Και όταν ζητάς τα τίμια, τότε αγνώστως αυτός σε συνοδεύει και
μόλις τον γνωρίσεις γίνεται άφαντος για να μην τον χάσεις, να μην πεις
Και όταν ζητάς τα τίμια, τότε αγνώστως αυτός σε συνοδεύει και
μόλις τον γνωρίσεις γίνεται άφαντος για να μην τον χάσεις, να μην πεις

Ἡ Ὁσία Ἐλισάβετ καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἡράκλεια τῆς Θράκης καὶ ἔζησε τὸν 5ο αἰώνα μ.Χ. Οἱ γονεῖς της, Εὐνομιανὸς καὶ Εὐφημία, ἦταν ξακουστοὶ καὶ ὀνομαστοί, φημισμένοι γιὰ τὰ πλούτη τους καὶ περίφημοι γιὰ τὴν ἀρετή τους. Κατοικοῦσαν κοντὰ στὴν Ἡράκλεια, στὸν τόπο ποὺ ἀπὸ παλιὰ ὀνομαζόταν Θρακοκρήνη καὶ ἀργότερα Ἀβυδηνοί. Ζοῦσαν μὲ εὐσέβεια ἔχοντας ὡς πρότυπο τὸν Ἰώβ. Ποθώντας δὲ μὲ πάθος νὰ μιμηθοῦν τὴν φιλοξενία τοῦ Ἀβραάμ, ἁπλόχερα βοηθοῦσαν ὅλους, ὅσοι εἶχαν ἀνάγκες ὑλικές.
Ὅμως εἶχαν περάσει δεκαέξι χρόνια ἀπὸ τότε ποὺ νυμφεύθηκαν καὶ ἦταν ἀκόμη ἄτεκνοι. Γι’ αὐτὸ παρακαλοῦσαν ἀδιάκοπα τὸν Θεὸ νὰ τοὺς χαρίσει ἕνα παιδί, διάδοχο τοῦ γένους τους καὶ κληρονόμο τοῦ πλούτου τους. Ὁ Κύριος, ποὺ ἰκανοποιεῖ τὰ αἰτήματα τῶν πιστῶν Του, ἄκουσε μὲ εὐμένεια τὴ δέησή τους καὶ δὲν παρέβλεψε τὴν προσευχή τους.
Ὑπῆρχε στὸν τόπο ἐκεῖνο ἕνα παλαιὸ ἔθιμο νὰ συγκεντρώνονται οἱ Χριστιανοὶ στὴν μνήμη τῆς Ἁγίας Μάρτυρος Γλυκερίας († 13 Μαΐου) καὶ νὰ ἑορτάζουν μία ὁλόκληρη ἑβδομάδα. Τότε λοιπόν, βρέθηκαν ἐκεῖ μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους Χριστιανοὺς καὶ οἱ γονεῖς τῆς Ὁσίας. Ἔκαναν λιτανεῖες καὶ ὁλονύκτιες δοξολογίες καὶ ἐπισκέπτονταν τοὺς ναοὺς τῆς πόλεως, ποὺ σὲ αὐτοὺς φυλάσσονταν τὰ ἱερὰ λείψανα τῶν σαράντα Ἁγίων Γυναικῶν, τοῦ διακόνου Ἀμὼς καὶ πολλῶν ἄλλων Ἁγίων. Λιτάνευαν τότε καὶ τὴν πολυσέβαστη κάρα τῆς Ἁγίας Γλυκερίας. Ὅμως κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Θείας Λειτουργίας, τὴν ὁποία τελοῦσε ὁ Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Λέων, ὁ πατέρας τῆς Ἐλισάβετ, Εὐνομιανός, ἔβλεπε τὴν ἁγία κάρα πότε νὰ χαμογελᾶ καὶ πότε νὰ λυπᾶται. Αὐτὸ τὸ θεώρησε ὡς σημεῖο τῆς πίστεώς του στὴ Μάρτυρα καὶ ἡ ψυχή του γέμισε μὲ χαρὰ καὶ λύπη μαζί. Μαζὶ μὲ τὴν σύζυγό του ἱκέτευσαν τὴν ἀθληφόρο Ἁγία, νὰ λύσει τὰ δεσμὰ τῆς στειρώσεώς τους καὶ νά τοὺς χαρίσει ἕνα παιδί. Ἔτσι, ὅταν τοὺς πῆρε γιὰ λίγο ὁ ὕπνος, ὁ Εὐνομιανὸς εἶδε σὲ ὄνειρο τὴν Ἁγία Γλυκερία, ἡ ὁποία τοῦ εἶπε: «Γι’ αὐτὸ μοῦ δημιουργεῖς κόπους, ἄνθρωπέ μου, καὶ μοῦ ζητᾶς αὐτὸ ποὺ μόνο ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ σοῦ δώσει; Ὅμως, ἐὰν στ’ ἀλήθεια δίνεις τὸν λόγο σου πὼς θ’ ἀποκτήσετε καρδιὰ καὶ πνεῦμα ταπεινὸ καὶ πὼς ποτὲ δὲν θὰ καυχιέσαι σὲ βάρος τῶν ἄλλων, εὐχὴ κάνω νὰ σοῦ δώσει μὲ τὶς πρεσβεῖες μου ὁ μεγαλόδωρος Κύριος, τὸ γρηγορότερο, ἕνα κορίτσι. Αὐτὸ θὰ τὸ ὀνομάσεις Ἐλισάβετ, γιατί θὰ ἀναδειχθεῖ ὅμοια στὴν ψυχὴ μὲ τὴν μητέρα τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου καὶ Βαπτισθοῦ».
Ὁ πατέρας τῆς Ὁσίας συμφώνησε ὅτι θὰ κάνε αὐτὸ ποὺ ζήτησε ἡ Ἁγία Γλυκερία. Τότε ἐκείνη τὸν σφράγισε μὲ τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ καὶ ἔφυγε. Ἡ γυναῖκα του συνέλαβε ἀμέσως καὶ μετὰ ἀπὸ τὴ συμπλήρωση ἐννέα μηνῶν γέννησε κορίτσι.
Ὅταν ἡ Ἐλισάβετ ἔγινε δώδεκα ἐτῶν, ἡ μητέρα της ἔφυγε ἀπὸ τὴν πρόσκαιρη ζωή. Μετὰ ἀπὸ τρία χρόνια ἔφυγε ἀπὸ τὴν ζωὴ καὶ ὁ πατέρας της. Ἡ μακαρία Ἐλισάβετ ἀπέμεινε ὀρφανή. Ὅμως ἀμέσως ἐμπιστεύθηκε τὸν ἑαυτό της στὸν Θεὸ καὶ διακρίθηκε στὴ διακονία τῶν φτωχῶν καὶ τῶν ἐλαχίστων ἀδελφῶν της. Χάρισε τὴν περιουσία της στοὺς φτωχοὺς καὶ ἔτσι μὲ τὰ χέρια τους τὴν κατέθεσε στὸν Θεό, ἐνῷ στοὺς δούλους χάρισε τὴν ἐλευθερία τους.
Ἔπειτα ἀναχώρησε γιὰ τὴν Κωνσταντινούπολη. Ἔφθασε στὴ μονὴ τοῦ Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου, ποὺ εἶχε τὸ ὄνομα «Μικρὸς Λόφος»
καὶ ποὺ ἡγουμένη ἐκεῖ ἦταν κάποια θεία ἀπὸ τὸν πατέρα της. Στὴ μονὴ
αὐτὴ ἀπαρνήθηκε τὰ ἐγκόσμια καὶ τὶς βιοτικὲς μέριμνες καὶ ἐκάρη μοναχή.
Ζοῦσε μὲ σκληραγωγία, νηστεία καὶ ἄσκηση καὶ περπατοῦσε ἀνυπόδητη. Τὸ
σῶμα της ποτὲ δὲν δέχθηκε νὰ τὸ πλύνει μὲ νερό. Τὸ διατηροῦσε ὅμως
καθαρὸ λούζοντας τὸ καθημερινὰ μὲ τὶς ἀστείρευτες πηγὲς τῶν δακρύων της.
Ἒτσι ἔφθασε στὰ ὕψη τῆς ἁγιότητας καὶ ὁ Ἅγιος Θεὸς τὴν ἀξίωσε τοῦ
προορατικοῦ χαρίσματος καὶ αὐτοῦ τῆς θαυματουργίας.
Δυὸ
χρόνια ἀργότερα ἡ ἡγουμένη τῆς μονῆς ἔφυγε ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωή, ἀφοῦ
ὅρισε διάδοχό της τὴν Ὁσία Ἐλισάβετ, τὴν ὁποία ἐγκατέστησε ὁ Πατριάρχης
Γεννάδιος Α’ (458 – 471 μ.Χ.).
Ἡ
Ὁσία γέμιζε μὲ φῶς αὐτοὺς ποὺ μὲ πίστη τὴν πλησίαζαν. Κάποτε, τὴν ὥρα
ποὺ ἐτελεῖτο ἡ Θεία Λειτουργία στὸ ναό, εἶδε νὰ ἀστράφτει ἕνα
ἀπερίγραπτο φῶς καὶ τὸ Πανάγιο Πνεῦμα νὰ κατέρχεται μετὰ τὸν Χερουβικὸ
ὕμνο μέσα στὸ Θυσιαστήριο καὶ νὰ καλύπτει τὸν ἱερέα ποὺ στεκόταν μπροστὰ
στὴν Ἁγία Τράπεζα. Ἡ Ὁσία πλημμύρισε ἀπὸ θάμβος καὶ ἔκπληξη. Ὅμως αὐτὸ
δὲν τὸ εἶπε σὲ κανένα, μέχρι ποὺ ἔφθασε ὁ καιρὸς τῆς ἐκδημίας της στὸν
Θεό. Ὅσο πλησίαζε ἡ ὥρα της, ὁ πόθος της – ὅπως ἔλεγε – νὰ δεῖ τὴν
πατρίδα της, περίσσευε. Ἦλθε λοιπὸν στὴν Ἡράκλεια καὶ προσκύνησε τοὺς
ἐκεῖ σεπτοὺς ναοὺς τῶν Ἁγίων. Καὶ ἐκεῖ, στὸ ναὸ τῆς Θεοτόκου, εἶδε σὲ
ὅραμα τὴν Παναγία, ποὺ τὴν ὑποδέχθηκε. Τὸ πρόσωπο τῆς Θεοτόκου τὸ
ἀναγνώρισε σὲ εἰκόνα, ὅταν ἔφθασε στὸ ναὸ τοῦ Ἱερομάρτυρα Ρωμανοῦ. Ἡ
φωνὴ τῆς Παναχράντου τὴν κάλεσε νὰ ἐπιστρέψει στὸ μοναστήρι της, γιατί ὁ
καιρὸς τῆς κοιμήσεώς της ἦταν κοντά. Ἔτσι ἡ Ὁσία Ἐλισάβετ, ἀφοῦ
ἐπέστρεψε πίσω, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη. Τὸ ἱερὸ λείψανό της ἐνταφιάσθηκε
στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, μένοντας ἀκέραιο καὶ ἀνέπαφο.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Μητρικῶν
ἐκ λαγόνων Χριστὸν ἠγάπησας, ὥσπερ βλαστὸς Ἐλισάβετ δικαιοσύνης
τερπνός, καὶ τοῖς ἴχνεσιν αὐτοῦ ἀκολουθήσασα, τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν,
γεωργεῖς τὰς ἀπαρχὰς, ἀμέμπτῳ σου πολιτείᾳ, θαυματουργοῦσα θεόφρον, πρὸς
σωτηρίαν τῶν ψυχῶν ἡμῶν.
Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Ὡς ἀπαρχὰς τῆς φύσεως.
Ὡς
παρθενίας τέμενος, καὶ ἀρετῶν θησαύρισμα, τὴν τῶν θαυμάτων βλυσταίνεις
χρηστότητα, ὥσπερ πηγὴ ἀκένωτος, καὶ ψυχῶν καὶ σωμάτων, Ἐλισάβετ
καθαίρεις τὰ ἀρρωστήματα, τῶν εὐλαβῶς ψαλλόντων, τῷ Κτίσαντι· Ἀλληλούϊα.
Μεγαλυνάριον.
Ὡς
ἐπαγγελίας δῶρον σεμνόν, τῶν ἐπηγγελμένων, κατηξίωσαι ἀγαθῶν, βίῳ
καταλλήλῳ, Ὁσία Ἐλισάβετ, ὧν καὶ ἡμᾶς λιταῖς σου, Μῆτερ ἀξίωσον.
Ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Γεώργιος,
ο Τροπαιοφόρος και Θαυματουργός,
με την ομολογία Πίστεως,
τη γενναιότητα και το Μαρτύριό του,
διακηρύσσει στους αιώνες
ότι ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!
Ευχόμαστε ολόψυχα να μας σκεπάζει
και να μας στηρίζει στον αγώνα μας.
Χρόνια πολλά και ευλογημένα,
γεμάτα υγεία και ουράνιες ευλογίες
με τη χάρη του Αγίου Γεωργίου,

Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πειραιώς κ. Σεραφείμ, μιλά για
τον Θρησκευτικό - Παραθρησκευτικό χαρακτήρα των πολεμικών τεχνών.
Πηγή: romfea.gr
του Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου
Κοντά στα όσα θλιβερά συμβαίνουν στην κάστα των «εκλεκτών» (ελίτ) της κοινωνίας μας και σε αναζήτηση της ζωηφόρου ελπίδας, πέραν της βοηθείας του Θεού δια πρεσβειών των αγίων Του, σημαντικό στοιχείο ελπίδας είναι και ο ελληνικός λαός, που πληρώνει τα λάθη και τη διαφθορά των ηγετών του και που αντιμετωπίζει τις σε βάρος του αποφάσεις της ηγεσίας του και των «εταίρων» του.
Για πολλούς λόγους οι Έλληνες δεχθήκαμε και δεχόμαστε πολλές αρνητικές επιρροές και εμφανίζουμε ελαττώματα αλλά, έως σήμερα, διατηρούμε τον ξεχωριστό πολιτισμό μας, στοιχείο του οποίου είναι και η γλώσσα μας.
Την άποψη αυτή υποστηρίζει ο ιδιοφυής ιστοριοδίφης Σπυρίδων Ζαμπέλιος ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα στο βιβλίο του «Βυζαντιναί μελέται», εκδοθέν το 1857. Γράφει, μεταξύ άλλων, ότι η διατήρηση του πολιτισμού μας «ασφαλώς οφείλεται πέραν της Γραικορρωμαϊκής μοναρχίας την ενέργεια, της Εκκλησίας την πολιτεία και της λογίας τάξεως το σύστημα, εις το ουσιωδέστερο του νεοελληνισμού στοιχείο, τον ανερμήνευτο λαό, ο οποίος δια της ζώσης αυτού φωνής ενεκόλαψε εις την ιστορία της παλιγγενεσίας μας την σφραγίδα της ελληνικής ταυτότητος, το διαγνωστικό στοιχείο της ιδιοπροσωπίας» (σελ. 648).
Η ιδιοπροσωπία δεν είναι «ιδεολογική παράμετρος του αντιευρωπαϊσμού», όπως έχει «αποφανθεί» χρονογράφος, αλλά, κατά τον αείμνηστο Πρόεδρο της Δημοκρατίας Χρήστο Σαρτζετάκη, είναι «κατάδηλος και αυταπόδεικτος αλήθεια» και όσοι δεν την αναγνωρίζουν έχουν ιδεολογία «ταυτόσημη με τη σταλινική και των πολυεθνικών εταιρειών, που είναι αυτή της νέας τάξεως πραγμάτων».
Οι αναγνωρίζοντες το ανάδελφο του ελληνικού έθνους ακολουθούν την άποψη του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ότι ανήκομε στη Δύση φέροντες σε αυτήν την ιδιοπροσωπία μας και διατηρούντες την πολιτισμική αυτονομία και ανεξαρτησία μας.
Οι Έλληνες από την αρχαιότητα ζούμε σε έναν κόσμο διαφορετικό από μας, αλλά διαθέτουμε την ικανότητα να προσλαμβάνουμε τα ωφέλιμα και να ανανεωνόμαστε χωρίς να χάνουμε τα βασικά εθνικά μας γνωρίσματα. Είναι χαρακτηριστικός ο λόγος του Αιγυπτίου ιερέα στον Σόλωνα – γραμμένος στον πλατωνικό «Τίμαιο» – πως οι Έλληνες είμαστε παιδιά, με την έννοια της περιέργειας και της αφομοίωσης στοιχείων από άλλους πολιτισμούς που μας ωφελούν, χωρίς να χάνουμε την ταυτότητά μας.
Με το ίδιο πνεύμα ο Μέγας Βασίλειος συμβούλευσε τους χριστιανούς νέους να ωφελούνται από τα ελληνικά γράμματα, χωρίς να αλλοτριώνουν την πίστη τους. Προς τούτο τους έφερε, μεταξύ άλλων, παραδείγματα από τον Όμηρο και τον Σωκράτη, τους περιέγραψε την επιλογή της δύσκολης οδού της αρετής από τον Ηρακλή, και χαρακτήρισε άξιο θαυμασμού τον Διογένη γιατί περιφρονούσε τα υλικά αγαθά.

Γράφει ο Μητροπολίτης Ταμασού και Ορεινής, Ησαΐας
Ο Ορθόδοξος Χριστιανός της Ανατολικής Εκκλησίας, είτε διαμένει στην παραδοσιακά oρθόδοξη χριστιανική χώρα του είτε σε οποιοδήποτε άλλο σημείο της υφηλίου, δεν αποτελεί απλώς φορέα μιας σημαντικής εθνικής και ιστορικο-πολιτιστικής κληρονομιάς του έθνους του, αλλά, εφόσον είναι βαπτισμένος στη Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, τότε αποτελεί και ζωντανό μέλος του Σώματος του Χριστού· «καθώς γαρ το σώμα εν εστί και μέλη έχει πολλά, πάντα δε τα μέλη του σώματος του ενός, πολλά όντα, εν εστί σώμα ούτω και ο Χριστός ... Υμείς δε εστέ σώμα Χριστού και μέλη εκ μέρους» (Α΄ Κορ. 12, 27).
Η εθνικότητά του και, προπάντων, η εκκλησιολογική ταυτότητά του, ως θεανθρωποκεντρική και βιωματική, δεν περιορίζεται σε ιδέες, αλλά εκφράζεται ως τρόπος ζωής, ως καθημερινός αγώνας αλήθειας. Αυτό βιώνουν όλοι, όσοι ασπάζονται το Ευαγγέλιο και είναι έμπειροι της ορθόδοξης πίστης και ζωής.
Έτσι, μαζί με την εθνικότητά μας, την οποία φέρουμε ως πολιτιστική μας ταυτότητα, πρέπει να βρισκόμαστε σε αρμονία με τη θεολογικο-πνευματική μας χριστιανική ιδιότητα, η οποία, παρά τις όποιες πολιτιστικές διαφορές με άλλους ομοδόξους, μας ενώνει σε ένα κοινό τρόπο ζωής. Έτσι, ο γνήσιος χριστιανός, ανεξαρτήτως καταγωγής, αποβαίνει αυθεντικός, όταν είναι ουσιαστική η σχέση του με τον Χριστό, τον οποίο καλείται να μιμηθεί: «Υπογραμμόν γαρ έδωκεν υμίν, ίνα επακολουθήσητε τοις ίχνεσιν αυτού» (Α΄ Πέτρ. 2,22).
Και αποστολή του είναι να ακολουθήσει με συνέπεια αυτή την πορεία, μεταλαμπαδεύοντας τη διδασκαλία του Χριστού σε όλο τον κόσμο και μυώντας τους ανθρώπους στην εν Χριστώ ζωή και εμπειρία. Το «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος» (Ματθ. 28,19), πρέπει να είναι το πλήρωμα της εν λόγω διακονίας του.
Αναπόδραστα, λοιπόν, πρότυπό μας πρέπει να είναι το «ο Κύριος και ο Θεός μου» (Ιωάν. 20,28) Ιησούς Χριστός, ο οποίος λειτουργούσε οικουμενικά όχι όμως οικουμενιστικά.
Και εδώ, πρέπει να διευκρινίσουμε τη διαφορά του οικουμενικού Χριστιανού, που ακολουθεί ταπεινά, χωρίς εξαναγκασμούς, τον Χριστό, κατά το «ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι» (Ματθ. 16,24), και του Οικουμενιστή, που διαστρεβλώνει αυτή την πορεία και την εργαλειοποιεί με ένα αιρετικό και επαίσχυντο τρόπο, προσδίδοντάς της ένα εξωτερικό συναισθηματικό χαρακτήρα του λαϊκού ρητού «είμαστε όλοι παιδιά ενός Θεού» και άρα θα πρέπει να ανήκουμε εξ ορισμού σε μια παγκόσμια θρησκεία, όπου όλοι οφείλουμε να γίνουμε ΕΝΑ.
Αυτό το ΕΝΑ, όμως, δεν είναι αυτό που στη Αρχιερατική Του Προσευχή αναφέρει ο Χριστός «ίνα πάντες εν ώσιν, καθώς συ, Πάτερ, εν εμοί καγώ εν σοί, ίνα και αυτοί εν ημίν εν ώσιν, ίνα ο κόσμος πιστεύση ότι συ με απέστειλας» (Ιωάν. 17,21). Δυστυχώς, αυτό το ΕΝΑ κάποιοι το εννοούν και το ερμηνεύουν διαφορετικά, με αποτέλεσμα να οδηγούμαστε στο ένα του δυνατού και ισχυρού, σύμφωνα με τον νόμο της ζούγκλας, με τον οποίο πολιτεύονται σήμερα οι σύγχρονες κοινωνίες.
Και εδώ πρέπει να ορίσουμε, ποιο Θεό εννοούμε, γι' αυτό και δεν έχουμε, παρά να διαβάσουμε το κείμενο στην προς Γαλάτας Επιστολή 3,26 του Αποστόλου Παύλου, όπου λέγει «πάντες γαρ Υιοί Θεού εστέ διά της πίστεως εν Χριστώ Ιησού». Και ακριβώς σε αυτό το σημείο, είναι που ξεχωρίζουν οι Οικουμενικοί Χριστιανοί από τους Οικουμενιστές, τους προβατόσχημους λύκους, που εισήλθαν στην Ορθοδοξία και σκοπεύουν να αλλοιώσουν την ταυτότητα του γνήσιου Χριστιανού.
Ο Ιησούς συμπεριφερόταν, χωρίς διακρίσεις, πρόσφερε και προσφέρθηκε σε όλους τους ανθρώπους, «δους εαυτόν αντίλυτρον υπέρ πάντων» (Α΄ Τιμ. 2,6). Υπάρχει ως «ο προσφέρων και προσφερόμενος και προσδεχόμενος και διαδιδόμενος» (Θ. Λειτουργία Ιωάν. Χρυσοστόμου).
Πρέπει, όμως, να διευκρινίσουμε, ότι η θυσία του Θεανθρώπου και το δόσιμό του στους ανθρώπους δεν έγινε, για να ικανοποιηθεί, όπως λένε οι αιρετικοί και οι περισσότεροι Οικουμενιστές, η «θεία δικαιοσύνη», η οποία προσβλήθηκε, ένεκα της αμαρτίας των ανθρώπων, διότι η αμαρτία των ανθρώπων παραβίασε τη θεία τάξη (ordo) και προσέβαλε τη θεία τιμή (honor Dei), αλλά ήταν το αποτέλεσμα της απόλυτης αγάπης του για τον κόσμο.
Με
αφορμή το γεγονός ότι στις 23 του Απρίλη εορτάζεται από την Εκκλησία
μας ο Άγιος Μεγαλομάρτης Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος, ας κάνουμε μία αναφορά
στο Ιερό Παρεκκλήσιο Αγίου Γεωργίου Λυκαβηττού στην Αθήνα. Ασφαλώς
πολλοί θα το έχουν επισκεφτεί και πολλοί περισσότεροι θα το έχουν
θαυμάσει, καθώς ο λόφος με το γραφικό εκκλησάκι δεσπόζουν στο αττικό
τοπίο.
Εκείνο όμως που λίγοι γνωρίζουν είναι ότι ο Ναός αυτός κτίστηκε από τον Κρητικό ιερομόναχο Εμμανουήλ Λουλουδάκη.
Ο Ναός
Ο
Άγιος Γεώργιος είναι ένας μικρός ναός με τρούλο. Ανήκει στην
Μητροπολιτική περιοχή Αθηνών–Πειραιώς.
Στις απεικονίσεις των περιηγητών (όπως του Laborde το 1672) φαίνεται ότι στην περιοχή αυτή υπήρχε από παλιά κάποιος βυζαντινός ναός. Όταν ο πρώτος ναός ερειπώθηκε, κτίστηκε πάνω στα ίδια θεμέλια νέος ναός το 1834, μονόκλιτος, βασιλικού ρυθμού, για τον Άγιο Γεώργιο. Στο δάπεδο υπάρχει επιγραφή που αναφέρει ότι το εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου καθιερώθηκε από τον μητροπολίτη Αθηνών Βενέδικτο (1782-85).
Αργότερα ο ναός επεκτάθηκε με την προσθήκη δύο παρεκκλησίων, του Προφήτη Ηλία και Αγίου Κωνσταντίνου. Κατά τη διάρκεια των εργασιών, ανακαλύφθηκαν λίθινες επιγραφές (διαστ. 0,75χ0,35) των οποίων η παλαιότερη είναι της «μεταγενεστέρας Ρωμαικής έποχής», σύμφωνα με όσα δημοσίευσε στο άρθρο: «Χριστιανικός Λυκαβηττός» ο Γεώργιος Λαμπράκης, στον 2ο τόμο του Δελτίου της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας (1894, σελ. 87-92). Παράπλευρα σ’ αυτόν τον ναό και σε κελί μόνασε ο ιερομόναχος Εμμανουήλ Λουλουδάκης και με τον θάνατό του τάφηκε ακριβώς δίπλα στο ναό στο πίσω μέρος. Εντός δε του Ιερού Ναού και σήμερα, υπάρχει επιγραφή, η οποία αναφέρει, ότι τον ναό έχτισε ο εν λόγω κρητικός μοναχός.
Στα χρόνια της δεκαετίας του 1880 ο ναός ανακαινίστηκε και επεκτάθηκε. Το 1900 χτίστηκε ο πέτρινος εξώστης, ενώ δυο χρόνια μετά χτίστηκε με την οικονομική αρωγή του μεγαλοεπιχειρηματία Ν. Θών το καμπαναριό, στο οποίο τοποθετήθηκε καμπάνα, που είχε δωρίσει για τον σκοπό αυτό, η βασίλισσα Όλγα. Το 1958 η καμπάνα εντελώς ξαφνικά καταστράφηκε και στη θέση της τοποθετήθηκε καινούρια.
Ήμουν στενοχωρημένος και με συμβούλευσε [ο άγιος Πορφύριος]:
– Δεν σου είπα και άλλη φορά, όταν ανοίξεις τελείως την καρδιά σου στον Κύριο, χωρίς σφίξιμο, μπαίνει ο Κύριος μέσα, και την καθιστά ανίκανη να αμαρτήσει. Κατάλαβες; Ανίκανους στο κακό.
Ο Κύριος μέσα στην καρδιά μας αγαπάει, φέρνει πραότητα, καλωσύνη.
Και να θέλουμε να θυμώσουμε, να κάνουμε στον άλλο κακό, δεν μπορούμε.
Τότε ισχύει «Ζω δε ουκέτι εγώ».
Το ζεις και το φωνάζεις μέσα σου.
Ο Παύλος πια τρελάθηκε από τη χαρά του και το διαλαλούσε.
Μα αλλάζει ο Χριστός; Όπως ήταν τότε είναι και τώρα…
Γιατί μωρέ, αφού τα λέμε και τα αποφασίζουμε, ύστερα τι παθαίνουμε και γυρίζουμε στα ίδια και πρέπει να ξαναλέμε τα ίδια;
Πάρ’ το εγωιστικά και μην αφήνεις τον εαυτό σου να δίνει ικανοποίηση στο διάβολο.
Δώσου εξ ολοκλήρου στο Χριστό, με ένθερμο έρωτα, με λαχτάρα.
Μια συγκλονιστική μαρτυρική σκηνή με τον Άγιο Γεώργιο μας την περιγράφει ο Μητρ. Λεμεσού Αθάνασιος:
<<Αφού πύρωσαν σιδερένια παπούτσια (που μέσα είχαν καρφιά) και του τα φόρεσαν, έφεραν άλογα, Αραβικά άλογα, που τρέχουν πολύ, και τον έδεσαν πίσω από τα άλογα.
Κι άρχισαν να τρέχουν τα άλογα και αυτός έπρεπε ή να τρέξει ή αν έπεφτε κάτω θα γινόταν χίλια κομμάτια....
Και λέγει ο βίος του, “το πλήθος φώναζε εναντίον του Γεωργίου και ούρλιαζε και έκαναν αλαλαγμούς”.
Σκεφτείτε λοιπόν εκείνη την ατμόσφαιρα!
“Ο δε γενναίος μάρτυς του Χριστού, Γεώργιος” -λέγει το συναξάρι- “μετά πολλής προθυμίας έτρεχεν λέγων εις εαυτόν”, έλεγε στον εαυτό του: “Τρέχε Γεώργιε ίνα λάβεις τον ποθούμενο Κύριον.” Είχε μπροστά του, όχι το πλήθος, όχι τα άλογα, όχι την κακία των ανθρώπων αλλά τον ποθούμενο Κύριο.
Έτρεξε δε τόσο ώστε πέρασε και τα άλογα >>.
Μας κάνει εντύπωση δεν λέει στον εαυτό του απλά ‘’κάνε υπομονή’’, ‘’άντεξε’’, που στον καιρό της δοκιμασίας κι αυτό μαρτύριο είναι....
Λέει ‘’τρέξε’’!
Πως γίνεται να μη βλέπεις το μαρτύριο ως καταδίωξη και να το βλέπεις ως πορεία προς κάποιον που ποθείς;
Γίνεται όταν αλλάζει η θέα των γεγονότων... Όταν ο άνθρωπος σταθεί «επάνω στον Σταυρό» βλέπει αλλιώς....
Ο πόνος δεν εξαφανίζεται αλλά παύει να είναι το κέντρο.
Από εκεί πάνω όλα βλέπονται διαφορετικά....
Και φθάνει στο σημείο ο Γεώργιος που τον καταδιώκει η μανία του πονηρού τελικά να γίνεται εκείνος που καταδιώκει τον ηγαπημένο της καρδιάς του.....
Μα ο πόνος θα πει κανείς! Δεν πονούσαν οι μάρτυρες;
Φυσικά και υπέφεραν, δεν ανήκαν σε κάποια εξελιγμένη βιολογικά φυλή ανθρώπων που ένιωθαν τον πόνο λιγότερο.
Δεν χτίζουν τείχη, δεν οχυρώνονται. Πλησιάζουν αθόρυβα, σαν να πατούν σε χιόνι για να μην τρομάξουν την εσώτερη ησυχία σου.
Ξέρουν
πως η πιο δυνατή αγκαλιά είναι αυτή που αφήνει περιθώριο αναπνοής. Γι’
αυτό δεν σε κρατούν, σε στηρίζουν. Δεν σε συμβουλεύουν, σε ακούν σαν να
διαβάζουν βιβλίο που δεν θέλουν να τελειώσει.
Οι άνθρωποι-γέφυρες δεν φοβούνται τη σιωπή. Την τιμούν. Γιατί ξέρουν ότι τα πιο βαθιά λόγια δεν προφέρονται αισθάνονται.
Κάποιες φορές η λύση είναι απλά να σταματάς.
Να σταματάς να ασχολείσαι.
Να σταματάς να ασχολείσαι με πρόσωπα.
Να σταματάς να ασχολείσαι με πράγματα.
Να σταματάς να ασχολείσαι με μικρότητες, με γνώμες, με απόψεις, με «μούτρα», με «σου είπα και μου είπες»…
Και ναι, όταν θα το κάνεις αυτό, όλοι μπορεί, να πέσουν να σε φάνε…
‘’Τί άλλαξε’’, θα σε ρωτάν…‘’Δεν ήσουν έτσι εσύ…Κάτι έχεις. Κάτι τρέχει. Δεν είσαι καλά. Κάτι σου συμβαίνει…’’.
Και θα προσπαθούνε να ρίξουνε το μπαλάκι της ευθύνης πάνω σου…
“Σε κάποιο βιβλίο του π. Αντωνίου Μπλουμ λέει το εξής:
κάποια μέρα θα παρουσιαστώ στο δικαστήριο του Θεού και θα του πω: