Η Αυγή ρώτησε το Ηλιοβασίλεμα:
"Γιατί πολλοί άνθρωποι μας αγαπούν και μας διαλέγουν για
να περάσουν σπουδαίες και όμορφες στιγμές της ζωής τους;"
Το Ηλιοβασίλεμα απάντησε:
Η Αυγή ρώτησε το Ηλιοβασίλεμα:
"Γιατί πολλοί άνθρωποι μας αγαπούν και μας διαλέγουν για
να περάσουν σπουδαίες και όμορφες στιγμές της ζωής τους;"
Το Ηλιοβασίλεμα απάντησε:

του Πρεσβυτέρου Νικολάου Γονιδάκη
Την Ανάληψη του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού εορτάζει σήμερα η Αγία μας Εκκλησία, αγαπητοί μου αδελφοί.
Από το Αποστολικό ανάγνωσμα της εορτής, (Πράξ. α΄ 1-12), λαμβάνουμε πολλές εικόνες για το πώς πραγματοποιήθηκε η άνοδος του Κυρίου μας στους ουρανούς, καθώς και πολλές πληροφορίες πνευματικού περιεχομένου.
Αρχικά, αναφέρονται οι σαράντα ημέρες, μετά το πάθος, την ταφή και την Ανάσταση του Χριστού. Παρά τα γεγονότα, όλες αυτές τις ημέρες η παρουσία του Κυρίου μας ήταν έντονη στους μαθητές του. Δεν ήταν τυχαίο το γεγονός, τίποτε δεν συνέβη τυχαία.
Οι Απόστολοι έπρεπε σε αυτήν την χρονική περίοδο να μείνουν κατά πρώτον ενωμένοι και έπειτα να κατανοήσουν πως το γεγονός της Αναστάσεως και της μη φυσικής παρουσίας του Διδασκάλου τους δεν τους απέκοπτε από Αυτόν.
Ο φόβος είχε κυριαρχήσει μέσα τους. Ωστόσο, ο Χριστός με τις συνεχείς εμφανίσεις Του τους γέμιζε με δύναμη, καθώς έτσι τους αποδείκνυε πως δεν είχε φτάσει το τέλος Του, αλλά μόλις είχαν αρχίσει όλα.
Τον έβλεπαν ζωντανό να τους μιλάει για την ουράνιο βασιλεία που τους έλεγε και πριν και να τους δίνει εντολή να πορευθούν όλοι μαζί μένοντας στην Ιερουσαλήμ έως ότου να εκπληρωθεί η υπόσχεση της έλευσης του Παρακλήτου, του Αγίου Πνεύματος.
Έτσι, σαράντα ημέρες μετά, κατά την τελευταία Του εμφάνιση, και ενώ τους δίδασκε, γιατί ακόμα δεν μπορούσαν να κατανοήσουν ακριβώς τι συνέβαινε, άρχισε να απομακρύνεται από κοντά τους, ανυψωθείς και αρπαχθείς εν νεφέλη προς τον ουρανό.
Δύο άγγελοι εμφανίστηκαν τότε με λευκά ενδύματα που πληροφόρησαν τους έντεκα, έως εκείνη τη στιγμή, Αποστόλους πως ο Χριστός αναλήφθηκε στον ουρανό και κατά τον ίδιο τρόπο θα ξαναέλθει, εννοώντας τη Δευτέρα και Ένδοξο Παρουσία Του.
Έτσι, λοιπόν, πέραν του ορατού γεγονότος που είδαμε, υπάρχουν και τα πνευματικά μηνύματα που εκλαμβάνουμε. Δύο εξ αυτών είναι η θέωση της ανθρώπινης φθαρείσας φύσης και η σωστή προετοιμασία μας δια μέσου της Πεντηκοστής για την αιώνιο ζωή.
Ο Κύριος υψώθηκε στους ουρανούς,
για να στείλει στον κόσμο τον Παράκλητο.
Οι ουρανοί ετοίμασαν τον θρόνο Του
και τα σύννεφα έγιναν το άρμα της ανάβασής Του.
Οι άγγελοι στέκουν με θαυμασμό,
βλέποντας άνθρωπο να υψώνεται πάνω κι από αυτούς.
Ο Πατέρας υποδέχεται Εκείνον
που αιώνια αναπαύεται στην αγκαλιά Του.
Και το Άγιο Πνεύμα προστάζει όλες τις αγγελικές δυνάμεις:
«Ανοίξτε τις πύλες, άρχοντες του ουρανού·
όλα τα έθνη, χτυπήστε χαρούμενα τα χέρια·
γιατί ο Χριστός ανέβηκε εκεί
όπου βρισκόταν πριν από κάθε αρχή».
Ἡ
ἑορτὴ τῆς Ἀναλήψεως ἀποτελεῖ γιορτασμὸ τοῦ ἀνοίγματος τοῦ οὐρανοῦ στοὺς
ἀνθρώπους, τοῦ οὐρανοῦ ὡς τοῦ νέου καὶ αἰώνιου οἴκου, τοῦ οὐρανοῦ ὡς
τῆς ἀληθινῆς μας πατρίδας.
Ἡ ἁμαρτία χώρισε βίαια τὴ γῆ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ μᾶς ἔκανε γήινους καὶ χοντροκομμένους, προσήλωσε τὸ βλέμμα μας σταθερὰ στὸ ἔδαφος καὶ ἔκανε τὴ ζωὴ μας ἀποκλειστικὰ γεωτροπική.
Ἁμαρτία
εἶναι ἡ προδοσία τοῦ οὐρανοῦ μέσα στὴν ψυχή. Αὐτὴ ἀκριβῶς τὴ μέρα, τὴν
ἑορτὴ τῆς Ἀναλήψεως, νιώθουμε τρομοκρατημένοι ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἄρνηση πού
γεμίζει ὁλόκληρο τὸν κόσμο.
Ὁ
ἄνθρωπος μὲ ὑπεροψία καὶ περηφάνια ἀναγγέλλει πώς εἶναι μόνο ὑλικός, πώς
ὁλόκληρος ὁ κόσμος εἶναι ὑλικός, καὶ πώς τίποτε δὲν ὑπάρχει πέρα ἀπὸ τὸ
ὑλικό. Καὶ γιὰ κάποιο λόγο εἶναι ἀκόμη καὶ χαρούμενος γι’ αὐτό, καὶ
μιλᾶ μὲ οἶκτο καὶ συγκατάβαση γι’ αὐτοὺς πού ἀκόμη πιστεύουν σὲ κάποιου
εἴδους “οὐρανὸ” σὰν νὰ πρόκειται γιὰ γελωτοποιοὺς ἤ γιὰ ἀγροίκους. Ἐλᾶτε
ἀδελφοί, “οὐρανοὶ” εἶναι ἁπλῶς ὁ οὐρανός, εἶναι τόσο ὑλικὸς ὅσο καὶ
καθετί ἄλλο··δὲν ὑπάρχει τίποτε ἄλλο, δὲν ὑπῆρξε οὔτε καὶ θὰ ὑπάρξει.
Πεθαίνουμε,
ἐξαφανιζόμαστε ἔτσι στὸ μεταξὺ ἂς κτίσουμε ἕναν ἐπίγειο παράδεισο καὶ
ἂς ξεχάσουμε τὶς φαντασίες τῶν παπάδων. Αὐτὸ ἐν συντομία εἶναι τὸ τελικὸ
ἀποτέλεσμα καὶ ἡ οὐσία τοῦ πολιτισμοῦ μας, τῆς ἐπιστήμης μας, τῆς
ἰδεολογίας μας. Ἡ πρόοδος καταλήγει στὸ νεκροταφεῖο, μὲ τὴν πρόοδο τῶν
σκουληκιῶν ποῦ τρέφονται ἀπὸ τὰ πτώματα.
Ἀλλά τί μᾶς προτείνετε, μᾶς
ἐρωτοῦν, ποιὸς εἶναι αὐτὸς ὁ οὐρανὸς γιὰ τὸν ὁποῖο μιλᾶτε, στὸν ὁποῖο ὁ
Χριστὸς ἀνελήφθη; Τέλος πάντων, τίποτε δὲν ὑπάρχει στὸν οὐρανὸ γιὰ τὸ
ὁποῖο μιλᾶτε.
Ἂς ἀπαντήσει σ’ αὐτὸ τὸ ἐρώτημα ὁ
Ἰωάννης Χρυσόστομος, ὁ μεγάλος Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας πού ἔζησε δέκα ἔξι
αἰῶνες πρίν.
Μιλώντας γιὰ τὸν οὐρανό, ἀναφωνεῖ: «Τί ἀνάγκη ἔχω ἀπὸ τὸν οὐρανό, ὅταν ἐγώ ὁ ἴδιος θὰ γίνω οὐρανὸς;». Ἂς ἔρθει ἡ ἀπάντηση ἀπό τούς Πατέρες μας πού ὀνόμαζαν τὴν Ἐκκλησία “ἐπίγειο οὐρανό”.
Ο άγιος Κωνσταντίνος ήταν αυτός που έφερε την ανθρωπιά στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Εκείνος έθεσε, για πρώτη φορά, τέρμα στην κρατική κτηνωδία, και αγωνίστηκε για να κάνει σε πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο τον κόσμο όπως τον θέλει ο Χριστός.
Για παράδειγμα:
• Απαγόρευσε τις μονομαχίες, που έως τότε ήταν η καθημερινή διασκέδαση των Ρωμαίων.
•
Απαγόρευσε πολύ αυστηρά την θανάτωση παιδιών από τους γονείς, καθώς και
την έκθεση βρεφών για να πεθάνουν. Πρώτα αυτά ήταν επιτρεπτά.
•
Απαγόρευσε να θανατώνουν ή να βασανίζουν τα αφεντικά τους δούλους τους.
Επίσης ενθάρρυνε και προώθησε την απελευθέρωση των δούλων.
•
Προστάτεψε το απαραβίαστο του ανθρωπίνου προσώπου, απαγορεύοντας το
μαρκάρισμα των καταδίκων στο πρόσωπο (μέχρι τότε έτσι γινόταν).
• Θέσπισε το δικαίωμα των καταδίκων να βλέπουν φως, να έχουν υγιεινό κελλί και να πηγαίνουν έναν περίπατο κάθε μέρα.
• Επέβαλε να γίνονται οι δίκες και οι ανακρίσεις με δίκαιο και διαφανή τρόπο.
•
Προτεραιότητά του (σχεδόν… “εμμονή”!) ήταν η προστασία των πιο αδύνατων
(παιδιά, γυναίκες, ορφανά, χήρες, φτωχοί, χρεοφειλέτες), και με τους
ποικίλους πρωτοφανείς και πρωτοποριακούς νόμους που εξέδωσε και με τις
ακατάπαυστες υλικές φιλανθρωπικές ενέργειές του που έφθαναν στο σημείο
της υπερβολής. Ήταν ο πρώτος κυβερνήτης στον κόσμο που εισήγαγε την
Κοινωνική Πρόνοια, και μάλιστα σε πολύ μεγάλο βαθμό.
•
Πλήρωνε τους στρατιώτες του για κάθε εχθρό που έπιαναν και δεν τον
σκότωναν, για να σώσει τις ζωές όσο το δυνατόν περισσοτέρων αιχμαλώτων.

Ὡς γενέτειρα πόλη τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου ἀναφέρεται τόσο ἡ Ταρσὸς τῆς Κιλικίας ὅσο καὶ τὸ Δρέπανο τῆς Βιθυνίας. Ὡστόσο ἡ ἅποψη ποὺ ἐπικρατεῖ φέρει τὸν Μέγα Κωνσταντίνο νὰ ἔχει γεννηθεῖ στὴ Ναϊσὸ τῆς Ἄνω Μοισίας. Τὸ ἀκριβὲς ἔτος τῆς γεννήσεώς του δὲν εἶναι γνωστὸ, θεωρεῖται ὅμως ὅτι γεννήθηκε μεταξὺ τῶν ἐτῶν 274 – 288 μ.Χ.
Πατέρας του ἦταν ὁ Κωνστάντιος, ποὺ λόγῳ τῆς χλωμότητος τοῦ προσώπου του ὀνομάσθηκε Χλωρὸς, καὶ ἦταν συγγενὴς τοῦ αὐτοκράτορος Κλαυδίου. Μητέρα του ἦταν ἡ Ἁγία Ἑλένη, θυγατέρα ἑνὸς πανδοχέως ἀπὸ τὸ Δρέπανο τῆς Βιθυνίας.
Τὸ
305 μ.Χ. ὁ Κωνσταντίνος εὑρίσκεται στὴν αὐλὴ τοῦ αὐτοκράτορος
Διοκλητιανοῦ στὴ Νικομήδεια μὲ τὸ ἀξίωμα τοῦ χιλίαρχου. Τὸ ἴδιο ἔτος οἱ
δύο Αὔγουστοι, Διοκλητιανὸς καὶ Μαξιμιανὸς, παραιτοῦνται ἀπὸ τὰ ἀξιώματά
τους καὶ ἀποσύρονται. Στὸ ὕπατο ἀξίωμα τοῦ Αὐγούστου προάγονται ὁ
Κωνστάντιος ὁ Χλωρὸς στὴ Δύση καὶ ὁ Γαλέριος στὴν Ἀνατολή. Ὁ Κωνστάντιος
ὁ Χλωρὸς πέθανε στὶς 25 Ἰουλίου 306 μ.Χ. καὶ
ὁ στρατὸς ἀνακήρυξε
Αὔγουστο τὸν Μέγα Κωνσταντίνο, κάτι ὅμως ποὺ δὲν ἀποδέχθηκε ὁ Γαλέριος.
Μετὰ ἀπὸ μιὰ σειρὰ διαφόρων ἱστορικῶν γεγονότων ὁ Μέγας Κωνσταντίνος
συγκρούεται μὲ τὸν Μαξέντιο, υἱὸ τοῦ Μαξιμιανοῦ, ὁ ὁποῖος πλεονεκτοῦσε
στρατηγικὰ, ἐπειδὴ διέθετε τετραπλάσιο στράτευμα καὶ ὁ στρατὸς τοῦ
Κωνσταντίνου ἦταν ἤδη καταπονημένος.
Ἀπὸ τὴν πλευρά του ὁ Μέγας Κωνσταντίνος εἶχε κάθε λόγο νὰ αἰσθάνεται συγκρατημένος. Δὲν εἶχε καμία ἄλλη ἐπιλογὴ ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἐπίκληση τῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ. Ἤθελε νὰ προσευχηθεῖ, νὰ ζητήσει βοήθεια, ἀλλὰ καθὼς διηγεῖται ὁ ἱστορικὸς Εὐσέβιος, δὲν ἤξερε σὲ ποιὸν Θεὸ νὰ ἀπευθυνθεῖ. Τότε ἔφερε νοερὰ στὴ σκέψη του ὅλους αὐτοὺς ποὺ μαζὶ τους συνδιοικοῦσε τὴν αὐτοκρατορία. Ὅλοι τους, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν πατέρα του, πίστευαν σὲ πολλοὺς θεοὺς καὶ ὅλοι τους εἶχαν τραγικὸ τέλος. Ἄρχισε, λοιπόν, νὰ προσεύχεται στὸν Θεό, ὑψώνοντας τὸ δεξί του χέρι καὶ ἱκετεύοντάς Τον νὰ τοῦ ἀποκαλυφθεῖ. Ἐνῶ προσευχόταν, διαγράφεται στὸν οὐρανὸ μία πρωτόγνωρη θεοσημία.
Περὶ τὶς μεσημβρινὲς ὧρες τοῦ ἡλίου, κατὰ τὸ δειλινὸ δηλαδή, εἶδε στὸν οὐρανὸ τὸ τρόπαιο τοῦ Σταυροῦ, ποὺ ἔγραφε «τούτῳ νίκα». Καὶ ἐνῶ προσπαθοῦσε νὰ κατανοήσει τὴ σημασία αὐτοῦ τοῦ μυστηριακοῦ θεάματος, τὸν κατέλαβε ἡ νύχτα. Τότε ἐμφανίζεται ὁ Κύριος στὸν ὕπνο του μαζὶ μὲ τὸ σύμβολο τοῦ Σταυροῦ καὶ τὸν προέτρεψε νὰ κατασκευάσει ἀπομίμηση αὐτοῦ καὶ νὰ τὸ χρησιμοποιεῖ ὡς φυλακτήριο στοὺς πολέμους.
Ἔχοντας ὡς σημαία του τὸ Χριστιανικὸ λάβαρο, ἀρχίζει νὰ προελαύνει πρὸς τὴν Ρώμη ἐκμηδενίζοντας κάθε ἀντίσταση.
Ὅταν φθάνει στὴ Ρώμη ἐνδιαφέρεται γιὰ τοὺς Χριστιανοὺς τῆς πόλεως. Ὅμως τὸ ἐνδιαφέρον του δὲν περιορίζεται μόνο σὲ αὐτούς. Πολὺ σύντομα πληροφορεῖται γιὰ τὴν πενιχρὴ κατάσταση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀφρικῆς καὶ ἐνισχύει ἀπὸ τὸ δημόσιο ταμεῖο τὰ ἔργα διακονίας αὐτῆς.
Τὸ Φεβρουάριο τοῦ 313 μ.Χ., στὰ Μεδιόλανα, ὅπου γίνεται ὁ γάμος τοῦ Λικινίου μὲ τὴν Κωνσταντία, ἀδελφὴ τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, ἐπέρχεται μιὰ ἱστορικὴ συμφωνία μεταξὺ τῶν δύο ἀνδρῶν ποὺ καθιερώνει τὴν ἀρχὴ τῆς ἀνεξιθρησκείας.
Τὰ προβλήματα ποὺ εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσει ὁ Μέγας Κωνσταντίνος ἦσαν πολλά. Ἡ αἱρετικὴ διδασκαλία τοῦ Ἀρείου, πρεσβυτέρου τῆς Ἀλεξανδρινῆς Ἐκκλησίας, ἦλθε νὰ ταράξει τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ διδασκαλία αὐτή, ποὺ ὀνομάσθηκε ἀρειανισμός, κατέλυε οὐσιαστικὰ τὸ δόγμα τῆς Τριαδικότητας τοῦ Θεοῦ.
Μόλις ὁ Μέγας Κωνσταντίνος πληροφορήθηκε τὰ ὅσα θλιβερὰ συνέβαιναν στὴν Ἀλεξάνδρεια, ἀπέστειλε μὲ τὸν πνευματικό του σύμβουλο Ὅσιο, Ἐπίσκοπο Κορδούης τῆς Ἰσπανίας, ἐπιστολὴ στὸν Ἐπίσκοπο Ἀλεξανδρείας Ἀλέξανδρο (313 – 328 μ.Χ.) καὶ τὸν Ἄρειο. Ἡ προσπάθεια ἐπιλύσεως τοῦ θέματος δὲν εὐδοκίμησε. Ἔτσι ἀποφασίσθηκε ἡ σύγκλιση τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας τὸ 325 μ.Χ.
- Εισήλθεν εις το κουρείον του εις ιερεύς, του εφρόντισε την γενειάδαν
και ότε του εζήτησε τον λογαριασμόν, απεκρίθη
"Τίποτα ,παπούλη μου, για την Εκκλησία, δωρεάν"
Την επομένην ευρήκε 12 χάρτινες εικονίτσες Αγίων και μίαν
ευχαριστήριον επιστολήν εις την είσοδον του κουρείου.
- Εισήλθεν εις το κουρείον του εις αστυνομικός, τον εκούρευσε
και ότι του εζήτησε τον λογαριασμόν, απεκρίθη
"Τίποτα, κυρ-Αστυνόμε, για την κοινωνία μας δωρεάν".
Μέσα στους αιώνες πολλοί πιστοί έμαθαν να θεωρούν, πως η ασθένεια είναι μέσο παιδαγωγίας εκ μέρους του Θεού. Η αντίληψη αυτή, αν και συχνά γεννιέται από ειλικρινή θρησκευτικότητα, κινδυνεύει να αλλοιώσει το αληθινό πρόσωπο του Πατέρα όπως αποκαλύφθηκε εν Χριστώ.
Διότι ο ίδιος ο Κύριος
είπε: Ὁ ἑωρακὼς ἐμὲ ἑώρακε τὸν Πατέρα. Και αν θέλουμε να γνωρίσουμε την
καρδιά του Θεού προς τον άνθρωπο, οφείλουμε να κοιτάξουμε προσεκτικά τη
ζωή, τα έργα και το έλεος του Ιησού Χριστού.
Σε
όλο το Ευαγγέλιο οι πονεμένοι, οι ασθενείς, οι συντετριμμένοι και οι
εξουθενωμένοι πλησίαζαν τον Χριστό με δάκρυα, φόβο και ελπίδα. Και ποτέ ο
Κύριος δεν αύξησε τον πόνο τους για να τους διδάξει υπομονή.
Ποτέ δεν
χάρηκε τη θλίψη τους. Αντιθέτως, τους θεράπευσε, τους ανέστησε
εσωτερικά, τους σπλαχνίστηκε. Καὶ ἐσπλαγχνίσθη ἐπ’ αὐτοῖς καὶ
ἐθεράπευσεν τοὺς ἀρρώστους αὐτῶν. Η παρουσία του Χριστού φανερώνει
Πατέρα γεμάτο έλεος και όχι σκληρότητα. Φανερώνει Θεό που σκύβει επάνω
στην ανθρώπινη οδύνη με συμπόνια και στοργή.
Πόσες
ψυχές όμως μέσα στην ασθένεια βασανίζονται σιωπηλά, αναρωτώμενες αν ο
Θεός τις τιμωρεί ή τις εγκατέλειψε. Πόσοι άνθρωποι πιστεύουν πως ο πόνος
τους είναι ουράνια απόρριψη ή πνευματική καταδίκη. Κι όμως, όταν
εξετάζουμε προσεκτικά τη ζωή του Χριστού, δεν βλέπουμε ποτέ τον Κύριο να
επιβάλλει ασθένεια για να οδηγήσει κάποιον στην υπακοή. Αντίθετα, Τον
βλέπουμε συνεχώς να ελευθερώνει, να αποκαθιστά και να χαρίζει ανάπαυση.
Όπως μαρτυρεί η Γραφή: διῆλθεν εὐεργετῶν καὶ ἰώμενος πάντας τοὺς
καταδυναστευομένους.
Αυτό δεν
σημαίνει πως ο Θεός απουσιάζει μέσα από τις δοκιμασίες. Η Εκκλησία
γνωρίζει ότι ο Κύριος ενισχύει, παρηγορεί και στηρίζει τον άνθρωπο στις
θλίψεις του. Μέσα από τις δυσκολίες μπορεί να γεννηθεί υπομονή,
μετάνοια, ταπείνωση και βαθύτερη κοινωνία με τον Θεό. Άλλο όμως είναι να
μεταμορφώνει ο Θεός τον πόνο σε πνευματικό καρπό και άλλο να θεωρούμε
ότι Εκείνος είναι η πηγή της ασθένειας.
Ο
δίκαιος Ιωσήφ το εξέφρασε με σοφία όταν είπε στους αδελφούς του: Ὑμεῖς
ἐβουλεύσασθε κατ’ ἐμοῦ πονηρά, ὁ δὲ Θεὸς ἐβουλεύσατο αὐτὰ εἰς ἀγαθά. Ο
Ιωσήφ δεν ονόμασε το κακό καλό. Αναγνώρισε όμως ότι ο Θεός έχει δύναμη
να μεταστρέφει ακόμη και τις πιο σκοτεινές περιστάσεις προς σωτηρία και
αγαθό. Έτσι και τώρα, ο Θεός μπορεί να εργασθεί λυτρωτικά μέσα στον
ανθρώπινο πόνο χωρίς να είναι ο δημιουργός του.
Όταν
ο Χριστός θεράπευε, δεν ενεργούσε αντίθετα προς το θέλημα του Πατέρα.
Αποκάλυπτε το θέλημα του Πατέρα. Ο ίδιος είπε: οὐ δύναμαι ἐγὼ ποιεῖν ἀπ’
ἐμαυτοῦ οὐδέν… καθὼς ἀκούω, κρίνω. Κάθε θεραπεία λοιπόν αποτελεί
μαρτυρία της θείας ευσπλαχνίας. Η θεραπευτική παρουσία του Χριστού
αποκαλύπτει ότι από τον ουρανό ρέουν προς τον άνθρωπο ζωή, ειρήνη,
ανάπαυση και αποκατάσταση.

Η
Ανάσταση συνεχίζεται! Αυτό δείχνει και η γιορτή της Αποδόσεως του
Πάσχα. Τα ίδια γράμματα της νύχτας της Αναστάσεως, ακούγονται και κατά
την Απόδοση του Πάσχα. Τελείται μια μέρα πριν απ’ τη γιορτή της
Αναλήψεως.
Κάθε μεγάλη γιορτή
στην Ορθόδοξη λατρεία έχει την «απόδοσή» της. Κάθε γιορτή είναι ζωντανό
γεγονός, που επαναλαμβάνεται στη ζωή της Εκκλησίας, στη ζωή του πιστού.
Αλλά
και για άλλο λόγο γίνεται ο επανεορτασμός μιας εορτής, δηλαδή η απόδοσή
της. Για ν’ απολαύσουμε ακόμα μια φορά την ομορφιά της γιορτής.
Όταν
ένα θέαμα είναι ωραίο, ποθούμε να το ξαναδούμε. Όταν ένα φαγητό είναι
νόστιμο, θέλουμε να το ξαναγευτούμε. Ο εορτασμός κάποιου γεγονότος της
ζωής του Χριστού ή της Θεοτόκου, προξενεί γλυκύτητα στη ψυχή, που θέλει
να το ξαναγιορτάσει.
Τη γλυκύτητα
περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο γεγονός, την αισθανόμαστε για τη
γιορτή του Πάσχα. Γιορτή ευφροσύνης. «Πανήγυρις έστι πανηγύρεων». Ποτέ
άλλοτε δεν σκιρτά η ψυχή τόσο πολύ, όσο τη νύχτα της Αναστάσεως.
Χαιρόμαστε για το θρίαμβο του Αναστάντος Κυρίου.
Θρίαμβος
της ζωής κατά του θανάτου. Του Χριστού κατά του Άδη. Της χαράς κατά της
λύπης. Της αλήθειας κατά του ψεύδους. Αυτή η ευφροσύνη για την Ανάσταση
του Χριστού είναι καθολική και αιώνια. Ουρανός και γη συγχορεύουν. Όχι
μια φορά. Πάντοτε, αιώνια. «Ουρανοί μεν επαξίως ευφραινέσθωσαν, γη δε
αγαλλιάσθω· εορταζέτω δε κόσμος, ορατός τε άπας και αόρατος. Χριστός γαρ
εγήγερται, ευφροσύνη αιώνιος» (κανόνας Πάσχα).
Η
Ανάσταση συνεχίζεται. Κάθε φορά, που τελούμε τη θεία Λειτουργία. Η θεία
Λειτουργία ξαναζωντανεύει μπροστά μας όλα τα στάδια της ζωής του
Χριστού. «Οδεύωμεν διά πασών των ηλικιών του Χριστού», όπως λέει ο άγιος
Γρηγόριος ό Θεολόγος.
Ο Χριστός
γεννάται, στην «πρόθεση», που τελείται στην αριστερή κόγχη του ιερού που
μοιάζει με φάτνη. Ο Χριστός βγαίνει στο κόσμο για να κηρύξει το
Ευαγγέλιό Του, κατά τη μικρή είσοδο, που ο ιερέας βγαίνει με υψωμένο το
Ευαγγέλιο. Ο Χριστός ανεβαίνει στα Ιεροσόλυμα για να θυσιαστεί, κατά τη
μεγάλη είσοδο.
Ο Χριστός υψώνεται πάνω στο Σταυρό και θυσιάζεται, κατά
την προσφορά και τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων, που γίνεται με την
προσφώνηση: «Τα σα εκ των σων…». Ο Χριστός ανασταίνεται, κατά τη
μετάληψη των αχράντων Μυστηρίων, που πλημμυρίζει τη καρδιά από
αναστάσιμη χαρά. Γι’ αυτό και ο λειτουργός, όταν κοινωνεί, ευθύς αμέσως
λέει το «Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι…».
Κάθε
θεία Λειτουργία είναι μια ανάμνηση του Σταυρού και της Αναστάσεως.
Είναι το σταυρώσιμο και αναστάσιμο Πάσχα. Ιδιαίτερα η Λειτουργία της
Κυριακής έχει αναστάσιμο χαρακτήρα. Είναι η Λειτουργία της «μιας των
σαββάτων». Την Κυριακή είναι όλα αναστάσιμα. Τα απολυτίκια των οκτώ
ήχων, όλα αναστάσιμα. Αλλά και τα τροπάρια του όρθρου της Κυριακής.
Κατεξοχήν αναστάσιμη είναι η περίοδος του Πάσχα, του Πεντηκοσταρίου, που
αρχίζει τη νύχτα της Αναστάσεως και τελειώνει τη Κυριακή των Αγίων
Πάντων.
Η Ανάσταση συνεχίζεται!
Επαναλαμβάνεται κάθε φορά, που οι πιστοί έχουν Πάσχα. Οι κοσμικοί
συνάνθρωποί μας μια φορά το χρόνο έχουν Πάσχα. Και ούτε αυτό
αντιλαμβάνονται. Δεν το απολαμβάνουν. Νομίζουν, πως Πάσχα είναι το
σουβλιστό αρνί, τα κόκκινα αυγά, το γλέντι και το ξεφάντωμα! Οι πιστοί
γιορτάζουν το αληθινό Πάσχα, μάλιστα πολλές φορές στη ζωή τους.
Η
Απόδοση του Πάσχα είναι η τελευταία ημέρα της πασχαλινής περιόδου και
αποτελεί το πανηγυρικό κλείσιμο της μεγαλύτερης εορτής της Ορθοδοξίας.
Τελείται την παραμονή της Αναλήψεως και κατά την ημέρα αυτή η Εκκλησία
επαναλαμβάνει σχεδόν ολόκληρη την αναστάσιμη ακολουθία της Κυριακής του
Πάσχα, σαν να ζούμε ξανά τη νύχτα της Αναστάσεως.
Η
ημέρα αυτή είναι γεμάτη χαρά και πνευματική συγκίνηση, γιατί
υπενθυμίζει στους πιστούς ότι το μήνυμα της Αναστάσεως δεν περιορίζεται
σε μία μόνο ημέρα, αλλά αποτελεί μόνιμη δύναμη και ελπίδα στη ζωή του
ανθρώπου. Ο αναστημένος Χριστός νικά τον θάνατο, φωτίζει τον κόσμο και
χαρίζει στον άνθρωπο τη δυνατότητα της νέας ζωής.