
Ζωντανή Αναμετάδοση Ιερών Ακολουθιών
Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2026
Καλό φθινόπωρο, λοιπόν!
Ντρεπόμαστε για τον Χριστό.
π. Γεώργιος Σχοινάς
Εμείς όμως οι Χριστιανοί έχουμε παγκόσμια πρωτοτυπία και σε αυτό: πολλές φορές ντρεπόμαστε που είμαστε Χριστιανοί. Δεν θα κάνουμε το σταυρό μας γιατί είναι κι άλλοι άνθρωποι στο λεωφορείο, «μην τους προκαλέσουμε». Λες και όλα τα άλλα που κάνουμε δεν προκαλούν τίποτα, μόνο ο σταυρός θα προκαλέσει.
Ντρεπόμαστε να πούμε ότι νηστεύουμε γιατί φαίνεται αναχρονιστικό στο μυαλό μας. Και να μην πάμε παρακάτω, ντρεπόμαστε να πούμε ότι κρατάμε τις εντολές του Θεού ή, εν πάση περιπτώσει, προσπαθούμε να τις τηρούμε.
Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ Ο ΘΕΟΣ
Ένας διάλογος για την αγάπη, την επικοινωνία και τον Παράδεισο
• Γέροντα, γιατί χαιρόμαστε όταν επικοινωνούμε;
Γιατί έτσι μας έπλασε ο Θεός. Η επικοινωνία δεν είναι απλώς μια ανάγκη του ανθρώπου. Είναι στοιχείο της υπάρξεώς του. Ο Θεός είναι αγάπη, είναι κοινωνία προσώπων.
Ο άνθρωπος, πλασμένος κατ’ εικόνα Θεού, κουβαλά μέσα του αυτή τη σφραγίδα. Να αγαπά, να κοινωνεί… να επικοινωνεί.
Γι’ αυτό υποφέρει όταν κλείνεται στον εαυτό του. Γι’ αυτό χαίρεται όταν βγαίνει από τον εαυτό του και συναντά τον άλλον.
• Δηλαδή η επικοινωνία είναι ζωή;
Η επικοινωνία είναι Παράδεισος. Όσο ο άνθρωπος επικοινωνούσε με τον Θεό, ζούσε τον Παράδεισο. Με την παρακοή διακόπηκε αυτή η επικοινωνία. Έφυγε από τον Θεό, έμεινε μόνος και μαζί με την επικοινωνία έχασε και τον Παράδεισο.
• Και τι έκανε ο Θεός;
Δεν εγκατέλειψε τον άνθρωπο. Ήρθε ο Ίδιος κοντά του, έγινε άνθρωπος και έδωσε την εντολή: «Αγαπάτε αλλήλους».
• Γιατί εντολή, γέροντα, και όχι μια απλή συμβουλή;
Γιατί είναι ο μοναδικός δρόμος. Όποιος αγαπά τον αδελφό του, βρίσκει τον Θεό. Όποιος ενώνεται με τον αδελφό του, ενώνεται και με τον Θεό. Η αγάπη δεν είναι μία καλή πράξη ανάμεσα σε πολλές άλλες. Είναι ο τρόπος υπάρξεως του ανθρώπου, είναι ο τρόπος για τον οποίο πλάστηκε, είναι ο δρόμος της σωτηρίας του. Γι’ αυτό ο Χριστός δεν παρακάλεσε, έδωσε εντολή και έτσι φανέρωσε τον τρόπο λειτουργίας του ανθρώπου, της ζωής του.
Η ασκητική της αγάπης.
Λέγεται πως ο Φραγκίσκος της Ασίζης, σεβαστή μορφή της δυτικής χριστιανικής παράδοσης, συμβούλευε τους μοναχούς του πως, αν βρίσκονται σε έκσταση προσευχής και ένας πεινασμένος ζητιάνος χτυπήσει την πόρτα, πρέπει αμέσως να αφήσουν την έκστασή τους και να του ανοίξουν, γιατί ο Θεός άφησε την έκστασή τους και μπήκε σε αυτόν τον ζητιάνο.
Η βαθιά αυτή αλήθεια συναντά, με τον δικό της τρόπο, και την ορθόδοξη ασκητική παράδοση.
Ο Ιωάννης Κασσιανός διηγείται πως όταν επισκέφθηκε τους μοναχούς της Αιγύπτου, εκείνοι διέκοπταν πρόθυμα τον αυστηρό κανόνα της νηστείας τους για να τον φιλοξενήσουν.
Στην ερώτησή του γιατί το έκαναν αυτό, ένας γέροντας απάντησε με λόγια που θα μπορούσαν να συνοψιστούν έτσι: η άσκηση είναι δικό μου θέλημα, η φιλοξενία όμως και η αγάπη είναι εντολή του Θεού.
Θυμίζω εδώ και τον Άγιο Παΐσιο τον Αγιορείτη, ο οποίος ποθούσε διακαώς την εν ησυχία αδιάλειπτη προσευχή και είχε θεσπίσει ώρες που την προστάτευε με προσοχή.
Πάτερ, γιατί διαλέγω πάντα ανθρώπους που στο τέλος με πληγώνουν;
Πρώτα να προσέξεις αυτή τη λέξη, παιδί μου: «πάντα». Όταν αλλάζουν τα πρόσωπα και η ιστορία τελειώνει κάθε φορά περίπου στο ίδιο σημείο, καλό είναι κάποτε να κοιτάξουμε και μέσα μας. Όχι για να κατηγορήσουμε τον εαυτό μας.
Αν κάποιος σε εξαπάτησε, σε εξευτέλισε ή σου φέρθηκε σκληρά, η ευθύνη είναι δική του. Άλλο όμως η ευθύνη για το κακό που σου έκανε και άλλο το ερώτημα γιατί εσύ αισθάνθηκες τόσο γρήγορα ότι αυτός ο άνθρωπος ήταν «ο δικός σου».
Η καρδιά έχει παράξενη μνήμη. Θυμάται και πράγματα που ο νους έχει ξεχάσει: έναν τρόπο, μια σιωπή, την αναμονή ενός χαδιού, εκείνη την αίσθηση ότι πρέπει να προσπαθήσεις λίγο περισσότερο για να σε προσέξουν.
Ένα παιδί μπορεί να αγαπήθηκε και συγχρόνως να έμαθε ότι για να πάρει τρυφερότητα πρέπει να είναι καλό, βολικό, να μη δυσκολεύει κανέναν, να καταλαβαίνει τους άλλους προτού μάθει τι συμβαίνει μέσα του.
Ύστερα μεγαλώνει και νομίζει ότι αυτά πέρασαν. Κάποτε όμως συναντά έναν άνθρωπο λίγο απόμακρο, που σήμερα πλησιάζει και αύριο χάνεται, και κάτι μέσα του αναστατώνεται. «Αυτός είναι», λέει. Μπορεί όμως να μην αναγνώρισε την αγάπη. Μπορεί να αναγνώρισε κάτι που του ήταν από παλιά γνώριμο.
Εδώ χρειάζεται διάκριση, γιατί δεν είναι κάθε μεγάλη ταραχή έρωτας και δεν είναι κάθε ηρεμία αδιαφορία. Μπορεί να λες «με συγκλονίζει», ενώ στην πραγματικότητα περιμένεις πάλι να συμβεί το παλιό θαύμα: αυτή τη φορά εκείνος που δεν δίνεται εύκολα θα δοθεί σε μένα. Αυτή τη φορά θα με διαλέξει. Και τότε δεν παλεύεις μόνο για τον άνθρωπο που έχεις μπροστά σου. Παλεύεις χωρίς να το γνωρίζεις και για όλες εκείνες τις φορές που περίμενες να σε διαλέξουν.
Έρχεται κάποιος και μου λέει: «Πάτερ, αυτοί που με θέλουν πραγματικά δεν με συγκινούν. Με τραβούν πάντοτε οι δύσκολοι». Ε, κοίταξέ το χωρίς ντροπή. Μήπως έμαθες να ονομάζεις έρωτα την αγωνία; Μήπως χρειάζεσαι λίγο φόβο, λίγη αβεβαιότητα, λίγο κυνηγητό για να αισθανθείς ότι κάτι μεγάλο συμβαίνει;
Καμιά φορά ένας άνθρωπος που είναι απλώς εκεί μας φαίνεται «λίγος». Δεν μας αφήνει να περιμένουμε ένα μήνυμα μέχρι τα ξημερώματα, δεν μας δίνει σήμερα τα πάντα για να τα πάρει αύριο πίσω, δεν μας βάζει κάθε εβδομάδα να αποδείξουμε ότι αξίζουμε την παρουσία του. Και αυτή η ησυχία μπορεί να μας φαίνεται παράξενα άχρωμη, επειδή συνηθίσαμε να μετράμε την ένταση της αγάπης από την ένταση της αγωνίας.
Μη βιαστείς βέβαια να πεις ότι όποιος σου προσφέρει ασφάλεια είναι και ο άνθρωπός σου. Ο έρωτας δεν κατασκευάζεται με τη λογική. Αλλά να έχεις τον νου σου μήπως απορρίπτεις την ειρήνη επειδή δεν κάνει θόρυβο. Η ταραχή δεν είναι απόδειξη αγάπης, όπως η γαλήνη δεν είναι απόδειξη ότι ο έρωτας πέθανε.
Και κάτι ακόμη συμβαίνει συχνά. Βλέπουμε έναν δύσκολο, βασανισμένο άνθρωπο και λέμε: «Εγώ τον καταλαβαίνω. Κατά βάθος είναι καλός. Μαζί μου θα αλλάξει». Μπορεί πράγματι να είναι καλός και να έχει περάσει πολλά. Αλλά άλλο να συμπονάς έναν άνθρωπο και άλλο να αναλαμβάνεις να γίνεις ο σωτήρας του.
Σωτήρας είναι ένας, παιδί μου. Ο Χριστός.
Εσύ μπορείς να δώσεις το χέρι σου. Δεν μπορείς να περπατήσεις με τα πόδια του άλλου. Μπορείς να συγχωρήσεις, να συμπαρασταθείς, να προσευχηθείς. Δεν μπορείς όμως να μετανοήσεις αντί γι’ αυτόν. Και αν εκείνος αρνείται κάθε φορά να σηκωθεί, ο Θεός δεν σου ζητά να ξαπλώσεις κι εσύ στο χώμα για να αποδείξεις την αγάπη σου.
Το μπερδεύουμε αυτό πολλές φορές και πνευματικά. Ακούμε «αγαπάτε τους εχθρούς υμών» και νομίζουμε ότι πρέπει να επιτρέπουμε σε όποιον μας βλάπτει να επιστρέφει κάθε φορά στην ίδια θέση μέσα στη ζωή μας. Ο Χριστός όμως δεν είπε να ονομάζουμε το κακό καλό. Η συγχώρηση δεν σημαίνει ότι δίνω πάλι το κλειδί σε εκείνον που κάθε φορά μπαίνει και γκρεμίζει το σπίτι.
Μπορείς να συγχωρείς και από μακριά. Μπορείς να προσεύχεσαι για έναν άνθρωπο και συγχρόνως να γνωρίζεις ότι δεν πρέπει να ξαναζήσεις μαζί του. Μπορείς να μην επιθυμείς το κακό του και να κλείσεις μια πόρτα. Η χριστιανική αγάπη δεν καταργεί τη διάκριση· διαφορετικά θα κάναμε την καλοσύνη συνεργό του κακού.
Ο Σταυρός του Χριστού.
"..εφόσον κι ο αρχηγός μας ανέβηκε στον Σταυρό, κι εμείς θ’ ανέβουμε.."
Ο Σταυρός δεν λείπει.
Γιατί; Γιατί εφόσον κι ο αρχηγός μας ανέβηκε
στον Σταυρό, κι εμείς θ’ ανέβουμε, να πούμε.
Αλλά απ’ τη μια πλευρά είναι γλυκύς και ελαφρός,
απ΄ την άλλη μεριά είναι πικρός και βαρύς.
Τι σημαίνει τελικά να πετύχει κάποιος;
Να κερδίσει; Να ξεχωρίσει; Να αποκτήσει όσα ονειρεύτηκε; Να φτάσει εκεί που περίμεναν οι άλλοι από εκείνον;
Στο σημερινό Ευαγγέλιο ο Χριστός θέτει ένα ερώτημα που δύσκολα προσπερνάς:
«τι ωφελείται ο άνθρωπος αν κερδίσει ολόκληρο τον κόσμο και χάσει τον εαυτό του;»
Κάθε φορά που το ακούω, σκέφτομαι τα παιδιά που μεγαλώνουμε.
Από μικρά μαθαίνουν να μετρούν την πρόοδό τους. Τον βαθμό, την επίδοση, την επιτυχία στις εξετάσεις, την αποδοχή των άλλων. Κι εμείς, συχνά με τις καλύτερες προθέσεις, προσθέτουμε κι άλλον έναν στόχο, κι άλλη μια προσδοκία. Θέλουμε να τα δούμε να προχωρούν, να πετυχαίνουν, να ανοίγουν τον δρόμο τους.
Μέσα σε αυτή την προσπάθεια, όμως, υπάρχουν ερωτήματα που δεν πρέπει να τα προσπεράσω:
«Μπορεί ένα παιδί να μάθει να πετυχαίνει και ταυτόχρονα να ξεχάσει ποιο είναι;»
Αγία Θέκλα η πρώτη γυναίκα που μαρτύρησε για την πίστη της.
Στις 24 Σεπτεμβρίου η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη της Αγίας Θέκλας της Ισαποστόλου, μιας από τις σημαντικότερες γυναικείες μορφές των πρώτων χριστιανικών χρόνων, η οποία κατέχει τον τίτλο της Πρωτομάρτυρος, καθώς ήταν η πρώτη γυναίκα που μαρτύρησε για την πίστη της.
Γεννημένη στο Ικόνιο της Μικράς Ασίας από αρχοντική οικογένεια, η Θέκλα ήταν μια ευπαίδευτη και πανέμορφη νέα. Η ζωή της άλλαξε καθοριστικά όταν άκουσε το κήρυγμα του Αποστόλου Παύλου.
Εμπνευσμένη από τη διδασκαλία του για την αγνότητα και τη σωτηρία της ψυχής, αποφάσισε να ακολουθήσει τον Χριστό, σπάζοντας τον αρραβώνα της με έναν τοπικό άρχοντα.
Η απόφασή της αυτή προκάλεσε την οργή τόσο της οικογένειάς της όσο και των τοπικών αρχών.
Ὁ Ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἁγιορείτης

Ἔγινε γνωστὸς πρὶν ἀκόμα ἁγιοποιηθεῖ ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μὲ τὸ βιογραφικὸ ἔργο «Ὁ γέροντας Σιλουανὸς τοῦ Ἄθω», ποὺ τὸ συνέγραψε μὲ ὡραῖο τρόπο ὁ Ἡγούμενος τῆς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου στὸ Ἔσσεξ τῆς Ἀγγλίας, Ἀρχιμανδρίτης Σωφρόνιος, ποὺ ἔζησε κοντὰ στὸν Ἅγιο γιὰ πολὺ καιρὸ στὸν Ἄθω.
Σύμφωνα λοιπὸν μὲ τὸν Σωφρόνιο, ὁ Ἅγιος Σιλουανὸς ἀσκήθηκε στὸ Ἅγιον Ὄρος γιὰ 46 ὁλόκληρα χρόνια καὶ συγκεκριμένα στὴ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονα.
Γεννήθηκε τὸ 1866 στὸ χωριὸ Σόβοκ τῆς ἐπαρχίας Λεμπεντιάσκ τῆς Ρωσίας καὶ τὸ κοσμικό του ὄνομα ἦταν Συμεὼν Ἰβάνοβιτς Ἀντόνωφ. Στὴ Ρωσία ἔκανε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ξυλουργοῦ.
Στὸ Ἅγιο Ὅρος ἦλθε τὸ 1892 καὶ ἀφιερώθηκε ὁλοκληρωτικὰ στὴν ἄσκηση καὶ τὴν προσευχή. Τὸ 1911 ἔγινε μεγαλόσχημος καὶ στολίστηκε μὲ πολλὲς ἅγιες ἀρετὲς καὶ γέμισε ὅλος ἀπὸ Θεῖο φῶς. Τὸ 1905 βγῆκε γιὰ λίγο ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ἐπισκέφθηκε τὰ μοναστήρια τῆς πατρίδας του.
Ἀπεβίωσε στὶς 24 Σεπτεμβρίου τοῦ 1938 καὶ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία πρόσφατα τὸν ἁγιοποίησε.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὁσίων ἐφάμιλλος, καὶ κοινωνὸς ἀληθῶς, ἐσχάτοις ἐν ἔτεσι, δι’ ἐναρέτου ζωῆς, ἐδείχθης μακάριε. Ὅθεν Σιλουανέ σε, ἡ οὐράνιος δόξα, δέδεκται μετὰ τέλος, σὺν Ὁσίοις Πατράσι· μεθ’ ὧν καὶ καθικέτευε, ὑπὲρ τῶν τιμώντων σε.
Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2026
Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ ΜΟΥ…
Υπήρχε μια προσευχή που δεν την άκουγα ποτέ ολόκληρη. Γιατί η μητέρα μου την έλεγε χαμηλόφωνα, όταν όλοι κοιμόμασταν. Στεκόταν μπροστά στο εικόνισμα, άναβε το καντηλάκι και έλεγε τα ονόματά μας ένα ένα.
Δεν ζητούσε πλούτη. Δεν ζητούσε να μην πονέσουμε ποτέ. Δεν ζητούσε να μας κάνει η ζωή εύκολη.
Ζητούσε μόνο: «Θεέ μου, φύλαγέ τα…
Κι αν είναι να περάσουν δυσκολίες, δώσε μου εμένα τη δύναμη να τις σηκώσω, για να μη λυγίσουν εκείνα.»
Και τότε δεν καταλάβαινα. Νόμιζα πως η μητέρα μου ήταν δυνατή από μόνη της.
Τώρα ξέρω πως πολλές φορές η δύναμή της ήταν εκείνη η προσευχή.
Ήταν οι νύχτες που ξαγρυπνούσε χωρίς να μας το πει.
Ήταν τα δάκρυα που σκούπιζε πριν τα δούμε.
Ήταν το «μη φοβάσαι» που μας έλεγε, ενώ μέσα της φοβόταν περισσότερο από εμάς.
Και ίσως αυτό να είναι η πιο μεγάλη αγάπη μιας μητέρας.
Μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε.
Το ότι κατακρίνουμε τι σημαίνει; Ότι θεωρούμε τον εαυτό μας μη σφάλλοντα σε οποιοδήποτε αμάρτημα. Γι’ αυτό λέει ο Κύριος: Μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε.
Εν ω κρίματι κρίνετε, κριθήσεσθε.(Ματθ. 7:1).
Είναι τόσο σοβαρή βέβαια η κατάκριση, παρ’ ότι εμείς την έχουμε για ψωμοτύρι και σαν εμπερίστατη αμαρτία. Εμπερίστατη αμαρτία είναι αυτή, που γίνεται σε κάθε περίσταση και κάθε ώρα.
Καίτοι τέτοιοι είμαστε κι εμείς όλοι, λαβωμένοι, καίτοι όλοι είμαστε φορτωμένοι από πληγές κι αμαρτήματα, λέμε για τον άλλον. Όταν πάμε στο νοσοκομείο, θα δούμε ότι όλοι είναι άρρωστοι.
Βλέπετε όμως ότι κανένας δεν κατακρίνει τον άλλο άρρωστο το έχετε παρατηρήσει;
Κανείς δεν λέει στον άλλο: Γιατί εσύ είσαι στο κρεβάτι, αφού είναι κι αυτός άρρωστος στο κρεβάτι.
Ενώ εμείς εδώ όλοι είμαστε άρρωστοι ψυχικά κι όμως ο ένας χτυπάει τον άλλον.
Ο ένας είναι άρρωστος στο μάτι και κοιτάζει τον άλλον που είναι άρρωστος στο πνευμόνι.
Κι όμως δεν το καταλαβαίνουμε οι ταλαίπωροι.
Μας σκοτίζει η αμαρτία, μας σκοτίζει ο δαίμονας, για να μας κρατάει όλους στην κατάκριση.
Θα πεθάνουν αύριο και θα τους πιάσω μια χαρά στη φάκα, λέει ο διάβολος· και ο Χριστός, που είναι δικαιοσύνη θα τους πει:
Κρίνατε; Κρίνατε; Τι σας είπα εγώ στο Ευαγγέλιο; Μη κρίνετε. Εσείς είσθε οι κριτές; Από πού είσθε κριτές εσείς; Εγώ είμαι ο Κριτής.
Κι έτσι θα μας καταδικάσει όλους εμάς με το μέτρο που μετρούμε τους άλλους.
Κι όμως εμείς οι ταλαίπωροι δεν το καταλαβαίνουμε κι ανοίγουμε το στόμα και μιλάμε για τον ένα, για τον άλλο και ρίχνουμε την πέτρα του αναθέματος, χωρίς να καταλαβαίνουμε ότι εμείς πρώτοι έχουμε το ανάθεμα.
23 Σεπτεμβρίου – Πρώτη εορτή του Οσίου Παπά-Τύχωνα του Αγιορείτη
23 Σεπτεμβρίου η Εκκλησία μας τιμά για πρώτη φορά έναν άνθρωπο που έζησε αθόρυβα, ταπεινά και ολοκληρωτικά για τον Χριστό. Τον Παπά-Τύχωνα τον Αγιορείτη, τον πνευματικό άνθρωπο που έγινε στήριγμα και οδηγός ψυχών και ιδιαίτερα του Αγίου Παϊσίου.
Δεν αναζήτησε τη δόξα των ανθρώπων. Αναζήτησε τη σιωπή, την προσευχή, την ταπείνωση και το έλεος του Θεού. Μέσα στην απλότητα της ζωής του έκρυβε έναν μεγάλο πλούτο: μια καρδιά γεμάτη αγάπη για τον Χριστό και προσευχή για όλο τον κόσμο.Και ίσως αυτό είναι το πιο δυνατό μήνυμα που μας αφήνει σήμερα.
Τα δύο δένδρα.
Στην άκρη ενός δρόμου υπήρχαν δύο δέντρα.
Το ένα ήταν ψηλό, γεμάτο άνθη και καρπούς. Οι άνθρωποι σταματούσαν να το θαυμάσουν.
Το άλλο ήταν μικρό και στραβό. Δεν είχε πολλά άνθη. Ούτε οι καρποί του ήταν εντυπωσιακοί.
Κι όμως, κάθε απόγευμα, ένα μικρό πουλί πήγαινε και καθόταν στα κλαδιά του.
Μια μέρα το μεγάλο δέντρο ρώτησε: «Γιατί έρχεσαι πάντα σε εκείνο; Εγώ έχω περισσότερα λουλούδια. Έχω περισσότερη σκιά. Είμαι πιο όμορφο».
Το πουλί απάντησε: «Γιατί όταν φυσά δυνατός άνεμος, εκείνο δεν με διώχνει».
Το μεγάλο δέντρο γέλασε. «Και τι άλλο σου προσφέρει;» «Τίποτα», είπε το πουλί. «Τίποτα;» «Ναι. Απλώς μένει».
Πέρασε ο καιρός. Ήρθε μια μεγάλη καταιγίδα.

