Ευτυχισμένοι είναι εκείνοι
που βλέπουν την ομορφιά σε απλά πράγματα,
Ένας παλιός γνωστός του Οσίου Παϊσίου από το Σινά, ο π. Δαμιανός, έγινε το 1973 Αρχιεπίσκοπος Σινά. Για πολύ καιρό παρακαλούσε τον Γέροντα Παΐσιο να τον επισκεφθεί.
Έτσι, μετά το Πάσχα του 1982, ο Όσιος Παΐσιος, συνοδευόμενος από έναν γνωστό του, ξεκίνησε για το Σινά. Πριν όμως συνεχίσουν το ταξίδι τους, αποφάσισαν να προσκυνήσουν τα Ιερά Προσκυνήματα των Ιεροσολύμων και των Αγίων Τόπων.
Σε κάθε ένα από τα πολλά προσκυνήματα των Ιεροσολύμων ο Όσιος αισθανόταν έντονα την παρουσία του Χριστού. Και από τα χείλη του έβγαινε συχνά ένας ψίθυρος:
«Εδώ πάτησαν τα πόδια του ίδιου του Χριστού!..»
Καθώς περπατούσε στην οδό του Μαρτυρίου, είπε:
«Ακόμη κι αν ο άνθρωπος δεν γνωρίζει τι δρόμος είναι αυτός, καθώς περπατάει πάνω του αισθάνεται μια αλλαγή· τον καταλαμβάνει ένας ιερός φόβος και δέος».
Αργότερα, ένας μοναχός τον ρώτησε αν είχε δει ο Γέροντας στα Ιεροσόλυμα το Άγιο Φως. Και ο Όσιος απάντησε:
«Εκεί όλα είναι μέσα στο Άγιο Φως. Το Άγιο Φως είναι παντού, όπου κι αν πας».
Σε ορισμένα από τα Ιερά Προσκυνήματα τον συνόδευαν δύο Ιεροδιάκονοι του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων. Ήταν πρόθυμοι να τον ξεναγήσουν και να του διηγηθούν όλα όσα γνώριζαν.
Ο Γέροντας όμως, όταν προσκυνούσε τους Αγίους Τόπους, προτιμούσε να μην αποσπάται η προσοχή του από τίποτε. Κάποτε, όταν επέμεναν να του εξηγούν διάφορα πράγματα, τους είπε:
«Μην μου λέτε, σας παρακαλώ, τίποτε. Τα γεγονότα του Ευαγγελίου είναι γνωστά· τα διαβάζουμε στην Αγία Γραφή. Σε αυτούς τους Αγίους Τόπους δεν χρειάζονται ξεναγήσεις, αλλά λίγη σιωπή και λίγος χρόνος, για να θυμηθούμε τα θεία γεγονότα που συνέβησαν εδώ και να τα ζήσουμε».
Όταν ο Όσιος προσκύνησε τον τόπο της Θείας Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στο Όρος Θαβώρ, όπως ο ίδιος είχε πει, «του συνέβη ένα γεγονός».
Ο Γέροντας Βησσαρίωνας ο Αγαθωνίτης ταξίδευε για τη Χαλκίδα. Το λεωφορείο σταμάτησε για αρκετή ώρα στη διασταύρωση προς Θήβα.
Εκεί έφτασε μια αστυνομική κλούβα, από την οποία οι αστυνομικοί κατέβασαν τρεις κρατουμένους, των οποίων τα χέρια ήταν δεμένα με χειροπέδες.
Ένας αστυνομικός ανέβηκε στο λεωφορείο από την πίσω πόρτα και παρεκάλεσε τους επιβάτες των πίσω θέσεων να πάνε μπροστά.
Ήθελε στις πίσω θέσεις να βάλει τους κρατουμένους για να τους ελέγχει.
Όλοι σηκώθηκαν εκτός από έναν, τον πατέρα Βησσαρίωνα.
-" Σήκω και συ παππούλη, δεν άκουσες τι είπα;" του είπε ο αστυνομικός.
-" Εγώ παιδί μου θέλω να καθήσω εδώ, δεν θέλω να σηκωθώ".
-" Μα πάτερ μου, πρέπει να σηκωθείς. Υπάρχει λόγος".
-" Σε παρακαλώ παιδί μου, μη με ταλαιπωρείς".
Ο αστυνομικός τον σεβάστηκε και δεν επέμεινε άλλο.
Ανέβασε τους κρατουμένους στο λεωφορείο και ο ένας από αυτούς κάθησε δίπλα στον Γέροντα.
Είδε ο Γέροντας τις χειροπέδες και ρώτησε τον κρατούμενο:
-" Τι κάνατε; Γιατί σας έχουν δεμένους;
-" Σκοτώσαμε έναν άνθρωπο, πάτερ, και μας πηγαίνουν στις φυλακές της Χαλκίδας".

ΜΗΝΥΜΑ
ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΩΤΑΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
κ.κ. ΙΕΡΩΝΥΜΟΥ Β΄
Μέ τήν εὐκαιρία τῆς ἐνάρξεως τοῦ νέου κατηχητικοῦ ἔτους 2026-2027
Ἀγαπητά μου παιδιά, Ἀγαπητοί γονεῖς,
Σέ μία ἐποχή ραγδαίων ταχυτήτων, διαρκῶν ἀλλαγῶν καί πολλῶν πληροφοριῶν, παρατηροῦμε συχνά τούς ἀνθρώπους καί ἰδιαίτερα τούς νέους ἀνθρώπους νά αἰσθάνονται μόνοι μέσα σέ ἕναν ἄκρως συνδεδεμένο, ἀλλά παράλληλα ἄδειο καί ἀπρόσωπο κόσμο.
Ἡ καθημερινότητα κατακλύζεται ἀπό θόρυβο, ἄγχος καί ψηφιακές εἰκόνες, στερῶντας ἀπό τήν καρδιά τήν ἡρεμία καί τήν ζεστή διαπροσωπική ἐπαφή.
Ὡς Πνευματικός Πατέρας, βλέπω τήν δίψα τῶν παιδιῶν μας γιά καθαρό ἀέρα, γιά ἕνα σταθερό καταφύγιο ὅπου μποροῦν νά ἀναπνεύσουν ἐλεύθερα, νά ἐκφράσουν τούς προβληματισμούς τους χωρίς φόβο καί νά ἀνακαλύψουν ποιός εἶναι ὁ πραγματικός προορισμός τῆς ζωῆς τους.
Ἡ Ἐκκλησία μας δέν προσφέρει ἁπλῶς θεωρητικές γνώσεις ἤ στείρους κανόνες. Προσφέρει καί προβάλλει ἕνα Πρόσωπο: τόν Ἴδιο τόν Χριστό, πού εἶναι «τό Φῶς τοῦ κόσμου» καί ἡ πηγή τῆς ἀληθινῆς εἰρήνης.
Σέ κάθε Ἐνορία τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν, πού εἶναι μία μεγάλη οἰκογένεια, ἑτοιμάζουμε καί φέτος ἕναν χῶρο ζεστό καί φιλόξενο γιά κάθε παιδί καί νέο.
"Δεν μπορούμε να λέμε "έχω να μαγειρέψω, είμαι πτώμα, έχω πυρετό, έχω το διδακτορικό, έχω εξεταστική, έχω ταξίδι, έχω έχω έχω...κοιμήθηκα πολύ αργά και δεν μπορώ να σηκωθώ...είτε έχω εκείνο, είτε αυτό" να μην εκκλησιάζομαι...και
Αν πάθαινε κάτι ο γονιός σου ή το παιδί σου θα έμενες άυπνος μέρες ολόκληρες για να είσαι κοντά του στο νοσοκομείο ναι η όχι;...
Τι είχε πει ο Άγιος Γέροντας Παΐσιος ο Αγιορείτης χρόνια πριν από την πτώση του κομμουνισμού και τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης
Για την πτώση του κομμουνισμού στη Ρωσία και στις άλλες σοσιαλιστικές χώρες, ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης είχε μιλήσει αρκετά χρόνια πριν από τα γεγονότα που ακολούθησαν.
Το 1979 είπε: «Ο κομμουνισμός θα πέσει. Η Σοβιετική Ένωση θα διαλυθεί σε πολλά μικρά κράτη.
Στην Αλβανία θα ανοίξουν οι εκκλησίες και θα γνωρίσει άνθηση η Ορθοδοξία».
Ο Όσιος επανέλαβε αυτές τις προφητικές ρήσεις αρκετές φορές. Το 1988, σε συνομιλία του με προσκυνητές, είπε:
«Στην Παλαιά Διαθήκη αναφέρεται ότι, εξαιτίας των αμαρτιών του λαού, ο Θεός επέτρεψε να παραμείνουν τρεις γενεές στη βαβυλώνια αιχμαλωσία και έπειτα φρόντισε να ελευθερωθούν. Κάθε γενεά είναι είκοσι πέντε χρόνια. Τρεις φορές το είκοσι πέντε πόσο κάνει; Εβδομήντα πέντε. Το 1917 έγινε η επανάσταση στη Ρωσία. Και δεκαεπτά συν εβδομήντα πέντε πόσο κάνει; Ενενήντα δύο».

Ἦταν μοναχοκόρη καὶ πολὺ πλούσια. Ὃ πατέρας της Παφνούτιος ἦταν ὁ πλουσιότερος τῆς Ἀλεξάνδρειας καὶ μαζὶ μὲ τὴν σύζυγό του διακρίνονταν γιὰ τὴν θερμὴ πίστη τους στὸν Θεό.
Δώδεκα χρονῶν ἡ Εὐφροσύνη ἔμεινε ὀρφανὴ ἀπὸ μητέρα, καὶ ὁ πατέρας της ἀφοσιώθηκε ἀκόμα πιὸ φιλόστοργα στὴν ἐπιμέλεια τῆς κόρης του. Ὅταν ἡ Εὐφροσύνη ἔφθασε στὸ 18ο ἔτος τῆς ἡλικίας της, ὁ πατέρας της θέλησε νὰ τὴν παντρέψει μὲ ἕναν νέο ὑψηλῆς κοινωνικῆς τάξης.
Ὅμως τὴν ψυχὴ τῆς Εὐφροσύνης εἶχε καταλάβει ὁ θεῖος ἔρωτας. Ὁ γάμος καὶ οἱ κοσμικότητες θὰ τῆς ἦταν ἐμπόδιο νὰ ἀφιερωθεῖ συστηματικὰ στὴν ἐλεημοσύνη καὶ στὴν ὑπηρεσία τοῦ πλησίον.
Γι’ αὐτὸ κάποια μέρα, ἀφοῦ διαμοίρασε τὰ ὑπάρχοντά της στοὺς φτωχούς, ἔφυγε κρυφὰ ἀπὸ τὸ σπίτι, καὶ μετὰ ἀπὸ πολλὲς περιπέτειες, κατέληξε μεταμφιεσμένη ἀνδρικὰ σὲ κοινόβιο ἀνδρικὸ μοναστῆρι.
Ἐκεῖ πῆρε τὸ ὄνομα Σμάραγδος καὶ ὅλοι οἱ μοναχοὶ θαύμαζαν τὸν πνευματικό της ἀγῶνα καὶ τὴ διακονία ποὺ πρόθυμα πρόσφερε σὲ ὅλους. Ἔζησε στὸ μοναστῆρι 38 χρόνια.
Στὸ τέλος τῆς ζωῆς της συναντήθηκε καὶ μὲ τὸν πατέρα της, ὅταν καὶ αὐτὸς ἔγινε μοναχὸς στὸ ἴδιο μοναστῆρι.

π. Γεώργιος Σχοινάς
Εμείς όμως οι Χριστιανοί έχουμε παγκόσμια πρωτοτυπία και σε αυτό: πολλές φορές ντρεπόμαστε που είμαστε Χριστιανοί. Δεν θα κάνουμε το σταυρό μας γιατί είναι κι άλλοι άνθρωποι στο λεωφορείο, «μην τους προκαλέσουμε». Λες και όλα τα άλλα που κάνουμε δεν προκαλούν τίποτα, μόνο ο σταυρός θα προκαλέσει.
Ντρεπόμαστε να πούμε ότι νηστεύουμε γιατί φαίνεται αναχρονιστικό στο μυαλό μας. Και να μην πάμε παρακάτω, ντρεπόμαστε να πούμε ότι κρατάμε τις εντολές του Θεού ή, εν πάση περιπτώσει, προσπαθούμε να τις τηρούμε.
Ένας διάλογος για την αγάπη, την επικοινωνία και τον Παράδεισο
• Γέροντα, γιατί χαιρόμαστε όταν επικοινωνούμε;
Γιατί έτσι μας έπλασε ο Θεός. Η επικοινωνία δεν είναι απλώς μια ανάγκη του ανθρώπου. Είναι στοιχείο της υπάρξεώς του. Ο Θεός είναι αγάπη, είναι κοινωνία προσώπων.
Ο άνθρωπος, πλασμένος κατ’ εικόνα Θεού, κουβαλά μέσα του αυτή τη σφραγίδα. Να αγαπά, να κοινωνεί… να επικοινωνεί.
Γι’ αυτό υποφέρει όταν κλείνεται στον εαυτό του. Γι’ αυτό χαίρεται όταν βγαίνει από τον εαυτό του και συναντά τον άλλον.
• Δηλαδή η επικοινωνία είναι ζωή;
Η επικοινωνία είναι Παράδεισος. Όσο ο άνθρωπος επικοινωνούσε με τον Θεό, ζούσε τον Παράδεισο. Με την παρακοή διακόπηκε αυτή η επικοινωνία. Έφυγε από τον Θεό, έμεινε μόνος και μαζί με την επικοινωνία έχασε και τον Παράδεισο.
• Και τι έκανε ο Θεός;
Δεν εγκατέλειψε τον άνθρωπο. Ήρθε ο Ίδιος κοντά του, έγινε άνθρωπος και έδωσε την εντολή: «Αγαπάτε αλλήλους».
• Γιατί εντολή, γέροντα, και όχι μια απλή συμβουλή;
Γιατί είναι ο μοναδικός δρόμος. Όποιος αγαπά τον αδελφό του, βρίσκει τον Θεό. Όποιος ενώνεται με τον αδελφό του, ενώνεται και με τον Θεό. Η αγάπη δεν είναι μία καλή πράξη ανάμεσα σε πολλές άλλες. Είναι ο τρόπος υπάρξεως του ανθρώπου, είναι ο τρόπος για τον οποίο πλάστηκε, είναι ο δρόμος της σωτηρίας του. Γι’ αυτό ο Χριστός δεν παρακάλεσε, έδωσε εντολή και έτσι φανέρωσε τον τρόπο λειτουργίας του ανθρώπου, της ζωής του.
Λέγεται πως ο Φραγκίσκος της Ασίζης, σεβαστή μορφή της δυτικής χριστιανικής παράδοσης, συμβούλευε τους μοναχούς του πως, αν βρίσκονται σε έκσταση προσευχής και ένας πεινασμένος ζητιάνος χτυπήσει την πόρτα, πρέπει αμέσως να αφήσουν την έκστασή τους και να του ανοίξουν, γιατί ο Θεός άφησε την έκστασή τους και μπήκε σε αυτόν τον ζητιάνο.
Η βαθιά αυτή αλήθεια συναντά, με τον δικό της τρόπο, και την ορθόδοξη ασκητική παράδοση.
Ο Ιωάννης Κασσιανός διηγείται πως όταν επισκέφθηκε τους μοναχούς της Αιγύπτου, εκείνοι διέκοπταν πρόθυμα τον αυστηρό κανόνα της νηστείας τους για να τον φιλοξενήσουν.
Στην ερώτησή του γιατί το έκαναν αυτό, ένας γέροντας απάντησε με λόγια που θα μπορούσαν να συνοψιστούν έτσι: η άσκηση είναι δικό μου θέλημα, η φιλοξενία όμως και η αγάπη είναι εντολή του Θεού.
Θυμίζω εδώ και τον Άγιο Παΐσιο τον Αγιορείτη, ο οποίος ποθούσε διακαώς την εν ησυχία αδιάλειπτη προσευχή και είχε θεσπίσει ώρες που την προστάτευε με προσοχή.
Πρώτα να προσέξεις αυτή τη λέξη, παιδί μου: «πάντα». Όταν αλλάζουν τα πρόσωπα και η ιστορία τελειώνει κάθε φορά περίπου στο ίδιο σημείο, καλό είναι κάποτε να κοιτάξουμε και μέσα μας. Όχι για να κατηγορήσουμε τον εαυτό μας.
Αν κάποιος σε εξαπάτησε, σε εξευτέλισε ή σου φέρθηκε σκληρά, η ευθύνη είναι δική του. Άλλο όμως η ευθύνη για το κακό που σου έκανε και άλλο το ερώτημα γιατί εσύ αισθάνθηκες τόσο γρήγορα ότι αυτός ο άνθρωπος ήταν «ο δικός σου».
Η καρδιά έχει παράξενη μνήμη. Θυμάται και πράγματα που ο νους έχει ξεχάσει: έναν τρόπο, μια σιωπή, την αναμονή ενός χαδιού, εκείνη την αίσθηση ότι πρέπει να προσπαθήσεις λίγο περισσότερο για να σε προσέξουν.
Ένα παιδί μπορεί να αγαπήθηκε και συγχρόνως να έμαθε ότι για να πάρει τρυφερότητα πρέπει να είναι καλό, βολικό, να μη δυσκολεύει κανέναν, να καταλαβαίνει τους άλλους προτού μάθει τι συμβαίνει μέσα του.
Ύστερα μεγαλώνει και νομίζει ότι αυτά πέρασαν. Κάποτε όμως συναντά έναν άνθρωπο λίγο απόμακρο, που σήμερα πλησιάζει και αύριο χάνεται, και κάτι μέσα του αναστατώνεται. «Αυτός είναι», λέει. Μπορεί όμως να μην αναγνώρισε την αγάπη. Μπορεί να αναγνώρισε κάτι που του ήταν από παλιά γνώριμο.
Εδώ χρειάζεται διάκριση, γιατί δεν είναι κάθε μεγάλη ταραχή έρωτας και δεν είναι κάθε ηρεμία αδιαφορία. Μπορεί να λες «με συγκλονίζει», ενώ στην πραγματικότητα περιμένεις πάλι να συμβεί το παλιό θαύμα: αυτή τη φορά εκείνος που δεν δίνεται εύκολα θα δοθεί σε μένα. Αυτή τη φορά θα με διαλέξει. Και τότε δεν παλεύεις μόνο για τον άνθρωπο που έχεις μπροστά σου. Παλεύεις χωρίς να το γνωρίζεις και για όλες εκείνες τις φορές που περίμενες να σε διαλέξουν.
Έρχεται κάποιος και μου λέει: «Πάτερ, αυτοί που με θέλουν πραγματικά δεν με συγκινούν. Με τραβούν πάντοτε οι δύσκολοι». Ε, κοίταξέ το χωρίς ντροπή. Μήπως έμαθες να ονομάζεις έρωτα την αγωνία; Μήπως χρειάζεσαι λίγο φόβο, λίγη αβεβαιότητα, λίγο κυνηγητό για να αισθανθείς ότι κάτι μεγάλο συμβαίνει;
Καμιά φορά ένας άνθρωπος που είναι απλώς εκεί μας φαίνεται «λίγος». Δεν μας αφήνει να περιμένουμε ένα μήνυμα μέχρι τα ξημερώματα, δεν μας δίνει σήμερα τα πάντα για να τα πάρει αύριο πίσω, δεν μας βάζει κάθε εβδομάδα να αποδείξουμε ότι αξίζουμε την παρουσία του. Και αυτή η ησυχία μπορεί να μας φαίνεται παράξενα άχρωμη, επειδή συνηθίσαμε να μετράμε την ένταση της αγάπης από την ένταση της αγωνίας.
Μη βιαστείς βέβαια να πεις ότι όποιος σου προσφέρει ασφάλεια είναι και ο άνθρωπός σου. Ο έρωτας δεν κατασκευάζεται με τη λογική. Αλλά να έχεις τον νου σου μήπως απορρίπτεις την ειρήνη επειδή δεν κάνει θόρυβο. Η ταραχή δεν είναι απόδειξη αγάπης, όπως η γαλήνη δεν είναι απόδειξη ότι ο έρωτας πέθανε.
Και κάτι ακόμη συμβαίνει συχνά. Βλέπουμε έναν δύσκολο, βασανισμένο άνθρωπο και λέμε: «Εγώ τον καταλαβαίνω. Κατά βάθος είναι καλός. Μαζί μου θα αλλάξει». Μπορεί πράγματι να είναι καλός και να έχει περάσει πολλά. Αλλά άλλο να συμπονάς έναν άνθρωπο και άλλο να αναλαμβάνεις να γίνεις ο σωτήρας του.
Σωτήρας είναι ένας, παιδί μου. Ο Χριστός.
Εσύ μπορείς να δώσεις το χέρι σου. Δεν μπορείς να περπατήσεις με τα πόδια του άλλου. Μπορείς να συγχωρήσεις, να συμπαρασταθείς, να προσευχηθείς. Δεν μπορείς όμως να μετανοήσεις αντί γι’ αυτόν. Και αν εκείνος αρνείται κάθε φορά να σηκωθεί, ο Θεός δεν σου ζητά να ξαπλώσεις κι εσύ στο χώμα για να αποδείξεις την αγάπη σου.
Το μπερδεύουμε αυτό πολλές φορές και πνευματικά. Ακούμε «αγαπάτε τους εχθρούς υμών» και νομίζουμε ότι πρέπει να επιτρέπουμε σε όποιον μας βλάπτει να επιστρέφει κάθε φορά στην ίδια θέση μέσα στη ζωή μας. Ο Χριστός όμως δεν είπε να ονομάζουμε το κακό καλό. Η συγχώρηση δεν σημαίνει ότι δίνω πάλι το κλειδί σε εκείνον που κάθε φορά μπαίνει και γκρεμίζει το σπίτι.
Μπορείς να συγχωρείς και από μακριά. Μπορείς να προσεύχεσαι για έναν άνθρωπο και συγχρόνως να γνωρίζεις ότι δεν πρέπει να ξαναζήσεις μαζί του. Μπορείς να μην επιθυμείς το κακό του και να κλείσεις μια πόρτα. Η χριστιανική αγάπη δεν καταργεί τη διάκριση· διαφορετικά θα κάναμε την καλοσύνη συνεργό του κακού.
"..εφόσον κι ο αρχηγός μας ανέβηκε στον Σταυρό, κι εμείς θ’ ανέβουμε.."
Ο Σταυρός δεν λείπει.
Γιατί; Γιατί εφόσον κι ο αρχηγός μας ανέβηκε
στον Σταυρό, κι εμείς θ’ ανέβουμε, να πούμε.
Αλλά απ’ τη μια πλευρά είναι γλυκύς και ελαφρός,
απ΄ την άλλη μεριά είναι πικρός και βαρύς.