Να βάλετε μια εικόνα της Παναγίας σε ένα πέρασμα
μέσα στο σπίτι, εκεί που περνάτε συχνά.
Και κάθε φορά που περνάτε από μπροστά Της, να Της λέτε
με απλότητα: "Την ευχή σου, Παναγία μου".
Να βάλετε μια εικόνα της Παναγίας σε ένα πέρασμα
μέσα στο σπίτι, εκεί που περνάτε συχνά.
Και κάθε φορά που περνάτε από μπροστά Της, να Της λέτε
με απλότητα: "Την ευχή σου, Παναγία μου".

του Πρεσβυτέρου Νικολάου Γονιδάκη
Το «θέατρον» του κόσμου ακούμε σήμερα, αγαπητοί μου αδελφοί, να αυτοαποκαλείται ο Απόστολος Παύλος, αναφερόμενος παράλληλα και στους υπόλοιπους Αγίους Αποστόλους, στο σημερινό μας Αποστολικό Ανάγνωσμα (Α΄ Κορ. δ΄ 9-16).
Τον ακούμε να ξεκινά παρομοιάζοντας τη ζωή τους με εκείνη των καταδικασμένων μονομάχων σε θάνατο, τους οποίους στο τέλος έριχναν στη ρωμαϊκή αρένα, προκειμένου να προσφέρουν θέαμα στους παρευρισκομένους, στους διψασμένους για αγριότητα θεατές. Εξ ου και η χαρακτηριστική έκφραση «θέατρον», που χρησιμοποιεί ο Απόστολος.
Με αυτόν τον τρόπο θέλει να μας παρουσιάσει την ωμή πραγματικότητα της ζωής των Αποστόλων. Κάποιοι από τους Κορινθίους είχαν παρεξηγήσει τον τίτλο «Χριστιανός».
Τον θεωρούσαν τίτλο τιμής και πίστευαν πως, ως χριστιανοί, θα έπρεπε να απολαμβάνουν την τιμή και την αναγνώριση του κόσμου. Στην πραγματικότητα, όμως, η πορεία τους θα έπρεπε να είναι, όπως και εκείνη των ίδιων των Αποστόλων, σταυρική.
Οι Απόστολοι ζούσαν έναν συνεχή διωγμό, αγωνίζονταν καθημερινά ακόμη και για την επιβίωσή τους, ενώ ο ίδιος ο Απόστολος Παύλος εργαζόταν ως σκηνοποιός, προκειμένου να εξασφαλίζει τα προς το ζην.
Έβλεπε, λοιπόν, πως η κατάσταση άρχιζε να ξεφεύγει και κάποιοι αναζητούσαν πλέον τη δόξα του κόσμου παρά την δόξα του Θεού.
Έτσι, ας μας επιτραπεί η έκφραση, ειρωνικά τους λέει: «Ἡμεῖς μωροὶ διὰ Χριστόν, ὑμεῖς δὲ φρόνιμοι ἐν Χριστῷ».
Δηλαδή, εμείς, που για χάρη του Χριστού αγωνιζόμαστε, διωκόμαστε, κακοπαθούμε και βασανιζόμαστε, είμαστε οι ανόητοι, ενώ εσείς, που απολαμβάνετε την τιμή, την άνεση και την αναγνώριση, από τις θέσεις τις ανώτατες Εκκλησιαστικά, που λάβατε από τους ίδιους τους Αποστόλους, θεωρείτε τον εαυτό σας σοφό.

Οἱ Ἅγιοι Λαυρέντιος ὁ ἀρχιδιάκονος, Ξυστὸς πάπας τῆς Ρώμης καὶ Ἰππόλυτος, μαρτύρησαν τὸ 53 μ.Χ.
Ὅταν ἔγινε ὁ διωγμὸς κατὰ τῶν χριστιανῶν, ὁ πάπας τῆς Ρώμης Ξυστός, ὁμολόγησε πρῶτος τὴν πίστη του στὸν Κύριο, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ θανατωθεῖ μὲ ἀποκεφαλισμό.
Κατόπιν συνέλαβαν τὸν Ἅγιο Λαυρέντιο, ὁ ὁποῖος ἔχριζε διαχειριστὴς τῆς Ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας. Τοῦ ζητήθηκε νὰ παραδώσει τοὺς θησαυροὺς τῆς Ἐκκλησίας.
Ὁ Λαυρέντιος τότε, τοὺς παρουσίασε τοὺς φτωχούς, τὰ ὀρφανὰ καὶ ὅσους εἶχαν ἀνάγκη τὴν συνδρομὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοὺς εἶπε ὅτι αὐτοὶ ἦταν οἱ θησαυροί της.
Γιὰ
αὐτὸ τὸ τόλμημά του, οἱ εἰδωλολάτρες τὸν βασάνισαν, ψήνοντάς τον
ζωντανό.
Τὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου Λαυρεντίου τὸ παρέλαβε ὁ Ἅγιος Ἰππόλυτος.
Μόλις ὅμως μαθεύτηκε αὐτή του ἡ πράξη, ἡ ἡγεμόνας διέταξε τὸν βασανισμό του. Ἔτσι μαρτύρησε καὶ ὁ Ἅγιος Ἰππόλυτος.
Ἀπολυτίκιο. Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Τῷ
θείῳ Πνεύματι, καταυγαζόμενος, ὡς ἄνθραξ ἔφλεξας, πλάνης τὴν ἄκανθαν,
Ἀρχιδιάκονε Χριστοῦ, Λαυρέντιε Ἀθλοφόρε· ὅθεν ὡς θυμίαμα, λογικὸν
ὡλοκαύτωσαι, τῷ σὲ μεγαλύναντι, τῷ πυρὶ τελειούμενος· διό τοὺς σὲ
τιμῶντας θεόφρον, σκέπε ἐκ πάσης ἐπηρείας.
Η Θεοτόκος δεν αμάρτησε ποτέ, ούτε καν με το λογισμό και δεν έχασε ποτέ τη Χάρη, αλλά και Αυτή είχε μεγάλες θλίψεις. Όταν στεκόταν δίπλα στο Σταυρό, τότε ήταν η θλίψη Της απέραντη σαν τον ωκεανό και οι πόνοι της ψυχής Της ήταν ασύγκριτα μεγαλύτεροι, από τον πόνο του Αδάμ μετά την έξωση από τον Παράδεισο, γιατί και η αγάπη Της ήταν ασύγκριτα μεγαλύτερη, από την αγάπη του Αδάμ στον Παράδεισο.
Και αν επέζησε, επέζησε μόνο με τη Θεία δύναμη, με την ενίσχυση του Κυρίου, γιατί το θέλημά Του ήταν να δει η Θεοτόκος την Ανάσταση και ύστερα, μετά την Ανάληψή Του, να παραμείνει παρηγοριά και χαρά των Αποστόλων και του νέου Χριστιανικού λαού.
Εμείς δεν φτάνουμε στο πλήρωμα της αγάπης της Θεοτόκου και γι’ αυτό δεν μπορούμε να εννοήσουμε πλήρως το βάθος της θλίψεώς Της. Η αγάπη Της ήταν τέλεια. Αγαπούσε άπειρα τον Θεό και Υιό Της αλλά αγαπούσε και το λαό με μεγάλη αγάπη.
Και τί αισθανόταν άραγε,
όταν εκείνοι, που τόσο πολύ η ίδια αγαπούσε και που τόσο πολύ ποθούσε τη
σωτηρία τους, σταύρωναν τον αγαπημένο της Υιό; Αυτό δεν μπορούμε να το
συλλάβουμε, γιατί η αγάπη μας για τον Θεό και τους ανθρώπους είναι λίγη.
Κι όπως η αγάπη της Παναγίας υπήρξε απέραντη και ακατάληπτη, έτσι
απέραντος ήταν και ο πόνος της, που παραμένει ακατάληπτος για εμάς.
Όσιος Σωφρόνιος του Έσσεξ
Κάθε Αύγουστο, λίγο πριν από τον Δεκαπενταύγουστο, άνοιγε το ίδιο συρτάρι. Έβγαζε ένα λευκό χαρτί, καθόταν μόνη της στο τραπέζι και έγραφε στην κορυφή:
«Παναγία μου…»
Και μετά άρχιζε να γράφει.
Όσα δεν μπορούσε να πει στους ανθρώπους.
Όσα φοβόταν να παραδεχτεί.
Όσα την πονούσαν βαθιά.
Έγραφε για το παιδί που είχε φύγει μακριά.
Για εκείνον που περίμενε και δεν γύρισε.
Για μια αρρώστια που δεν τολμούσε να ονομάσει.
Για μια προσευχή που χρόνια τώρα έμοιαζε να μην έχει απάντηση.
Και κάποιες φορές σταματούσε.
Όχι επειδή δεν είχε άλλα να γράψει.
Αλλά επειδή τα δάκρυα είχαν αρχίσει να πέφτουν πάνω στο χαρτί.
Οι λέξεις θόλωναν. Το μελάνι άνοιγε. Κάποιες προτάσεις δεν διαβάζονταν πια. Μουτζούρες από δάκρυα. Κανείς δεν τις είδε ποτέ. Μόνο Εκείνη. Η Παναγία.
Εκείνη ήξερε τι κρυβόταν πίσω από κάθε μουτζούρα.
Ήξερε ποια λέξη είχε σβήσει το δάκρυ.
Ήξερε ποιο όνομα είχε γραφτεί και μετά διαγραφεί.
Ήξερε ακόμη κι εκείνα που δεν πρόλαβε ποτέ να γράψει.
Κάθε χρόνο δίπλωνε το γράμμα και το έκλεινε σε έναν φάκελο.
Δεν το έστειλε ποτέ.
Τήν ἠμῶν σωτηρίαν· ὡς ἠθέλησας Σῶτερ, οἰκονομήσασθαι· ἐν μήτρα τῆς Παρθένου· κατώκησας τῷ κόσμω· ἤν προστάτιν ἀνέδειξας· Ὁ τῶν Πατέρων ἠμῶν Θεός, εὐλογητός εἰ. ( ζ' ωδή , μικρά παράκλησις).
Με ρώτησε παλαιότερα κάποιος: “Γιατί τιμάμε τόσο πολύ την Υπεραγία Θεοτόκο; Γιατί την τιμάμε περισσότερο από όλους τους Αγίους, αλλά και από τους Αγγέλους και τους Αρχαγγέλους;”. Του απάντησα, ότι ούτε οι Άγγελοι, ούτε οι Αρχάγγελοι, ούτε τα Χερουβείμ, ούτε τα Σεραφείμ, είχαν τόσο στενή και ουσιαστική συμμετοχή στο έργο της σωτηρίας μας, όσο η Μητέρα του Θεού.
Το έργο της σωτηρίας μας ονομάζεται “ένσαρκος οικονομία”. Έπρεπε ο Υιός και Λόγος του Θεού, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, να προσλάβει την ανθρώπινη φύση. Χωρίς αυτήν την “πρόσληψη”, δεν θα μπορούσε να οικοδομηθεί η σωτηρίας μας. Ο Υιός και Λόγος του Θεού, έλαβε την ανθρώπινη φύση, από την Αειπάρθενη Μαρία, με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος.
Ἁγνὴ Παρθένε Δέσποινα, Ἄχραντε Θεοτόκε, Χαῖρε Νύμφη Ἀνύμφευτε.
Παρθένε Μήτηρ Ἄνασσα, Πανένδροσέ τε πόκε, Χαῖρε Νύμφη Ἀνύμφευτε.
Ὑψηλοτέρα οὐρανῶν, ἀκτίνων λαμπροτέρα, Χαῖρε Νύμφη Ἀνύμφευτε.
Χαρὰ Παρθενικῶν Χορῶν, Ἀγγέλων ὑπερτέρα, Χαῖρε Νύμφη Ἀνύμφευτε.
Ἐκλαμπροτέρα οὐρανῶν, φωτὸς καθαρωτέρα, Χαῖρε Νύμφη Ἀνύμφευτε.
Τῶν οὐρανίων στρατιῶν, πασῶν ἁγιωτέρα, Χαῖρε Νύμφη Ἀνύμφευτε.
Μαρία Ἀειπάρθενε, Κόσμου παντὸς Κυρία, Χαῖρε Νύμφη Ἀνύμφευτε.
Ἄχραντε Νύμφη πάναγνε, Δέσποινα Παναγία, Χαῖρε Νύμφη Ἀνύμφευτε.
Μαρία Νύμφη Ἄνασσα, χαρᾶς ἡμῶν αἰτία, Χαῖρε Νύμφη Ἀνύμφευτε.
Κόρη σεμνὴ Βασίλισσα, Μήτηρ ὑπεραγία, Χαῖρε Νύμφη Ἀνύμφευτε.
Τιμιωτέρα Χερουβείμ, ὑπερενδοξοτέρα, Χαῖρε Νύμφη Ἀνύμφευτε.

Εὐλόγησον, Κύριε, τὸν καρπὸν τοῦτον τῆς ἀμπέλου τὸν νέον, ὃν
διὰ τῆς τοῦ ἀέρος εὐκρασίας, καὶ τῶν σταγόνων τῆς βροχῆς,
καὶ τῆς τῶν καιρῶν γαλήνης εἰς ταύτην τὴν ὡριμοτάτην στάσιν
ἐλθεῖν ηὐδόκησας, ἵνα ᾖ ἐν ἡμῖν τοῖς ἐξ αὐτοῦ τοῦ γεννήματος τῆς ἀμπέλου
μεταλαμβάνουσιν εἰς εὐφροσύνην, καὶ τοῖς προσενέγκασι δῶρον
«Κύριε, σπλαχνίσου τὸν γιό μου, γιατὶ εἶναι ἐπιληπτικὸς καὶ ὑποφέρει· πολλές φορές μάλιστα πέφτει στὴ φωτιά καὶ στὸ νερό. Τὸν ἔφερα στοὺς μαθητές σου, ἀλλὰ δὲν μπόρεσαν νὰ τὸν θεραπεύσουν».
Αμέσως μετά την Μεταμόρφωση, ο Κύριος και οι τρεις μαθητές, ο Πέτρος, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης, επιστρέφουν στον κόσμο, για να συμπορευτούν προς τις τελευταίες ημέρες του Χριστού, προς τον Γολγοθά, τον Σταυρό, την Ταφή και την Ανάσταση. Ένα περιστατικό όμως τους περιμένει. Ένας πατέρας φέρνει στον Χριστό τον επιληπτικό γιο του, για να τον θεραπεύσει. Τον έχει πάει στους υπόλοιπους μαθητές, οι οποίοι, καίτοι επικαλούνται το όνομα του Χριστού, εντούτοις δεν μπορούν να τον γιατρέψουν.
Είναι ένα μήνυμα αυτό και προς τους ανθρώπους που ελπίζουν στον Θεό, μολονότι δεν είναι η πίστη τους δυνατή, συχνά και προς εμάς του χριστιανούς, οι οποίοι θεωρούμε ότι επειδή πιστεύουμε, μπορούμε να κάνουμε θαύματα, να υπερβούμε τους φυσικούς νόμους επικαλούμενοι το όνομα του Χριστού. Το θέλημα του Θεού επιτρέπει τα θαύματα, όπως και η πίστη σ’ Εκείνον και όχι οι δικές μας επιθυμίες, που κάποτε καθιστούν την πίστη μαγεία.
«Πίστεψε και όλα σου τα προβλήματα θα λυθούν», αναφωνούμε και διαψευδόμαστε, προσπαθώντας στη συνέχεια να δικαιολογήσουμε τον Θεό ή τους εαυτούς μας. «Πίστεψε και θα έχεις δύναμη να διαχειριστείς τις δυσκολίες και τους σταυρούς της ζωής», θα ήταν το ορθότερο και το αυθεντικότερο. Και φαίνεται πως οι μαθητές δεν είχαν πίστη στον Θεό, αλλά ήθελαν να αξιοποιήσουν τη σχέση μαζί Του, για να δείξουν ότι είναι δυνατοί.

Πῶς ὁ Ματθίας κατατάχθηκε στὸ χορὸ τῶν δώδεκα Ἀποστόλων, τὸ γνωρίζουμε ἀπὸ τὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων.
Μετὰ τὴν προδοσία καὶ τὸν ἀπαγχονισμὸ τοῦ Ἰούδα καὶ μετὰ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, οἱ ἕντεκα μαθητὲς μὲ τὴν Παναγία βρίσκονταν στὸ ὑπερῷον.
Τότε ὁ Πέτρος πρότεινε νὰ ἐκλεγεῖ ἄλλος ἀντὶ τοῦ Ἰούδα, ἀπὸ τοὺς ἄνδρες ποὺ ἀκολουθοῦσαν ὑπηρετῶντας τὸν Χριστό. Ἡ πρόταση ἔγινε δεκτὴ καὶ τέθηκαν δύο ὑποψήφιοι: ὁ Ἰωσὴφ ὁ καλούμενος Βαρσαββᾶς καὶ ὁ Ματθίας.
Τότε ἔβαλαν κλῆρο, καὶ δίνοντας σὲ ὅλους ἐμᾶς παράδειγμα ἐναπόθεσης κάθε ἐκλογῆς μας στὸ Θεό, προσευχήθηκαν ὅλοι μαζὶ ὡς ἑξῆς:
«Σὺ
Κύριε, καρδιογνῶστα πάντων, ἀνάδειξαν ὂν ἐξελέξω ἐκ τούτων τῶν δύο
ἕναν, λαβεῖν τὸν κλῆρον τῆς διακονίας ταύτης καὶ ἀποστολῆς». Δηλαδή: «Σὺ
Κύριε, ποὺ γνωρίζεις τὶς καρδιὲς ὅλων, φανέρωσε καθαρὰ ἐκεῖνον ποὺ
ἐξέλεξες, ἕναν ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς δύο, γιὰ νὰ ἐπωμισθεῖ τὸ ἀξίωμα τῆς
ἀποστολικῆς διακονίας».
Στὴν
συνέχεια ὁ κλῆρος ἔπεσε στὸ Ματθία. Καὶ ἔτσι προστέθηκε στοὺς ἕντεκα
Ἀποστόλους.
Είναι
γεγονός. Η ζωή είναι γεμάτη από πόνο. Αιώνες τώρα ο άνθρωπος κουβαλά
τον πόνο μέσα του και γύρω του. Προσπαθεί να τον πλησιάσει και να τον
ρωτήσει τι θέλει και τι ζητά, διαλέγεται μαζί του και βγάζει τα αναγκαία
συμπεράσματά του.
Τι είναι ο
πόνος; Ο σωματικός πόνος φαίνεται ότι είναι προειδοποίηση. Πονεί το χέρι
μου, πονεί η καρδιά μου, πονεί το κεφάλι μου, πονώ. Πηγαίνει ο άνθρωπος
εις τον ιατρόν, του δίδει το φάρμακο δια να θεραπευθεί.
Είναι ο πόνος
προειδοποίηση δια να προλάβει ο άνθρωπος; Όχι πάντοτε, διότι υπάρχουν
και πόνοι που έρχονται μαζί με το θάνατο και τότε δεν είναι
προειδοποίηση ο πόνος.
Tί είναι
πόνος; Ο ψυχικός πόνος, πονώ για τη δυστυχία των άλλων και την ιδικήν
μου. Πονώ για την ασθένεια, την οικονομική δυσκολία, για τον θάνατο, τις
αδικίες, τους κατατρεγμούς, την φτώχεια, την ανέχεια, την ανεργία, τα
χρέη, τα δικαστήρια, την φυλακή, τους σεισμούς, τα ναρκωτικά.
Τι
είναι πόνος; Πονώ για το ηθικό κακό που βλέπω γύρω μου και μέσα μου,
την τηλεόραση, το ραδιόφωνο, τον ημερήσιο και περιοδικό τύπο και τόσα
άλλα που σκορπούν το ηθικό κακό. Πονώ τους νέους που χάνονται, τις
οικογένειες που διαλύονται, πονώ για την εξάπλωση της αμαρτίας.
ΑΕκλείποιεν αμαρτωλοί από της γής και άνομοι, ώστε μη υπάρχειν αυτούς»
(Ψαλ. 103, 35)
Πονώ για την
αμαρτία που κουβαλώ μέσα μου αιώνες, από τότε που είπε ο Θεός στον Αδάμ:
Εν λύπαις φαγή αυτήν (την γήν) πάσας τας ημέρας της ζωής σου.
(Γεν.γ΄17). Με λύπες από αρρώστιες, θλίψεις, θανάτους, θεομηνίες,
στερήσεις, μέριμνες θα κερδίζεις την τροφήν σου από την γήν όλες τις
ημέρες της ζωής σου. Από τότε, ναι από τότε ο πόνος είναι διάχυτος,
είναι κάτι σαν υγρασία, διαποτίζει τα πάντα χωρίς να φαίνεται, δεν είναι
βροχή, δεν είναι ορμητικός άνεμος, είναι υγρασία, που μαραίνει και
αχρηστεύει τον άνθρωπο.
Αυτό ο άνθρωπος το αισθάνεται κατ’ ευθείαν, και ο
χειρότερος άνθρωπος, ο πιο αναίσθητος, ο πιο πορωμένος. Την ώρα που
αισθάνεται ότι ο πόνος τον κτυπά την καρδιά, τότε πονάει πολύ και τότε
αγνίζεται ως ένα σημείο και ο πλέον ανίερος των ανθρώπων.
Ναι,
ο άνθρωπος απορεί και προβληματίζεται μπροστά στον πόνο, πηγαίνει στα
νοσοκομεία, νεκροταφεία, φυλακές, γηροκομεία, σε σπίτια, και όμως
πουθενά δεν τελειώνει ο πόνος, πουθενά. Ο πόνος συνεχίζει το έργον του.
Και η απορία: Γιατί τόσος πόνος; Και όσο ο άνθρωπος προσπαθεί να λύσει
με το μυαλό του το μυστήριο του πόνου, τόσο φαίνεται καθαρότερα ότι
είναι μυστήριο όχι του ανθρώπου, όχι της λογικής του, αλλά μυστικό του
Θεού.
Ποίος θα μας μιλήσει για το
μυστικό αυτό; Ποίος θα μας λύσει τα τόσα γιατί; Θα μας απαντήσει ένα
επιτύμβιο ποίημα γραμμένο σε παιδικό τάφο - 8 ετών το παιδί που το
χάραξε ο πατέρας του: