Σήκωσα το βλέμμα και κοίταξα τον εαυτό μου. Είδωλο.
Και τότε κατάλαβα: Σαρακοστή δεν είναι να αδειάζεις το πιάτο. Είναι να αδειάζεις την ψυχή.
Εσύ, που νηστεύεις το λάδι, εγώ σήμερα βάζω στο ράφι, ψηλά, εκεί που δεν το φτάνω, το λαδωμένο βλέμμα της καταλαλιάς.
"Δεν τρώω λάδι", λες. Κι εγώ αναρωτιέμαι: Πόσο λάδι έχουν τα λόγια μου, που γλιστράνε σαν φίδια και δαγκώνουν τον διπλανό;
Από σήμερα, νηστεύω το κουτσομπολιό.
Το στόμα μου ας μείνει αλάδωτο από το μέλι της συκοφαντίας. Ας πικρίσει, για να γλυκάνει η ψυχή.
Εσύ, που νηστεύεις το κρασί, εγώ αδειάζω το ποτήρι της ανυπακοής.
Αυτό το ζωηρό, κόκκινο κρασί του "εγώ θέλω", του "εμένα μου αρέσει", του "δεν υποκύπτω".
Ας
διψάσω. Ας σκάσει ο λαιμός μου από την δίψα της ταπείνωσης. Γιατί το
νερό της υπακοής είναι πιο γλυκό κι από το πιο παλιό κρασί. Νηστεύω το
πείσμα μου.








