Ο
Κύριος, λίγο πριν το Πάθος, υποσχέθηκε στους μαθητές Του και μέσω αυτών
σε όσους Τον αγάπησαν, την αναφαίρετη χαρά της Αναστάσεως· «πάλιν δε
όψομαι υμάς και χαρήσεται υμών η καρδία, και την χαράν υμών ουδείς αίρει
αφ’ υμών»[1].
Ενώ βάδιζε προς το απερινόητο Πάθος, τους χλευασμούς και
την άκρα ταπείνωση, υποσχέθηκε ότι η χαρά της Αναστάσεως μπορεί να γίνει
μόνιμη στις ψυχές όσων ανήκουν σε Αυτόν.
Τη χαρά αυτή της Αναστάσεως,
που έφλεγε τις καρδιές των Αποστόλων τις σαράντα ημέρες πριν την
Ανάληψη, όταν ο Κύριος «ην οπτανόμενος αυτοίς»[2], θα τη μεταδίδει έως
συντελείας του αιώνος στους πιστούς που Τον ακολουθούν αίροντες τον
σταυρό τους.
Ο λόγος του Κυρίου,
«πάλιν όψομαι υμάς και χαρήσεται υμών η καρδία», έχει παράδοξο
χαρακτήρα. Ο ψυχικός άνθρωπος, που χαίρεται με τη φυσική παρουσία του
αγαπώμενου, θα ανέμενε να ακούσει: «Πάλι θα με δείτε και θα χαρεί η
καρδιά σας».
Ο Χριστός θέτει τα πάντα επί άλλης βάσεως, λέγοντας, «πάλιν
όψομαι υμάς». Σημασία δεν έχει αν ο άνθρωπος βλέπει τον Κύριο η όχι,
αλλά αν ο Κύριος επιβλέπει σε αυτόν «ιλέω όμματί Του». Ο φυσικός ήλιος,
το μάτι του ορατού κόσμου, λάμπει ακατάπαυστα και ζωοποιεί την κτίση.
Είτε ο άνθρωπος αντικρίζει το φως του είτε όχι, δέχεται τις ευεργετικές
επιδράσεις του. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τον άδυτο Ήλιο της
Δικαιοσύνης, το ανέσπερο Φως, τον Παντοκράτορα Ιησού. Οι πληγές του
Πάθους και της θυσίας Του αποβαίνουν πηγές αενάου Φωτός. Οι οφθαλμοί Του
εκχέουν Φως, που φωτίζει όλο τον πνευματικό κόσμο.
Στην
παρούσα ζωή, ακόμη και όταν τα μάτια της ψυχής αδυνατούν να ατενίσουν
τον Ήλιο της Δικαιοσύνης, οι ακτίνες του Φωτός Του φθάνουν ευεργετικά
στον πιστό. Είτε ο άνθρωπος περισκέπεται από τη νεφέλη της πίστεως είτε
βρίσκεται υπό τη σκιά της ελπίδας, η ενέργεια του ανεσπέρου Φωτός της
Αναστάσεως επιδρά πάνω του, φθάνει να ελκύσει τον Κύριο να επιβλέψει σε
αυτόν, όχι απλώς ως ο Παντεπόπτης Θεός που ενορά τη δημιουργία Του, αλλά
με τον ιδιαίτερο, αγαπητικό τρόπο που επέβλεψε στους ταραγμένους
μαθητές Του και στις περίλυπες Μυροφόρες.
Οι λόγοι Του επαγγέλλονται
κάτι παραπάνω από το δημιουργικό Του βλέμμα. Επαγγέλλονται τη σωτηριώδη
και φωτιστική επίβλεψη, που φλέγει τις καρδιές και φωτίζει τον νού, και
που ως εκ τούτου, επιφέρει χαρά αναφαίρετη. Τα φυσικά μάτια, αν δεν έχει
ενισχυθεί η ανθρώπινη φύση από το Πνεύμα το Άγιο, αδυνατούν να
αντικρίσουν το Φως του νοητού Ηλίου, όπως φαίνεται στην περίπτωση των
τριών προκρίτων Αποστόλων που έπεσαν πρηνείς κατά γης στο Θαβώρ, η στην
περίπτωση του αποστόλου Παύλου, που όταν «περιήστραψεν αυτόν φως από του
ουρανού» στην οδό προς Δαμασκό τυφλώθηκε «προς καιρόν»[3].
Η
δωρεά της Πεντηκοστής είναι αυτή που ενισχύει την ανθρώπινη φύση, ώστε
να καταστεί ικανή να προσομιλήσει στον Κύριο πρόσωπο προς Πρόσωπο, χωρίς
να διαλυθεί η υπόστασή της. Ο Θεός κανένα δεν αποκλείει. Αντιθέτως
πάντα αναζητά την καρδιά του ανθρώπου. Ωστόσο, θέτει όρους, για να
επιβλέψει στον άνθρωπο με τον τρυφερό τρόπο που επέβλεψε στις Μυροφόρες.
Στον προφήτη Ησαία λέει: «Επί τίνα επιβλέψω, αλλ’ η επί τον ταπεινόν
και ησύχιον και τρέμοντα τους λόγους μου»[4].
Η προϋπόθεση επομένως, για
να αξιωθεί ο πιστός να κατευθύνει προς αυτόν ο Κύριος το γαλήνιο βλέμμα
Του και να του μεταδώσει την ειρήνη Του και την αναφαίρετη αγαλλίαση
της Αναστάσεως, είναι να μάθει από το υπόδειγμά Του πραότητα και
ταπείνωση, να τρέμει, να φοβάται και να αγαπά τον λόγο Του.
Πράος
και ταπεινός είναι ο άνθρωπος που είτε ζει είτε πεθαίνει, μένει
εδραιωμένος στην πίστη ότι ανήκει στον Θεό και αυτό που φοβάται είναι να
μην παρεκκλίνει από τα προστάγματά Του. Ακολουθώντας στα αχνάρια Αυτού
που είπε, «μάθετε απ’ εμού, ότι πράός ειμι και ταπεινός τη καρδία»[5],
έχει ήδη νικήσει τον θάνατο μέσα του. Σε αυτόν επιβλέπει ο Κύριος μέρα
και νύχτα και το Φως της Αναστάσεως μένει αμάραντο και ολοένα
ανακαινούμενο στην καρδιά του.