
Ζωντανή Αναμετάδοση Ιερών Ακολουθιών
Τετάρτη 29 Απριλίου 2026
Οἱ Ἅγιοι Ἰάσονας καὶ Σωσίπατρος οἱ Ἀπόστολοι

Οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι Ἰάσων καὶ Σωσίπατρος ἀνήκουν στὴ χορεία τῶν Ἀποστόλων τοῦ Κυρίου καὶ κατάγονταν ὁ μὲν Ἰάσων ἀπὸ τὴν Ταρσὸ ἢ τὴν Θεσσαλονίκη, κατὰ τὸ παλαιὸ χειρόγραφο, ὅπως σημειώνει ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ὁ δὲ Σωσίπατρος ἀπὸ τὴν Ἀχαΐα.
Τὸ ὄνομα τοῦ Ἰάσων ἀπαντᾶ σὲ δύο ἀπὸ τὰ βιβλία τῆς Καινῆς Διαθήκης. Στὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων καὶ στὴν πρὸς Ρωμαίους Ἐπιστολὴ τοῦ Παύλου.
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, μετὰ τοὺς Φιλίππους, ἦλθε στὴν Θεσσαλονίκη, ὅπου δίδαξε ἐπὶ τρεῖς ἑβδομάδες. Ἡ διδασκαλία του ἐπέσυρε τὸ μίσος τῶν Ἰουδαίων, οἱ ὁποῖοι στράφηκαν ἐναντίον του, παρακινώντας καὶ τοὺς ἀγοραίους τῆς πόλεως. Ἐπειδὴ φιλοξενοῦνταν στὸ σπίτι τοῦ Ἰάσονος, οἱ Ἰουδαῖοι τὸν ἀναζήτησαν ἐκεῖ.
Δὲν τὸν βρῆκαν ὅμως, γι’ αὐτὸ ἔσυραν τὸν Ἰάσονα καὶ τοὺς ἄλλους ἀδελφοὺς στοὺς πολιτάρχες, δηλαδὴ στοὺς δημοτικοὺς ἄρχοντες. Στὴν ἀφήγηση αὐτὴ τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων ἀναφέρεται γιὰ πρώτη φορὰ τὸ ὄνομα τοῦ Ἰάσονα. Στὴν πρὸς Ρωμαίους Ἐπιστολὴ ὁ Παῦλος ἀναφέρει τὸν Ἰάσονα μὲ ἐκείνους ποὺ ἀπηύθυναν χαιρετισμοὺς στοὺς παραλῆπτες τῆς Ἐπιστολῆς.
Ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή, ἀπὸ τὴν ὁποία ἔχουμε τὶς πρῶτες πληροφορίες καὶ συγκεκριμένα στὴν πρὸς Ρωμαίους Ἐπιστολή, ὁ Ἰάσων καὶ ὁ Σωσίπατρος χαρακτηρίζονται «συγγενεῖς» τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Ὁ χαρακτηρισμὸς αὐτὸς δημιούργησε ὁρισμένα ἐρωτήματα. Κατὰ πᾶσα πιθανότητα σημαίνει ὅτι ὁ Παῦλος καὶ ὁ Ἰάσων ἦταν ὁμότεχνοι, πάντως ὄχι συγγενεῖς ἐξ αἵματος.
Ἐν τούτοις, ὅπως δέχονται οἱ ἐρευνητές, ὁ ἀναφερόμενος στὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων καὶ στὴν Ἐπιστολὴ εἶναι ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ πρόσωπο. «Τούτου τοῦ Ἰάσονος», λέγει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, «καὶ Λουκᾶς μέμνηται. Οὐ γὰρ ἁπλῶς συγγενῆν μέμνηται, εἰ μὴ καὶ τὴν εὐσέβειαν εἶεν ἑοικότως αὐτῷ». Μὲ τὸ ἴδιο πνεῦμα ὁμιλεῖ καὶ ὁ Θεοφύλακτος: «Εἰ μὴ γὰρ τοιοῦτοι ἦσαν, οὐκ ἂν αὐτῶν ἐμνήσθη». Στὸ ἴδιο συμπέρασμα καταλήγουν ὁ Θεοδώρητος Κύρου, ὁ Οἰκουμένιος καὶ ὅλοι οἱ νεότεροι ἑρμηνευτές· δέχονται δηλαδὴ ταυτισμὸ τοῦ Ἰάσονος τῶν Πράξεων καὶ τῆς Ἐπιστολῆς.
Ὁ Ἰάσων φαίνεται ὅτι διατηροῦσε μικρὸ ἐργαστήριο ὑφαντουργίας, στὸ ὁποῖο ὁ Παῦλος βρῆκε ἐργασία. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ συνεργάτης τοῦ Ἀποστόλου ἦταν ἐγκατεστημένος στὴ Θεσσαλονίκη καὶ ἴσως μονίμως. Τὸ Μηναῖον τῆς Ἐκκλησίας φέρει τὸν Ἰάσονα Ταρσέα ὡς πρὸς τὴν καταγωγή. «Τούτων ὁ μὲν Ἰάσων Ταρσεὺς ἦν, ὃς καὶ πρῶτος ἐκεῖθεν ζωγρεῖται πρὸς τὴν εὐσέβειαν».
Ἴσως ἡ ἄποψη αὐτὴ σχηματίσθηκε ἀπὸ τὴν φράση τοῦ Παύλου «οἱ συγγενεῖς μου» καὶ κυρίως ἀπὸ παρερμηνεία σχετικῆς φράσεως τῶν λεγομένων «Πράξεων τῶν Ἁγίων», ἔργο κατὰ πᾶσα πιθανότητα τοῦ 9ου αἰῶνος μ.Χ. Οἱ «Πράξεις τῶν Ἁγίων» ἀναφέρουν ὅτι ὁ Ἰάσων καταστάθηκε ἀπὸ τὸν Παῦλο, Ἐπίσκοπος Ταρσοῦ. «Ἐξ ἀρχῆς», λέγει τὸ κείμενο τῶν «Πράξεων τῶν Ἁγίων», «ὁμοῦ Ἰάσων τῆς Ταρσοῦ μητρόπολιν κυβερνῶν ἐμπεπίστευτο παρὰ Παύλου ὡς οἰκείαν πατρίδα». Ἀλλὰ τὸ «οἰκείαν πατρίδα» δὲν ἀναφέρεται στὸν Ἰάσονα, ἀλλὰ στὸν Ταρσέα Παῦλο, ποὺ ἐμπιστεύθηκε τὴν πατρίδα του στὸν Ἰάσονα.
Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη ὁ Ἰάσων καταγόταν ἀπὸ τὴν Ταρσό, δὲν θὰ ἦταν Χριστιανὸς πρὶν ἀπὸ τὴν ἐγκατάστασή του στὴ Θεσσαλονίκη. Τοῦτο εἶναι εὔκολο νὰ τὸ ἰσχυρισθοῦμε, διότι ἐὰν εἶχε γνωρίσει τὴν χριστιανικὴ πίστη στὴν Ταρσό, βρισκόμενος στὴν Θεσσαλονίκη ἔπρεπε τουλάχιστον νὰ εἶχε προλειάνει τὸ ἔδαφος. Τὸ μόνο βέβαιο εἶναι ὅτι ὁ Ἰάσων ζοῦσε στὴν Θεσσαλονίκη καὶ ὅτι ἔγινε μαθητὴς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου.
Ἡ γνώμη τοῦ Holzner ὅτι ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἦλθε ἀπὸ τοὺς Φιλίππους στὴ Θεσσαλονίκη κομίζοντας Ἐπιστολὲς πρὸς τὸν Ἰάσονα, συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς ἀπόψεως ἐκείνης ὅτι ὁ Παῦλος δὲν γνώριζε τὸν Ἰάσονα καὶ ὅτι ὁ Ἰάσων γνώρισε τὸν Χριστιανισμὸ ἀπὸ τὸν Παῦλο. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὰ πρῶτα χρόνια τῆς ἱεραποστολικῆς δράσεώς του, ἐπισκεπτόταν καταρχὴν τοὺς Ἰουδαίους καὶ ἔπειτα ἀπευθυνόταν στοὺς Ἐθνικούς. Ἔτσι καὶ στὴ Θεσσαλονίκη, ὅπως εἶναι γνωστό, πρῶτα ἐπισκέφθηκε τὴ συναγωγή, ὅπου καὶ μίλησε.
Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἑρμηνευτὲς ἰσχυρίζονται ὅτι ὁ Ἰάσων ἦταν Ἰουδαῖος. Τὸ ὄνομα Ἰάσων ἦταν συνηθισμένο στοὺς Ἕλληνες, τὸ ἔπαιρναν ὅμως καὶ πολλοὶ Ἑλληνιστὲς Ἰουδαῖοι. Ἡ πληροφορία τοῦ Δωροθέου Τύρου, ὅτι ὁ Ἰάσων ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς Ἑβδομήκοντα Μαθητὲς τοῦ Κυρίου ἔχει ἀποκρουσθεῖ.
Ἡ δράση τοῦ Ἰάσονος, ἀρχίζει ἀμέσως μετὰ τὴν μεταστροφή του στὸν Χριστό. Φιλοξενεῖ τὸν Παῦλο στὸ σπίτι του, προσφέρει στὸν δάσκαλο καὶ στοὺς πρώτους Χριστιανοὺς τὴ βοήθειά του, διαθέτει τὸ ἴδιο του τὸ σπίτι γιὰ τὶς συνάξεις καὶ ὑφίσταται διώξεις χάρη τοῦ Εὐαγγελίου. Ἡ ἀναζήτηση τοῦ Παύλου ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους καὶ ἡ σύλληψη τοῦ Ἰάσονος στὴ Θεσσαλονίκη ἦταν πράξη ἀνεύθυνη.
Τρίτη 28 Απριλίου 2026
Καληνύχτα!
Μετά έρχεται το βράδυ και καταλαβαίνεις
ότι υπάρχουν πράγματα που δεν μπορείς να κάνεις,
πράγματα που δεν μπορείς να έχεις,
Ο σταυρός της μάνας μου...
Ο σταυρός της μάνας μου δεν ήταν από χρυσό. Ήταν μικρός, ασημένιος, λιτός. Τον φορούσε πάντα, χειμώνα καλοκαίρι, κι ας μαύριζε καμιά φορά από τον ιδρώτα και τον χρόνο.
Δεν τον έβγαζε ποτέ. Μόνο όταν έκανε
μπάνιο τον άφηνε για λίγο στο κομοδίνο, δίπλα στο καντήλι.
Μικρός
νόμιζα πως ήταν απλώς ένα κόσμημα. Κάτι σαν τα άλλα που φορούσαν οι
γυναίκες στο χωριό. Μα όσο μεγάλωνα, καταλάβαινα πως εκείνος ο σταυρός
κουβαλούσε μέσα του μια ολόκληρη ζωή.
Τον είχε πάρει από τη γιαγιά μου, την ημέρα που παντρεύτηκε.
«Δεν είναι για να στολίζεσαι», της είχε πει. «Είναι για να κρατιέσαι».
Και κρατήθηκε.
Όταν
ο πατέρας έλειπε μεροκάματα μακριά και τα βράδια απλώνονταν βαριά μέσα
στο σπίτι, η μάνα μου έπιανε τον σταυρό και τον σφίγγε μέσα στη χούφτα
της. Δεν μιλούσε. Μόνο κοίταζε το παράθυρο. Σαν να περίμενε να φανεί φως
από κάπου.
Όταν αρρώστησα παιδί,
θυμάμαι να κάθεται δίπλα στο κρεβάτι μου. Το ένα της χέρι στο μέτωπό
μου και το άλλο στον σταυρό. Ψιθύριζε κάτι που δεν άκουγα, μα το ένιωθα.
Σαν να περνούσε μέσα από εκείνον δύναμη και να έφτανε σε μένα.
Κι
όταν ήρθαν οι δύσκολες χρονιές, που δεν έφτανε το ψωμί και οι μέρες
έμοιαζαν όλες ίδιες, η μάνα μου δεν λύγισε. Έσκυβε, δούλευε, πάλευε. Και
κάθε τόσο, σαν να ήθελε να πάρει ανάσα, άγγιζε τον σταυρό της.
Δεν ήταν πίστη μόνο. Ήταν συνήθεια, παρηγοριά, δύναμη. Ήταν ο τρόπος της να λέει «αντέχω».
Άγιος Παΐσιος: Το «δόξα σοι ο Θεός» να μη λείπει ποτέ από τα χείλη σας
– Γέροντα, αισθάνομαι την ανάγκη να λέω περισσότερο το «δόξα σοι ο Θεός» παρά το «Κύριε ελέησον». Μήπως δεν είναι σωστό;
– Καλό είναι αυτό, ευλογημένη. Εγώ μπορεί να περάσω ολόκληρη μέρα κάνοντας εργόχειρο και λέγοντας «Δόξα σοι ο Θεός. Δόξα σοι ο Θεός, γιατί ζω. Δόξα σοι ο Θεός, γιατί θα πεθάνω και θα πάω κοντά στον Θεό.
Δόξα σοι Θεός, ακόμη και αν με βάλη στην κόλαση και πάρη έναν κολασμένο στον Παράδεισο. Και εάν θέλη να μη με θυμάται στην κόλαση και λυπάται, ας πάρη πολλούς κολασμένους στον Παράδεισο, ώστε η χαρά Του γι’ αυτούς να είναι περισσότερη και να λιγοστέψη η στενοχώρια Του για μένα».
Το «δόξα σοι ο Θεός» να μη λείπη ποτέ από τα χείλη σας. Εγώ, όταν πονάω, το «δόξα σοι ο Θεός» έχω για χάπι του πόνου∙ τίποτε άλλο δεν με πιάνει. Το «δόξα σοι ο Θεός» είναι ανώτερο και από το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Έλεγε ο Παπα- Τύχων: «Το “ Κύριε ελέησον” έχει εκατό δραχμές, το “δόξα σοι ο Θεός” έχει χίλιες δραχμές∙ είναι δηλαδή πολύ πιο ακριβό».
Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης: “Πες στον εαυτό σου “Στώμεν καλώς”, στάσου ακλόνητος”
Όταν, αγαπητέ μου, η χριστιανική σου ζωή αρχίζει να γίνεται δύσκολη και να σου φαίνεται ασήκωτος σταυρός, εκεί στάσου ακλόνητος, γίνε μάρτυρας.
Πες στον εαυτό σου “Στώμεν καλώς”, στάσου ακλόνητος.
Πες, όπως ο προφήτης, “ιδού εγώ, Κύριε, στέκομαι εδώ να εκτελέσω το θέλημα σου”, ή όπως η Παναγία, “ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτο μοι κατά το ρήμα σου”.
Εάν επιμείνεις, μετά από την καταιγίδα θα έρθει η γαλήνη, θα ξαναγίνει γιορτινή η ζωή σου. Θα έχεις επιπλέον και την πείρα του πνευματικού αγώνος, θα έχεις εμπειρία.
Έτσι κάνουμε οι άνθρωποι…
Φυλάξαμε για τους ανθρώπους που μας αγαπούνε τα μούτρα μας και σκορπίσαμε χαμογέλα σε εκείνους που δεν ξέρουν καν το όνομα μας.
Φυλάξαμε για το σπίτι τις φωνές και δώσαμε γλυκόλογα στον κάθε έναν ξένο.
Έτσι κάνουμε οι άνθρωποι…
Νοιαζόμαστε πιο πολύ για την εικόνα μας, παρά για την καρδιά των ανθρώπων δίπλα μας.
Νοιαζόμαστε
πιο πολύ για τις γνώμες του άσχετου του κόσμου, παρά για το πόσο
δακρύζουν τα μάτια εκείνων με τους οποίους πορευόμαστε μαζί.
Η κένωση του Θεού
Οι Έλληνες πατέρες χρησιμοποίησαν τον όρο «Κένωσις»
μόνο σε σχέση με την ενσάρκωση του Ιησού·
Οἱ Ἅγιοι ἐννέα Μάρτυρες ἐν Κυζίκῳ

Οἱ Ἅγιοι ἐννέα Μάρτυρες τῆς Κυζίκου, ὁ Ἀντίπατρος, Ἀρτεμᾶς, ὁ Θαυμάσιος, ὁ Θεόγνις, ὁ Θεόδουλος, ὁ Θεόστιχος, ὁ Μάγνος, ὁ Ροῦφος καὶ ὁ Φιλήμονας κατάγονταν ἀπὸ διάφορους τόπους.
Συνελήφθησαν ὅμως ὅλοι μαζὶ στὴν Κύζικο τὴν περίοδο τῶν διωγμῶν. Ὅταν ὁδηγήθηκαν μπροστὰ στὸν τοπικὸ ἄρχοντα ἐπέδειξαν θαυμαστὴ γενναιότητα καὶ ὑπερασπίσθηκαν μὲ παρρησία καὶ θάρρος τὴν πίστη τους.
Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ καὶ γιὰ νὰ καμφθεῖ τὸ σθένος τους, ρίχθηκαν στὴ φυλακή. Ἐκεῖ χωρὶς νερὸ καὶ τροφὴ προσεύχονταν καὶ δοξολογοῦσαν τὸν Κύριό τους, ὁ Ὁποῖος τοὺς ἀξίωσε νὰ ὑποφέρουν γιὰ Ἐκεῖνον καὶ ὁ ἕνας ἔδινε θάρρος στὸν ἄλλον.
Ὅταν ὁ ἄρχοντας τοὺς ρώτησε γιὰ τελευταία φορὰ ἐὰν ἐπιμένουν νὰ πιστεύουν στὸν Χριστό, ὅλοι μὲ ἕνα στόμα καὶ μία καρδιὰ τοῦ ἀπάντησαν ὅτι προτιμοῦν τὸ μαρτύριο ἀπὸ τὸ νὰ ἀρνηθοῦν τὸν Πλάστη καὶ Δημιουργὸ καὶ Σωτῆρα τοῦ κόσμου.
Ἔξαλλος ἀπὸ ὀργὴ ὁ ἄρχοντας διέταξε ἀμέσως τὸν ἀποκεφαλισμό τους. Ἔτσι τελειώθηκε ὁ βίος τους καὶ οἱ Ἅγιοι ἔλαβαν τὸν ἀμαράντινο στέφανο τῆς δόξας.




