Ζωντανή Αναμετάδοση Ιερών Ακολουθιών
Σάββατο 18 Ιουλίου 2026
Πότε λιβανίζουμε.
Σχόλια στο Ευαγγέλιο της Κυριακής (ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ 630 ΘΕΟΦΟΡΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Δ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ)

Ακτινοβόλος εμπειρία
«Εγώ ειμί το φως του κόσμου»
Αγαπητοί αδελφοί,
Η Εκκλησία μας τιμά σήμερα τη σεβάσμια μνήμη των 630 Αγίων Πατέρων της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, η οποία συνήλθε το 451 μ.Χ. στη Χαλκηδόνα.
Στη Σύνοδο αυτή επιτεύχθηκε κάτι θεμελιώδες: η διατύπωση του Χριστολογικού Δόγματος με τρόπο που διασφάλιζε οριστικά τον σωτηριολογικό χαρακτήρα της Εκκλησίας και αναδείκνυε την αιώνια αλήθεια της.
Με αφορμή τις αιρέσεις που παραμόρφωναν την αλήθεια γύρω από το πρόσωπο του Κυρίου, οι Άγιοι Πατέρες διατράνωσαν την πίστη της Ορθοδοξίας: ο Ιησούς Χριστός είναι τέλειος Θεός και τέλειος Άνθρωπος. Η ένωση των δύο φύσεων στο Πρόσωπο του είναι πραγματική και αδιαίρετη.
Έτσι, η ανθρώπινη φύση προσλαμβάνεται από τη θεία και ανυψώνεται στην προοπτική της αιωνιότητας. Με αυτή την ομολογία, ο Χριστός δεν είναι απλώς ένας διδάσκαλος, αλλά ο πραγματικός Σωτήρας μας· ο οδηγός που δείχνει τον δρόμο προς το αληθινό Φως, τον Πατέρα των Φώτων. Κατά συνέπεια, ο δρόμος προς τη θέωση είναι πλέον ανοιχτός για κάθε άνθρωπο. Το Δόγμα της Χαλκηδόνας, επομένως, δεν είναι μια στείρα θεωρία, αλλά έχει άμεσες ανθρωπολογικές και σωτηριολογικές προεκτάσεις για την ύπαρξη και τη ζωή μας.
Οι πιστοί το «φως του κόσμου»
Δεν είναι καθόλου τυχαίο που η Εκκλησία επέλεξε για τη σημερινή ημέρα το συγκεκριμένο Ευαγγελικό ανάγνωσμα από την «Επί του Όρους Ομιλία» του Κυρίου. Εκεί, ο Χριστός παρομοιάζει τους μαθητές του με το φως του κόσμου, με μια πόλη κτισμένη πάνω στο βουνό που φαίνεται από παντού, με ένα λυχνάρι που καίει πάνω στο λυχνοστάτη για να φωτίζει τους πάντες.
Σχέσεις ταυτότητας και ετερότητας κατά την Οσία Γαβριηλία

Δρ. Αχιλλέως Παπατόλιου,
Διδάσκοντος Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας και Χριστιανικού Πολιτισμού ΑΠΘ
Η έννοια της ταυτότητας βρίσκεται ανάμεσα στα όρια που έχουμε θέσει στον εαυτό μας και στους άλλους.
Η ταυτότητα χαρακτηριστικά αναφέρεται στο πώς οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους, ποιοι ισχυρίζονται ότι είναι, πώς τους αναγνωρίζουν και πώς τους αξιολογούν οι άλλοι.
Η ταυτότητα του προσώπου μας υποχρεώνει να την αντιμετωπίσουμε ως «ανοικτή» στη διαφορά, σύμφυτη και συμπαρεκτεινόμενη με την ετερότητα.
Η συνειδητοποίηση της ταυτότητάς μας περνά μέσα από την κατανόηση και την αποδοχή της ταυτότητας του Άλλου.
Ο άλλος είναι η απόλυτη ετερότητα. Μόνο μέσα από τη σχέση του με αυτή την ετερότητα θα κατορθώσει το εγώ να κατανοήσει τον εαυτό του.
Υπό αυτή την έννοια η ταυτότητα συνδέεται με την ετερότητα, καθώς προσδιορίζεται μέσα από την ομοιότητα και τη διαφορά.
Πρόκειται περί ετερότητας ριζωμένης στην ταυτότητα. Η ετερότητα του καθενός είναι χρήσιμη, λειτουργική, υποκείμενη στην κριτική κανονιστικών αρχών αυτονομίας και ισότητας καθολικής εμβέλειας. Ο έτερος δεν είναι αλλότριος.
Ετερότητα σημαίνει ιδιαιτερότητα και διαφορετικότητα. Η ταυτότητα όχι μόνον δεν θυσιάζει την ετερότητα, αλλά θυσιάζεται για αυτήν, προκειμένου να αναπτυχθεί μέσα και διά του χρόνου σε δημιουργικότητα, κοινότητα και ελευθερία από κάθε είδους κοινωνική αναγκαιότητα, συνώνυμη της διάσπασης και του κατακερματισμού.
Πάνω σε αυτό το θέμα η Οσία Γαβριηλία θεωρούσε ότι ο άλλος αποτελεί το κοινό στοιχείο της ταυτότητάς μας, και ότι η ταυτότητά μας δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την ετερότητα του άλλου.
«Γι΄ αυτό και ο Θεός έβαλε τις αισθήσεις μας στο Κεφάλι για να βλέπουμε μόνο τον άλλο… Για να μην μπορούμε να δούμε τον εαυτό μας. Για να βλέπουμε μόνο τον Άλλο και να αγαπάμε μόνο τον Άλλο. Και για να βλέπουμε τον εαυτό μας μόνο μέσ΄ τα μάτια του άλλου».
«Οἱ ἱερεῖς εἶναι σὰν τὰ ἀεροπλάνα· γίνονται εἴδηση μόνο ὅταν “πέφτουν”. Ἀλλὰ μεταξὺ τῶν ἱερέων ὑπάρχουν πολλοὶ ποὺ πετοῦν».
Πόσο αληθινός είναι αυτός ο λόγος…
Όταν
ένας ιερέας σφάλει, η πτώση του γίνεται γρήγορα γνωστή. Συζητείται,
σχολιάζεται, αναπαράγεται και πολλές φορές χρησιμοποιείται ως αφορμή για
να καταδικαστεί όχι μόνο ο ίδιος, αλλά ολόκληρη η Εκκλησία και το
σύνολο των κληρικών.
Σπάνια όμως γίνεται είδηση ο ιερέας που ξενυχτά δίπλα σε έναν άρρωστο.
Ο ιερέας που τρέχει μέσα στη νύχτα για να κοινωνήσει έναν ετοιμοθάνατο.
Ο ιερέας που ακούει για ώρες τον πόνο των ανθρώπων, κρατώντας μέσα του μυστικά, δάκρυα και πληγές που δεν θα φανερώσει ποτέ.
Δεν γίνεται είδηση ο ιερέας που βοηθά μια οικογένεια κρυφά, χωρίς φωτογραφίες και ανακοινώσεις.
Εκείνος που πληρώνει έναν λογαριασμό από το υστέρημά του.
Εκείνος
που στηρίζει ένα παιδί, παρηγορεί έναν πενθούντα, συμφιλιώνει
ανθρώπους, επισκέπτεται νοσοκομεία, γηροκομεία, φυλακές και σπίτια
μοναχικών ανθρώπων.
Δεν γίνεται
είδηση ο ιερέας που κουβαλά καθημερινά τα προβλήματα όλης της ενορίας
και επιστρέφει στο σπίτι του κουρασμένος, χωρίς να μπορεί πάντοτε να
μιλήσει ούτε για τον δικό του πόνο.
Υπάρχουν ιερείς που «πετούν» αθόρυβα.
Πετούν με τα φτερά της προσευχής.
Με την ταπείνωση της διακονίας.
Με την υπομονή απέναντι στην αδικία.
Με
την αγάπη προς ανθρώπους που πολλές φορές τους πληγώνουν, τους
παρεξηγούν ή απαιτούν από αυτούς να είναι πάντοτε δυνατοί, αλάνθαστοι
και διαθέσιμοι.
Ὁ Ἅγιος Αἰμιλιανός ὁ Μάρτυρας
Ὁ Ἅγιος Αἰμιλιανός καταγόταν ἀπό τήν περιοχή Δορυστόλου τῆς Θρακικῆς Μοισίας καί ἀπό εὐλαβῆ οἰκογένεια. Ὁ πατέρας του, πού ἦταν τοπάρχης τῆς περιοχῆς, ὀνομαζόταν Σαββατιανός καί φρόντισε νά ἀναθρέψει τόν υἱό του μέ πνεῦμα χρηστότητος καί εὐσεβείας.
Κατά τήν ἐποχή τοῦ αὐτοκράτορος Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου (360 – 363 μ.Χ.) καί Καπιτωλίνου βικαρίου, ὁ Ἅγιος ὑπηρετοῦσε στόν στρατό.
Ἐπειδή ἦταν ζηλωτής τῆς πίστεως, εἰσῆλθε στόν εἰδωλολατρικό ναό καί συνέτριψε τά ξόανα καί ἀγάλματα πού ἦσαν τοποθετημένα μέσα σ’ αὐτόν, χωρίς νά γίνει άντιληπτός σέ κανέναν, σέ μιά στιγμή πού ὁ λαός τοῦ Δορυστόλου διασκέδαζε μαζί μέ τόν ἔπαρχο Καπιτωλίνο.
Μόλις ὁ ἔπαρχος πληροφορήθηκε τό γεγονός, ὀργίσθηκε καί ἔδωσε ἐντολή νά βροῦς ἀμέσως αὐτόν πού τό ἔκανε. Οἱ στρατιῶτες συνέλαβαν ἕναν ἀθῶο χωρικό. Μαθαίνοντας ὁ Ἅγιος τήν σύλληψη τοῦ ἀθώου χωρικοῦ, σκέφθηκε ὄχι μόνο ὅτι ἕνας ἀθῶος θά πλήρωνε γιά κάτι πού δέν εἶχε διαπράξει, ἀλλά καί ὅτι θά ἔχανε τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι παρουσιάσθηκε στούς στρατιῶτες καί ὁμολόγησε τήν πράξη του.
Άμέσως οἱ στρατιῶτες Βαλεριανός καί Μαξέντιος τόν συνέλαβαν καί τόν ἔφεραν μέ ὀνειδισμούς στό ἀνάκτορο τοῦ Καπιτωλίνου. Ἀφοῦ τοῦ ἀνέφεραν ὅτι αὐτός εἶναι πού γκρέμισε τά εἴδωλα καί βεβήλωσε τίς θυσίες πού εἶχαν τοποθετηθεῖ ἐπάνω στούς βωμούς, ὁ ἡγεμόνας ὀργίσθηκε καί ἔδωσε ἐντολή νά τόν βασανίσουν.
Μετά τα βασανιστήρια ὁ Καπιτωλῖνος τόν προέτρεψε νά θυσιάσει στά εἴδωλα λέγοντας στόν Ἅγιο, ὅτι ἡ πίστη του εἶναι μάταιη καί ψεύτικη. Ὁ Αἰμιλιανός καί πάλι δέν δίστασε. Ὁμολόγησε τήν πίστη του στόν Χριστό καί Κύριό του. Τότε ὁ ἡγεμόνας ἔδωσε ἐντολή νά κάψουν τόν Αἰμιλιανό ζωντανό.
Παρασκευή 17 Ιουλίου 2026
Καληνύχτα!
Μάθε να λες ευχαριστώ στα λίγα εάν θέλεις να έρθουν τα πολλά.
Εάν δεν μάθεις να είσαι ευγνώμων μ' αυτά που έχεις...
Πότε η πνευματική πατρότητα μετατρέπεται σε γεροντισμό;

Αρχιμανδρίτης Αθηναγόρας Σουπουρτζής, Καθηγητής Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου, Θεολογική Ακαδημία Βολυνίας, Διδάκτωρ Κανονικού Δικαίου, ΕΚΠΑ, Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Νομικής (LL.M.), Πανεπιστήμιο Sunderland
Τα τελευταία χρόνια το ζήτημα του λεγόμενου «γεροντισμού» επανέρχεται συχνά στον εκκλησιαστικό δημόσιο διάλογο.
Συνήθως, όμως, η συζήτηση εγκλωβίζεται σε πρόσωπα, προσωπικές αντιπαραθέσεις ή μεμονωμένα περιστατικά.
Έτσι, παραμένει αναπάντητο το ουσιώδες ερώτημα: πότε η πνευματική πατρότητα, που αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της ορθόδοξης παράδοσης, κινδυνεύει να μετατραπεί σε παράλληλη εκκλησιαστική αυθεντία;
Το ζήτημα αυτό δεν είναι πρωτίστως ψυχολογικό, κοινωνιολογικό ή οργανωτικό. Είναι, πριν απ’ όλα, εκκλησιολογικό και κανονολογικό.
Δεν αφορά την ύπαρξη πνευματικών πατέρων – η Εκκλησία πάντοτε ανέδειξε μεγάλους Γέροντες και φωτισμένους εξομολόγους.
Αφορά τα όρια της εκκλησιαστικής αυθεντίας και τη σχέση του πνευματικού χαρίσματος με την κανονική συγκρότηση της Εκκλησίας.
Η απάντηση δεν εξαρτάται από προσωπικές εκτιμήσεις ούτε από τις εκάστοτε ποιμαντικές πρακτικές.
Βρίσκεται στην ίδια την αυτοσυνειδησία της Εκκλησίας, όπως αυτή εκφράζεται στην Αγία Γραφή, στους Πατέρες και στους Ιερούς Κανόνες.
Πριν, επομένως, ορισθεί ο γεροντισμός ως εκτροπή, οφείλει να ορισθεί θετικά η ίδια η γνήσια πνευματική πατρότητα.
Αυθεντικός πνευματικός πατέρας είναι εκείνος ο οποίος, ασκώντας εκκλησιαστική διακονία εντός της κανονικής τάξεως και σε κοινωνία με τον οικείο επίσκοπο, οδηγεί τον πιστό όχι προς το πρόσωπό του αλλά προς την ίδια την Εκκλησία: προς την ευχαριστιακή σύναξη, τη μυστηριακή ζωή και την εν Χριστώ ελευθερία.
Το πνευματικό του χάρισμα δεν δημιουργεί εξάρτηση, αλλά ωριμότητα· δεν συγκεντρώνει, αλλά εντάσσει· δεν υποκαθιστά την εκκλησιαστική κοινωνία, αλλά σε αυτήν εισάγει.
Ο γεροντισμός, κατά τούτο, δεν είναι παρά η στέρηση αυτού ακριβώς του θετικού περιεχομένου — η πνευματική πατρότητα αποκομμένη από τον εκκλησιαστικό της προορισμό.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι χριστοκεντρική και συγχρόνως επισκοποκεντρική (δηλαδή συγκροτούμενη περί τον επίσκοπο, ο οποίος αποτελεί το ορατό κέντρο αναφοράς της τοπικής Εκκλησίας).
Η δεύτερη αυτή ιδιότητα δεν σημαίνει ότι ο επίσκοπος αποτελεί δεύτερο κέντρο αναφοράς δίπλα στον Χριστό ούτε ότι η εκκλησιαστική εξουσία αποκτά προσωποπαγή χαρακτήρα.
Σημαίνει ότι ο Χριστός συγκροτεί και φανερώνει την τοπική Εκκλησία διά της ευχαριστιακής συνάξεως, της οποίας προΐσταται ο κανονικός επίσκοπος ως ορατό σημείο της ενότητας.
Η θέση αυτή δεν αποτελεί νεώτερη θεωρητική κατασκευή· απορρέει από την ίδια την πατερική μαρτυρία και κατοχυρώνεται απαρέγκλιτα στους Ιερούς Κανόνες, όπως θα φανεί στη συνέχεια.
Γι’ αυτό και η σχέση επισκόπου, πρεσβυτέρου και πιστών δεν είναι πρωτίστως διοικητική αλλά ευχαριστιακή και εκκλησιολογική· η Θεία Ευχαριστία δεν είναι απλώς το κέντρο της λατρείας, αλλά το θεμέλιο της ενότητάς της.
Η αλήθεια αυτή διατυπώνεται ήδη από τον άγιο Ιγνάτιο τον Θεοφόρο: «Χωρὶς τοῦ ἐπισκόπου μηδὲν πρασσέτω τις τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν Ἐκκλησίαν».
Και λίγο παρακάτω συμπληρώνει: «Ὅπου ἂν φανῇ ὁ ἐπίσκοπος, ἐκεῖ τὸ πλῆθος ἔστω, ὥσπερ ὅπου ἂν ᾖ Χριστὸς Ἰησοῦς, ἐκεῖ ἡ καθολικὴ Ἐκκλησία».
Ο επίσκοπος, ως διάδοχος των Αποστόλων και κανονικός προϊστάμενος της τοπικής Εκκλησίας, φέρει εντός αυτής την πρωτογενή κανονική δικαιοδοσία, θεμελιωμένη στην αποστολική διαδοχή και ασκούμενη μέσα στη συνοδική και κανονική συγκρότηση της Εκκλησίας.
Προΐσταται «εἰς τύπον Χριστοῦ», ως πρόεδρος της ευχαριστιακής συνάξεως και ορατό σημείο της ενότητας της τοπικής Εκκλησίας.
Ακριβώς επειδή εικονίζει τον Χριστό, το κύρος της διακονίας του δεν αντλείται από το πρόσωπό του αλλά από Εκείνον, του οποίου ο επίσκοπος είναι ο τύπος και η ζωντανή εικόνα, αναγόμενο έτσι στην ίδια την πηγή του.
Η αυθεντία αυτή, επομένως, δεν αποτελεί προσωπικό προνόμιο, αλλά θεσμική διακονία, η οποία ασκείται σύμφωνα με την κανονική τάξη και προς διαφύλαξη της πίστεως, της ενότητας και της εκκλησιαστικής κοινωνίας.
Ακριβώς γι’ αυτό η πνευματική ζωή και η κανονική τάξη δεν συγκρούονται· η αγιότητα δεν καταργεί την κανονική τάξη αλλά την επιβεβαιώνει.
Όσο μεγαλύτερο είναι το πνευματικό ανάστημα ενός ανθρώπου, τόσο βαθύτερη είναι και η εκκλησιαστική του συνείδηση.
Το μολύβι του παππού.
Ένας παππούς έγραφε σιωπηλά σε ένα τετράδιο. Ο εγγονός του τον παρακολουθούσε με περιέργεια.
«Παππού, τι γράφεις;»
Ο παππούς άφησε το μολύβι στο τραπέζι και του είπε:
«Πιο σημαντικό από αυτά που γράφω είναι αυτό το μολύβι. Αν μάθεις από αυτό, θα γίνεις καλύτερος άνθρωπος.»
Το παιδί κοίταξε το απλό ξύλινο μολύβι και απόρησε.
«Τι ιδιαίτερο έχει;»
Ο παππούς απάντησε:
«Πέντε πράγματα.
Πρώτον,
το μολύβι μπορεί να γράψει όμορφα μόνο όταν το κρατάει ένα χέρι. Έτσι
κι ο άνθρωπος βρίσκει τον αληθινό του δρόμο όταν εμπιστεύεται τον Θεό να
τον καθοδηγεί.
Δεύτερον, το μολύβι χρειάζεται πού
και πού ξύσιμο. Πονάει λίγο, αλλά μετά γράφει καλύτερα. Έτσι και οι
δυσκολίες, όταν τις αντιμετωπίζουμε με πίστη, μας ωριμάζουν.
Τρίτον,
το μολύβι έχει γόμα. Μπορεί να διορθώσει τα λάθη του. Κι εμείς έχουμε
τη μετάνοια, που μας δίνει ο Θεός για να ξαναρχίζουμε.
ΔΕΝ ΕΧΩ ΧΡΟΝΟ
Το «δεν έχω χρόνο» μεταφράζεται «σε κάνω να μην έχεις χρόνο κι εσύ». Σου δίνω ένα κινητό, για να μπορείς να περνάς το υπόλοιπο της ώρας σου, ώστε να μη χρειάζεται να ασχοληθώ μαζί σου. Γιατί αν ασχοληθώ, θα πρέπει να ξεκινήσω να βλέπω σε τι υστερώ, τι φοβάμαι, τι νιώθω ότι θέλεις από μένα και δεν γνωρίζω αν έχω να σου δώσω. Κυρίως όμως το να βρω χρόνο σημαίνει να αισθάνομαι πως ό,τι κι αν κάνω, δεν μετρά μπροστά στη χαρά να είμαι με σένα, το παιδί μου, να παίξω μαζί σου, να σε ακούσω, να μοιραστώ ό,τι σε τρομάζει ή ό,τι σου δίνει νόημα, ακόμη κι αν είναι πολύ μακριά από τις δικές μου σκέψεις, τα δικά μου βάσανα, τις δικές μου ενασχολήσεις.
Υπερέχει απ’ όλους
Είναι μακάριος ο άνθρωπος εκείνος που έχει αγάπη Θεού, γιατί
περιφέρει με την παρουσία του τον Θεό, διότι ο Θεός είναι αγάπη,
και αυτός που μένει μέσα στην αγάπη, μένει «εν τω Θεώ».
Εκείνος που έχει αγάπη υπερέχει, με τη βοήθεια του Θεού, από όλους,
δεν φοβάται, διότι η αγάπη βγάζει έξω από την ψυχή το φόβο.
Ἡ Ἁγία Μαρίνα ἡ Μεγαλομάρτυς

Ἡ Ἁγία Μεγαλομάρτυς Μαρίνα καταγόταν ἀπό τήν Ἀντιόχεια τῆς Πισιδίας, ἦταν θυγατέρα τοῦ ἱερέως τῶν εἰδώλων Αἰδεσίου καί ἄθλησε κατά τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Κλαυδίου Β’ (268 – 270 μ.Χ.).
Μετά τόν θάνατο τῆς μητέρας της, σέ ἡλικία δώδεκα ἐτῶν, παραδόθηκε ἀπό τόν πατέρα της σέ γυναίκα, ἡ ὁποία κατοικοῦσε στήν ἀγροτική περιοχή τῆς Πισιδίας. Μετά ἀπό λίγο, ἡ γυναίκα αὐτή προσῆλθε στόν Χριστιανισμό καί ἀπό τή νεοφώτιστη πίστεψε στόν Χριστό καί ἡ Μαρίνα, ἡ ὁποία καί ἔλαβε τό θεῖο Βάπτισμα.
Δέν πέρασαν παρά μόνο τρία ἔτη ἀπό τό βάπτισμά της, κατά τά ὁποῖα διδάχθηκε διά τοῦ κηρύγματος στήν Ἐκκλησία καί μέσα ἀπό τίς κατ’ οἶκον κατηχήσεις, κατά τό ἀποστολικό σύστημα, κατέστη τέλεια γνώστης τῶν χριστιανικῶν δογμάτων καί τῶν ἐντολῶν τοῦ Εὐαγγελίου.
Τότε νόμισε ὅτι ἦταν καιρός νά ἀποκαλύψει στόν πατέρα της τήν ἔνταξή της στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καί νά προσπαθήσει νά ἑλκύσει καί αὐτόν. Κατάπληκτος ὁ πατέρας της ἀπό τήν ἀποκάλυψη αὐτή, ἀφοῦ μάταια μέ ὑποσχέσεις καί ἀπειλές προσπάθησε νά τήν μεταπείσει,. ἀναχώρησε μέ κατάρες ἐναντίον της, ἀφοῦ δήλωσε ὅτι ἡ διαγωγή της τήν ἀποξένωσε ἐντελῶς ἀπό αὐτόν.
Ὅταν πληροφορήθηκε τά συμβάντα αὐτά ὁ ἡγεμών Ὀλύμβριος, διέταξε τήν σύλληψη καί φυλάκιση τῆς Μαρίνας. Μετά παρέλευση ὀλίγων ἡμερῶν ὁδηγήθηκε ἐνώπιον τοῦ ἡγεμόνος, ὁ ὁποῖος θαμπώθηκε ἀπό τήν ὀμορφιά της, σκέφτηκε νά τήν παντρευτεῖ καί μέ ὑποσχέσεις καί κολακεῖες προσπάθησε νά τήν μεταπείσει, πλήν ὅμως χωρίς ἀποτέλεσμα.
Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026
Άγιος Πορφύριος: «Ούτε τον αντίχριστο να φοβόμαστε ούτε το 666»

"Το 666 και ο αντίχριστος"
Να σας πω. Μου είχε πει: "Πατέρα Αθανάσιε (με πήρε από το χέρι έτσι σφικτά), εγώ είμαι τυφλός τώρα, τα μάτια μου τα σωματικά δεν λειτουργούν, γιατί έχω καρκίνο στην υπόφυση, έχω όμως τα πνευματικά μάτια και βλέπω.
Πριν φύγεις, θέλω να μου πεις. Τι είπε ο Γέροντας Αιμιλιανός -ο δικός μας- για το 666 και τον αντίχριστο;
"Ήταν εκείνες τις μέρες μετά το Τσερνομπίλ. Ο κόσμος ήταν αναστατωμένος και πήγαινε κατά δεκάδες κάθε μέρα, ιδιαιτέρως στον πατέρα Πορφύριο που ήταν κοντά στην Αθήνα, και αναστατωμένοι τον ρωτούσαν: "Tι θα γίνει; Θα 'ρθει ο αντίχριστος να μας σφραγίσει με το 666;"
Και με ρώτησε: "Για πες μου, παιδί μου, τι λέει ο Γέροντας Αιμιλιανός για το 666 και τον αντίχριστο;"
Του λέω: "Γέροντα, μας είπε σε μια σύναξη προχθές να μηv ανησυχούμε. Εμείς να ενδιαφερόμαστε να έχουμε μια ζωντανή σχέση με το Χριστό και του αντίχριστου να μην του δίνουμε πολλή σημασία, γιατί εκείνος θα γίνει το κέντρο της ζωής μας και όχι ο Χριστός".
Αμέσως χτύπησε τα χεράκια του στο κρεβάτι και είπε:
"Τι λες παιδί μου, τι λες παιδί μου, δόξα σοι ο Θεός που βρήκα κι ένα πνευματικό να συμφωνεί μαζί μου. Ρε παιδί μου, αυτοί οι πνευματικοί, εδώ στον κόσμο, τι έχουν κάνει! Έχουν αναστατώσει τις ψυχές, δημιούργησαν ένα σωρό προβλήματα, οικογενειακά και ψυχολογικά με το 666. Δεν μπορεί ο κόσμος να κοιμηθεί και άρχισαν να παίρνουν ψυχοφάρμακα και υπνωτικά χαπάκια για να μπορούν να κοιμηθούν. Τι είναι αυτό το πράγμα; Δεν τα θέλει αυτά τα πράγματα ο Χριστός, παιδί μου. Και να σου πω κάτι;"
Του λέω: "Γέροντα τι;"
Μου λέει: "Για μας τους χριστιανούς, για μας όταν βιώνουμε το Χριστό δεν υπάρχει αντίχριστος. Δεν μου λες; Εδώ που κάθομαι στο κρεβάτι μπορείς να καθίσεις εσύ; "Του είπα: "Όχι Γέροντα".
Μου λέει: "Γιατί;"
Του απάντησα: "Διότι, εάν καθίσω πάνω σας, θα σας πλακώσω". Μου λέει: "Πότε μπορείς να καθίσεις; "Του λέω: "Όταν φύγετε εσείς, μπορώ να καθίσω εγώ".
Μου λέει: "Ακριβώς, παιδί μου, έτσι συμβαίνει και με την ψυχή μας. Όταν έχουμε μέσα μας το Χριστό μας, μπορεί να έρθει ο αντίχριστος;
