
του Μητροπολίτου Αιτωλίας και Ακαρνανίας κ. Δαμασκηνού
Η οικογένεια ως «κατ' οίκον Eκκλησία»
Εισαγωγικά
Καθίσταται εναργές ότι το
δημογραφικό πρόβλημα, ιδιαιτέρως κατά την τελευταία πενταετία, έχει
αναχθεί σε πρώτιστη προτεραιότητα της Πολιτείας.
Το πλέον αξιοσημείωτο,
ωστόσο, είναι το γεγονός ότι η κοινωνία στο σύνολό της —όπως τεκμαίρεται
και από τις σχετικές δημοσκοπήσεις— έχει πλέον συνειδητοποιήσει ότι το
ζήτημα αυτό δεν άπτεται μόνον της ιστορικής συνεχείας του Γένους μας,
αλλά συνδέεται άρρηκτα με ένα ευρύ φάσμα οικονομικών και κοινωνικών
παραμέτρων, οι οποίες επηρεάζουν άμεσα την καθημερινότητα όλων μας.
Ασφαλώς, το εν λόγω πρόβλημα είχε αρχίσει να εκδηλώνει τα πρώτα ανησυχητικά του συμπτώματα ήδη από τεσσαρακονταετίας.
Εντούτοις, παρέμενε χαμηλά
στην ιεράρχηση των εκάστοτε κυβερνήσεων, ενώ για την ευρύτερη κοινωνία
αποτελούσε ζήτημα δευτερεύουσας σημασίας, συγκριτικά με τα
κοινωνικοπολιτικά θέματα που κυριάρχησαν στη δημόσια σφαίρα από τη
Μεταπολίτευση και εξής.
Ακόμη και όταν, στα μέσα της
δεκαετίας του '90, ο Υπουργός κ. Μανώλης Δρεττάκης συνέταξε
εμπεριστατωμένη μελέτη στο πλαίσιο αρμόδιας κοινοβουλευτικής επιτροπής
—καταδεικνύοντας ότι οδηγούμαστε με μαθηματική ακρίβεια σε μη
αναστρέψιμα αποτελέσματα— το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας παρέμενε εν
πολλοίς αδιάφορο, ενώ η Πολιτεία μετέθετε τη λήψη των αναγκαίων μέτρων
σε ένα αόριστο μέλλον.
Επί των ημερών μας, το
ζήτημα έχει οξυνθεί σημαντικά, αναδεικνύοντας την πολυσύνθετη φύση του,
καθώς σε αυτό διασταυρώνονται παράμετροι κοινωνικής, οικονομικής,
ψυχολογικής, αλλά πρωτίστως πνευματικής φύσεως.
Καταρχάς, οφείλουμε να
συνεκτιμήσουμε δύο θεμελιώδη δεδομένα: το πρώτο συνίσταται στο ότι το
δημογραφικό πρόβλημα δεν εντοπίζεται αποκλειστικά στην ελληνική
κοινωνία, αλλά ταλανίζει ολόκληρο τον δυτικό κόσμο και κατεξοχήν την
Ευρώπη. Ενδεικτική είναι η περίπτωση της νοτίου Ιταλίας, όπου ορεινοί
και αγροτικοί οικισμοί ερημώνονται με ραγδαίους ρυθμούς.
Το δεύτερο δεδομένο αφορά
στην άμεση συνάρτηση του δημογραφικού με τη ριζική ανατροπή συμπεριφορών
και προτεραιοτήτων, ιδιαιτέρως μεταξύ των νεοτέρων γενεών.
Πρόκειται για μεταβολές που
κλονίζουν με πρωτόγνωρη σφοδρότητα τις πατροπαράδοτες κοινωνικές και
οικογενειακές δομές, καθώς και τους προσωπικούς και συλλογικούς στόχους.
Αρκεί μια αναδρομή στον
παλαιό ελληνικό κινηματογράφο για να διαπιστώσει κανείς την πλήρη
ανατροπή των σχεδιασμών του μέσου Έλληνα αναφορικά με τον οικογενειακό
και επαγγελματικό του βίο.
Κοινωνικά Αίτια του προβλήματος
Η διαφοροποίηση αυτή
ερμηνεύεται, αναμφίβολα, από προφανή αίτια. Οι μεταβαλλόμενες κοινωνικές
συνθήκες, οι εργασιακές σχέσεις, τα κυρίαρχα καταναλωτικά πρότυπα και,
βεβαίως, η ραγδαία τεχνολογική εξέλιξη —με τις απρόβλεπτες ανατροπές που
επιφέρει καθημερινά η Τεχνητή Νοημοσύνη— επιτείνουν το αίσθημα της
ανασφάλειας και της αβεβαιότητας.
Παράλληλα, οι διαρκώς αυξανόμενες απαιτήσεις της αγοράς εργασίας περιθωριοποιούν τις παραμέτρους της οικογενειακής ζωής.
Ο σχεδιασμός για τη
δημιουργία εστίας καταπνίγεται από τις σκληρές συνθήκες της οικονομικής
επιβιώσεως, αλλά και από τις προτεραιότητες ενός εκπαιδευτικού
συστήματος, το οποίο είναι πλήρως προσαρμοσμένο στις απάνθρωπες επιταγές
ενός οικονομικού μοντέλου που υποβιβάζει τον άνθρωπο σε μια στυγνή
παραγωγική και καταναλωτική μηχανή.
Θα ήταν, ωστόσο, σφάλμα να
περιοριστούμε μόνον σε αυτές τις διαπιστώσεις. Προσεγγίζοντας το
δημογραφικό πρόβλημα με στενά οικονομοτεχνικά και κοινωνιολογικά
κριτήρια, αδυνατούμε να το διερευνήσουμε εις βάθος.
Τούτο αποδεικνύεται από την ισχνή αποτελεσματικότητα των μέτρων που, έστω και δειλά, άρχισαν να λαμβάνονται.
Ακόμη και σε κράτη όπου το
ζήτημα απασχολεί σοβαρά την πολιτική ηγεσία επί μακρόν, τα αποτελέσματα
παραμένουν πενιχρά και δυσανάλογα προς τις οδυνηρές συνέπειες που
επιφέρει η προϊούσα γήρανση του πληθυσμού. Γιατί, όμως, συμβαίνει αυτό;
Η απάντηση έγκειται στο
γεγονός ότι το δημογραφικό συνδέεται με θεμελιώδη υπαρξιακά ερωτήματα,
τα οποία ταλανίζουν κυρίως τους νέους: Γιατί να δημιουργήσω οικογένεια;
Γιατί να φέρω ένα παιδί στον κόσμο; Γιατί να διακινδυνεύσω μια
ενδεχόμενη αποτυχία στη συμβίωση ή στην ανατροφή;
Και, εν τέλει, γιατί να μην αφοσιωθώ αποκλειστικά στην επαγγελματική μου σταδιοδρομία και στην ατομική μου ευμάρεια;
Τα ερωτήματα αυτά αγγίζουν
τις πνευματικές χορδές της ανθρώπινης προσωπικότητας και καθορίζουν τις
αποφάσεις που συνθέτουν τη δύσκολη εξίσωση του δημογραφικού.
Σε αυτήν την εξίσωση, η πνευματικότητα αναδεικνύεται σε παράγοντα καταλυτικό. Για
τον λόγο αυτόν, παρίσταται ανάγκη, στο σημείο αυτό, να αποσαφηνίσουμε
—στο μέτρο που ο χρόνος μάς το επιτρέπει— το περιεχόμενο αυτού του όρου.
Η διάσταση της πνευματικότητας
Συνεπώς, η πνευματικότητα
δεν αποτελεί μια αφηρημένη έννοια ή μια θεωρητική ενασχόληση, αλλά την
ίδια τη βάση πάνω στην οποία οικοδομείται η στάση μας απέναντι στη ζωή.
Όταν η πυραμίδα των αξιών
μας μετατοπίζεται από το «εμείς» στο «εγώ», τότε μοιραία αλλάζει και η
προσέγγισή μας στην οικογένεια, την τεκνογονία και τη θυσιαστική αγάπη.
Το δημογραφικό πρόβλημα,
λοιπόν, στην ουσία του, δεν είναι απλώς ένα ζήτημα οικονομικών μεγεθών ή
κοινωνικών παροχών· είναι πρωτίστως κρίση πνευματική και αξιακή. Είναι η
δυσκολία του σύγχρονου ανθρώπου να δεσμευτεί σε κάτι που υπερβαίνει τη
δική του ατομικότητα και να αποδεχθεί την ευθύνη της συνέχειας της ζωής.
Η υπέρβαση αυτής της κρίσης
απαιτεί μια επαναξιολόγηση του κώδικα που καθορίζει τις επιλογές μας: το
αν θα πορευτούμε με γνώμονα την εφήμερη αυτονομία ή την αιώνια
προοπτική του προσώπου μέσα στην κοινωνία.
Κορυφαία θέση σε κάθε αξιακό
κώδικα έχει το ίδιο το γεγονός της ζωής και όλα εκείνα τα ερωτήματα που
σχετίζονται με αυτήν: Από που έλαβα τη ζωή, τί μου ανήκει και τί θέση
έχω σε αυτό που ονομάζουμε «κύκλο της ζωής».
Οι απαντήσεις στα ερωτήματα
αυτά δεν αποτελούν μόνον νοητικές κατασκευές αλλά εξαρτώνται από τις
προσλαμβάνουσες παραστάσεις που αποκομίζει ο κάθε άνθρωπος από το
κοινωνικό του περιβάλλον, ήδη από την πολύ μικρή ηλικία του, καθώς και
από τις νουθεσίες, τις υποδείξεις, τους
λόγους, ιδιαίτερα όμως το παράδειγμα που παίρνει από εκείνους που έχουν
αναλάβει να διαμορφώσουν τον χαρακτήρα και τη συνείδησή του, δηλαδή το
σπίτι του και τους γονείς του.
Όλα, λοιπόν, οδηγούν στο
συμπέρασμα πως, χωρίς πνευματική αντιμετώπιση, το δημογραφικό πρόβλημα
θα συνεχίσει να οξύνεται μέσα σε μια δυτική κοινωνία η οποία συστηματικά
—ιδιαίτερα κατά τις τελευταίες δεκαετίες — έχει επιλέξει τον δρόμο της
«αποπνευματοποίησης» της ζωής και του ανθρωπίνου προσώπου.
Στο επίπεδο της
«αποπνευματοποίησης», το άτομο δεν ενεργεί με αρετές και αξίες, αλλά
μόνο με τις φυσικές ικανότητες που διαθέτει, όπως η ευφυΐα, οι αντοχές
και οι επίκτητες γνώσεις.
Με όλα αυτά όμως υπηρετεί
μόνο το προσωπικό του όφελος, έστω κι αν βλάπτει με τις ενέργειές του
τον συνάνθρωπο και, γενικότερα, το σύνολο.
Επομένως, ο δύσκολος αγώνας
του συνειδητού ανθρώπου είναι να βρει τον τρόπο ώστε να εναρμονίσει
αυτές τις δύο πλευρές του και να ζήσει ως ολοκληρωμένο πρόσωπο πάνω στη
γη.
Κι εδώ ακριβώς αρχίζει η
δυσκολία του! Ποιά θα είναι η επιλογή του; Πώς θα ισορροπήσει ανάμεσα
στις δύο δυνάμεις (Πνεύμα και Ύλη) που τον διεκδικούν, αφού είναι
«γέννημα» και των δύο; Τί ερμηνεία δίνει στον κόσμο που τον περιβάλλει;
Ποιοί είναι οι κανόνες που πρέπει να αποδεχθεί και, κυρίως, γιατί να
τους αποδεχθεί;
Δημογραφικό και ορθόδοξη πνευματικότητα
Μέσα
σε αυτό το πλαίσιο, το ερώτημα είναι σαφές: μπορεί η χριστιανική
πνευματικότητα να βοηθήσει στην ανάδειξη της αιτίας του δημογραφικού
προβλήματος και να οδηγήσει σε μια αποτελεσματική αντιμετώπιση του;
Πριν προσεγγίσουμε το
ερώτημα αυτό, πρέπει να έχουμε ως δεδομένο πως ο κάθε άνθρωπος διψά για
μια ζωή γεμάτη νόημα και διαρκή χαρά. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην
ποθεί την εσωτερική πληρότητα και την απάντηση στα μεγάλα ερωτήματα της
ζωής.
Αυτήν την πληρότητα την επιτυγχάνει ο άνθρωπος όταν εκπληρώνει τον σκοπό για τον οποίο δημιουργήθηκε.
Η ευτυχισμένη ζωή ξεκινά από
την αυτογνωσία. Ο άνθρωπος είναι ελεύθερος να επιλέξει οποιονδήποτε
σκοπό ζωής, η ολοκλήρωσή του όμως είναι συνυφασμένη με την εκπλήρωση
ενός σκοπού, ο οποίος τού δόθηκε και αποτελεί αναπόσπαστο δεδομένο της
κατασκευής του.
Για την ορθόδοξη ανθρωπολογία, ο
άνθρωπος αποτελεί εικόνα του Θεού. Η θέση αυτή αναφέρεται πολύ συχνά
και αποτελεί προμετωπίδα πολλών και διαφορετικών θεολογικών αναλύσεων.
Συνήθως τονίζονται συγκεκριμένες πτυχές του «κατ’ εικόνα» όπως είναι το αυτεξούσιο ή η λογική.
Ο όρος αυτός, όμως, έχει
απύθμενο βάθος και συνδέεται με θεμελιώδεις παραμέτρους της ανθρώπινης
ύπαρξης, όπως αυτό του νοήματος της ζωής, με το οποίο συνδέεται άμεσα το
δημογραφικό πρόβλημα, ως πρόβλημα δημιουργίας μιας ζωής.
Το
«κατ’ εικόνα» καθιστά τον άνθρωπο συν - δημιουργό της ζωής. Η πληρότητα
του ανθρώπου και η εσωτερική του ολοκλήρωση έχει ως βασικό παράγοντα τη
συμμετοχή στο γεγονός της ζωής.
Η τεκνογονία δεν είναι απλώς μια βιολογική πράξη αλλά συνεργασία με τον Θεό στη δημιουργία.
Όταν ο Θεός παραγγέλλει στους ανθρώπους το «αυξάνεστε και πληθύνεσθε», τον καθιστά στην ουσία συνεργάτη του και του υποδεικνύει ένα βαθύ νόημα ζωής.