Ευλογημένοι αυτοί που βλέπουν όμορφα πράγματα
σε μέρη όπου οι άλλοι άνθρωποι δεν βλέπουν τίποτα. "
Ευλογημένοι αυτοί που βλέπουν όμορφα πράγματα
σε μέρη όπου οι άλλοι άνθρωποι δεν βλέπουν τίποτα. "
Δεν είναι τυχαίο πάντως, στην ψυχολογικοποιημένη εποχή μας, αλλά και στον κόσμο που έχει ως όραμα την επιτυχία μεταφραζόμενη σε χρήμα και καταξίωση, να υπάρχει αδιαφορία για τη χαρά της μάθησης. Οι Πανελλαδικές είναι η ολοκλήρωση ενός μεγάλου ταξιδιού στη γνώση και στην καλλιέργεια της ψυχής, το οποίο ο νέος μαθαίνει και ζει στο σχολείο.
Αν ο μαθητής δεν χαίρεται το βιβλίο, το διάβασμα, τις γνώσεις, τον κόσμο στον οποίο εισέρχεται, που είναι ένας κόσμος ανοίγματος του πνευματικού ορίζοντα, ένας κόσμος συνύπαρξης με δασκάλους που κατέχουν γνωστικά αντικείμενα και μαθαίνουν στο παιδί όχι μόνο ποσοτικούς τρόπους για την κατάκτηση της γνώσης, αλλά και ποιοτικούς, τότε οι Εξετάσεις μετατρέπονται σε πηγή άγχους. Αυτός που νιώθει τη χαρά, ξέρει ότι έκανε ένα ωραίο ταξίδι. Και δεν είναι θεωρία.
Είναι αλήθεια. Διότι όποιος ταξιδεύει στην μάθηση, καλλιεργεί τον εαυτό του, βρίσκει στις εξετάσεις μία ευκαιρία να δοκιμάσει τις γνώσεις του, όχι με γνώμονα το να αποδείξει τις ικανότητές του, αλλά να δει ο ίδιος με τον εαυτό του πού βρίσκεται, τι γνωρίζει, πώς μπορεί να ξεπεράσει δοκιμασίες, να αντέξει, αλλά και σε τι ο πνευματικός και μορφωτικός εξοπλισμός που έχει διαμορφώσει και αποκτήσει, μπορεί να τον βοηθήσει στην μετέπειτα πορεία της ζωής του.
«Δύο άνθρωποι μπορούν να κάθονται πολύ κοντά και όμως να τους χωρίζει μια ολόκληρη απόσταση ψυχής.
Και άλλοι δύο μπορούν να μένουν σιωπηλοί, μα οι καρδιές τους να συνομιλούν χωρίς ούτε μία λέξη.
Η αγάπη είναι η γλώσσα που δεν ακούγεται με τα αυτιά, αλλά γίνεται αισθητή μέσα στην ψυχή.
Όπου υπάρχει αληθινή αγάπη, υπάρχει ζεστασιά, ειρήνη και φως.
Ακόμη και η σιωπή γίνεται παρουσία, γίνεται παρηγοριά, γίνεται αγκαλιά.
Όπου όμως λείπει η αγάπη, οι άνθρωποι παγώνουν εσωτερικά.
Τα λόγια χάνουν το νόημά τους και οι ψυχές απομακρύνονται, όσο κοντά κι αν βρίσκονται.
Την Πεντηκοστή ξεχύθηκε η χάρις του Θεού όχι μόνο στους αποστόλους αλλά και σ’ όλο τον κόσμο που βρισκόταν γύρω τους. Επηρέασε πιστούς και απίστους.
Πώς το λένε οι Πράξεις; “Καὶ ἐν τῷ συμπληροῦσθαι τὴν ἡμέραν τῆς πεντηκοστῆς ἦσαν ἅπαντες ὁμοθυμαδὸν ἐπὶ τὸ αὐτό. Καὶ ἐγένετο ἄφνω ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἦχος ὥσπερ φερομένης πνοῆς βιαίας, καὶ ἐπλήρωσεν ὅλον τὸν οἶκον οὗ ἦσαν καθήμενοι· καὶ ὤφθησαν αὐτοῖς διαμεριζόμεναι γλῶσσαι ὡσεὶ πυρός, ἐκάθισέ τε ἐφ’ ἕνα ἕκαστον αὐτῶν, καὶ ἐπλήσθησαν ἅπαντες Πνεύματος ἁγίου, καὶ ἤρξαντο λαλεῖν ἑτέραις γλώσσαις καθὼς τὸ Πνεῦμα ἐδίδου αὐτοῖς ἀποφθέγγεσθαι. Ἦσαν δὲ ἐν Ἱερουσαλὴμ κατοικοῦντες Ἰουδαῖοι, ἄνδρες εὐλαβεῖς ἀπὸ παντὸς ἔθνους τῶν ὑπὸ τὸν οὐρανόν· γενομένης δὲ τῆς φωνῆς ταύτης συνῆλθε τὸ πλῆθος καὶ συνεχύθη, ὅτι ἤκουον εἷς ἕκαστος τῇ ἰδίᾳ διαλέκτῳ λαλούντων αὐτῶν.”
Ενώ ο Απόστολος Πέτρος μιλούσε τη δική του γλώσσα, η γλώσσα του μετεποιείτο εκείνη την ώρα στο νου των ακροατών. Με τρόπο μυστικό το Άγιον Πνεύμα τους έκανε να καταλαβαίνουν τα λόγια του στη γλώσσα τους, μυστικά, χωρίς να φαίνεται. Αυτά τα θαύματα γίνονται με την επενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Παραδείγματος χάριν, η λέξη «σπίτι» σ’ αυτόν που ήξερε γαλλικά θ’ ακουγόταν «la maison». Ήταν ένα είδος διοράσεως· άκουγαν την ίδια τους τη γλώσσα.
Ο ήχος χτυπούσε στο αυτί, αλλά εσωτερικά, με τη φώτιση του Θεού, τα λόγια ακούγονταν στη γλώσσα τους. Οι Πατέρες της Εκκλησίας αυτή την ερμηνεία της Πεντηκοστής δεν την αποκαλύπτουν πολύ φανερά, φοβούνται τη διαστρέβλωση. Το ίδιο συμβαίνει και με την Αποκάλυψη του Ιωάννου. Οι αμύητοι δεν μπορούν να καταλάβουν το νόημα του μυστηρίου του Θεού.
Ο Ιούνιος ο έκτος μήνας του χρόνου,
ο πρώτος του καλοκαιριού,
ο Φανιστής της Χίου,
ο Λαμπατάρης της Κέρκυρας,
ο Λαμπροφόρος της Κύπρου,
ο Αϊγιαννίτης της Κρήτης,
ο Αλιτροπιός της Λέσβου,
Πνευματικός Στοχασμός στον λόγο του Αγίου Ιωσήφ του Ησυχαστού
«Το
Πνεύμα το Άγιον είναι η ευλογία όλου του κόσμου. Το Πνεύμα το Άγιον
είναι το φως και η ζωή της ψυχής, η οποία ανυμνεί και δοξολογεί από τα
βάθη αυτής το Όνομα της Αγίας Τριάδος. Αμήν.»
Άγιος Ιωσήφ ο Ησυχαστής
Ο
Άγιος Ιωσήφ ο Ησυχαστής, ένας από τους μεγάλους μύστες της Ορθόδοξης
πνευματικής ζωής, μας οδηγεί στο κέντρο της χριστιανικής εμπειρίας:
Στην παρουσία του Αγίου Πνεύματος.
Χωρίς το Άγιο Πνεύμα, η ψυχή μένει σκοτεινή.
Με το Άγιο Πνεύμα, η ψυχή φωτίζεται, ζωντανεύει και γεμίζει από την παρουσία του Θεού.
Ανάλυση
Το Άγιο Πνεύμα ως Ευλογία του Κόσμου
Ο Άγιος δεν λέει ότι το Άγιο Πνεύμα είναι ευλογία μόνο για λίγους εκλεκτούς.
Λέει:
«Είναι η ευλογία όλου του κόσμου.»
Από την ημέρα της Πεντηκοστής, το Άγιο Πνεύμα προσφέρεται σε κάθε άνθρωπο που ανοίγει την καρδιά του στον Θεό.
Είναι η θεία παρουσία που:
αγιάζει,
παρηγορεί,
φωτίζει,
ενδυναμώνει,
και οδηγεί τον άνθρωπο προς τη σωτηρία.
Το Φως της Ψυχής
Όπως ο ήλιος φωτίζει τον κόσμο, έτσι το Άγιο Πνεύμα φωτίζει την ψυχή.
Πολλές φορές ο άνθρωπος βρίσκεται μέσα σε σύγχυση.
Δεν γνωρίζει ποιο δρόμο να ακολουθήσει.
Δεν μπορεί να διακρίνει το σωστό από το λάθος.
Όταν όμως ενεργεί η χάρη του Αγίου Πνεύματος, ο νους καθαρίζει και η καρδιά αποκτά πνευματική διάκριση.
Γι' αυτό η Εκκλησία προσεύχεται:
Ὁ Ἅγιος Νικηφόρος, ὁ Ὁμολογητής, γεννήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη, τὸ 758 μ.Χ., ἀπὸ περιφανεῖς καὶ εὐσεβεῖς γονεῖς, τὸ βασιλικὸ γραμματέα καὶ νοτάριο Θεόδωρο καὶ τὴν Εἰρήνη.
Ὁ πατέρας του ἐξορίσθηκε ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Κωνσταντίνο Ε’ τὸν Κοπρώνυμο (741 – 775 μ.Χ.) στὰ Μύλασσα τῆς Καρίας καὶ μετὰ στὴ Νίκαια, ὅπου μετὰ ἑξαετία ἀπέθανε, διότι ἦταν ὑπέρμαχος τῶν ἱερῶν εἰκόνων.
Ὁ Νικηφόρος εἶχε καλὴ ἐκπαίδευση καὶ ἐχρημάτισε βασιλικὸς γραμματέας, ἀλλὰ ἐπειδὴ εἶχε κλίση στὴ μοναχικὴ πολιτεία, ἐκάρη μοναχὸς καὶ ἀποσύρθηκε σὲ κάποιο λόφο ἀπέναντι τοῦ Θρακικοῦ Βοσπόρου, ὅπου μαζὶ μὲ ἄλλους μοναχοὺς διήνυε τὴν ὁδὸ τῆς ἀσκήσεως.
Γενόμενος γνωστὸς γιὰ τὶς ἀρετές του στὴν Κωνσταντινούπολη, προσκλήθηκε καὶ ἀνέλαβε τὴ διεύθυνση κάποιου πτωχοκομείου τῆς πόλεως. Ὅταν ἐκοιμήθηκε ὁ Ἅγιος Ταράσιος († 25 Φεβρουαρίου), ὑπὸ τοῦ αὐτοκράτορος Νικηφόρου Α’ τοῦ Λογοθέτου (803 – 811 μ.Χ.), μὲ τὴν ψῆφο τοῦ κλήρου καὶ τοῦ λαοῦ, ἐξελέγη, στὶς 5 Ἀπριλίου 806 μ.Χ., Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως καὶ ἐχειροτονήθηκε στὶς 12 τοῦ ἰδίου μηνὸς κατὰ τὴν ἡμέρα τοῦ Ἁγίου Πάσχα.
Ὅσο ζοῦσε ὁ βασιλεὺς Νικηφόρος καὶ οἱ διάδοχοί του Σταυράκιος (811 μ.Χ.) καὶ Μιχαὴλ Α’ ὁ Ραγκαβὲς (811 – 813 μ.Χ.), ἡ πατριαρχεία τοῦ Ἁγίου Νικηφόρου ἦταν ὁμαλὴ καὶ ἀπερίσπαστη. Ὄταν ὅμως αὐτοκράτορας ἔγινε ὁ Λέων Ε’ ὁ Ἀρμένιος (813 – 820 μ.Χ.), ὁ ὁποῖος ἦταν εἰκονομάχος, ὁ Ἅγιος Νικηφόρος ἦταν ἀντίπαλος καὶ ἀτρόμητος ἐπιτιμητὴς τῆς βασιλικῆς ἀσέβειας.
Ὁ Πατριάρχης παρέλαβε τὸν Ὅσιο Θεοφύλακτο Νικομηδείας, τὸν Ἅγιο Αἰμιλιανὸ Κυζίκου, τὸν Ἅγιο Εὐθύμιο Σαρδέων, τὸν Εὐδόξιο Ἀμορίου, τὸν Ἅγιο Μιχαὴλ Συνάδων καὶ τὸν Ἅγιο Ἰωσὴφ Θεσσαλονίκης, καὶ ἐπῆγε στὸ παλάτι, γιὰ νὰ ἐλέγξει τὸν αὐτοκράτορα καὶ νὰ τὸν βοηθήσει νὰ ἐπιστρέψει στὴν ὀρθὴ πίστη. Ὁ αὐτοκράτορας ἔμενε ἀμετάπειστος καὶ τοὺς κατεδίκασε ὄλους σὲ ἐξορία.
Ὁ Πατριάρχης Νικηφόρος ἐξορίσθηκε ἀρχικὰ στὴ Χρυσούπολη καὶ στὴ συνέχεια στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου κοντὰ στὸν Ἀκρίτα. Ἐκεῖ συνδέθηκε περισσότερο μὲ τὸν Ἅγιο Θεόδωρο τὸν Στουδίτη, ποὺ ἦταν καὶ αὐτὸς ἐξορισμένος.
Το μεσημέρι στο χωριό δεν το έλεγε το ρολόι. Το έλεγε η σκιά της
μουριάς όταν έπεφτε ακριβώς πάνω στο πηγάδι. Το έλεγε ο ήλιος που έλιωνε
την άσφαλτο και κάρφωνε το χώμα. Το έλεγε η σιωπή.
Γιατί
το μεσημέρι σταματούσαν όλα. Τα τζιτζίκια κρατούσαν την ανάσα τους. Τα
ποδήλατα αραδιασμένα στον ίσκιο ξαπόσταιναν. Ακόμα και ο αέρας καθόταν.
Μόνο η κουζίνα της γιαγιάς δούλευε.
Από
την αυλή άκουγες το λάδι. Όχι απλώς να τσιτσιρίζει. Να τραγουδάει. Η
γιαγιά έριχνε τις πατάτες με κείνη την κίνηση που έχουν οι άνθρωποι που
ξέρουν. Χοντροκομμένες, με το μαχαίρι, όχι ίδιες. Άλλες πιο μεγάλες,
άλλες μικρές, γιατί η τελειότητα ήταν ύβρις.
Μύριζε
όλο το σπίτι. Μια μυρωδιά που τρυπούσε τον τοίχο, έβγαινε στο δρόμο,
και μάζευε τα παιδιά από τις αλάνες. «Η κυρά-Δέσποινα τηγανίζει». Το
ξέραμε.
Τις έβγαζε με την τρυπητή
κουτάλα και τις άπλωνε σε μια λαδόκολλα. Χρυσαφιές, ροδοκόκκινες στις
άκρες, με την ψίχα να αχνίζει όταν τις έσπαγες. Αλάτι χοντρό από πάνω,
που έσκαγε στο δόντι. Δεν ήταν φαγητό. Ήταν τελετουργία.
Δίπλα,
στο ξύλινο το τάβλι, η ντοματοσαλάτα. Αλλά τι ντοματοσαλάτα. Η γιαγιά
κατέβαινε στο μποστάνι πρωί. Διάλεγε τις ντομάτες με το μάτι. Τις
μύριζε. «Αυτή είναι έτοιμη» έλεγε. Κοκινες, βαριές, με ζάρες δίπλα στο
κοτσάνι. Όχι πλαστικές. Ντομάτες που ήξεραν από χώμα και νερό και ήλιο.
Τις
έκοβε χοντρά κομμάτια. Με το χέρι. Τα ζουμιά τους έτρεχαν στο ξύλο και
ανακατεύονταν με το χώμα από τα δάχτυλά της. Από πάνω ένα κομμάτι φέτα
σπασμένο, όχι κομμένο. Λάδι από το δικό τους, που τσίμπαγε στο λαιμό.
Ρίγανη τριμμένη με την παλάμη, να βγάλει όλη την ψυχή της. Κρεμμύδι τόσο
όσο. Και στο τέλος, ψωμί. Όχι για να συνοδέψεις. Για να παπαριάσεις. Να
μην πάει χαμένο ούτε δάκρυ από το ζουμί.
Να μήν κατακρίνεις, να μή συκοφαντήσεις και να μή μεμφθείς
κανέναν άνθρωπο, και προπαντός να μήν τον εξουθενώσεις.


Με την αρμόζουσα Εκκλησιαστική τάξη και μεγαλοπρέπεια πανηγύρισε χθες Κυριακή 31 Μαΐου και σήμερα Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος, 1 Ιουνίου 2026, ο Καθεδρικός Ιερός Ναός Αγίας Τριάδος Πειραιώς.
Χθες το απόγευμα τελέστηκε ο Πανηγυρικός Εσπερινός, Χοροστατούντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πειραιώς κ. Σεραφείμ και συγχοροστατούντος του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Αχελώου κ. Νήφωνος, βοηθού Επισκόπου και Πρωτοσυγκέλλου της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς.
Κατά τη διάρκεια του κηρύγματός του στην Ακολουθία του Εσπερινού, ο Σεβασμιώτατος αναφέρθηκε στη θεολογία της εορτής, εστιάζοντας στην αποκάλυψη του Τριαδικού Θεού, στο μυστήριο της αιωνίου ζωής και στο σωτηριώδες έργο του Αγίου Πνεύματος μέσα στην Εκκλησία.
Κάνοντας, αρχικά αναφορά στον «αυτόπτη και αυτήκοο μάρτυρα» της επίγειας παρουσίας του Κυρίου Ιησού Χριστού, Ευαγγελιστή Ιωάννη, υπογράμμισε ότι ο Χριστός, ως ο Μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού είναι Εκείνος που αποκάλυψε τον Πατέρα στον κόσμο και χάρισε στους ανθρώπους τη δυνατότητα της αληθινής γνώσεως του Θεού.
Ερμηνεύοντας τα λόγια του Κυρίου προς τη Σαμαρείτιδα, «Πνεύμα ο Θεός και τους προσκυνούντας Αυτόν εν πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν», τόνισε ότι ο Θεός αποτελεί υπερβατική και άκτιστη πραγματικότητα, η οποία υπερβαίνει κάθε ανθρώπινη αίσθηση και λογική δυνατότητα. Η αληθινή λατρεία του Θεού, σημείωσε, πραγματοποιείται διά του Αγίου Πνεύματος και εν Χριστώ, ο Οποίος είναι η ενυπόστατη Αλήθεια.
«Ο Θεός, που ήρθε στον κόσμο, είναι Πνεύμα. Είναι δηλαδή ουσία και ύπαρξη υπερβατική, υπερυλική, πέραν του επιστητού και του κτιστού. Είναι Απερινόητος, Σοφία, Αγιασμός, Χάρις και Δύναμις», είπε χαρακτηριστικά ο Σεβασμιώτατος και συνέχισε: «Αυτό το Πνεύμα, δεν είναι δυνατόν να γίνει αντιληπτό με τις γνωστικές δυνατότητες των ανθρώπων, διότι δεν μπορεί το υπερβατικό και το άφθαρτο και το άφθιτο και το αιώνιο να μπει μέσα στον περιορισμό της κτιστότητος και των αισθήσεών μας.
Αυτό το Πνεύμα λατρεύεται ‘’εν πνεύματι και αληθεία’’. Λατρεύεται, όπως λέγουν οι Θεοφόροι Πατέρες, δια του Αγίου Πνεύματος και εν αληθεία δια του ενσαρκωθέντος Λόγου Του που είναι η οδός και η αλήθεια και η ζωή της ενυποστάτου Αληθείας που είναι ο Χριστός». «Αυτή η Αλήθεια, που ήρθε στον κόσμο και μπήκε στον χώρο και τον χρόνο για μας από απερινόητη αγάπη για μας», πρόσθεσε.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε ο Σεβασμιώτατος στη διδασκαλία του Κυρίου περί της αιωνίου ζωής, υπογραμμίζοντας ότι η σωτηρία δεν συνίσταται σε μια απλή παράταση της βιολογικής μας υπάρξεως, αλλά στη ζωντανή κοινωνία του ανθρώπου με τον Θεό. Επεσήμανε ότι η αιώνια ζωή ταυτίζεται με τη γνώση του αληθινού Θεού και του Ιησού Χριστού, όχι ως διανοητική κατάκτηση, αλλά ως εμπειρία σχέσεως, κοινωνίας και μεθέξεως στη θεία ζωή.