την προηγούμενη μέρα. Τα κρίνα ήταν τόσα πολλά που το λευκό
τους χρώμα έλαμπε μέσα στο λυκόφως. Τα είχε τακτοποιήσει με τέχνη,
δίπλα-δίπλα, σαν να ήθελε να χωρέσει όλη την ανοιξιάτικη ομορφιά του
βουνού σε μια μικρή λεκάνη.
Έτσι από μερικά παλληκάρια κρατήθηκε το Έθνος! Όσοι πεθαίνουν
παλληκαρίσια, δεν πεθαίνουν. Αν δεν υπάρχει ηρωισμός, δεν γίνεται
τίποτα. Και να ξέρετε ο πιστός είναι και γενναίος. Ο Μακρυγιάννης ο
καημένος τι τράβηξε! Και σε τι χρόνια!
– «Κάπνισαν τα μάτια μου», λέει κάπου Γέροντα.
– Ναί κάπνισαν τα μάτια του. Από την ένταση και την αγωνία που είχε,
ήταν σαν να έβγαζαν υδρατμούς τα μάτια του. Βρέθηκε σ’ εκείνη την
κατάσταση και από πόνο και αγάπη θυσιαζόταν συνέχεια. Δεν σκέφθηκε, δεν υπολόγισε ποτέ τον εαυτό του. Δεν φοβήθηκε μην τον σκοτώσουν, όταν αγωνιζόταν για την Πατρίδα.
Ο Μακρυγιάννης ζούσε πνευματικές καταστάσεις.Αν
γινόταν καλόγερος, πιστεύω ότι από τον Άγιο Αντώνιο δε θα είχε μεγάλη
διαφορά. Τρεις χιλιάδες μετάνοιες έκανε και είχε και τραύματα και
πληγές. Άνοιγαν οι πληγές του, έβγαιναν τα έντερά του, όταν
έκανε μετάνοιες, και τα έβαζε μέσα. Τρεις δικές μου μετάνοιες κάνουν μία
δική του. Έβρεχε το πάτωμα με τα δάκρυά του.
Εμείς, αν ήμασταν στη θέση του, θα πηγαίναμε στο νοσοκομείο να μας υπηρετούν…
(Απόσπασμα από το βιβλίο: Γέροντος Παϊσίου Λόγοι Β, «Πνευματική
Αφύπνιση» σ. 205-206, εκδ. Ι. Η. Ιω. Θεολόγου, Σουρωτή Θεσσαλονίκης)
***
Επιστολὴ του Γέροντα Παϊσίου του Αγιορείτου για τον Μακρυγιάννη
Μα γιατί να μας φαίνεται παράξενο το να βλέπει θεϊκά οράματαένας
τόσο καλός άνθρωπος όπως ο Μακρυγιάννης με ψυχική καθαρότητα,
ειλικρίνεια, θεϊκή δικαιοσύνη, αρχοντιά πνευματική, φιλότιμο, θυσία κ.α;
Από μικρό παιδάκι έκανε εδαφιαίες μετάνοιες αντί γυμναστική, προσκυνούσε τον Θεό με ευλάβεια, μέχρι τα γεράματα του μετάνοιες με τις ώρες, παρόλο που είχε και τραύματα, που
άνοιγαν οι πληγές του προσκυνώντας τον Θεό και ζητώντας την βοήθεια για
την σωτηρία του για την σωτηρία του κόσμου και την σωτηρία του
Έθνους, με πολύ ταπείνωση έβρεχε το πάτωμα με τα πολλά του δάκρυα.
Επόμενον ήταν να αναπαυθεί το Πνεύμα του Θεού στον Στρατηγό Μακρυγιάννη και να τον χρησιμοποιήσει ο Θεός σαν νέο μωυσή να
οδηγήσει τον νέο Ισραήλ (τον ελληνικό λαό) στην ορθόδοξη πάλι πορεία
του μετά την τουρκική σκλαβιά. Επέτρεψε δε ο καλός Θεός να δεί πολλά
οράματα: τον Χριστό, την Παναγία και πολλούς Αγίους για να καταλάβουμε
εμείς οι μεταγενέστεροι τον μεγάλο κίνδυνο που διέτρεχε το Έθνος μας,
και την μεγάλη προστασία του Χριστού, της Παναγίας και των αγίων σαν να
έκαναν «παγκοινιά» για να μη μας φραγκέψουν.
Βλέπει κανείς μέσα σ’όλον τον αγώνα του Μακρυγιάννη την ορθοδοξη ευαισθησία του μαζί με την αγιοπατερική του ακρίβεια σε όλα. Παράλληλα δε και την ανεξικακία του ήρωα,
που δεν τους καταδικάζει ο ίδιος τους αλλόθρησκους γιατί αυτό είναι
θέμα του Θεού. Αλλά «αφήστε μας ήσυχους με την Ορθοδοξία μας, σαν να
τους λέει, και ας σωθεί και ο καθένας σας με τη θρησκεία του».
Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης το γνήσιο τέκνο της Εκκλησίας μας, ήταν από
μικρός αναθρεμμένος, μεγαλωμένος και καπνισμένος με το λιβάνι στην
Εκκλησία. Και στην συνέχεια σαν γνήσιος πιά Πατέρας του Έθνους,
μπαρουτοκαπνισμένος και τραυματισμένος, χύνοντας δάκρυα με πόνο στον Θεό
και αίμα για την λευτεριά μας. Και αν θέλουμε να τον γνωρίσουμε θα πρέπει να ξεκαπνίσουμε την καρδιά και τους λογισμούς μας.
*Η
25 Μαρτίου είναι μία μεγάλη μέρα και διπλή γιορτή, γιατί γιορτάζουμε το
χαρμόσυνο μήνυμα της Θείας ενσάρκωσης, από τον Αρχάγγελο Γαβριήλ στη
Θεοτόκο μας, αλλά και γιατί είναι η εθνική επέτειος της Ελληνικής
Επανάστασης του 1821 ενάντια στον τουρκικό ζυγό.
Χρόνια πολλά και
ευλογημένα σε όλους με την ευχή να είναι πάντα η Παναγία δίπλα μας και
να μας προστατεύει!
Άγιος Λουκάς Αρχιεπίσκοπος Κριμαίας
Τρία σημαντικότατα γεγονότα στην ιστορία του κόσμου
εορτάζει σήμερα η Εκκλησία μας. To πρώτο είναι ο Ευαγγελισμός της
Θεοτόκου, τον οποίο εορτάζουμε σήμερα με χαρά και αγάπη, αλλά και με
δέος ενώπιον του μεγαλείου του γεγονότος αυτού, το οποίο ονομάζεται
«κεφάλαιον» (δηλαδή αρχή) της σωτηρίας μας. Εννέα μήνες μετά τον
Ευαγγελισμό πραγματοποιήθηκε και το δεύτερο από τα σημαντικότερα
γεγονότα, η κατά σάρκα Γέννηση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.
Κορυφή και
ολοκλήρωση της σωτηρίας μας θα είναι η ανάσταση του Κυρίου Ιησού Χρίστου
μετά από ένα φρικτό θάνατο πάνω στο Σταυρό.Όχι μόνο μια φορά αλλά
πολλές φορές φανερώθηκαν στους αγίους άγγελοι. Έξι μήνες πριν τον
Ευαγγελισμό της Παναγίας Παρθένου Μαρίας στάλθηκε ο αρχάγγελος Γαβριήλ
στον ιερέα Ζαχαρία, ο οποίος υπηρετούσε στο ναό, για να του αναγγείλει,
ότι απ’ αυτόν θα γεννηθεί ο μεγαλύτερος μεταξύ των ανθρώπων, ο Πρόδρομος
του Κυρίου ο Ιωάννης. Και σήμερα ο ίδιος φέρνει το χαρμόσυνο άγγελμα
στην Υπεραγία και άχραντο Παρθένο Μαρία, η οποία ζούσε στο ταπεινό
φτωχόσπιτο του ξυλουργού Ιωσήφ.
Ο διάλογος του με την Παναγία είναι τόσο άγιος και
μεγαλειώδης που δεν τολμώ να τον περιγράψω με δικά μου λόγια αλλά πρέπει
να τον επαναλάβω με Ευαγγελικά λόγια.Όταν μπήκε ο αρχάγγελος στο
υπερώο, είπε:«Χαίρε, κεχαριτωμένη ο Κύριος μετά σου· ευλογημένη συ εν γυναιξίν”.
Η δε ιδούσα διεταράχθη επί τω λόγω αυτού, και διελογίζετο ποταπός είη ο
ασπασμός ούτος, και είπεν ο άγγελος αύτη· μη φοβού, Μαριάμ- εύρες γαρ
χάριν παρά τω Θεώ. και ιδού σύλληψη εν γαστρί και τέξη υιόν, και
καλέσεις το άνομα αυτού Ιησούν. ούτος έσται μέγας και υιός υψίστου
κληθήσεται, και δώσει αυτώ Κύριος ο Θεός τον θρόνον αυτού του πατρός
αυτού, και βασιλεύσει επί τον οίκον Ιακώβ εις τους αιώνας, και της
βασιλείας αυτού ουκ έσται τέλος.Είπε δε Μαριάμ προς τον άγγελον πώς
έσται μοι τούτο, επεί άνδρα ου γινώσκω; και αποκριθείς ο άγγελος είπεν
αύτη· Πνεύμα άγιον επελεύσεται επί σε και δύναμις υψίστου επισκιάσει
σοι· διό και το γεννώμενον άγιον κληθήσεται υιός Θεού…Είπε δε Μαριάμ·
ιδού η δούλη Κυρίου· γένοιτο μοι κατά το ρήμα σου. και απήλθεν απ’ αυτής
ο άγγελος» (Λκ. 1, 28-38).
Σας έχω πει πολλά τα προηγούμενα χρόνια γι’ αυτόν το
μοναδικό στην Ιστορία του κόσμου διάλογο. Αλλά τώρα θα σταθώ στα λόγια
του Αρχαγγέλου:«Πνεύμα Άγιον επελεύσεται επί σε και δύναμις υψίστου
επισκιάσει σοι διό και το γεννώμενον άγιον κληθήσεται υιός Θεού».Κανείς
ποτέ, από τη δημιουργία του κόσμου και μέχρι τη συντέλεια του, δεν
γεννήθηκε και δεν θα γεννηθεί κατά τον τρόπο, κατά τον οποίο γεννήθηκε ο
Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός. Κανείς ποτέ δε γεννήθηκε χωρίς άνδρα.
Η
25η Μαρτίου αποτελεί για τον Ελληνισμό έναν διπλό σταθμό λύτρωσης.
Σήμερα, η Εκκλησία και η Πατρίδα συναντώνται σε μια κοινή εορτή της
ελευθερίας, όπου το θείο μήνυμα του Ευαγγελισμού γίνεται η πνευματική
ρίζα της Εθνικής Παλιγγενεσίας. Στον Ευαγγελισμό της
Θεοτόκου, ο Θεός ζητά τη συγκατάθεση του ανθρώπου για να σαρκωθεί. Το
ταπεινό «γένοιτό μοι» της Παναγίας δεν είναι απλώς υπακοή, αλλά μια
πράξη ύψιστης ελευθερίας και συνέργειας. Χωρίς αυτό το ελεύθερο «ναι», η
σωτηρία του ανθρώπου δεν θα ήταν δυνατή. Θεολογικά,
ο Ευαγγελισμός είναι η κατάργηση της απόστασης μεταξύ Θεού και
ανθρώπου. Είναι η υπόσχεση ότι το σκοτάδι του θανάτου και της φθοράς
υποχωρεί μπροστά στο Φως της Ζωής.
Πόσο σοφά μας μιλούν οι οιωνοί της ένδοξης ιστορίας μας, όταν έχουμε προαίρεση για να τους θωρούμε; Το ελληνικό Γένος δοξάστηκε από ένα Ευαγγέλιο και αναστήθηκε από έναν Ευαγγελισμό.
Το έχουμε αναλογιστεί καλά αυτό; Έχουμε συλλογιστεί με τι ευλογία αλλά και τι ευθύνη μας συνοδεύει;
Η
απαράμιλλη ελληνική γλώσσα αποτύπωσε τα ιερά γράμματα του Ευαγγελίου
και τα εξακτίνωσε στα πέρατα της τότε οικουμένης. Τα πρωτοχριστιανικά
ποίμνια του Ελληνισμού, οι Έλληνες και Ελληνίζοντες άγιοι και μάρτυρες,
το αποστολικό πνεύμα αυτού του περιούσιου λαού έγινε η μικρή σφεντόνα
του νέου Δαυίδ που τελικά σώριασε τον «Γολιάθ» της ειδωλολατρίας
που κατέτρωγε τα έθνη. Η χιλιόχρονη Ρωμιοσύνη με τους στιλπνούς
βυζαντινούς τρούλους της, σκέπασε ευλαβικά το τίμιο αίμα που άφησαν πίσω
τους οι κατακόμβες, οι αρένες και τα μαρτύρια.
Και έπειτα από τους αιώνες του οθωμανικού σκότους που άχρι καιρού
επέτρεψε ο Θεός, ήρθε η στιγμή που το Ευαγγέλιο υψώθηκε ξανά για να
αποτινάξει τα δεσμά των απίστων. Ήταν η ιερή μέρα του Ευαγγελισμού της
Θεοτόκου, η 25η Μαρτίου 1821, όταν ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ύψωσε το
λάβαρο της Επανάστασης, σαν μια αναστάσιμη αναλαμπή του «Εν τούτω νίκα»,
που αυτή τη φορά δεν γράφτηκε στον ουρανό, αλλά χαράχτηκε στις
φλογισμένες καρδιές των αγωνιστών μας που φώναξαν «Ελευθερία ή Θάνατος».
«Για του Χριστού την πίστη την αγία και της πατρίδος της ελευθερία»,
οι Έλληνες διάλεξαν τη χαρμόσυνη είδηση που έλαβε η Παναγία για τη
σωτηρία του κόσμου, να τη φορέσουν φυλαχτό για τη δική τους χαρμόσυνη
είδηση, τη σωτηρία του ελληνικού Γένους. Η Παναγία μας κυοφορούσε τον
Λυτρωτή, και ο Ρωμιός κυοφορούσε για τέσσερεις αιώνες τον ιερό πόθο της λευτεριάς. Αυτό το «μη φοβού Μαριάμ»
που ο Άγγελος είπε στην Παρθένο, σαν να εμφύσησε πνεύμα αφοβίας και
στους αγωνιστές που με μια χούφτα στρατό ορμούσαν σε όλα τα σμάρια της
Τουρκιάς.