


Στους Φιλίππους, μια αρχαία πόλη της Ανατολικής Μακεδονίας στον σημερινό Νομό Καβάλας, μας μεταφέρει σήμερα το Αποστολικό μας ανάγνωσμα (Πράξ. ιστ΄ 16-34), αγαπητοί μου αδελφοί.
Εκεί, βλέπουμε τον Απόστολο Παύλο μαζί με τον Σίλα, στενό συνεργάτη του στη διάδοση του Ευαγγελίου, να οδεύουν προς τόπο προσευχής.
Ξαφνικά, συναντήθηκαν με μια γυναίκα η οποία έπασχε από πονηρό πνεύμα, που μάλιστα το χρησιμοποιούσε προς κερδοφορία, αφού μέσω του σατανά προσέφερε τις μαντικές της ικανότητες.
Όταν τους αντίκρισε η γυναίκα αυτή, άρχισε αμέσως να τους ακολουθεί και όχι μόνο.
Για κάποιες μέρες ακολουθώντας τους παρά πόδας έκραζε, «Αυτοί οι άνθρωποι είναι δούλοι του Υψίστου Θεού και σας κηρύττουν δρόμο σωτηρίας».
Τότε ο Παύλος εις το όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού διέταξε τον δαίμονα να την αφήσει, και αυτοστιγμεί η γυναίκα απαλλάχθηκε.
Άλλο ένα πρόβλημα όμως δημιουργήθηκε εις βάρος των Αποστόλων.
Οι άνθρωποι οι οποίοι την εκμεταλλεύονταν, καθώς είδαν πως έχασαν πλέον την κερδοφορία τους, κατήγγειλαν τον Πέτρο και τον Σίλα για διατάραξη της ρωμαϊκής αρχής, καθώς όπως είπαν δίδασκαν έθιμα ιουδαϊκά αντίθετα προς την τάξη τους.
Τότε οδηγήθηκαν στη φυλακή, αφού πρώτα ραβδίστηκαν και μαστιγώθηκαν βάναυσα, και μάλιστα στο πιο έσω μέρος, στο πιο φυλασσόμενο κελί όπου οι φρουροί τους έδεσαν τα πόδια, για να μην μπορούν να αποδράσουν με κανέναν τρόπο.
Ὁ Χριστός μας προχώρησε σὲ μιὰ νέα δημιουργία καὶ ἐκ τοῦ μηδενός: ἔφτιαξε πηλό, καὶ ἀπὸ τὸν πηλὸ δώρισε μάτια στὸν ἄνθρωπο ποὺ οὐδέποτε εἶχε δεῖ τὸν κόσμο καὶ τοὺς ἀνθρώπους.
Στερημένος τοῦ ἀγαθοῦ τῆς ὅρασης, μὲ ἄδειες τὶς ὀφθαλμικές του κόγχες, περνάει τώρα πλέον σὲ ἕναν καινούριο τρόπο ὕπαρξης, μέσα στὸ φῶς τὸ αἰσθητό, ἀλλὰ καὶ τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ.
Εἶναι ὁ τρόπος ὕπαρξης στὸν ὁποῖο ὁ Χριστὸς καλεῖ τὸν καθένα μας: νὰ ἀναχωρήσουμε ἀπὸ τὸν τρόπο ποὺ ζοῦμε, τὸν ἐμπαθὴ καὶ φίλαυτο, καὶ νὰ ἀφιχθοῦμε στὴ μετάνοια. Νὰ περάσουμε δηλαδὴ ἀπὸ τὸ σκότος, τὴν τύφλωση τὴν πνευματική, στὸ φῶς τὸ ἀληθινό. Δωρεάν.
Φωνάζουμε μπροστά στα παιδιά... Και ύστερα αυτά γίνονται νευρικά και απότομα!
Πετάμε αντικείμενα από τα νεύρα μας... Και ύστερα αυτά μιμούνται τις ίδιες συμπεριφορές!
Μαλώνουμε με τον σύντροφό μας και μας ακούνε... Και ύστερα αυτά γεμίζουν με φόβο και ανασφάλεια!
Κλείνουμε τις πόρτες με δύναμη όταν θυμώνουμε... Και ύστερα αυτά τρομάζουν με κάθε θόρυβο που δεν καταλαβαίνουν!
Φωνάζουμε για να τους βάλουμε “σε τάξη”... Και ύστερα αυτά μπερδεύουν την αγάπη με τον φόβο!
Φωνάζουμε και νομίζουμε πως έτσι “μαθαίνουν”... Και ύστερα αυτά μαθαίνουν μόνο να φοβούνται...
Δεν αντέχουν τα παιδιά τις φωνές! Δεν τις αντέχουν...
Ο Χριστός δεν στέκεται απέναντι στον εκ γενετής
τυφλό με ερώτημα ενοχής, αλλά με βλέμμα ζωής.
Εκεί
όπου οι άνθρωποι αναζητούν αιτίες,
Εκείνος φανερώνει την παρουσία του Θεού.
Η θεραπεία δεν είναι μόνο αποκατάσταση της όρασης.
«Ταῦτα εἰπὼν ἔπτυσε χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ῞Υπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ, ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος. ᾿Απῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο, καὶ ἦλθε βλέπων» (Ιωάν. 9, 6-7).
῞Οταν τὰ εἶπε αὐτὰ ὁ ᾿Ιησοῦς, ἔφτυσε κάτω, ἔφτιαξε πηλὸ ἀπὸ τὸ φτύμα, ἄλειψε μὲ τὸν πηλὸ τὰ μάτια τοῦ τυφλοῦ, καὶ τοῦ εἶπε· «Πήγαινε νὰ νιφτεῖς στὴν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ» -ποὺ σημαίνει «ἀπεσταλμένος ἀπὸ τὸν Θεό». Ξεκίνησε, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος, πῆγε καὶ νίφτηκε καί, ὅταν γύρισε πίσω, ἔβλεπε.
«Έπτυσε χαμαί», ο Χριστός όταν είδε τον εκ γενετής τυφλό. Δεν ήταν ένα φτύσιμο αποδοκιμασίας για έναν κόσμο που έβλεπε τον Θεό ως τιμωρό και εκδικητή. Ήταν ένα φτύσιμο που δείχνει ότι ο Θεός, στον Οποίο πιστεύουμε, είναι Δημιουργός. Είναι Θεραπευτής. Δίνει την ευκαιρία στον άνθρωπο να κάνει ένα νέο ξεκίνημα στη ζωή του. Και βγάζει ο Θεός από το σώμα Του την διπλή φύση: την αγάπη του ανθρώπου για τον συνάνθρωπο που υποφέρει και την αγάπη του Θεού που γιατρεύει όποιον η ψυχή του πιστεύει και υπακούει.
Διότι η ίαση του τυφλού ήρθε όταν εκείνος συνάντησε τον Θεάνθρωπο Ιησού. Ήρθε από κοντά, όταν ένιωσε τον Χριστό ως οικείο και πλησίον. Όταν η καρδιά του άκουσε το πρόσταγμα της μετάβασης στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Όταν δεν σιχάθηκε τον πηλό, δεν διαμαρτυρήθηκε γι’ αυτόν, δεν παραξενεύτηκε, αλλά με μια εμπιστοσύνη καρδιακή μέσα του πήγε και έριξε νερό στα ανύπαρκτα μάτια του, για να λάβει την δημιουργία τους και την όραση συνάμα.
Φτύνουμε κατάχαμα οι χριστιανοί τον κόσμο σήμερα, διότι πιστεύουμε ότι είναι αμαρτωλός. Διότι βλέπουμε σ’ αυτόν το χειρότερο, ενώ κρατάμε για τους εαυτούς μας την αυτάρκεια του θεατή της αμαρτίας και της τιμωρίας του άλλου. Μοιάζουμε με τους Ιουδαίους της εποχής του Χριστού. Ζητούμε την θρησκευτική μας αυτοδικαίωση, ότι εμείς είμαστε οι καλοί του κόσμου και της ιστορίας, ότι ο Θεός είναι για μας, ότι οι άλλοι υποφέρουν καλώς. Δεν είναι όμως δημιουργικό το φτύσιμό μας.
Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος γεννήθηκε στὴν Καρύταινα τῆς Γορτυνίας περὶ τὸ 1640 καὶ τὸ κοσμικό του ὄνομα ἦταν Ἀναστάσιος Κορφηνός. Οἱ γονεῖς του ὀνομάζονταν Ἀνδρέας καὶ Εὐφροσύνη καὶ εἶχαν ἀκόμη τρία τέκνα.
Ὑποθέτουμε πὼς τὰ πρῶτα γράμματα τὰ ἔμαθε στὴν γενέτειρά του καὶ στὴν συνέχεια μᾶλλον φοίτησε στὴν περίφημη σχολὴ τῆς μονῆς Φιλοσόφου καὶ ἀργότερα, ὡς κληρικός, στὴν Κωνσταντινούπολη.
Ὅταν ὁ Ἀναστάσιος βρισκόταν σὲ ἡλικία γάμου, οἱ γονεῖς του παρὰ τὴν ἐπιθυμία του νὰ ἀκολουθήσει τὴ μοναχικὴ πολιτεία, ἐπέμεναν νὰ τὸν νυμφεύσουν. Ὁ πατέρας του μάλιστα, χωρὶς κὰν νὰ ἔχει τὴν σύμφωνη γνώμη τοῦ υἱοῦ του, τὸν ἀρραβώνιασε στὴν Πάτρα μὲ τὴν θυγατέρα ἑνὸς πλούσιου ἄρχοντος καὶ στὴν συνέχεια τὸν ἔστειλε στὸ Ναύπλιο νὰ προμηθευθεῖ τὰ γαμήλια πράγματα.
Ὁ Ἀναστάσιος ὑπάκουσε στὴν πατρικὴ ἐντολὴ καὶ ξεκίνησε γιὰ τὸ Ναύπλιο. Στὸν δρόμο του πέρασε καὶ ἀπὸ τὸ ἐκκλησάκι τῆς Παναγίας στὸ Βιδόνι, κοντὰ στὸ χωριὸ Σύρνα καὶ ζήτησε τὴν θεία φώτιση.
Στὸ Ναύπλιο, ἀφοῦ ἀγόρασε ὅτι ἔπρεπε, πῆρε τὴν μεγάλη ἀπόφαση. Ἀναφέρεται πὼς τὴν προηγούμενη νύχτα τῆς προγραμματισμένης ἀναχωρήσεώς του γιὰ τὴν Καρύταινα, ἐνῷ βασανιζόταν ἀπὸ τοὺς λογισμοὺς τους νὰ πράξει, εἶδε στὸν ὕπνο του τὴν Παναγία μαζὶ μὲ τὸν Τίμιο Πρόδρομο, ἡ ὁποία ἀποκαλώντας τον μὲ τὸ ὄνομα ποὺ ἐπρόκειτο νὰ λάβει ἀργότερα ὡς μοναχός, τοῦ εἶπε, σύμφωνα μὲ τὰ γραφόμενα τοῦ πρώτου βιογράφου του: «Σκεῦος ἐκλογῆς καὶ ὑπηρέτην τοῦ Υἱοῦ μου ἐπιθυμῶ νὰ γίνεις, Ἀθανάσιε. Ἀπέστειλε, λοιπόν, τοὺς δούλους σου μὲ τὰ νυμφικὰ ἱμάτια πρὸς τὸν πατέρα σου καὶ ἡ κόρη ἂς συζευχθεῖ ἄλλον ἄνδρα. Ἐσὺ δὲ νὰ πορευθεῖς στὴν Κωνσταντινούπολη, γιὰ νὰ λάβεις ὅτι ὁ Υἱὸς καὶ Θεός μου εὐδόκησε». Ἔτσι κι ἔγινε.
Ὁ Ἀθανάσιος ἀπέστειλε πίσω τοὺς δούλους καὶ ἀναχώρησε γιὰ τὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου, ἀφοῦ ἔγινε μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Ἀθανάσιος, χειροτονήθηκε κατόπιν διάκονος καὶ πρεσβύτερος.
Ἐπὶ τῆς πρώτης πατριαρχίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἰακώβου, ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος χειροτονεῖται Μητροπολίτης Χριστιανουπόλεως, ὑπέρτιμος καὶ ἔξαρχος πάσης Ἀρκαδίας, σὲ διαδοχὴ τοῦ Μητροπολίτου Εὐγενίου, ποὺ μὲ βάση σωζόμενα ἔγγραφα ἀρχιεράτευσε στὴν ἐκκλησιαστικὴ αὐτὴ ἐπαρχία ἀπὸ τὸ 1645 ἕως τὸ 1673 τουλάχιστον.
Αύριο η Εκκλησία μάς φέρνει ενώπιον ενός ανθρώπου που δεν έχασε ποτέ το φως, γιατί δεν το γνώρισε ποτέ. Κι αυτή είναι ίσως η πιο φοβερή μορφή σκοταδιού.
Ο εκ γενετής τυφλός του κατά Ιωάννην δεν νοσταλγεί πρόσωπα, ουρανούς, χρώματα, θάλασσες, ήλιο μεσημεριού επάνω σε ξερολιθιές και ασβέστη.
Δεν έχει μέσα του μνήμη φωτός. Ζει μέσα σε μία νύχτα χωρίς εικόνες.
Κι
όμως, η Εκκλησία τοποθετεί αυτή την περικοπή μέσα στην αναστάσιμη
περίοδο, σαν να θέλει να μας πει ότι η Ανάσταση δεν είναι μονάχα νίκη
κατά του θανάτου, αλλά η επάνοδος του φωτός εκεί όπου ο άνθρωπος είχε
πλέον συνηθίσει να κατοικεί μέσα στο σκοτάδι.
Και ο άνθρωπος περίμενε.
Οι μαθητές αντικρίζουν τον τυφλό και αμέσως αναζητούν ένοχο. «Τίς ἥμαρτεν;».
Ποιος φταίει;
Εκείνος ή οι γονείς του;
Έτσι
λειτουργεί πάντοτε ο άνθρωπος όταν φοβάται το μυστήριο της υπάρξεως:
μετατρέπει τον πόνο σε εξίσωση, την πληγή σε ηθική κατηγορία, το τραύμα
σε λογιστικό βιβλίο ενοχών.
Ο Χριστός, όμως, συντρίβει αυτή τη μικρή μεταφυσική της τιμωρίας: «οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ».
Υπάρχουν νύχτες που δεν εξηγούνται.
Υπάρχουν άνθρωποι που δεν ζητούν ερμηνεία αλλά φως.
Κι εδώ αρχίζει το μεγάλο δράμα του νεοέλληνα: ότι έμαθε να εξηγεί τα πάντα και να βλέπει όλο και λιγότερο.
Να μιλά ακατάπαυστα για την Ελλάδα χωρίς να αντέχει πλέον να αντικρίσει το πρόσωπό της.
Και ο άνθρωπος περίμενε.
Ο Χριστός τότε πτύει χαμαί, δημιουργεί πηλό, αγγίζει τα μάτια του τυφλού.
Η
θεία ενέργεια εμφανίζεται ως ύλη, σώμα, χώμα, σάλιο, αφή. Σαν να
ξαναπλάθεται ο άνθρωπος από την αρχή, όπως τότε στον κήπο της Γενέσεως.
Και ο τυφλός υπακούει χωρίς ακόμη να βλέπει.
Σαν
έρθει η στιγμή της θείας Κοινωνίας και πρόκειται να πλησιάσεις την αγία
Τράπεζα, πίστευε ακλόνητα πως εκεί είναι παρών ο Χριστός, ο Βασιλιάς
των όλων.
Όταν δεις τον ιερέα να σου προσφέρει το σώμα και το αίμα του Κυρίου, μη νομίσεις ότι ο ιερέας το κάνει αυτό, αλλά πίστευε ότι το χέρι που απλώνεται είναι του Χριστού.
Αυτός που λάμπρυνε με την παρουσία Του την τράπεζα του Μυστικού Δείπνου, Αυτός και τώρα διακοσμεί την Τράπεζα της θείας Λειτουργίας.
Παραβρίσκεται
πραγματικά και εξετάζει του καθενός την προαίρεση και παρατηρεί ποιος
πλησιάζει με ευλάβεια ταιριαστή στο άγιο Μυστήριο, ποιος με πονηρή
συνείδηση, με σκέψεις βρωμερές και ακάθαρτες, με πράξεις μολυσμένες.
Αναλογίσου,
λοιπόν, κι εσύ ποιο ελάττωμά σου διόρθωσες, ποιαν αρετή κατόρθωσες,
ποιαν αμαρτία έσβησες με την εξομολόγηση, σε τι έγινες καλύτερος. Αν η
συνείδησή σου σε πληροφορεί ότι φρόντισες αρκετά για την επούλωση των
ψυχικών σου τραυμάτων, αν έκανες κάτι περισσότερο από τη νηστεία,
κοινώνησε με φόβο Θεού.
Αλλιώς, μείνε μακριά από τα άχραντα Μυστήρια. Και όταν καθαριστείς απ’ όλες τις αμαρτίες σου, τότε να πλησιάσεις.
Μια
φορά κι έναν καιρό, σε ένα μεγάλο δάσος, ζούσε ένα νεαρό δέντρο. Από
μικρό είχε ένα όνειρο: να ψηλώσει πολύ, να απλώσει τα κλαδιά του πέρα
από τα υπόλοιπα δέντρα, να αγγίξει τον ουρανό.
Κι έτσι κάθε μέρα
τραβούσε τις ρίζες του να ρουφήξουν νερό, τίναζε τον κορμό του να
τεντωθεί, κοίταζε ψηλά και μετρούσε πόσο του έλειπε ακόμα.
Μα
ήρθε μια χρονιά δύσκολη. Καύσωνας. Άνεμοι κόπηκαν. Τα σύννεφα πέρασαν
μακριά, αδειανά. Το δέντρο κουράστηκε. Κάθε νέο φύλλο τού φαινόταν
βαρίδι. Κάθε προσπάθεια να ψηλώσει τού πλήγωνε τον κορμό.
«Δεν
αντέχω άλλο», είπε μια νύχτα. «Θα κάτσω εδώ. Δεν θα κυνηγήσω άλλο τον
ουρανό. Ας με προσπεράσουν τα άλλα δέντρα. Εγώ έμεινα».
Κι
έκατσε. Δεν προσπάθησε να φυτρώσει. Δεν κοίταξε ψηλά. Απλώς άφησε τα
φύλλα του να κρεμαστούν. Άφησε τον κορμό του να ησυχάσει. Γύρω του τα
άλλα δέντρα συνέχιζαν τον αγώνα, ψήλωναν, θρόιζαν. Εκείνο σιώπησε.
Πέρασαν
μέρες. Ύστερα βδομάδες. Κάποιο ταξιδιώτης πέρασε από το δάσος, είδε το
δέντρο μουδιασμένο, χλωμό, και είπε με λύπη: «Πέθανε». Μα ένας γέροντας
δασοφύλακας που γνώριζε τη γη εκείνη, ακούμπησε το χέρι του στον φλοιό
και χαμογέλασε. «Όχι, δεν πέθανε. Απλώς σταμάτησε να μεγαλώνει προς τα
πάνω. Τώρα μεγαλώνει προς τα μέσα».
Και πράγματι:
κάτω από το χώμα, μακριά από τα μάτια, το δέντρο άπλωνε σιωπηλά τις
ρίζες του. Όχι για να κυνηγήσει τον ουρανό, αλλά για να βρει νερό. Όχι
για να πάρει δύναμη για τον αγώνα, αλλά για να μάθει να υπάρχει χωρίς να
σπάει.

Το φως της ζωής
«Ενίψατο, και ήλθε βλέπων»
Γεννήθηκε η ταλαιπωρημένη εκείνη ύπαρξη χωρίς να απολαμβάνει το θείο δώρο της όρασης. Άκουε μόνο για τις ομορφιές της φύσεως και η δοκιμασία του ήταν μεγαλύτερη γιατί αδυνατούσε να έχει και θέαση εικόνων και πραγμάτων.
Δεν μπορούσε να κοιτάξει ούτε το διπλανό του και η ζωή του ήταν ανυπόφορη, βυθισμένη στην κυριολεξία στο σκοτάδι και στην δυστυχία.
Ο άνθρωπος αυτός, βέβαια, βίωνε οδυνηρά τη στέρηση της σωματικής όρασης. Πολύ όμως πιο τραγική ήταν σίγουρα η θέση των Φαρισαίων, οι οποίοι ήταν βυθισμένοι στο πνευματικό σκοτάδι, στο εφιαλτικό έρεβος της υποκρισίας τους. Είχαν ερμητικά κλειστά τα μάτια της ψυχής τους. Στην περίπτωσή τους ίσχυε ο λόγος του Ευαγγελιστή Ιωάννη, ο οποίος διαπιστώνει: «Το φως ελήλυθεν εις τον κόσμον, και ηγάπησαν μάλλον οι άνθρωποι το σκότος ή το φως».
Έβλεπε ψυχικά
Με την απουσία της σωματικής του όρασης ο τυφλός δεν μπορούσε να έχει αντίληψη των πραγμάτων. Ωστόσο, εκείνο που τελικά αποδείχθηκε στην πράξη ήταν ότι το φως των ματιών της ψυχής του τον βοηθούσε να κατανοεί βαθύτερα πραγματικότητες της ζωής. Αυτό συνέτεινε στο να κατανοήσει ότι αυτός που τον θεράπευσε δεν ήταν κάποιος θαυματοποιός. Ήταν «προφήτης». Πίστευε για τον Κύριο που τον θεράπευσε ότι ήταν «θεοσεβής». Ότι «πράττει το θέλημα του Θεού» και ότι «αν δεν ήταν απεσταλμένος από τον Θεό, δεν θα μπορούσε να κάνει απολύτως τίποτε, ούτε θαύματα ούτε οποιοδήποτε καλό».
Οι υγιείς…τυφλοί
Οι κατά τα άλλα υγιείς Φαρισαίοι, συλλαμβάνονταν σχεδόν κατά κανόνα να κρατούν ερμητικά κλειστά τα μάτια της ψυχής τους. Οι όχι αγαθές προθέσεις και διαθέσεις τους, τούς άφηναν να προσπερνούν αδιάφορα μπροστά στην αλήθεια και το αγαθό. Δυστυχώς και στις δικές μας μέρες είναι πολλοί εκείνοι που αρνούνται επίμονα να δεχθούν την αλήθεια της Εκκλησίας και κλείνονται στο εγώ τους. Δεν διαθέτουν την όραση της ψυχής για να αντικρίσουν την αλήθεια.