Ἡ
σημερινὴ Κυριακή, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ἔχει καθιερωθῇ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μᾶς
ὡς ἑορτὴ τῶν ἁγίων Πατέρων ποὺ συγκρότησαν τὴν Τετάρτη (Δ) Οἰκουμενικὴ
Σύνοδο στὴν Χαλκηδόνα, γιὰ νὰ ἀντιμετωπίση τὴν αἵρεση τοῦ
μονοφυσιτισμοῦ.
Ὁ μονοφυσιτισμὸς
ἦταν μιὰ αἵρεση ποὺ ὑποστήριζε ὅτι ὁ Χριστὸς ἀποτελέσθηκε μὲν ἀπὸ δύο
φύσεις, τὴν θεία καὶ τὴν ἀνθρώπινη, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἕνωση παραμένει μόνον ἡ
θεία φύση, ἀφοῦ ἡ ἀνθρώπινη φύση ἀπορροφήθηκε ἀπὸ τὴν θεία.
Αὐτὴ ἡ
διδασκαλία ἀνατρέπει ὅλη τὴν θεολογία τῆς Θεανθρωπότητος τοῦ Χριστοῦ,
ἀκόμη δὲ ἀνατρέπει καὶ τὸ μυστήριο τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου. Διότι ἀφοῦ
δὲν ὑπάρχει, κατὰ τὴν ἄποψή τους, στὸν Χριστὸ ἀνθρώπινη φύση, ἡ ὁποία,
κατὰ τοὺς μονοφυσίτας ἀπορροφήθηκε ἀπὸ τὴν θεία φύση, τότε πὼς μποροῦμε
νὰ κοινωνοῦμε τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ καὶ πὼς μποροῦμε
νὰ ἑνωθοῦμε μαζὶ Τοῦ;
Οἱ Πατέρες
ἀντιμετώπισαν αὐτὴν τὴν αἵρεση μὲ τὸν ὅρο ὅτι οἱ δύο φύσεις στὸν Χριστό,
θεῖα καὶ ἀνθρώπινη, ἑνώθηκαν καὶ ἐνεργοῦν «ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως,
ἀδιαιρέτως, ἀχωρίστως», δηλαδὴ ὁ Χριστὸς ἀποτελέσθηκε ἀπὸ δύο φύσεις,
ἀλλὰ καὶ ἐνεργεῖ διὰ τῶν δύο φύσεων.
Ἡ Ἐκκλησία δὲν γνωρίζει ἄλλη ἀγωγή, πέρα ἀπὸ αὐτὴν ποὺ ἔζησαν καὶ δίδαξαν οἱ Προφῆτες, οἱ Ἀπόστολοι καὶ οἱ Πατέρες.
Οι
Πατέρες της Εκκλησίας με την μελέτη της Αγίας Γραφής, Παλαιάς και Νέας
Διαθήκης, ιδίως με την Αποκάλυψη του Χριστού στους Αποστόλους, γνώριζαν
ότι ο Χριστός είναι αληθινός Θεός, ο οποίος ενηνθρώπησε για να νικήση
τον θάνατο, την αμαρτία και τον διάβολο. Στον Ιορδάνη ποταμό φανερώθηκε η
ύπαρξη της Αγίας Τριάδος. Στο Όρος Θαβώρ έλαμψε το πρόσωπο του Χριστού
όπως ο ήλιος και τα ιμάτιά Του έγιναν λευκά όπως το φως.
Επίσης, η φωτεινή νεφέλη εκάλυψε τους Μαθητές και ακούσθηκε η φωνή του Πατρός. Αυτό το Φως δεν ήταν κτιστό, αλλά θείο, άκτιστο, ήταν το Φως της θεότητος. Στον Χριστό υπήρχε η ανθρώπινη φύση (ψυχή, σώμα), αλλά από μέσα εξερχόταν και η λάμψη της θεότητος. Αυτό το Φως δεν ήταν μία άλλη φύση, αλλά η θεία φύση που ήταν ενωμένη με την ανθρώπινη φύση στον Χριστό. Έτσι, φανερώθηκε η θεότητα του Χριστού χωρίς να καταργήται η ανθρώπινη φύση. Αυτό έκανε τους Πατέρες να πούν ότι οι δύο φύσεις –θεία και ανθρωπίνη– ενεργούν στην υπόσταση-πρόσωπο του Λόγου «ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως».








