Η γιαγιά Ευθαλία καθόταν στο μπαλκόνι και ξεδιάλεγε φακές. Ο ήλιος του Μαρτίου ήταν ακόμα δειλός, μα εκείνη ήξερε να τον εκμεταλλεύεται. Κάθε φακή που έπεφτε στο τσίγκινο δοχείο έκανε έναν μικρό, ρυθμικό ήχο.
«Γιαγιά,
γιατί αύριο θα πάμε στην εκκλησία και θα προσκυνήσουμε ένα σταυρό με
λουλούδια;» ρώτησε ο Μανώλης, που καθόταν σταυροπόδι δίπλα της,
παρατηρώντας την κίνηση των χεριών της.
Η γιαγιά
σταμάτησε. Σκούπισε τα χέρια της στην ποδιά της και κοίταξε τον εγγονό
της. Τα μάτια της, μέσα στις χιλιάδες ρυτίδες, είχαν ακόμα εκείνη τη
λάμψη που σε έκανε να νιώθεις ασφάλεια.
«Ξέρεις τι
μέρα είναι αύριο, παιδί μου; Είναι το μεσοστράτι της Σαρακοστής. Σαν να
περπατάμε σ’ ένα μεγάλο, δύσκολο μονοπάτι και φτάνουμε στη μέση. Τότε, ο
δρόμος μοιάζει πιο κουραστικός. Τα πόδια βαραίνουν. Ξαφνικά, βλέπουμε
μπροστά μας μια μεγάλη πέτρα που κλείνει το δρόμο.»
«Μια πέτρα;» απόρησε ο Μανώλης.
«Ναι.
Και πάνω σε αυτή την πέτρα, είναι ένας Σταυρός. Δεν είναι για να μας
φοβίσει. Είναι για να μας δείξει ότι εκεί ακριβώς, στο πιο δύσκολο
σημείο, υπάρχει και το μεγαλύτερο σημάδι της αγάπης του Θεού. Ο Σταυρός
είναι η δύναμή Του, που έγινε αδυναμία για μας. Είναι η χαρά, που πέρασε
μέσα από τη λύπη για να μας λυτρώσει. Γι’ αυτό τον στολίζουμε με
λουλούδια, βασιλικούς και μενεξέδες.»
Ο Μανώλης
έσμιξε τα φρύδια, προσπαθώντας να χωρέσει όλα αυτά στο μυαλό του. Η
γιαγιά τον πήρε από το χέρι και τον οδήγησε μέσα στο σπίτι. Άνοιξε το
παλιό, ξύλινο σεκατέρι και έβγαλε ένα μικρό, ξύλινο κουτάκι. Το άνοιξε.
Μέσα, πάνω σε ένα βαμβάκι, βρισκόταν ένας μικρός σταυρός από ελιά.








