
Στον κόσμο που θα θέλαμε να έχουμε αλλά δεν μας αξίζει, οι ταράτσες θα ήταν φτιαγμένες μόνο για να ατενίζουμε όμορφα ηλιοβασιλέματα. Η θέα από ψηλά θα θύμιζε τον απέραντο ορίζοντα της πολύτιμης ύπαρξης μας.
Οι μικροσκοπικοί άνθρωποι εκεί κάτω, θα μας διηγούνταν πόσο μάταιες είναι οι κοσμικές έγνοιες μας. Και ο ουρανός, το γαλαζωπό πέπλο του Θεού, θα σκέπαζε στοργικά την κάθε συννεφιασμένη σκέψη μας.
Στον δικό μας φρικτό κόσμο που φτιάξαμε, δύο 17χρονες κοπέλες ανέβηκαν όσο μπορούσαν πιο ψηλά για να πετάξουν όσο γινόταν πιο μακριά από εμάς. Μια ανείπωτη τραγωδία. Μια πνευματική συμφορά που σε παραλύει, αλλά ο καρδιογνώστης Θεός είναι εκείνος που γνωρίζει τις ύστατες στιγμές του κάθε ανθρώπου.
Τα δύο κορίτσια όρμησαν στο κενό για να αφήσουν πίσω τους τα αγιάτρευτα κενά που τους παραδώσαμε. Σε έναν κόσμο που συνθλίβεται από τη βαρύτητα της απόγνωσης. Έξι όροφοι σαν μια στιγμή που πάγωσε στο χρόνο και μας άφησε έναν ίλιγγο μετέωρο.
Η μια κοπέλα ξεψύχησε αμέσως. Η άλλη χαροπαλεύει. Έπεσαν πιασμένες χέρι – χέρι, όχι για να περπατήσουν τη ζωή όπως πρόσταζε η τρυφερή ηλικία τους, αλλά για να ανταμωθούν σε μια βουτιά θανάτου. Ψυχές ευαίσθητες σαν πορσελάνη που ραγίζουν στο πρώτο ταρακούνημα. Παιδιά απροστάτευτα από την πολλή προστασία. Ανοχύρωτα από την πολλή οχύρωση. Ανήμπορα από τα χιλιάδες «μπορώ» που η κοινωνία φορτώνει στις πλάτες τους.
Ματώνουν οι ψυχές τους από τη συναισθηματική φθορά, όσο ο κόσμος τους κλέβει το δικαίωμα στο άφθαρτο. Όσο οι βλέψεις τους εγκλωβίζονται σε έναν αιώνα – απατεώνα. Κι εμείς φροντίσαμε εδώ και χρόνια να χτίσουμε αυτούς τους έξι ορόφους, τουβλάκι – τουβλάκι.
Φτιάξαμε κλουβιά από φωτισμένες οθόνες, παρκάραμε τη συμπόνια μας αποκλειστικά στο διαδίκτυο, γίναμε απαθείς θεατές άθλιων προτύπων, αποστειρώσαμε τις ζωές μας, φτιάξαμε είδωλα για τα θελήματα μας, φτιάξαμε κρεμάλες για τα κοινωνικά χρέη μας, απαιτήσαμε από τα παιδιά να ρεφάρουν τα κόμπλεξ μας, να διορθώσουν τις αποτυχίες μας, να κολυμπήσουν εκεί που εμείς πνιγήκαμε.











