Αν πάλι ἔπεσες, πάλι σήκω.
Ὀνομάσθηκες οὐρανοδρόμος.
Δὲν εἶναι παράξενο νὰ σκοντάφτει ἐκεῖνος ποὺ τρέχει.
Αν πάλι ἔπεσες, πάλι σήκω.
Ὀνομάσθηκες οὐρανοδρόμος.
Δὲν εἶναι παράξενο νὰ σκοντάφτει ἐκεῖνος ποὺ τρέχει.
Σήμερα διαβάσαμε τὴν περικοπὴ γιὰ τὸν χορτασμὸ τοῦ πλήθους ἀπὸ τὸν Χριστὸ.
Καὶ
πιὸ συχνὰ ἔχουμε διαβάσει στὰ κείμενα τῶν Πατέρων καὶ σὲ πνευματικοὺς
συγγραφεῖς γιὰ τὸ αἴσθημα τῆς κατάπληξης στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς
δύναμης ποὺ μποροῦσε νὰ θρέψει τόσους πολλοὺς μὲ τόσο λίγα, ποὺ πράγματι
κάνει θαύματα σ’ ἕναν κόσμο τόσο πολὺ ἀποξενωμένο ἀπὸ Ἐκεῖνον, ὅταν
μοναχὰ μιὰ ὑποψία πίστης, μιὰ ρωγμὴ στὴν ἁρματωσιὰ τῆς ἀπιστίας μας θὰ
τοῦ ἐπέτρεπε νὰ ἐνεργήσει.
Καὶ
σήμερα διαβάζοντας τὴν Εὐαγγελικὴ περικοπὴ μὲ ξάφνιασαν ξανὰ τὰ λόγια
τοῦ Χριστοῦ. Οἱ μαθητὲς του κάνουν ἔκκληση νὰ διώξει τὰ πλήθη, ἐπειδὴ ἡ
μέρα ἔφθασε στὸ τέλος της, ἐπειδὴ ἡ ἀπόσταση ἀπὸ τὸ μέρος ποὺ βρίσκονται
μέχρι τὰ γειτονικὰ χωριὰ εἶναι μεγάλη, ἡ κούραση καὶ τὸ σκοτάδι θα τοὺς
καταβάλλουν ἐὰν παραμείνουν ἐκεῖ περισσότερο. Καὶ ὅμως, ἔμειναν χωρὶς
φαγητὸ μιὰ ὁλόκληρη μέρα, ἀκούγοντας τὸν ζωηφόρο λόγο τοῦ Χριστοῦ.
Καὶ
ὁ Χριστὸς λέει στοὺς μαθητὲς: Ὄχι, δὲν χρειάζεται νὰ φύγουν· δῶστε τους
ἐσεῖς νὰ φᾶνε.. Πῶς μποροῦν νὰ θρέψουν ἕνα πλῆθος τόσο μεγάλο; Χιλιάδες
ἄνδρες, γυναῖκες, παιδιὰ, ἐνῶ τὸ μόνο ποὺ ἔχουν εἶναι πέντε ψωμιὰ καὶ
δύο ψάρια.
Καὶ ἐδῶ εἶναι ἡ πρόκληση ποὺ ἀπευθύνει ὁ Χριστὸς σ’ ἐκείνους καὶ σ’ ἐμᾶς. Ναί – ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ πραγματοποιήσει αὐτὸ τὸ θαῦμα· ἀλλὰ ὄχι ἄν δὲν συμβάλλουμε σ’ αὐτὸ ἁπλόχερα καὶ μ’ ἀνοιχτὴ καρδιὰ. Δὲν εἶπε στοὺς μαθητὲς Του: Κρατῆστε ὅσο περισσότερα τρόφιμα μπορεῖτε γιὰ σᾶς, καὶ δῶστε τὰ ὑπόλοιπα, ὅ,τι ἀπέμεινε στοὺς ἄλλους. Τοὺς λέει: Πᾶρτε ὅ,τι ἔχετε καὶ δῶστε τα ὅλα…
Ξέρεις ποια είναι η πραγματική μοναξιά;
Δεν
είναι η σιωπή ενός άδειου δωματίου ούτε η απουσία των ανθρώπων. Είναι
να ζεις ανάμεσά τους και να πιστεύεις πως, για να αγαπηθείς, πρέπει να
γίνεις κάποιος άλλος.
Μεγαλώνουμε
συχνά με την ιδέα πως η αγάπη είναι βραβείο. Πως πρέπει να είμαστε
πάντοτε καλοί, ήσυχοι, χρήσιμοι και αρεστοί, για να μην εγκαταλειφθούμε.
Και τότε αρχίζουμε να χτίζουμε.
Ένα
σπίτι με τούβλα που ονομάζονται «πρέπει». Μια στέγη από «τι θα πει ο
κόσμος». Παράθυρα στραμμένα στη γνώμη των άλλων και έναν κήπο γεμάτο
όνειρα που δεν ήταν ποτέ δικά μας.
Ώσπου ένα βράδυ κοιτάζεις γύρω σου και καταλαβαίνεις:
«Εδώ δεν κατοικώ εγώ. Εδώ κατοικεί η εικόνα μου».
Μια
εικόνα που έμαθε να χαμογελά όταν πονά, να λέει «δεν πειράζει» όταν η
καρδιά πληγώνεται και να απολογείται ακόμη και για την ίδια της την
ύπαρξη.
Τότε αρχίζει το μεγάλο σκάψιμο.
Όχι
για να χτίσεις ψηλότερα, αλλά για να φθάσεις βαθύτερα. Όχι για να
ανακαλύψεις μέσα σου κάποια κρυμμένη δύναμη αυτοσωτηρίας, αλλά για να
συναντήσεις τον Θεό κάτω από τα ερείπια των φόβων σου.
Πάντοτε
την παραμονή του αγίου Παντελεήμονος, ο Άγιος Νικόλαος ο Πλανάς,
τελούσε Αγρυπνία στον ιερό ναό του στον Ιλισσό. Μια χρονιά όμως ήταν
άρρωστος με υψηλό πυρετό. Οι δικοί του τον απέτρεπαν να πάει για την
Αγρυπνία.
Εκείνος φλεγόταν από αγάπη προς τον Άγιο. Και πήγε. Όπως έλεγε αργότερα, τη νύχτα, μετά τη Λιτή ακούμπησε, εξαντλημένος από τον πυρετό, στην άκρη της Αγίας Τραπέζης. Και βλέπει εμπρός του τον Άγιο «να κρατά ένα μικρό ποτήρι γεμάτο φάρμακο» και του λέει: «Πιέτο, πάτερ μου, να γίνης καλά».

Ὁ Ἅγιος Μεγαλομάρτυς Παντελεήμων, ὁ Ἰαματικός, καταγόταν ἀπό τήν Νικομήδεια καί ἄθλησε στά χρόνια τοῦ αὐτοκράτορος Μαξιμιανοῦ (250 – 305 μ.Χ.). Ἦταν υἱός τοῦ πλουσιώτατου εἰδωλολάτρου συγκλητικοῦ Εὐστοργίου καί τῆς εὐσεβέστατης χριστιανῆς Εὐβούλης, ἀπό τήν ὁποία ἔλαβε τόν πρῶτο σπόρο τῆς χριστιανικῆς πίστεως.
Ἀφοῦ παρέμεινε ὀρφανός ἀπό τήν μητέρα στήν παιδική ἡλικία, παραδόθηκε ἀπό τόν πατέρα του στόν Εὐφρόσυνο, ἰδιαίτερο ἰατρό τοῦ αὐτοκράτορος, γιά νά διδαχθεῖ ἀπό αὐτόν τήν ἰατρική ἐπιστήμη. Οἱ πρόοδοι τοῦ Παντελεήμονος ἐξέπλητταν καί τόν ἴδιο τόν διδάσκαλό του, ὁ ὁποῖος μέ χαρά τόν συνέστησε στόν αὐτοκράτορα.
Στόν Χριστιανισμό ἑλκύσθηκε ἀπό τόν Ἱερομάρτυρα τῆς Νικομήδειας Ἑρμόλαο († 26 Ἰουλίου), ὁ ὁποῖος τόν βάπτισε. Ἀπό τότε μεταχειριζόταν τήν ἐπιστήμη του ὑπέρ τῶν ἀπόρων, ἰδιαίτερα τῶν ἀσθενῶν, προστρέχοντας μέ προθυμία στίς φτωχικές κατοικίες τους καί παρέχοντας σέ αὐτούς ἐκτός ἀπό τήν θεραπεία καί ὑλική βοήθεια.
Ἡ θεία πρόνοια εὐλόγησε πλουσιοπάροχα τήν ἀγαθοεργή δράση τοῦ Παντελεήμονος, ἀφοῦ δώρησε σέ αὐτόν τό χάρισμα τῆς θεραπείας κάθε ἀσθένειας μέ μόνη τήν προσευχή. Ἀφοῦ θεράπευσε τόν τυφλό, τόν ὁποῖο οἱ συγγενεῖς του εἶχαν μεταφέρει στήν οἰκία τοῦ Παντελεήμονος, ἔγινε πρόξενος μεταστροφῆς τοῦ πατέρα του, ὁ ὁποῖος μπροστά στό θαῦμα αὐτοῦ τοῦ υἱοῦ του, ὁμολόγησε τόν Χριστό καί βαπτίσθηκε ἀπό τά χέρια τοῦ Ἁγίου Ἑρμολάου.
Ὅμως ὁ Παντελεήμων δέν περιοριζόταν στήν παροχή μόνο ἰατρικῆς περίθαλψης. Εἰσερχόμενος στά σπίτια δίδασκε τό Εὐαγγέλιο καί προσείλκυε στήν πίστη τοῦ Χριστοῦ τούς εἰδωλολάτρες.
Μην αφήνετε τίποτα για αργότερα. |

του Πρεσβυτέρου Νικολάου Γονιδάκη
Το σημερινό μας αποστολικό ανάγνωσμα (Γαλ. γ΄ 23 – δ΄ 5), αγαπητοί μου εν Χριστώ αδελφοί, αποτελεί απόσπασμα από την επιστολή του Αποστόλου Παύλου προς τους χριστιανούς της Γαλατίας, μιας περιοχής της Μικράς Ασίας.
Το συγκεκριμένο αποστολικό ανάγνωσμα συναντάται συνήθως στις εορτές των Αγίων Μεγαλομαρτύρων γυναικών, όπως και σήμερα, κατά την οποία η Εκκλησία μας τιμά και εορτάζει τη μνήμη της Αγίας ενδόξου Μεγαλομάρτυρος Παρασκευής της Αθληφόρου.
Ξεκινά, λοιπόν, ο Απόστολος Παύλος υπενθυμίζοντάς τους πως ο Μωσαϊκός Νόμος, ο οποίος λειτουργούσε ως σκληρός παιδονόμος, αυστηρός παιδαγωγός —και αυτό είχε τη δική του ιδιαίτερη σημασία— με την έλευση του Χριστού μεταμορφώθηκε από τυπολατρική δουλεία σε απόλυτη ελευθερία. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ασυδοσία, αλλά ελευθερία που οδηγεί στην αιώνια σωτηρία.
Ο Νόμος, πράγματι, προ της ελεύσεως του Κυρίου μας, διαδραμάτιζε ουσιαστικό ρόλο στη ζωή των ανθρώπων. Λειτουργούσε ως μέσο πνευματικής και, κατ’ επέκταση, ηθικής καθοδήγησης· δεν έπαυε, όμως, να είναι σκληρός και να κρατά τον λαό φυλακισμένο στο γράμμα του.
Αυτό μπορούμε να το διακρίνουμε, άλλωστε, αν συγκρίνουμε τις εντολές που έλαβε ο Μωυσής στο όρος Σινά. Σε πολλές από αυτές κυριαρχεί το απόλυτο αρνητικό μόριο «οὐ», που σημαίνει «δεν» και «όχι», θέτοντας σαφή όρια στη ζωή και στη συμπεριφορά του ανθρώπου.
Με τον ερχομό, όμως, του Χριστού σημειώθηκε η πλήρης ανατροπή της όλης κατάστασης. Ο Κύριός μας ήρθε και έθεσε τον δικό Του νόμο, τη μία και σπουδαιότερη εντολή, που συνοψίζει και επισφραγίζει όλες τις άλλες: την αγάπη.
Ας θυμηθούμε χαρακτηριστικά τι απάντησε ο Κύριός μας, όταν ένας εκ των γραμματέων Τον ρώτησε ποια είναι η πρώτη και κύρια εντολή: «ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου. αὕτη πρώτη ἐντολή» (Μαρ. ιβ’ 30).

Ἡ Ἁγία Παρασκευή γεννήθηκε στήν Ρώμη ἤ στά περίχωρά της ἀπό γονεῖς εὐσεβεῖς χριστιανούς, τόν Ἀγάθωνα καί τήν Ἱππολύτη, καί ἄθλησε στά χρόνια τοῦ αὐτοκράτορος Ἀντωνίνου Αὐρηλίου (138 – 161). Ὅμως ἡ ἁγιολογική παράδοση τῆς Σικελίας καί τῆς Καμπανίας θεωρεῖ ὅτι ἡ Ἁγία γεννήθηκε κοντά στήν Κατάνη, στό χωριό Aci Trezza, αφιερώθηκε ἀπό τούς γονεῖς της στό Θεό καί ἀνατράφηκε μέ παιδεία καί νουθεσία Κυρίου.
Μετά τόν θάνατό τους, ἀφοῦ διαμοίρασε τά ὑπάρχοντά της στούς φτωχούς καί ἀπόρους, περιεβλήθη τό μοναχικό σχῆμα. Περιδιάβαινε τή Ρώμη καί τά περίχωρα αὐτῆς, ἐνῶ ξεκίνησε ἱεραποστολικές ἐξορμήσεις, γιά νά κηρύξει τό Εὐαγγέλιο, ὄχι μόνο στή Σικελία, ἀλλά καί στήν Καλαβρία, στήν Ἀπουλία καί στήν Καμπανία.
Τό κήρυγμά της προσείλκυσε πολλούς εἰδωλολάτρες πού βαπτίζονταν χριστιανοί. Ὅταν πληροφορήθηκε ὁ αὐτοκράτορας τήν θεοφιλῆ δράση της, διέταξε τήν σύλληψη καί τήν προσαγωγή ἐνώπιόν του. Κατ’ ἀρχάς μέ ἤπια λόγια προσπάθησε νά πείσει τήν Παρασκευή νά ἀρνηθεῖ τόν Χριστό, προσέκρουσε ὅμως στήν ἐπίμονη ἄρνησή της καί διέταξε νά θέσουν πυρωμένη περικεφαλαία ἐπάνω στό κεφάλι της.
Ἀφοῦ παρέμεινε ὅμως ἀβλαβής, ἔγινε πρόξενος μεταστροφῆς πολλῶν ἐθνικῶν, οἱ ὁποῖοι ἀφοῦ ὁμολόγησαν τόν Χριστό, ἄλλοι ἐρρίφθησαν στόν Τίβερη ποταμό καί ἄλλοι ἀποκεφαλίσθηκαν, ἐνῶ αὐτή κλείσθηκε στήν φυλακή. Μετά ἀπό λίγες ἡμέρες ὁ αὐτοκράτορας ἐπιχείρησε ἐκ νέου νά πείσει τήν Παρασκευή νά θυσιάσει στά εἴδωλα, ἀποτυγχάνοντας ὅμως καί πάλι στίς προσπάθειές του, διέταξε, ἀφοῦ τῆς κατακάψουν μέ ἀναμμένες λαμπάδες τά χέρια, νά τήν ρίξουν μέσα στόν λέβητα πού ἦταν γεμᾶτος μέ ζέον ἔλαιο καί πίσσα.

Τα αποτυπώματα μιας θαυμαστής προσφοράς
«καί ακούσαντες οι όχλοι ηκολούθησαν αυτώ»
Η σημερινή ευαγγελική περικοπή ξεδιπλώνει μπροστά μας ένα θαυμαστό γεγονός που επιτέλεσε ο Κύριός μας, το οποίο φέρει τη δική του ξεχωριστή σημασία και μας προσφέρει βαθύτατα μηνύματα.
Το θαύμα του πολλαπλασιασμού των πέντε άρτων είναι από τα πιο γνωστά και γλαφυρά αποτυπωμένα γεγονότα στη γραφίδα των Ευαγγελιστών.
Αυτό δεν είναι τυχαίο. Από τη μια πλευρά, αποτελεί απόδειξη ότι ο Χριστός ενδιαφέρεται έμπρακτα για τις υλικές ανάγκες των ανθρώπων, για την πείνα αλλά και γενικότερα για την επιβίωσή τους. Από την άλλη, σύμφωνα με την ερμηνευτική προσέγγιση της πατερικής σκέψης, παραπέμπει σαφώς στο Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, το Ουράνιο Μάννα.
Τότε και σήμερα
Μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα πτυχή της περικοπής είναι η σύγκριση στη στάση των ανθρώπων της εποχής εκείνης και της δικής μας. Τότε, οι άνθρωποι ακολουθούσαν τον Χριστό για να ακούσουν τον λόγο του και να γίνουν αποδέκτες των θαυματουργικών του ενεργειών, που αποτελούσαν την κατ’ εξοχήν αυθεντική έκφραση της αγάπης του. Ο ιερός Ευαγγελιστής σημειώνει χαρακτηριστικά: «καί ακούσαντες οι όχλοι ηκολούθησαν αυτώ πεζή από τών πόλεων» (Ματθ. ιδ’, 13).
Μόλις οι άνθρωποι έμαθαν ότι ο Χριστός βρισκόταν κοντά, άφησαν τις πόλεις και τα σπίτια τους για να τον ακολουθήσουν. Παρά το γεγονός ότι ο τόπος ήταν έρημος, δεν είχαν μαζί τους τρόφιμα και η νύχτα πλησίαζε, το πλήθος – που ξεπερνούσε τις πέντε χιλιάδες άνδρες, χωρίς να υπολογίζονται οι γυναίκες και τα παιδιά – ψήφισε τις αντιξοότητες. Προτίμησαν την πνευματική τροφή, παραμερίζοντας τις εύλογες δικαιολογίες που θα μπορούσαν να επικαλεστούν και να προβάλουν.
Αρχίζει πολύ νωρίτερα.
Αρχίζει
τη στιγμή που ο άνθρωπος παύει να αισθάνεται ότι ανήκει στη ζωή. Όταν
παύει να βλέπει το δέντρο ως ζωντανή παρουσία, το νερό ως ευλογία, τη γη
ως κοινό σπίτι και τα πλάσματα γύρω του ως συνοδοιπόρους.
Η
φωτιά γεννιέται πρώτα μέσα στην ανθρώπινη καρδιά: στην αδιαφορία, στην
απληστία, στην εγκατάλειψη, στην έλλειψη ευθύνης. Εκεί όπου η φύση
αντιμετωπίζεται μόνο ως ιδιοκτησία, κέρδος ή εμπόδιο, έχει ήδη αρχίσει η
καταστροφή, ακόμη κι αν δεν έχει φανεί ούτε μία φλόγα.
Τα
δάση καίγονται όταν προηγουμένως έχει καεί η συνείδησή μας. Όταν
συνηθίζουμε να προσπερνούμε τα σκουπίδια, την ξηρασία, την εγκατάλειψη
και τον κίνδυνο, περιμένοντας πάντοτε κάποιον άλλον να αναλάβει την
ευθύνη.

Ἡ Ἁγία Ἄννα γεννήθηκε στήν Βηθλεέμ, καταγόταν ἀπό τήν φυλή λευΐ καί ἦταν κόρη τοῦ ἱερέα Ματθάν καί τῆς Μαρίας. Ὁ Ματθάν ἱεράτευε ἐπί τῆς βασιλείας Κλεοπάτρας καί Σαπώρου ἤ Σαβωρίου, βασιλέως τῶν Περσῶν, καί τπης βασιλείας Ἡρώδου τοῦ Ἀντιπάτρου.
Αὐτή εἶχε δύο ἀδελφές, τήν Σοβή, μητέρα τῆς Ἁγίας Ἐλισάβετ καί γιαγιά τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Βαπτισθοῦ, καί τήν Μαρία, μητέρα τῆς Σαλώμης, σύζυγο τοῦ Κλεόπα ἤ Ἀλφαίου. Παντρεύτηκε δέ καί ἡ τρίτη, ἡ Ἄννα, στήν γῆ τῆς Γαλιλαίας, καί γέννησε Μαρία τήν Θεοτόκο, πού σημαίνει ὅτι ἡ Σαλώμη, ἡ Ἐλισάβετ καί ἡ Θεοτόκος, ἦσαν κόρες τριῶν ἀδελφῶν καί μεταξύ τους πρωτεξαδέλφες.
Ἡ Ἄννα, λοιπόν, ἀφοῦ γέννησε τήν σωτηρία ὅλου τοῦ κόσμου, τήν Παναγία, καί τήν ἀπογαλάκτισε, τήν ἀνέθεσε στό Ναό, ὡς ἄμμωμο δῶρο στόν Παντοκράτορα Θεό, καί ἔζησε τό ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς της μέ σωφροσύνη καί ἄμεμπτο τρόπο, μέ νηστεῖες, προσευχές ἐλεημοσύνες πρός τούς φτωχούς μέχρις ὅτου ἐξεδήμησε μέ εἰρήνη πρός τόν Κύριο. Τελεῖται δέ ἡ Σύναξις αὐτῆς «ἐν τῷ Δευτέρῳ».
Ὅταν νημφεύθηκε τόν Ἰωακείμ ἀπό τήν φυλή Ἰούδα, πού ἦταν ἄνδρας δίκαιος καί θεοσεβής, ἀξιώθηκε τήν ὑπέρτατη τιμή καί τήν εὐτυχία, πρός ἐπιβράβευση τῆς εὐσέβειας καί τῶν φιλανθρωπικῶν ἔργων της, νά ἀποκαταστήσει κόρη ἀπαράμιλλη καί μοναδική, τήν Μητέρα τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τήν Παναγία.
Ο αεικίνητος άνθρωπος, εκπαιδευτικός, κατηχητής, φίλος, ιερέας! Πρωτοπόρος σε κάθε τι με το οποίο ασχολήθηκε. Εργατικός και αφοσιωμένος στο συνάνθρωπο.
Ένας άνθρωπος ο οποίος με κανέναν τρόπο και σε καμία περίπτωση δεν μπορούσες να μην προσέξεις για την ευθύτητα του, τη λεβεντιά του, την εργατικότητα του, το χαμόγελο του, το καλό του λόγο, την καταδεκτικότητα και αμεσότητα του.
Τον γνωρίσαμε ως κορυφαίο στέλεχος της Μητροπόλεως Πειραιά στον Άγιο Βασίλειο στις Κατασκηνώσεις, στα σχολεία που υπηρέτησε, από τις εκπομπές στο ραδιόφωνο από τα άρθρα του, τις εμπνευσμένες ομιλίες του.
Κάποια στιγμή στην Ιερά Μονή Ξηροποτάμου κείρεται μοναχός, χειροτονείται κατόπιν διάκονος και ιερέας. Ήδη υπηρετεί στο χωριό του στις Πυλές Καρπάθου ως δάσκαλος σε ένα ακριτικό μονοθέσιο σχολείο.
Εφαρμόζει
πρωτοποριακά προγράμματα για το σχολείο του. Συνδέεται με τη ΝΑΣΑ,
εκπονεί προγράμματα που ούτε μεγάλα σχολεία του Κέντρου της Αθήνας δεν
εφαρμόζουν. Τελειοποιεί τη Βιβλιοθήκη, εισάγει υπολογιστές, λειτουργεί
θερινό σχολείο, πραγματοποιεί μεγάλες εκδρομές, προγραμματίζει
συναντήσεις αποφοίτων, λειτουργεί σχολή Γονέων. Είναι τόσες οι
δραστηριότητες που δεν χωρούν σε ένα σημείωμα.
Μαρτυρούν την
αγωνία και τον αγώνα του ανθρώπου αυτού να βρίσκεται δίπλα στον
άνθρωπο, σε κάθε ψυχή από το μετερίζι που ο Θεός τον έταξε.