
του Πρεσβυτέρου Νικολάου Γονιδάκη
Στο σημερινό Αποστολικό μας Ανάγνωσμα, αγαπητοί μου εν Χριστώ αδελφοί (Α΄ Κορ. θ΄ 2-12), ο Απόστολος Παύλος ξεκαθαρίζει κάποια λειτουργικά ζητήματα της Εκκλησίας, τα οποία παραμένουν ακόμη και σήμερα αμφιλεγόμενα για πολλούς πιστούς και μη.
Καταρχάς, να σημειώσουμε πως κάποιοι εκ των πιστών, και μάλιστα εκείνοι που βρίσκονταν σε ανώτερη θέση μέσα στην κοινότητα, εξέφραζαν έντονη αμφισβήτηση προς το πρόσωπό του.
Θεωρούσαν πως, επειδή δεν υπήρξε, όπως οι άλλοι Απόστολοι, αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας της επίγειας παρουσίας του Χριστού, υστερούσε και, κατά συνέπεια, δεν μπορούσε να θεωρείται γνήσιος μαθητής Του.
Σε αυτή την αμφισβήτηση συνέβαλε και κάτι ακόμη, που θα μπορούσαμε να πούμε πως αποτέλεσε την αφορμή για όλα όσα ακούμε σήμερα.
Το γεγονός ότι αρνούνταν να λάβει υλική αποζημίωση για όλη του τη διακονία. Προτιμούσε, παρά το γεγονός ότι το δικαιούταν, όπως ο ίδιος μας λέει, να εργάζεται, να κοπιάζει και να αυτοσυντηρείται, ώστε να μην επιβαρύνει οικονομικά την κοινότητα των πιστών.
Τον ακούμε, λοιπόν, να λέει πως οι άνθρωποι της Εκκλησίας, εκείνοι που κοπιάζουν, κηρύττουν και εργάζονται αποκλειστικά για τη διάδοση του Ευαγγελίου, πέρα από τη φιλανθρωπία που οφείλουν να επιτελούν, δικαιούνται να βιοπορίζονται από τα έσοδα της Εκκλησίας.
Ως παράδειγμα μας αναφέρει τους στρατιώτες που βρίσκονται στον πόλεμο και συντηρούνται από την πολιτεία, τους αμπελουργούς που δικαιούνται να γεύονται τους καρπούς του αμπελιού που καλλιεργούν και τους βοσκούς που καταναλώνουν το γάλα από τα ίδια τα ζώα που φροντίζουν.
Όλα αυτά είναι απολύτως φυσικά και δικαιολογημένα, ως καρπός της εργασίας και του κόπου τους.
Ο ίδιος, όμως, θέλει να δώσει το ορθό παράδειγμα της προσφοράς και της ελευθεριότητας της πίστεως στον Χριστό, απαλλαγμένος από κάθε υλική προσδοκία.
Γι’ αυτό εργάζεται, αυτοσυντηρείται και δεν επιβαρύνει την Εκκλησία. Και όχι μόνο δεν ζητά να λάβει, αλλά προσφέρει. Προσφέρει όχι μόνο σε υλικό επίπεδο, αλλά, πάνω απ’ όλα, σε πνευματικό.











