“Ἀποκριθεὶς
δὲ εἶπεν αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά·
ἑνὸς δέ ἐστι χρεία· Μαρία δὲ τὴν ἀγαθὴν μερίδα ἐξελέξατο, ἥτις οὐκ
ἀφαιρεθήσεται ἀπ᾿ αὐτῆς” (Λουκ. 10, 42)
Αποκρίθηκε τότε ο
Κύριος και της είπε: «Μάρθα, Μάρθα, μεριμνάς και αγωνιάς για πολλά,
ενώ για ένα πράγμα υπάρχει ανάγκη. Η Μαρία, πράγματι, διάλεξε την αγαθή
μερίδα, που δε θα της αφαιρεθεί»
“Ενός δε έστι χρεία”, λέει ο
Χριστός στην Μάρθα, την αδερφή του Λαζάρου, όταν εκείνη διαμαρτύρεται,
διότι η αδερφή της Μαρία δεν βοηθά στην προετοιμασία της δοχής, της
φιλοξενίας, της τράπεζας που η Μάρθα από την καρδιά της ήθελε να
παραθέσει στον Ιησού και τους μαθητές Του.
Και ο Κύριος, χωρίς να
αρνείται την αγάπη της Μάρθας, της υποδεικνύει ότι δεν είναι η τροφή με
την οποία ο άνθρωπος μπορεί να βρει νόημα στη ζωή του, αλλά το να
χορτάσει η καρδιά του με τον λόγο του Θεού, επιζητώντας, αφήνοντας
παραπίσω κάθε τι άλλο, ακούγοντας και ζώντας τη χαρά και τη χάρη.
“Ενός δε έστι χρεία”. Και η χρεία είναι η κοινωνία με τον Χριστό, η
σχέση μαζί Του, που κάνει τον άνθρωπο να αγαπά, να φωτίζεται, να
γνωρίζει γιατί ζει, να μη φοβάται το κακό, την αμαρτία, τον θάνατο, αλλά
να χαίρεται γιατί είναι παιδί του Θεού.
“Ενός δε έστι χρεία”.
Αυτό έζησε η Κυρία Θεοτόκος. Από την πρώτη στιγμή της ζωής της
αφιερώθηκε στον Θεό. Μεγάλωσε στον ναό. Εμπιστεύθηκε την ύπαρξή της διά
της προσευχής και της αφιερώσεως στον Κύριο και όταν κλήθηκε να ζήσει εν
τω κόσμω, στο σπίτι του Ιωσήφ στη Ναζαρέτ, εκεί είπε το μεγάλο ΝΑΙ στον
ευαγγελισμό του ουρανού. Και έφερε στον κόσμο τον Χριστό και
συνοδοιπόρησε με τον Χριστό μέχρις Σταυρού, Ταφής, Αναστάσεως.