Εμπειρίες από το Άγιον Όρος – Λεμεσού Αθανασίου
~ Όταν ήμουν στο Άγιον Όρος κάναμε ένα διάστημα στην Καψάλα,
στην έρημο της Καψάλας – είναι περιοχή μεταξύ Καρυών Παντοκράτορος και
Σταυρονικήτα• μια αγιασμένη περιοχή, έρημος, πανέμορφη, τότε στην εποχή
μου ακόμα πιο γραφική, χωρίς δρόμους, χωρίς τίποτα.
Γεμάτη γεροντάκια, ερημίτες. Ήμασταν εκεί πάμφτωχοι, δεν μας ήξερε
κανένας, ούτε κι εμείς ξέραμε κανένα. Αφού να σκεφτείτε μια φορά πήγα
στη Δάφνη να πάρω κάποια γράμματα κι ήρθε ο πρόεδρος της Δημοκρατίας της
Ελλάδος, κι είδαμε αστυνομίες, στρατό και μου λέει ένα γεροντάκι
«πήγαινε, διάκο, ρώτα γιατί είναι αυτή όλη η αστυνομία εδώ». Λέω, «να
πάω». Πάω και λέω «γιατί είναι η αστυνομία εδώ;»
Λέει «θα ’ρθει ο Σαρτζετάκης». Λέω, «ποιος είν’ αυτός;»! Λέω,
«παππού, παππούλη, θα ’ρθει ο Σαρτζετάκης!». «Ποιος είν’ αυτός;» μου
λέει. Λέω, «πού ξέρω κι εγώ;». Μου λέει, «πήγαινε ξαναρώτα». Πάω να
ξαναρωτήσω τον αστυνομικό, μόνο που δεν με συνέλαβε! Λέω, «συγγνώμη,
ποιος είναι ο Σαρτζετάκης;». Μου λέει, «τρελός είσαι;». Τίποτα, ιδέα δεν
είχαμε!
Τέλος πάντων, κατά διαστήματα, όταν είχαμε κάποια πράγματα στον κήπο
μας, λαχανικά ή κάποια άλλα τρόφιμα, ο γέροντας ετοίμαζε κάποιες
σακουλίτσες με διάφορα πράγματα και τα παίρναμε στα γεροντάκια.
Ένα γεροντάκι απέναντί μου, μέσα σε μια χαράδρα, μέσα σε μια καλύβα,
μόνος του, ο Σέργιος, τον έβλεπα κάθε βράδυ από το κελί μου που άναβε το
καντηλάκι του με το καντηλοκέρι τη νύχτα, θεοσκότεινα, αλλά φαινόταν το
κερί του, πήγα να του πάρω τρόφιμα. Μόνος του, γεροντάκι, πανέρημος ο
τόπος, το καλύβι του μισογκρεμισμένο, πήγα να του πάρω τρόφιμα. Του λέω,
«γέροντα, μ’ έστειλε ο γέροντας ο δικός μου να σου φέρω αυτά τα
πράγματα». Ήταν μια σακούλα με πολλά πράγματα.
«Αχ, ευχαριστώ πάρα πολύ»! Λέει, «να πάρω ό,τι μου
χρειάζεται…». Επήρε λίγο ψωμί, ένα μαρούλι, δυο-τρία πράματα, μου λέει,
«φτάνουν αυτά για σήμερα»! Του λέω, «πάρε και τα υπόλοιπα. Για σένα τα’
φερα!». «Όχι, δεν τα θέλω, δεν μου χρειάζονται! Φτάνουν αυτά για
σήμερα!» Του λέω, «πάρε να’ χεις και για αύριο»!
Μου λέει, «αύριο έχει ο
Θεός!» Λέω, «πάρε γέροντα, έχει ο Θεός, αλλά αφού ο Θεός σού τα’
στειλε!» «Ναι», λέει, «αλλά ο Θεός είπε τον άρτον ημών τον επιούσιον•
δεν είπε και τον αυριανόν! Μου φτάνει ο σημερινός άρτος. Αύριο έχει ο
Θεός». Του λέω, «πόσα χρόνια έχεις εδώ;» Μου λέει, «πενήντα έξι».