
Ζωντανή Αναμετάδοση
Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2026
Όταν η ενημέρωση γίνεται τηλεοπτική εμμονή.

Η αγία ταπείνωση.
Ἀποκαλύφθηκε στὴν ψυχή του αγίου Σιλουανού , ὄχι ἀφηρημένα ἢ διανοητικά, ἀλλὰ ὑπαρξιακά, ὅτι ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι ἡ ρίζα ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν καὶ ὁ σπόρος τοῦ θανάτου· και ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ταπείνωση.
Κατάλαβε, ὅτι ἐκείνη ἡ ἀνεκλάλητα γλυκιὰ καὶ μεγαλειώδης ταπείνωση τοῦ Χριστοῦ, τὴν ὁποία βίωσε κατὰ τὴ στιγμὴ τῆς Ἐμφανίσεως Του, εἶναι ἀναφαίρετο γνώρισμα τῆς θείας ἀγάπης, τοῦ Θείου Εἶναι.
Γι’ αὐτὸ, ὅποιος ἐπιθυμεῖ νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸν Θεό, πρέπει νὰ ἐνδυθεῖ τὴν ταπείνωση.
Μία άλλη αίσθηση φωτός.

Με το μέτρο που μετράς τον άλλο άνθρωπο θα μετρήσει ο Θεός και σένα.

Με το μέτρο που μετράς τον άλλο άνθρωπο θα μετρήσει ο Θεός και σένα. Εάν εσύ είσαι επιεικής προς τον άλλο ο Θεός θα είναι επιεικής σε σένα.
Αν εσύ είσαι ελεήμων με τον άλλον ο Θεός θα είναι ελεήμων με σένα.
Αν είσαι άτεγκτος με τον άλλο θα είναι και ο Θεός άτεγκτος με σένα. Οπότε διάλεξε.
Γι’ αυτό είπαν οι πατέρες ότι η σωτηρία μας εξαρτάται από τον αδελφό μας, δεν εξαρτάται από κανέναν άλλο. Είδες τον αδελφό σου, είδες Κύριον τον Θεό σου. Είδες τον αδελφό σου, είδες τον ίδιο τον Θεό σου!
Ο άνθρωπος που μάζευε τις πέτρες…
Σ’ ένα μικρό χωριό, ζούσε ένας ηλικιωμένος άνθρωπος που κάθε πρωί έβγαινε στον δρόμο και μάζευε πέτρες.
Οι χωριανοί τον έβλεπαν και απορούσαν.
«Τι τις θέλεις τόσες πέτρες, παππού;» τον ρωτούσαν.
Εκείνος χαμογελούσε και συνέχιζε την δουλειά του, χωρίς να δίνει εξηγήσεις.
Άλλοι τον θεωρούσαν παράξενο. Άλλοι γελούσαν πίσω από την πλάτη του. Κανείς, όμως, δεν γνώριζε την ιστορία του.
Πριν από πολλά χρόνια, ο άνθρωπος αυτός είχε έναν γιο. Ένα παιδί γεμάτο ζωή, που αγαπούσε να τρέχει στα χωράφια και να επιστρέφει στο σπίτι με τις τσέπες γεμάτες μικρές, πολύχρωμες πέτρες.
«Πατέρα, κοίτα τι βρήκα!» του έλεγε κάθε φορά.
Κι εκείνος, κουρασμένος από την δουλειά, απαντούσε συνήθως:
«Άσ’ τες τώρα αυτές τις ανοησίες και πήγαινε να πλυθείς».
Το παιδί δεν θύμωνε. Έτρεχε ξανά έξω, ελπίζοντας πως κάποια άλλη φορά ο πατέρας του θα σταματούσε για λίγο να το ακούσει.
Μα οι μέρες περνούσαν. Η δουλειά δεν τελείωνε ποτέ, οι υποχρεώσεις μεγάλωναν και ο πατέρας έλεγε πάντα την ίδια φράση:
«Έχουμε καιρό, παιδί μου. Θα τα πούμε αργότερα».
Ώσπου ένα απόγευμα, το παιδί δεν επέστρεψε στο σπίτι.
Ένα ατύχημα στον επαρχιακό δρόμο έκοψε απότομα το νήμα της μικρής του ζωής.
Από εκείνη την ημέρα, το σπίτι γέμισε σιωπή.
Ο πατέρας δεν ξανακούστηκε να λέει πως έχει χρόνο. Γιατί τώρα είχε όλον τον χρόνο του κόσμου, μα δεν είχε πια το παιδί του.
Πέρασαν χρόνια.
Κάθε πρωί, ο ηλικιωμένος έβγαινε στον δρόμο και μάζευε πέτρες. Τις έφερνε στο σπίτι, τις καθάριζε και τις τοποθετούσε προσεκτικά σ’ ένα ξύλινο ράφι.
Μία πέτρα για κάθε μέρα που δεν είχε ακούσει το παιδί του.
Μία πέτρα για κάθε φορά που είχε αναβάλει μια αγκαλιά.
Μία πέτρα για κάθε «αργότερα» που δεν ήρθε ποτέ.
Και κάθε βράδυ, πριν κοιμηθεί, έπαιρνε μία από το ράφι, την κρατούσε μέσα στην παλάμη του και ψιθύριζε:
«Σήμερα, παιδί μου, θα ήθελα να είχα αφήσει τα πάντα και να είχα παίξει μαζί σου».
Ὁ Ἅγιος Λουκιανὸς ὁ Ἱερομάρτυρας Πρεσβύτερος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀντιοχείας

Γεννήθηκε στὰ Σαμόσατα τῆς Συρίας ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς, καὶ μὲ ἀνάλογο τρόπο ἀνατράφηκε.
Μετὰ τὸν θάνατο τῶν γονέων του, διαμοίρασε στοὺς φτωχοὺς τὴν πατρική του περιουσία καὶ ἀφοσιώθηκε στὴν μελέτη τῶν θείων Γραφῶν, διότι στὴν σκέψη του ἐπικρατοῦσαν τὰ λόγια του Ἀπ. Παύλου: «Πᾶσα γραφὴ θεόπνευστος καὶ ὠφέλιμος πρὸς διδασκαλίαν, πρὸς ἔλεγχον, πρὸς ἐπανόρθωσιν, πρὸς παιδείαν τὴν ἐν δικαιοσύνῃ».
Δηλαδή, ὅλη ἡ Γραφὴ ἔχει ἐμπνευσθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό. Γι’ αὐτὸ εἶναι ὠφέλιμη γιὰ νὰ διδάσκει τὴν ἀλήθεια, νὰ ἐλέγχει τὶς πλάνες, νὰ διορθώνει αὐτοὺς ποὺ ἁμαρτάνουν καὶ νὰ παιδαγωγεῖ στὴν ἀρετή.
Κατόρθωσε, λοιπόν, καὶ ὁ Λουκιανὸς νὰ γίνει βαθὺς γνώστης τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ χειροτονήθηκε πρεσβύτερος στὴν Ἀντιόχεια. Ἐκεῖ δίδασκε μὲ θάρρος καὶ ἀκρίβεια τὸ θεῖο λόγο, ἐνθαρρύνοντας τοὺς χριστιανοὺς στὸ μαρτύριο.
Στὴν Ἀντιόχεια, μάλιστα, ἵδρυσε σχολή, ὅπου φοίτησαν ἀρκετοὶ μαθητές, καταρτιζόμενοι στὰ χριστιανικὰ δόγματα καὶ στὴν ἄσκηση τῆς ἀρετῆς.
Ὅταν ὁ Λουκιανὸς ἔμαθε ὅτι στὴ Νικομήδεια ὁ Διοκλητιανὸς καταδίωκε καὶ θανάτωνε τοὺς χριστιανούς, ἄφησε τὴν Ἀντιόχεια καὶ πῆγε στὴ Νικομήδεια γιὰ νὰ στηρίξει καὶ νὰ ἐνισχύσει τοὺς Χριστιανοὺς στὸ μαρτύριο.
Καλημέρα κια σήμερα!
Στην άκρη ενός γκρεμού:
- ο αισιόδοξος θα θαυμάσει τη θέα
- ο απαισιόδοξος θα οραματιστεί την πτώση
- ο λογικός θα τρομάξει
- ο τρελός θα θελήσει να πετάξει
Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2026
Ο Παύλος Μελάς, ο Μακεδονικός Αγώνας και η μνήμη που γίνεται χρέος

του Αρχιμ. Μακαρίου Τσιμέρη
Υπάρχουν κάποιες ημερομηνίες που δεν είναι απλώς ημερομηνίες.
Είναι μνήμη. Είναι ευγνωμοσύνη. Είναι χρέος.
Μια τέτοια ημέρα είναι η 13η Οκτωβρίου, η ημέρα κατά την οποία, το 1904, έπεσε στη Στάτιστα της Καστοριάς ο Παύλος Μελάς, μόλις 34 ετών. Η θυσία του συγκλόνισε την Ελλάδα και ο θάνατός του έγινε ένα από τα κορυφαία σύμβολα του Μακεδονικού Αγώνα.
Και κάθε φορά που πλησιάζει αυτή η επέτειος, οφείλουμε να στεκόμαστε για λίγο σιωπηλοί μπροστά στην ιστορία.
Όχι για να καλλιεργήσουμε μίσος. Όχι για να ξαναζωντανέψουμε τις αντιπαλότητες του παρελθόντος. Αλλά για να μην ξεχάσουμε ποιοι είμαστε, από πού ερχόμαστε και πόσα χρωστάμε σε εκείνους που προηγήθηκαν από εμάς.
Ο Παύλος Μελάς δεν ήταν μόνο ένα όνομα. Ο Παύλος Μελάς δεν έμεινε στην ιστορία απλώς ως ένας αξιωματικός που πέρασε τα σύνορα και πολέμησε στη Μακεδονία. Έγινε σύμβολο.
Ένας νέος άνθρωπος, με οικογένεια, μόρφωση και κοινωνική θέση, επέλεξε να αφήσει πίσω του την ασφάλεια της ελεύθερης Ελλάδας και να βρεθεί στη Μακεδονία, σε έναν αγώνα δύσκολο, επικίνδυνο και αβέβαιο.
Το 1904 εισήλθε στη Δυτική Μακεδονία με το ψευδώνυμο «Μίκης Ζέζας», επικεφαλής μικρού ένοπλου σώματος, με αποστολή να συμβάλει στην οργάνωση του αγώνα στην περιοχή Καστοριάς–Μοναστηρίου.
Στις 13 Οκτωβρίου 1904, στη Στάτιστα —το σημερινό χωριό Μελάς Καστοριάς— έπεσε νεκρός. Η θυσία του όμως δεν ήταν το τέλος. Ήταν, κατά έναν βαθύ τρόπο, η αρχή μιας μεγάλης αφύπνισης.
Ο θάνατος του Μελά συγκλόνισε την κοινή γνώμη στην Ελλάδα και έκανε τη Μακεδονία ακόμη περισσότερο υπόθεση ολόκληρου του Ελληνισμού. Η μορφή του πέρασε από την ιστορία στη συλλογική μνήμη και από εκεί στην καρδιά των επόμενων γενεών.
Και πίσω από τον Μελά ήταν ένας ολόκληρος λαός. Ο Μακεδονικός Αγώνας δεν γράφτηκε μόνο με τα ονόματα των γνωστών Μακεδονομάχων.
Γράφτηκε και από τους ανώνυμους. Από τους ανθρώπους των χωριών. Από τους δασκάλους. Από τις γυναίκες που κρατούσαν τα σπίτια και τις οικογένειες όρθιες.
Από τους ανθρώπους που μετέφεραν μηνύματα, έκρυψαν αγωνιστές, έδωσαν ψωμί και νερό, προστάτεψαν οικογένειες και κράτησαν ζωντανή την ελληνική συνείδηση σε δύσκολους καιρούς.
Και μέσα σε αυτή την ιστορία η Εκκλησία της Μακεδονίας κατέχει ξεχωριστή θέση.
Θέλετε να μάθετε την αξία της ψυχής σας;
Ρωτήστε τον δαίμονα, που αγωνίζεται κάθε στιγμή να την καταστρέψει.
Ρωτήστε τον Χριστό, που κατέβηκε από τον ουρανό στη γη για να τη σώσει.
Σε ποιο βαθμό συνειδητοποιούμε την αξία της ψυχής μας, όταν:
Οι υπερήφανοι την πωλούν για μάταιες επιθυμίες;
Οι φιλάργυροι, για ένα ευτελές αντάλλαγμα;
Οι ακόλαστοι, για μια φευγαλέα στιγμή ηδονής;
ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΑΛΗΘΙΝΟΣ Ή… ΠΕΡΙΠΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ;
Μια αλήθεια που πρέπει κάποτε να τολμήσουμε να κοιτάξουμε κατάματα…Ζούμε σε μια εποχή όπου πολλοί δηλώνουμε Χριστιανοί, αλλά πόσοι πραγματικά προσπαθούμε να ζήσουμε ως Χριστιανοί;
Είμαστε Χριστιανοί στα λόγια, στις φωτογραφίες, στις μεγάλες εορτές, στις λιτανείες και στα πανηγύρια. Αλλά τι γίνεται όταν κλείνουν οι πόρτες του Ναού και επιστρέφουμε στην καθημερινότητά μας;
Εκεί φαίνεται αν είμαστε αληθινοί Χριστιανοί ή απλώς… περίπου Χριστιανοί.
Γιατί είναι εύκολο να ανάβεις ένα κερί. Το δύσκολο είναι να μη σβήνεις με τη συμπεριφορά σου το φως στην ψυχή του άλλου.
Είναι εύκολο να κάνεις τον σταυρό σου. Το δύσκολο είναι να σηκώνεις τον σταυρό της υπομονής, της συγχωρήσεως και της αγάπης.Είναι εύκολο να προσκυνάς τις εικόνες των Αγίων. Το δύσκολο είναι να προσπαθείς να μιμηθείς την ταπείνωση και την αγάπη τους.
Είναι εύκολο να λες «Δόξα τω Θεώ» όταν όλα πηγαίνουν καλά. Το δύσκολο είναι να εμπιστεύεσαι τον Θεό όταν όλα γύρω σου καταρρέουν.
Και είναι πολύ εύκολο να μιλάς για τον Χριστό. Το δύσκολο είναι να φαίνεται ο Χριστός στον τρόπο που φέρεσαι στους ανθρώπους.
Πηγαίνουμε στην Εκκλησία, αλλά πολλές φορές βγαίνουμε και αρχίζουμε την κατάκριση.Νηστεύουμε από το λάδι και το κρέας, αλλά δεν νηστεύουμε από την κακία, το ψέμα, τον εγωισμό και τη συκοφαντία.
Εξομολογούμαστε τα λάθη μας, αλλά δυσκολευόμαστε να τα διορθώσουμε.
Κοινωνούμε το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, αλλά κάποιες φορές αρνούμαστε να προσφέρουμε έστω μία καλή κουβέντα στον συνάνθρωπό μας.
Ζητούμε διαρκώς από τον Θεό να μας συγχωρεί, αλλά εμείς κρατάμε μέσα μας κακίες για χρόνια.
Θέλουμε τον Χριστό να μας ευλογεί, αλλά δεν θέλουμε πάντοτε τον Χριστό να μας αλλάζει.
Και εδώ βρίσκεται το μεγάλο πρόβλημα!
Θέλουμε μια Εκκλησία που να μας παρηγορεί, αλλά όχι πάντοτε μια Εκκλησία που να μας ελέγχει με αγάπη.Θέλουμε να ακούμε για τον Παράδεισο, αλλά δυσκολευόμαστε να βαδίσουμε τον δρόμο της μετανοίας. Θέλουμε να μας αγαπούν όλοι, αλλά εμείς επιλέγουμε ποιους θα αγαπήσουμε.
Θέλουμε την ευλογία του Θεού, χωρίς πάντοτε να θέλουμε να εγκαταλείψουμε όσα μας απομακρύνουν από Εκείνον. Αδελφοί μου, ο Χριστιανισμός δεν είναι μια θρησκευτική ταμπέλα που κρεμάμε επάνω μας. Είναι τρόπος ζωής!
Δεν αρκεί να γράφει η ταυτότητά μας «Χριστιανός Ορθόδοξος», αν η καρδιά μας παραμένει κλειστή στον πόνο του άλλου. Δεν αρκεί να γνωρίζουμε τις προσευχές απέξω, αν δεν έχουμε μάθει να λέμε ένα ειλικρινές «συγγνώμη». Δεν αρκεί να έχουμε το σπίτι γεμάτο εικόνες, αν μέσα στο σπίτι μας απουσιάζουν η ειρήνη, ο σεβασμός και η αγάπη.
Δεν αρκεί να υπερασπιζόμαστε δημόσια την πίστη μας, αν ιδιωτικά πληγώνουμε τους ανθρώπους που μας εμπιστεύονται. Ο αληθινός Χριστιανός δεν φαίνεται από το πόσο δυνατά φωνάζει ότι πιστεύει, αλλά από το πόσο αληθινά αγαπά.


