
Ζωντανή Αναμετάδοση Ιερών Ακολουθιών
Τετάρτη 12 Αυγούστου 2026
«Να πιαστείς από το φουστάνι της Παναγίας…»
Να σε κρίνω από το λάθος σου; Όχι. Γιατί έχεις κάνει και τόσα σωστά.
Δεν θέλω να σε θυμάμαι από τη στιγμή που λύγισες.
Δεν θέλω να σε ζυγίσω από μια κουβέντα που είπες πάνω στον θυμό σου.
Δεν θέλω να διαγράψω όλη την καλοσύνη σου επειδή κάποτε έκανες μια λάθος επιλογή.
Γιατί σε έχω δει και στις καλές σου στιγμές.
Σε έχω δει να δίνεις χωρίς να ζητάς.
Να πονάς και να σωπαίνεις.
Να συγχωρείς ενώ μέσα σου μάτωνες.
Να στέκεσαι δίπλα σε ανθρώπους που ίσως δεν στάθηκαν ποτέ δίπλα σου.
Να χαμογελάς για να μην καταλάβουν οι άλλοι πόσο κουρασμένη ήταν η ψυχή σου.
Και τώρα να πάρω ένα λάθος σου και να σβήσω όλα τα υπόλοιπα;
Όχι.
Γιατί ο άνθρωπος δεν είναι ένα λάθος.
Δεν είναι μία κακή στιγμή.
Δεν είναι μία πτώση.
Δεν είναι μία λέξη που ξέφυγε.
Δεν είναι μία απόφαση που μετάνιωσε.
Ο άνθρωπος είναι ολόκληρη η διαδρομή του.
Είναι οι πληγές που άντεξε.
Οι μάχες που έδωσε και κανείς δεν είδε.
Τα δάκρυα που έκρυψε.
Οι φορές που έκανε καλό και δεν το έμαθε ποτέ κανείς.
Κι όμως, πόσο σκληροί γινόμαστε μερικές φορές.
Μπορεί κάποιος να μας έχει προσφέρει χρόνια ολόκληρα αγάπης και εμείς να τον θυμόμαστε από μία μέρα που μας στενοχώρησε.
Μπορεί να μας έχει συγχωρήσει δεκάδες φορές, κι εμείς να μην του συγχωρούμε μία.
Μπορεί
να έχει σταθεί δίπλα μας σε αρρώστιες, δυσκολίες, πόνους και νύχτες
ατελείωτες, και να ξεχάσουμε όλα αυτά επειδή κάποτε έπεσε.
Μα αν ο Θεός έκανε το ίδιο με εμάς;
Αν κρατούσε μόνο τις χειρότερες στιγμές μας;
Αν θυμόταν μόνο τις αμαρτίες μας;
Αν μας έβλεπε μόνο όπως ήμασταν όταν Τον προδώσαμε με τις πράξεις μας, όταν αδικήσαμε, όταν θυμώσαμε, όταν πληγώσαμε;
Ποιος θα μπορούσε να σταθεί μπροστά Του;
Κι όμως ο Χριστός δεν μας αντιμετωπίζει έτσι.
Βλέπει την πτώση μας, αλλά βλέπει και την καρδιά μας.
Βλέπει το λάθος, αλλά βλέπει και τα δάκρυα της μετανοίας.
Βλέπει την αδυναμία, αλλά βλέπει και τον αγώνα μας να σηκωθούμε.
Δεν μας λέει: Έπεσες, άρα τελείωσες.
Μας λέει: Σήκω και γύρισε κοντά Μου. Αυτό είναι το μεγαλείο της αγάπης Του.
Δεν ονομάζει το κακό καλό. Δεν χαϊδεύει την αμαρτία. Αλλά δεν διαγράφει τον αμαρτωλό.
Τον περιμένει.
Τον συγχωρεί.
Τον θεραπεύει.
Του δίνει καινούργια αρχή.
Κι εμείς πολλές φορές κάνουμε το αντίθετο.
Διαγράφουμε έναν άνθρωπο για μία στιγμή.
Βγάζουμε καταδικαστική απόφαση για μία κουβέντα.
Ξεχνάμε χρόνια προσφοράς για μία απογοήτευση.
Και το χειρότερο;
Δεν αφήνουμε στον άλλον ούτε χώρο να αλλάξει.
Δεν του επιτρέπουμε να μετανοήσει.
Δεν του δίνουμε το δικαίωμα να γίνει καλύτερος από αυτό που ήταν χθες.
Μα η αγάπη δεν λειτουργεί έτσι.
Η αληθινή αγάπη δεν είναι τυφλή.
Βλέπει το λάθος.
Αλλά δεν σταματά εκεί.
Βλέπει και τον άνθρωπο πίσω από το λάθος.
Η ΠΑΝΤΑΝΑΣΣΑ
Υπάρχουν ονόματα της Παναγίας που τα προφέρεις και η καρδιά ησυχάζει.
Ένα από αυτά είναι και το Παντάνασσα.
Η Βασίλισσα των πάντων.
Η
Μητέρα που στέκεται δίπλα στον άνθρωπο όχι μόνο στις μεγάλες χαρές,
αλλά κυρίως στις ώρες που η ψυχή του δεν ξέρει πού να ακουμπήσει.
Στην
Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου, στο Άγιο Όρος, φυλάσσεται η θαυματουργή
εικόνα της Παναγίας Παντανάσσης, μία από τις επτά θαυματουργές εικόνες
της Μονής.
Και μπροστά στην εικόνα αυτή, η Εκκλησία δεν ζητά από την Παναγία κάτι περίπλοκο.
Την πλησιάζει με εμπιστοσύνη.
Σαν παιδί που ξέρει πως, ακόμη κι αν δεν μπορεί να εξηγήσει τον πόνο του, η Μητέρα του θα τον καταλάβει.
Ίσως γι’ αυτό η λέξη «Παντάνασσα» σήμερα να μας λέει κάτι πολύ προσωπικό:
Μην φοβάσαι.
Καλοκαιρινές εικόνες άλλου καιρού!
Κάθε χρόνο τέτοια εποχή το σπιτάκι του παππού στην Αίγινα ξεχνάει πως είναι σπίτι και γίνεται απλωταριά. Οι φυστικιές φορτωμένες σκύβουν πάνω από την αυλή σαν να θέλουν να ακούσουν τι γίνεται κάτω, και τα τσαμπιά τους, πράσινα και ρόδινα, μισανοιγμένα, κρέμονται βαριά και μυρίζουν ρητίνη και καλοκαίρι.
Από το πρωί τα χέρια βάφονται από τα φύλλα, τα καλάθια γεμίζουν και αδειάζουν πάνω στα ξύλινα τραπέζια, οι ψάθες στρώνονται και όλη η αυλή μοσχοβολάει φρέσκο καρπό που στεγνώνει στον ήλιο δίπλα στα ξερά λεβάντα και τα δεμάτια ρίγανη κρεμασμένα στον πέτρινο τοίχο και όταν πέφτει ο ήλιος και τα μπλε παραθυρόφυλλα βάφονται χρυσά, έρχεται η ώρα που κανείς δεν χρειάζεται να πει τίποτα.
Για την έλξη του ουρανού!

Η ΠΛΑΤΥΤΕΡΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Μπαίνοντας
κανείς σε έναν Ορθόδοξο Ναό και στρέφοντας το βλέμμα του προς το Ιερό
Βήμα, βλέπει ψηλά, στην κόγχη του Ιερού, τη γλυκιά και επιβλητική μορφή
της Υπεραγίας Θεοτόκου, της Πλατυτέρας των Ουρανών.
Δεν βρίσκεται εκεί τυχαία.
Η θέση Της έχει βαθύ θεολογικό και πνευματικό συμβολισμό.
Η
Παναγία βρίσκεται πάνω από την Αγία Τράπεζα, ανάμεσα – θα μπορούσαμε να
πούμε – στον ουρανό και στη γη. Εκείνη έγινε η ζωντανή γέφυρα που ένωσε
τα επουράνια με τα επίγεια. Εκείνη αξιώθηκε να χωρέσει στα σπλάχνα Της
Αυτόν που δεν χωρούν οι ουρανοί. Τον Υιό και Λόγο του Θεού.
Γι’ αυτό και την ονομάζουμε Πλατυτέρα των Ουρανών.
Διότι
η ταπεινή Κόρη της Ναζαρέτ έγινε ο τόπος όπου συναντήθηκε ο Θεός με τον
άνθρωπο. Με το μεγάλο και ταπεινό Της «γένοιτό μοι» άνοιξε τον δρόμο
για να έρθει ο Χριστός στον κόσμο.
Και γι’ αυτό η Εκκλησία Την τοποθετεί αγιογραφικά στο κέντρο της κόγχης του Ιερού.
Δεν στέκεται εκεί για να αντικαταστήσει τον Χριστό.
Στέκεται εκεί ακριβώς επειδή φέρνει τον Χριστό.
Τον κρατά στην αγκαλιά Της, Τον παρουσιάζει στον κόσμο και με ολόκληρη τη ζωή Της μάς λέει:
«Ό,τι αν λέγη υμίν, ποιήσατε».
Κοιτάζοντας την Πλατυτέρα, βλέπουμε μία Μητέρα με ανοιχτά χέρια.
Χέρια προσευχής.
Χέρια μητρικής προστασίας.
Χέρια που μοιάζουν να αγκαλιάζουν ολόκληρη την Εκκλησία.
Κάτω
από αυτά τα χέρια τελείται η Θεία Λειτουργία. Κάτω από τη μορφή Της
βρίσκεται η Αγία Τράπεζα, όπου προσφέρεται το Σώμα και το Αίμα του Υιού
Της για τη ζωή και τη σωτηρία του κόσμου.
Και εδώ κρύβεται ένας συγκλονιστικός συμβολισμός.
Η
Παναγία έδωσε ανθρώπινη σάρκα στον Χριστό μέσα στην άχραντη μήτρα Της
και τώρα, κάτω από την εικόνα Της, η Εκκλησία ζει το μεγάλο μυστήριο της
Θείας Ευχαριστίας.
Η Ενανθρώπηση και η Θεία Ευχαριστία συναντώνται μπροστά στα μάτια μας.
Οἱ Ἅγιοι Φώτιος καὶ Ἀνίκητος οἱ Μάρτυρες

Ὁ Φώτιος ἦταν ἀνεψιὸς τοῦ Ἀνικήτου. Κατάγονταν καὶ οἱ δυὸ ἀπὸ τὴ Νικομήδεια. Ὅταν ὁ Διοκλητιανὸς θέλησε νὰ κινήσει διωγμὸ κατὰ τῶν χριστιανῶν, μίλησε μπροστὰ στὴν Σύγκλητο μὲ τοὺς πιὸ ὑβριστικοὺς λόγους ἐναντίον τους.
Ἐκεῖ ἦταν παρὼν καὶ ὁ Ἀνίκητος, ποὺ ὅταν ἄκουσε αὐτὰ τὰ λόγια τοῦ βασιλιά, ὄχι μόνο δὲν φοβήθηκε, ἀλλὰ σηκώθηκε μὲ θάρρος, δήλωσε ὅτι εἶναι χριστιανὸς καὶ εἶπε στὸ Διοκλητιανό: «Πλανᾶσαι, βασιλιά, ἂν νομίζεις ὅτι μὲ τὰ μέτρα κατὰ τῶν Χριστιανῶν θὰ πετύχεις τοὺς ἀσεβεῖς σκοπούς σου.
Μάθε ὅτι οἱ χριστιανοὶ ἀποτελοῦν σήμερα τὴν ὑγιέστερη μερίδα τῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας. Καὶ θὰ ἦταν ἀνόητοι καὶ ἀναίσθητοι ἂν πίστευαν στὰ εἴδωλα. Γι’ αὐτὸ, ὅποια μέτρα καὶ ἂν πάρεις ἐναντίον τους, στὸ τέλος ζημιωμένος θὰ εἶσαι ἐσύ, ἐνῷ αὐτοὶ ἔνδοξοι μάρτυρες».
Ὁ Διοκλητιανός, προσβεβλημένος ἀπὸ τὴν παρατήρηση τοῦ Ἀνίκητου, διέταξε καὶ τὸν ἔριξαν τροφὴ σὲ ἕνα τρομερὸ λιοντάρι. Ἀλλὰ τὸ λιοντάρι σταμάτησε τὴν ἄγρια ὁρμή του καὶ ἡμέρεψε σὰν πρόβατο.
Τότε ἔγινε μεγάλος σεισμὸς
καὶ συνετρίβησαν πολλὰ εἰδωλολατρικὰ ἀγάλματα.
Κατόπιν
τὸν ἔβαλαν σὲ τροχὸ μὲ ἀναμμένη φωτιὰ ἀπὸ κάτω. Ἀλλὰ ὦ τοῦ θαύματος, ὁ
τροχὸς σταμάτησε καὶ ἡ φωτιὰ ἔσβησε.
Τρίτη 11 Αυγούστου 2026
Καλη σας νύχτα!
«Διάσωσον, ἀπὸ κινδύνων, τοὺς δούλους σου, Θεοτόκε,
ὅτι πάντες μετὰ Θεόν, εἰς σὲ καταφεύγομεν,
«Και σε μεσίτριαν έχω»

Αρχιμ. Φιλίππου Χαμαργιά
Πρωτοσυγκέλλου, Ιεράς Μητροπόλεως Μεσσηνίας
«Καὶ σὲ μεσίτριαν ἔχω, πρὸς τὸν φιλάνθρωπον Θεόν, μή μου ἐλέγξῃ τὰς πράξεις, ἐνώπιον τῶν Ἀγγέλων· παρακαλῶ σε, Παρθένε, βοήθησόν μοι ἐν τάχει».
Στην παράδοση του τόπου μας ο Δεκαπενταύγουστος ονομάζεται «Πάσχα του καλοκαιριού». Μέσα στο “ἱλαρόν φῶς” του Αυγούστου, συγκεντρωνόμαστε στους ναούς, ψάλλουμε τους Παρακλητικούς Κανόνες και καταθέτουμε ονόματα ζώντων, ασθενών και δοκιμαζομένων, προσφέροντάς Της ως άνθη ευώδη τις προσευχές μας και στεκόμαστε με δέος και συγκίνηση ιδιαιτέρως σε έναν ύμνο: “Καὶ σὲ μεσίτριαν ἔχω, πρὸς τὸν φιλάνθρωπον Θεόν, μή μου ἐλέγξῃ τὰς πράξεις, ἐνώπιον τῶν Ἀγγέλων, παρακαλῶ σε, Παρθένε, βοήθησόν μοι ἐν τάχει”.
Ο αυτός ύμνος, συγκαταλέγεται στα Εξαποστειλάρια που ψάλλονται στο τέλος του Μικρού και του Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνος κατά την περίοδο αυτή και περικλείει μέσα σε λίγες λέξεις ολόκληρη την θεολογία της σχέσεως του πιστού ανθρώπου με την Υπεραγία Θεοτόκο.
Εάν τολμήσουμε να του δώσουμε έναν ορισμό, αυτός θα ήταν ένας ορισμός με τέσσερις προσδιορισμούς. Πρώτον είναι λόγος εμπιστοσύνης, δεύτερον είναι λόγος ομολογίας, τρίτον είναι λόγος μετάνοιας και τέλος αποτελεί λόγο ελπίδας.
Αναλύοντας εκτενέστερα το περιεχόμενό του και το ύφος του, διαπιστώνουμε ότι δεν αποτελεί απλώς έναν ποιητικό “στολισμό” της λατρείας ούτε μία συναισθηματική υπερβολή, απέναντι στην Μητέρα του Θεού και όλων μας, αλλά είναι, ουσιαστικά, η φωνή του ανθρώπου που παραδέχεται την αδυναμία του, βιώνει το βάρος των έργων του, αναμένει την ώρα της κρίσεως και συγχρόνως δεν απελπίζεται, επειδή τελικά προσβλέπει στην μεσιτεία της Κυρίας Θεοτόκου, ως πρέσβειρας προς τον φιλάνθρωπο Θεό.
Η εναρκτήριος φράση «καὶ σὲ μεσίτριαν ἔχω» γίνεται μια έκφραση προσωπική για τον κάθε χριστιανό. Διότι μέσα από την γραφίδα και την σκέψη του υμνωδού, ο κάθε άνθρωπος δεν απευθύνεται προς την Παναγία ως μεσίτρια των χριστιανών γενικώς, αλλά μέσα από μια προσωπική αναφορά λέγει: «Σε έχω εγώ». Σε έχω μέσα στην φτώχεια μου, στον φόβο μου, στην πτώση μου, στον αγώνα μου.
Σε έχω όχι ως μία μακρινή ουράνια μορφή, αλλά ως ζωντανή παρουσία μέσα στην Εκκλησία και κατ’ επέκταση στην όλη ζωή μου.
Και μέσα από αυτήν την αναφορά η πίστη γίνεται σχέση και ο πιστός άνθρωπος δεν περιορίζεται σε μία θεωρητική παραδοχή για την Θεοτόκο, αλλά της εκφράζει την εμπιστοσύνη του, την επικαλείται σε ένα προσωπικό επίπεδο, της ανοίγει την καρδιά του και της ζητά να σταθεί δίπλα του σε όσα δεν μπορεί μόνος του να σηκώσει.
Εδώ πρέπει να τονίσουμε ότι η λέξη «ἔχω» δεν δηλώνει μια κατοχή ή μια εγωιστική διάθεση αλλά μια βεβαιότητα κοινωνίας, μέσα από την οποία γνωρίζει ότι δεν πορεύεται μόνος, αλλά έχει σίγουρο συνοδοιπόρο την πρεσβεία της Θεοτόκου, η οποία μας συναγάγει αυτές τις ημέρες σε μια κοινή πορεία προς το “Πάσχα του καλοκαιριού”.
Πολλοί βέβαια αντιμάχονται την ιδιότητα της Παναγίας ως Μεσίτριας, λέγοντας ότι στην Εκκλησία ο Ιησούς Χριστός είναι ο ένας και μοναδικός Μεσίτης, μεταξύ Θεού και ανθρώπων, αφού κατά τον Απ. Παύλο: «Εἷς γὰρ Θεός, εἷς καὶ μεσίτης Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, ἄνθρωπος Χριστὸς Ἰησοῦς» (Α΄ Τιμ. 2,5).
Φυσικά ο Χριστός είναι ο μοναδικός Μεσίτης, διότι Αυτός, ως τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, ένωσε στο πρόσωπό Του την θεία και την ανθρώπινη φύση και με την Σταύρωση και την Ανάστασή Του, νίκησε την αμαρτία και τον θάνατο, συμφιλίωσε τον άνθρωπο με τον Θεό και άνοιξε τον δρόμο προς την Βασιλεία των Ουρανών.
Το κορίτσι που δεν ήθελε να μεγαλώσει.
Κάθε Αύγουστο, η μικρή Ελένη πήγαινε με τη μητέρα της στο ίδιο εκκλησάκι της Παναγίας.
Μόλις έμπαιναν, η μητέρα της άναβε ένα κερί και η Ελένη στεκόταν δίπλα της.
Μια χρονιά, λίγο πριν φύγουν, η Ελένη κοίταξε την εικόνα και είπε:
-Μαμά, εγώ δεν θέλω να μεγαλώσω.
Η μητέρα της γέλασε.
-Γιατί, αγάπη μου;
-Γιατί όταν μεγαλώνεις, όλα αλλάζουν.
Η μητέρα της γονάτισε δίπλα της.
-Ναι… αλλά υπάρχει κάτι που δεν αλλάζει ποτέ.
-Τι;
Της έδειξε την εικόνα.
-Η Παναγία θα είναι πάντα εδώ.
Πέρασαν τα χρόνια.
Η Ελένη μεγάλωσε, έφυγε από το χωριό, παντρεύτηκε, απέκτησε παιδιά.
Και κάθε Αύγουστο επέστρεφε.
Μόνο που κάποια χρονιά μπήκε στο εκκλησάκι μόνη.
Η μητέρα της δεν μπορούσε πια να ανέβει τον ανηφορικό δρόμο.
Η Ελένη άναψε δύο κεριά.
Το ένα για εκείνη. Το άλλο για τη μητέρα της.
11 Αυγούστου 1716: Το Θαύμα του Αγίου Σπυρίδωνος και η Σωτηρία της Κέρκυρας
Η
11η Αυγούστου αποτελεί μία από τις πλέον λαμπρές και ιστορικές
ημερομηνίες για την Κέρκυρα, καθώς η Εκκλησία τιμά την ανάμνηση του
θαύματος της σωτηρίας του νησιού από την πολιορκία των Οθωμανών το 1716,
με τη θαυματουργική επέμβαση του Πολιούχου της, Αγίου Σπυρίδωνος.
Το
καλοκαίρι του 1716, κατά τη διάρκεια του Ζ΄ Βενετοτουρκικού Πολέμου, ο
οθωμανικός στόλος κατέφθασε στην Κέρκυρα και ξεκίνησε μια στενή και
ανελέητη πολιορκία. Οι δυνάμεις των εισβολέων υπερείχαν συντριπτικά σε
αριθμό και εξοπλισμό, προκαλώντας τρόμο και απελπισία στους κατοίκους.
Για περισσότερες από σαράντα ημέρες, οι αμυνόμενοι Βενετοί και
Κερκυραίοι πάλευαν με όλες τους τις δυνάμεις, ενώ οι ελπίδες για
εξωτερική βοήθεια εξαντλούνταν.
Μπροστά
στον άμεσο κίνδυνο της άλωσης, ο κλήρος και ο λαός του νησιού κατέφυγαν
στον προστάτη τους. Οι ναοί γέμισαν από πιστούς που προσεύχονταν θερμά
μπροστά στο Ιερό Σκήνωμα του Αγίου Σπυρίδωνος, ζητώντας τη μεσιτεία και
την προστασία του. Τη νύχτα της 9ης προς την 10η Αυγούστου, ξέσπασε στην
περιοχή μια απροσδόκητη και σφοδρή κατακλυσμιαία καταιγίδα.
Ὁ Ἅγιος Εὖπλος ὁ Μεγαλομάρτυρας ὁ Διάκονος

Ἔζησε στὰ τέλη τοῦ 3ου αἰῶνα μ.Χ., ὅταν αὐτοκράτορας ἦταν ὁ Διοκλητιανός.
Γεννήθηκε στὴν Κατάνη τῆς Σικελίας, ὅπου ἦταν καὶ διάκονος τῆς ἐκεῖ Ἐκκλησίας.
Θερμὸς κήρυκας τοῦ Εὐαγγελίου ὁ Εὖπλος, προσπαθοῦσε νὰ στερεώσει τὴν πίστη τῶν διωκόμενων χριστιανῶν καὶ τοὺς προέτρεπε νὰ προτιμοῦν τὰ πιὸ φρικτὰ μαρτύρια παρὰ νὰ ἀρνηθοῦν τὸ Χριστό.
Διότι «εἰ ὑπομένομεν, καὶ συμβασιλεύσομεν εἰ ἀρνούμεθα. Κακεῖνος ἀρνήσεται ἡμᾶς». Ἐάν, δηλαδή, δείχνουμε ὑπομονή, τότε καὶ θὰ βασιλεύσουμε μαζὶ μ’ Αὐτὸν (τὸν Χριστό). Ἐάν, ὅμως, Τὸν ἀρνούμαστε, καὶ Ἐκεῖνος θὰ μᾶς ἀρνηθεῖ.
Οἱ εἰδωλολάτρες, βλέποντας αὐτὴ τὴν δραστηριότητα τοῦ Εὔπλου, τὸν κατήγγειλαν στὸν Ἔπαρχο Καλβισιανό.
Αὐτὸς προσπάθησε μὲ συζήτηση νὰ
πείσει τὸν Εὖπλο ὅτι ἦταν μωρία νὰ πιστεύει στὸν Τριαδικὸ Θεὸ καὶ ἔπρεπε
τὸ συντομότερο νὰ Τὸν ἀρνηθεῖ. Ὁ Εὖπλος ἀκαταμάχητος συζητητής, διέλυσε
ἕνα πρὸς ἕνα ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ ἐπάρχου.
Ὁ
Καλβισιανός, ἀφοῦ εἶδε ὅτι δὲν τὰ ἔβγαζε πέρα μὲ τὸν Εὖπλο, διέταξε καὶ
τοῦ ἔσχισαν τὶς σάρκες μὲ σιδερένια νύχια. Κατόπιν τοῦ ἔσπασαν τὶς
κνῆμες μὲ σφυριὰ καὶ στὸ τέλος τὸν ἀποκεφάλισαν.
Καλημέρα!
" Είμαστε οι μόνοι σε όλη την Ευρώπη που έχουμε το προνόμιο
να λέμε τον ουρανό " ουρανό" και τη θάλασσα " θάλασσα"
Δευτέρα 10 Αυγούστου 2026
Καληνύχτα!
Υπάρχουν και αυτοί που φυλάνε όνειρα και αγάπη
και ελπίδες, γιατί ο κόσμος χρειάζεται ψυχές που μπορούν
Θέλουμε έναν Χριστό που να θεραπεύει, αλλά να μη μας ελέγχει.
«Ζητάμε πολλά από τον Χριστό. Ζητάμε υγεία, εργασία, προστασία, να πάνε καλά τα παιδιά μας, να θεραπευθεί ένας άρρωστος, να σωθεί ένας γάμος, να λυθεί μια οικονομική δυσκολία, να ανοίξει ένας δρόμος που έκλεισε, να φύγει ένας πειρασμός. Τρέχουμε στην Παναγία, επικαλούμαστε τους Αγίους, κάνουμε Παρακλήσεις, ανάβουμε κεριά, γράφουμε ονόματα, κάνουμε τάματα, πηγαίνουμε σε προσκυνήματα, παρακαλούμε, κλαίμε, επιμένουμε. Και καλά κάνουμε.
Παιδιά του Θεού είμαστε και στον Θεό θα προστρέξουμε. Αλλά μέσα σε αυτή την αδιάκοπη ροή των αιτημάτων μας αποφεύγουμε συνήθως μια πολύ απλή και πολύ δύσκολη ερώτηση. Εμείς τι είμαστε διατεθειμένοι να προσφέρουμε στον Χριστό; Τι προσφέρουμε στην Παναγία; Τι δίνουμε στους Αγίους, τους οποίους τόσο εύκολα επικαλούμαστε; Γιατί πολλές φορές η σχέση μας με τον Θεό καταντά μια παράξενη πνευματική συναλλαγή.
Εμείς υποβάλλουμε το αίτημα και περιμένουμε από τον Θεό να το ικανοποιήσει. Αν γίνει αυτό που ζητήσαμε, λέμε «Δόξα τω Θεώ». Αν δεν γίνει, αρχίζουν τα παράπονα. «Γιατί δεν με άκουσε ο Θεός;». Εσύ άκουσες ποτέ τον Θεό; Αυτό δεν το ρωτάμε. Ο Χριστός σου είπε να συγχωρήσεις. Συγχώρησες; Σου είπε να μην κατακρίνεις. Έπαψες να κατακρίνεις; Σου είπε να αγαπήσεις τον εχθρό σου. Τον αγάπησες; Σου είπε να μετανοήσεις. Μετανόησες; Σου είπε να σηκώσεις τον σταυρό σου. Τον σήκωσες; Σου είπε να κόψεις το θέλημά σου. Το έκοψες;
Και ύστερα στεκόμαστε μπροστά στην εικόνα Του και λέμε
με παράπονο «Χριστέ μου, γιατί δεν με ακούς;». Μα, βρε παιδί μου, εσύ
πότε Τον άκουσες; Θέλουμε έναν Χριστό που να ακούει αδιαλείπτως εμάς,
ενώ εμείς επιφυλάσσουμε στον εαυτό μας το δικαίωμα να μην ακούμε σχεδόν
ποτέ Εκείνον.
Θέλουμε έναν Χριστό
που να θεραπεύει, αλλά να μη μας ελέγχει. Μια Παναγία που να
προστατεύει, αλλά να μη μας διδάσκει με το «γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά
σου» τι σημαίνει παράδοση στο θέλημα του Θεού. Θέλουμε Αγίους που να
θαυματουργούν, αλλά δεν θέλουμε να μάθουμε πώς έγιναν Άγιοι. Πηγαίνουμε
στον Άγιο Νεκτάριο και ζητάμε θεραπεία, αλλά όταν μας αδικήσουν ή μας
συκοφαντήσουν δεν θυμόμαστε καθόλου πώς εκείνος δέχθηκε την αδικία.
Ζητάμε από τον Άγιο Παΐσιο βοήθεια, αλλά το φιλότιμο, την αυταπάρνηση,
την απλότητα, την αυτομεμψία και τη θυσία τα αφήνουμε για τον Άγιο
Παΐσιο.
Ζητάμε από τον Άγιο Πορφύριο φωτισμό, αλλά δεν είμαστε διατεθειμένοι να κόψουμε ούτε έναν κακό λογισμό για τον αδελφό μας. Θέλουμε την εικόνα του Αγίου στο σπίτι, αλλά δεν θέλουμε τον τρόπο του Αγίου μέσα στο σπίτι. Θέλουμε το καντήλι του, το λαδάκι του, το φυλαχτό, το προσκύνημα, το θαύμα. Τη ζωή του δεν τη θέλουμε. Τότε τι ζητάμε ακριβώς από τους Αγίους; Να συνεργήσουν με τα πάθη μας; Να μεσιτεύσουν ώστε να περάσει το δικό μας; Να πείσουν τον Θεό να προσαρμόσει το θέλημά Του στις δικές μας επιθυμίες;
Οι Άγιοι δεν είναι μεσάζοντες του
θελήματός μας. Είναι οι άνθρωποι που παρέδωσαν το θέλημά τους για να
ζήσει μέσα τους το θέλημα του Θεού. Αυτό όμως είναι το μέρος της
αγιότητος που δεν μας συγκινεί τόσο. Το θαύμα μάς συγκινεί. Η άσκηση που
προηγήθηκε του θαύματος όχι. Το άφθαρτο λείψανο μάς συγκινεί. Η νέκρωση
του παλαιού ανθρώπου που προηγήθηκε όχι. Η εικόνα του Αγίου μάς
συγκινεί. Η μετάνοια που έκανε αυτόν τον άνθρωπο εικόνα Χριστού όχι…
…Για
τον εαυτό μας θέλουμε όλο το έλεος του Θεού. Για τον άλλον θέλουμε όλη
τη δικαιοσύνη Του. Ζητάμε από τον Θεό να μη θυμηθεί τις αμαρτίες μας και
εμείς θυμόμαστε με θαυμαστή ακρίβεια τι μας έκανε ο άλλος πριν από
δεκαπέντε χρόνια. Ζητάμε συγχώρηση και δεν συγχωρούμε. Ζητάμε μακροθυμία
και δεν ανεχόμαστε κανέναν.
Ζητάμε να μας σηκώσει ο Θεός όταν πέσουμε
και μόλις πέσει ο άλλος σπεύδουμε να τον πατήσουμε. Ζητάμε να μας
κοιτάξει ο Θεός με επιείκεια και εμείς εξετάζουμε τον αδελφό μας με
μικροσκόπιο. Και μετά στεκόμαστε στην προσευχή και λέμε «Κύριε,
ἐλέησον». Ποιον να ελεήσει ο Κύριος; Εμένα μόνο; Ο άλλος δεν είναι παιδί
Του;
Το ίδιο κάνουμε πολλές
φορές και με την Παναγία. «Παναγία μου, κάνε μου αυτό και θα σου φέρω
μια λαμπάδα». Μα τι είναι η Παναγία, βρε παιδί μου; Έμπορος είναι; Τη
λαμπάδα σου περιμένει; Την καρδιά σου περιμένει. Τη λαμπάδα μπορείς να
την αγοράσεις σε πέντε λεπτά. Το θέλημά σου μπορεί να χρειαστεί μια ζωή
για να το κόψεις. Η Παναγία πρόσφερε στον Θεό τον ίδιο της τον εαυτό.
«Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου».
Εμείς πολλές φορές προσευχόμαστε ακριβώς ανάποδα. Αντί για το «γενηθήτω τὸ θέλημά Σου», λέμε στην πράξη «γενηθήτω τὸ θέλημά μου». Αυτό θέλω, αυτό να γίνει. Αυτός ο άνθρωπος να έρθει. Εκείνος να φύγει. Αυτή η πόρτα να ανοίξει. Αυτή η δυσκολία να εξαφανιστεί. Αυτό το σχέδιο να επιτύχει. Όλα γύρω μου να αλλάξουν. Εγώ όμως να αλλάξω; Όχι. Εγώ να παραμείνω όπως είμαι και ο Θεός να αναδιατάξει ολόκληρο τον κόσμο για να αναπαυθεί το θέλημά μου.
Και όταν δεν γίνει, λέμε «δεν με άκουσε η Παναγία». Πού ξέρεις ότι δεν
σε άκουσε; Μήπως ακριβώς επειδή σε άκουσε δεν σου έδωσε εκείνο που
ζητούσες; Μήπως η προστασία της ήταν ακριβώς η κλειστή πόρτα για την
οποία εσύ παραπονείσαι;
Και πόσο
επιτήδειοι γινόμαστε όταν πρόκειται να δικαιολογήσουμε τα πάθη μας. Ο
δικός μας θυμός γίνεται «ιερή αγανάκτηση». Η δική μας φιλοδοξία γίνεται
«ζήλος». Η δική μας σκληρότητα γίνεται «παρρησία». Η δική μας κατάκριση
γίνεται «διάκριση». Η δική μας περιέργεια γίνεται «ενδιαφέρον».
Βρίσκουμε μια ωραία πνευματική λέξη, τη βάζουμε επάνω στο πάθος και
ησυχάζουμε. Αντί να μετανοήσουμε για το πάθος, το βαφτίζουμε. Οι Άγιοι
όμως δεν άλλαζαν τα ονόματα των παθών τους. Άλλαζαν τον εαυτό τους.
Εμείς θέλουμε να αλλάξουμε την ονομασία και να κρατήσουμε την αρρώστια.
Γι’ αυτό πληθύναμε στα λόγια και φτωχύναμε στο βίωμα. Κοινοποιούμε λόγια
για την ταπείνωση και θυμώνουμε αν δεν μας χαιρετήσουν. Μιλάμε για τη
σιωπή και σχολιάζουμε τους πάντες. Θαυμάζουμε την ακτημοσύνη των Αγίων
και μετράμε τι έχει ο διπλανός. Μιλάμε για τους Μάρτυρες και δεν
αντέχουμε μία προσβολή. Διαβάζουμε για τους ασκητές και δεν αντέχουμε να
μας χαλάσει κάποιος το πρόγραμμα. Προσκυνούμε τον Σταυρό και ζητάμε από
τον Χριστό μια ζωή στην οποία να μη σταυρωθεί τίποτε δικό μας. Θέλουμε
τον Εσταυρωμένο, αλλά χωρίς σταύρωση. Θέλουμε την Ανάσταση, αλλά χωρίς
Γολγοθά. Θέλουμε την αγιότητα, αλλά χωρίς άσκηση. Θέλουμε τον Παράδεισο,
αλλά χωρίς μετάνοια. Ε, πώς θα γίνουν όλα αυτά;
Και
ακόμη και τον χρόνο μας τον δίνουμε στον Θεό με το σταγονόμετρο. Ώρες
στο κινητό δεν μας κουράζουν. Ώρες σε ένα τραπέζι περνούν γρήγορα. Ώρες
στις συζητήσεις, στις μετακινήσεις, στις διασκεδάσεις δεν μας φαίνονται
πολλές. Μπαίνουμε όμως στη Θεία Λειτουργία και σε λίγο κοιτάμε το ρολόι.
Τηλεφωνούν άνθρωποι στις εκκλησίες και στα μοναστήρια και ρωτούν «τι
ώρα βγαίνει η Θεία Κοινωνία;». Τι ερώτηση είναι αυτή; Τι σημαίνει «τι
ώρα βγαίνει η Θεία Κοινωνία»; Σαν να πρόκειται για κάτι που παραδίδεται
σε συγκεκριμένη ώρα και θέλουμε να περάσουμε να το παραλάβουμε. Η Θεία
Ευχαριστία δεν είναι το τελευταίο πεντάλεπτο μιας ακολουθίας.