Αγάπη είναι...
-να ακούσεις με πόνο
την στενοχώρια του άλλου.
-κι ένα βλέμμα πονεμένο κι ένας
λόγος που θα πεις με πόνο στον άλλον,
όταν αντιμετωπίζει κάποια δυσκολία.
Αγάπη είναι...
-να ακούσεις με πόνο
την στενοχώρια του άλλου.
-κι ένα βλέμμα πονεμένο κι ένας
λόγος που θα πεις με πόνο στον άλλον,
όταν αντιμετωπίζει κάποια δυσκολία.

Αστυνομικά drones που πετούν πάνω από το κεφάλι μας, «έξυπνες» κάμερες σε κάθε δρόμο να καταγράφουν την κάθε κίνησή μας, περιπολικά και δίκυκλα της αστυνομίας συνδεδεμένα με κέντρο τεχνητής νοημοσύνης όπου σαρώνονται τα δεδομένα μας σε πραγματικό χρόνο.
Δεν είναι σενάριο κάποιας δυστοπικής ταινίας φαντασίας, αλλά το νέο επιχειρησιακό σύστημα διαχείρισης της κυκλοφορίας στην Αθήνα, με το όνομα «Traffic Commander», το οποίο παρουσιάστηκε μετά βαΐων και κλάδων από τον Μιχάλη Χρυσοχοΐδη και τη ΓΑΔΑ.
Το νέο σύστημα φιλοδοξεί να μετατρέψει την Αθήνα σε ένα ψηφιακό «κλουβί» στα πρότυπα των «έξυπνων πόλεων» και υποτίθεται ότι επιστρατεύεται για την αποτελεσματικότερη διαχείριση της κυκλοφορίας στο λεκανοπέδιο. «Δεν αποτελεί απλώς μία ακόμη ψηφιακή εφαρμογή αλλά έναν μηχανισμό που μετατρέπει τον μεγάλο όγκο πληροφοριών σε χρήσιμη επιχειρησιακή γνώση, επιτρέποντας ταχύτερες και αποτελεσματικότερες αποφάσεις», δήλωσε ο γενικός αστυνομικός διευθυντής Αττικής, υποστράτηγος Θανάσης Κάμπρας, χαρακτηρίζοντας το Traffic Commander «ένα σημαντικό βήμα στον ψηφιακό μετασχηματισμό της Ελληνικής Αστυνομίας».
Μπορεί να έχουμε από τους χειρότερους δρόμους της Ευρώπης, χαοτική πολεοδόμηση, τραγικούς πεζόδρομους και ποδηλατόδρομους, αχρηστευμένες διαβάσεις, ελάχιστους χώρους πρασίνου, τριτοκοσμικά συστήματα αποστράγγισης, μπαζωμένα ρέματα, πολυκατοικίες που ραγίζουν από τους μετροπόντικες, αλλά – πάλι καλά – θα μπορούμε να λέμε περήφανα ότι διαθέτουμε «Traffic Commander», πανηγυρίζοντας για το πανοπτικό που θα μετατρέψει την Αθήνα σε φυλακή του Big Brother.
Μπορεί στη χώρα μας να μένουν ανεξιχνίαστες οι δολοφονίες δημοσιογράφων, να οργιάζει η τουρκική μαφία και η διακίνηση όπλων, να πεθαίνουν κοπέλες γιατί «το περιπολικό δεν είναι ταξί», να σφάζονται οπαδοί για χάρη κάποιας φανέλας, το κέντρο της Αθήνας να έχει γίνει άβατο της «Καμπούλ», άλλα όλα κι όλα, η αστυνομία θα έχει πλέον την επιχειρησιακή δύναμη να ξέρει τι ώρα βήξαμε και τι ώρα ξύσαμε το κεφάλι μας.
Αφού το σχέδιο αστικοποίησης του πληθυσμού έφερε τρανά αποτελέσματα, τώρα ήρθε η ώρα που το αθηναϊκό «μαντρί» κλείνει υψώνοντας ψηφιακούς φράκτες. Η απόλυτη καταπάτηση της ιδιωτικότητας στο δημόσιο χώρο, παρουσιάζεται σαν δεδομένο επίτευγμα «προόδου». Φαντάζει πλέον «φυσιολογικό» να σε παρακολουθούν σμήνη από ιπτάμενες κάμερες και να περνάς από κρησάρες αλγορίθμων ανά πάσα στιγμή, γιατί δεν υπάρχει πλέον δυστοπία που να μην δικαιολογείται στο όνομα της «βελτίωσης της καθημερινότητας».

Σε μια εποχή όπου όλα μετρώνται σε τόνους, δισεκατομμύρια και γεωπολιτικά τετραγωνικά χιλιόμετρα, ένα μικροσκοπικό χοτ ντογκ κατάφερε να γίνει παγκόσμια είδηση. Στο νέο προεδρικό αεροσκάφος των Ηνωμένων Πολιτειών, η λιλιπούτεια μερίδα πρόχειρου φαγητού που προσφέρθηκε σε δημοσιογράφους προκάλεσε ειρωνικά σχόλια και διαδικτυακή θύελλα. Όχι για τη γεύση της, αλλά για το μέγεθός της. Για την «τσιγκουνιά» της εικόνας σε έναν χώρο που έχει ταυτιστεί με υπερβολή, πολυτέλεια και ισχύ.
Η λεπτομέρεια θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητη. Όμως δεν πέρασε. Διότι ζούμε σε μια περίοδο όπου το μέγεθος έχει μετατραπεί σε σύμβολο. Το πόσο μεγάλο είναι το αεροσκάφος, το πόσο εντυπωσιακή η αίθουσα, το πόσο φιλόδοξο το εξοπλιστικό πρόγραμμα. Το ίδιο συμβαίνει και με τα κράτη. Η έκταση, η οικονομική επιρροή, το στρατιωτικό αποτύπωμα καθορίζουν αν θα καταγραφείς ως «ισχυρός» ή θα μείνεις στην υποσημείωση της Ιστορίας.
Και ενώ οι κυβερνήσεις ανταγωνίζονται σε αριθμούς και επιδείξεις ισχύος, οι κοινωνίες μετρούν αλλιώς. Μετρούν την ακρίβεια στο ράφι, το αυξημένο κόστος ενέργειας, τις συνέπειες ενός πολέμου που δεν τελειώνει ποτέ πραγματικά. Η εκεχειρία συζητείται με όρους πίεσης και στρατηγικής, συχνά με νέα όπλα στο παρασκήνιο. Οι ισχυροί διαπραγματεύονται. Οι απλοί πολίτες πληρώνουν τον λογαριασμό.
Σε κάνει να πιστεύεις ότι μόνο το μεγαλείο αξίζει σεβασμό.
Και τότε αρχίζεις να περιφρονείς τους ταπεινούς ανθρώπους, τις μικρές λεπτομέρειες, τις αρχές, τις απλές ιδέες.
Αλλά η ζωή έχει έναν περίεργο τρόπο να διδάσκει.
Συχνά, το μεγαλύτερο μάθημα έρχεται τυλιγμένο
σε αυτό που εσύ επέλεξες να αγνοήσεις.
Ποτέ μην υποτιμάς αυτούς που μόλις ξεκινούν.
Ή αυτούς που προοδεύουν αργά.
Ή τα μικρά πράγματα.
Η Αγία Μαρία η Μαγδαληνή είναι φωτεινό παράδειγμα μετάνοιας,
αγάπης και ακλόνητης πίστης στον Χριστό.
Καλοκαίρι
η γαλάζια προκυμαία θα σε φέρει
καλοκαίρι
καρεκλάκια, πετονιές μες στο πανέρι
μες στη βόλτα αυτού του κόσμου που μας ξέρει
καλοκαίρι
πλάι στα μέγαρα, στις τέντες με τ’ αγέρι
καλοκαίρι
με χρυσούς ανεμιστήρες μεταφέρει
την βανίλια με το δίσκο του στο χέρι
την κοψιά μιας προτομής μες στο παρτέρι
καλοκαίρι
Ο παππούς περίμενε στην αυλή με το τσιγάρο σβηστό στο αυτί και τη γιαγιά να φωνάζει από την κουζίνα: «Ήρθαν τα παιδιά μου!»
Από
την επόμενη μέρα, το πρόγραμμα ήταν ιερό. Ξύπνημα με τις κότες. Ένα
ποτήρι γάλα κι ένα παξιμάδι στο χέρι, και δρόμο για τη θάλασσα.
Πέντε
λεπτά με τα πόδια, αλλά για μας ήταν ολόκληρο ταξίδι. Περνούσαμε το
γεφυράκι, χαιρετούσαμε τον κυρ-Μήτσο που πότιζε το μποστάνι, και μετά
ξεχυνόμασταν στην παραλία.
Μπάνιο
με τις ώρες. Τα δάχτυλα γίνονταν ζαρωμένα σαν σταφίδες. Βουτιές,
μακροβούτια, και διαγωνισμός ποιος θα μείνει πιο πολύ κάτω απ’ το νερό. Ο
ήλιος μας έκαιγε τις πλάτες, το αλάτι τσίμπαγε στα μάτια, κι εμείς δεν
βγαίναμε αν δεν ακούγαμε τη φωνή του παππού από μακριά: «Άντε, το
μεσημέρι φάγατε!»
Και το
μεσημέρι… αχ, το μεσημέρι. Ανεβαίναμε ξυπόλητοι, με την άμμο να καίει,
και πριν ακόμα ανοίξουμε την αυλόπορτα, μας χτυπούσε η μυρωδιά. Η γιαγιά
στη μικρή κουζίνα, με το ραδιόφωνο να παίζει λαϊκά, και το λάδι να
τσιτσιρίζει στο τηγάνι.
Ο πρώτος Αδάμ από τον εγωϊσμό του μας έφερε εδώ
στον τόπο του κλαυθμώνος, στον τόπο της εξορίας.
Εμείς πρέπει να γίνουμε τέκνα του δεύτερου Αδάμ, του Κυρίου
ημών Ιησού Χριστού, για να ανέλθουμε στον ουρανό,
στην πατρίδα μας την πραγματική και να βλέπουμε την δόξα Του
και το αμήχανο κάλλος της παναγίας Του μορφής.

Σχετικά μέ τόν χρόνο πού ἔζησε ἡ Ἁγία Μαρκέλλα, ὑπάρχει διαφωνία τῶν ἱστορικῶν. Ἄλλοι τόν τοποθετοῦν στά πρῶτα χρόνια μετά τήν διάδοση τοῦ Χριστιανισμοῦ στήν Χίο, ἄλλοι περί τά μέσα τῆς δεύτερης χιλιετηρίδας μ.Χ., ἐνῶ ἄλλοι θεωροῦν ἄγνωστο τόν χρόνο τοῦ μαρτυρίου.
Τό Ρωμαϊκό ὄνομα τῆς Ἁγίας, οἱ εἰδωλολατρικές πεποιθήσεις τοῦ πατέρα της ἡ χρήση τοῦ τόξου καί, γενικά, ὅλη ἡ εἰκόνα τοῦ μαρτυρίου εἶναι στοιχεῖα ἐκεῖνα πού μᾶς παραπέμπουν στήν χρονική τοποθέτηση τοῦ μαρτυρίου στήν περίοδο τῶν διωγμῶν, κατά τόν Γ’ μέ Δ’ αἰῶνα μ.Χ. Σ’ αὐτά, ὁ Κωνσταντῖνος Σγουρός προσθέτει τήν ἀντίθεση τῶν γεγονότων τοῦ μαρτυρίου τῆς Ἁγίας, μέ τήν ἡμερότητα τῶν ἠθῶν καί τήν αὐστηρή τάξη τῆς ἐξουσίας τῶν Ἰουστινιανῶν στή Χίο.
Γι’ αὐτό ἁγιολόγοι καί ἱστορικο΄θ τοποθετοῦν τό μαρτύριο τῆς Ἁγίας Μαρκέλλας σέ μεταγενέστερα χρόνια, περί το 1500. Ὡς ἐνισχυτικό στοιχεῖο τῆς ἀνωτέρω ἀπόψεως θεωρεῖται τό γεγονός, ὅτι καμμιά ἀπολύτως μαρτυρία ἤ πληροφορία γιά τό πρόσωπο τῆς Ἁγίας Μαρκέλλας δέν ὑπάρχει στίς πηγές, πού διασώζονται πρίς τό 1500.
Σύμφωνα μέ τήν ἐπικρατέστερη παράδοση, τά γεγονότα, πού ἔχουν σχέση μέ τήν ζωή καί τό μαρτύριο τῆς Ἁγίας, ἔχουν ὡς ἑξῆς:
Ἡ Ἁγία Μαρκέλλα γεννήθηκε καί μεγάλωσε στήν Βολισσό, τό μεγαλύτερο χωριό τῆς βορειοδυτικῆς Χίου, τό ὁποῖο γνώρισε, ἰδιαίτερα κατά τό παρελθόν, μεγάλη ἀκμή, οἱ δέ ρίζες του χάνονται στά βάθη τῶν αἰώνων. Ὁ πατέρας της ἦταν, πιθανότατα, εἰδωλολάτρης καί ἡ μητέρα της χριστιανή. Ἄλλοι ἱστορικοί πιστεύουν, ὅτι καί οἱ δύο γονεῖς της ἦταν εἰδωλολάτρες, ἤ ὅτι καί οἱ δύο ἦταν χριστιανοί, ἀνάλογα μέ τήν ἄποψη τοῦ καθενός, γιά τόν χρόνο πού διέλαμψε ἡ Ἁγία.
Ἡ μητέρα της, πάντως, ἀπέθανε σέ νεαρή ἡλικία καί ἄφησε τήν μικρή Μαρκέλλα ὀρφανή, τήν δέ ἐπιμέλεια τῆς ἀνατροφῆς της στά χέρια τοῦ γεωργοῦ ἤ κουρσάρου πατέρα της. Παρά τήν ὀρφάνια της καί τήν ἀνατροφή της ἀπό ἕναν ἀναίσχυντο, ὅπως ἀποκαλύφθηκε, πατέρα, ἡ Ἁγία Μαρκέλλα καθημερινά προέκοπτε στήν σοφία, τήν ἀρετή καί τήν τελειότητα.
Μας κλέψανε τις Κυριακές ή τις αφήσαμε και γλίστρησαν από τα χέρια μας;
Αφήσαμε να μας τις πάρουν.
Να μας πάρουν την χαρά.
Θυμάμαι παλιά στην Ελλάδα, η Κυριακή ήταν μια γιορτή για όλη την οικογένεια.
Όλη η οικογένεια μαζευότανε για την {γιορτή} της Κυριακής.
Ραδιόφωνα στη διαπασών ,να στέλνουν τραγούδια στο σπίτι του γείτονα {ήθελε δεν ήθελε} και γενικά όλη η γειτονιά ήταν μια γιορτή.
Ο κόσμος χαιρότανε την ζωή.
Μια ζωή που μας κλέψανε.
Ή
τους αφήσαμε να μας την πάρουν, παρασυρόμενοι στον τρόπο ζωής που μας
επέβαλαν, οι τηλεοράσεις και τα παγκόσμια κατευθυντήρια. Γέμισαν τις
ψυχές μας πόνο, φόβο, πανικό, αβεβαιότητα και μας μάντρωσαν
συναισθηματικά μέσα στα καβούκια μας. Πέσαμε στην παγίδα τους και
φοβηθήκαμε. Πουθενά δεν ακούγεται η ελπίδα για μια καλύτερη ζωή. Γιατί
άραγε;
Ένας νέος περπατούσε με έναν σοφό μέσα σε ένα ελαιώνα. Κάποια στιγμή είδε ένα σπασμένο κλαδί στο χώμα και είπε:
-Δεν χρησιμεύει πια σε τίποτα. Είναι χαμένο.
Ο σοφός το σήκωσε, το ακούμπησε στην άκρη του μονοπατιού και χαμογέλασε.
Ύστερα από λίγες μέρες πέρασαν ξανά από εκεί. Πάνω στο ξερό κλαδί είχαν καθίσει δύο μικρά πουλιά και ξεκουράζονταν.