Ὁ
Προφήτης Ἱερεμίας γεννήθηκε πιθανῶς κατὰ τὸ 650 π.Χ., στὴν μικρὴ πόλη
τῆς φυλῆς Βενιαμὶν Ἀναθώθ, βορειοανατολικὰ τῆς Ἱερουσαλήμ. Ὁ πατέρας του
ἦταν ἱερέας καὶ ὀνομαζόταν Χελκίας. Ἀνατράφηκε στὴν ἱερατικὴ αὐτὴ
οἰκογένεια μὲ αὐστηρότητα. Μελετοῦσε τοὺς πρὸ αὐτοῦ Προφῆτες Ἡσαΐα καὶ
Ὠσηέ.
Νεότατος στὴν ἡλικία, περίπου 23 – 25 ἐτῶν, περὶ τὸ 627 – 625
π.Χ., καλεῖται ἀπὸ τὸν Θεὸ στὸ προφητικὸ ἀξίωμα. Ἀνταποκρίνεται στὸ
θέλημα τοῦ Κυρίου καὶ ἔτσι τὸ ὄνομά του (Ἱερεμίας), ποὺ σημαίνει ὁ Θεὸς
ἀνυψώνει ἢ καθιστᾶ, ἐκφράζει καὶ τὴν ἀποστολή του.
Κατάπληκτος
ἀπὸ τὴν τιμὴ αὐτὴ ὁ Ἱερεμίας, ἀρνεῖται τὴν ὑψηλὴ τιμητικὴ κλήση,
προβάλλοντας τὶς ἀσθενεῖς νεανικές του δυνάμεις. Ὁ Θεὸς ὅμως ἐνισχύει
αὐτὸν ὑποσχόμενος, ὄχι ὑλικὲς ἀμοιβὲς καὶ τιμές, ἀλλὰ τὸ πολυτιμότερο
ὅλων: τὴ βοήθειά Του. Ὁ Ἱερεμίας ὑπακούει.
Ὁ
Προφήτης Ἱερεμίας καθαγιάσθηκε πρὶν ἀπὸ τὴ γέννησή του, ὅπως γράφει ὁ
Ἅγιος Ἱερώνυμος. Πράγματι, στὴν ἀρχὴ τοῦ προφητικοῦ του βιβλίου ὁ Ἴδιος ὁ
Θεὸς τοῦ λέγει: «Πρὸ τοῦ με πλάσαι σε ἐν κοιλίᾳ ἐπίσταμαί σε καὶ πρὸ τοῦ σε ἐξελθεῖν ἐκ μήτρας ἡγίακά σε, προφήτην εἰς ἔθνη τέθεικά σε».
Σὲ
τέσσερις περιόδους δυνάμεθα νὰ διαιρέσουμε τὴν δημόσια δράση του.
Πρώτον, ἐπὶ τοῦ βασιλέως Ἰωσίου πρὸ τῆς μετερρυθμίσεως (627 – 621 π.Χ.),
δεύτερον, ἐπὶ τοῦ βασιλέως Ἰωακεὶμ μέχρι τοῦ Σεδεκίου (609 – 598 π.Χ.),
τρίτον, ἐπὶ Σεδεκίου (598 – 586 π.Χ.) καὶ τέταρτον, μετὰ τὴν ἅλωση τῆς
Ἱερουσαλὴμ καὶ τὴν αἰχμαλωσία τοῦ Σεδεκίου.
Μετὰ
τὴν καταστροφὴ τοῦ βασιλείου τοῦ Ἰσραήλ, τὸ βασίλειο τοῦ Ἰούδα, ὅπου
βρισκόταν ὁ Προφήτης Ἱερεμίας, τελοῦσε ὑπὸ τὴν ἐπίδραση τῶν Ἀσσυρίων,
ὄχι μόνο πολιτικὰ ἀλλὰ καὶ θρησκευτικά. Ἡ πολυθεΐα τῶν Ἀσσυρίων εἶχε
εἰσχωρήσει στοὺς Ἰουδαίους, διότι ὁ βασιλέας Μανασσῆς (693 – 639 π.Χ.)
ἦταν ὑποτελὴς τῶν Ἀσσυρίων καὶ εἶχε παραδοθεῖ σὲ θρησκευτικὸ συγκρητισμὸ
καὶ σὲ εἰδωλολατρία. Ὅσες πόλεις ὑπῆρχαν στὴν Ἰουδαία, τόσοι ἦταν καὶ
οἱ θεοί, ὅσοι οἱ δρόμοι τῆς Ἱερουσαλήμ, τόσα θυσιαστήρια τοῦ Βαάλ.
Ὑπῆρχε ἡ εἰδωλολατρία τοῦ Μολὼχ μὲ τὰ ἀνθρώπινα θύματα. Στὶς αὐλὲς τοῦ
ναοῦ ἦταν θυσιαστήρια τῶν Ἀσσυρίων θεῶν καὶ τὸ εἴδωλο τῆς Ἀστάρτης.
Ὁ
Ἱερεμίας, ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ Ἰωσίου, ἀπὸ τὸ 627 π.Χ., ἐπέρχεται κατὰ
τῆς πολυθεΐας κηρύσσοντας τὸν Ἕνα καὶ Μόνο Ἀληθινὸ Θεὸ καὶ στηλιτεύοντας
τὴ διαφθορά. Ἐκτὸς τῆς εἰδωλολατρίας καὶ ἀνηθικότητας, ὁ Ἱερεμίας
πολεμάει κατὰ τὴν περίοδο αὐτὴ καὶ τοὺς ψευδοπροφῆτες, οἱ ὁποῖοι
παραπλανοῦσαν τὸν λαὸ μὲ ψευδεῖς προφητεῖες. Ὁ Προφήτης διαισθάνεται
κάποια μεταβολὴ τοῦ λαοῦ, κάποια μετάνοια, διότι στὴν πρόσκληση τοῦ
Θεοῦ, ὁ λαὸς ἀπαντᾶ: «Ἰδού, πρὸς Σὲ ἔρχομαι».
Ἡ μετάνοια ὅμως αὐτὴ ἦταν πρόσκαιρη λόγω τῆς ἀνομβρίας. Ὁ Προφήτης
πονάει, ὑποφέρει. Περιέρχεται σὲ ἀπόγνωση. Ὅμως ἡ μακροθυμία τοῦ Θεοῦ
δὲν ἐξαντλεῖται. Ὁ Θεὸς συμβουλεύει τὸν Προφήτη νὰ ἐρευνήσει τὴν ὑπὸ τοῦ
κακοῦ τρυγηθεῖσα ἄμπελο, τὸ λαό Του, μήπως εὕρει ρώγα σταφυλιοῦ,
κάποιον ἄνθρωπο εὐσεβή, ἀτρύγητο ἀπὸ τὸ κακό. Ἔτσι τονίζεται ἡ μεγάλη
ἀξία τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Προφήτης δὲν βρίσκει δυστυχῶς καμία ρώγα σταφυλιοῦ
ἀτρύγητη ἀπὸ τὸ κακό.
Στὴν ἄκαρπη αὐτὴ προσπάθεια τοῦ Προφήτη, ὁ Θεὸς
συνιστᾶ σὲ αὐτὸν καὶ πάλι νὰ συνεχίσει τὴν ἐργασία του, γιὰ νὰ πεισθεῖ
καὶ ὁ ἴδιος ὁ Προφήτης γιὰ τὸ ἀδιόρθωτο τοῦ λαοῦ καὶ τὴ δίκαιη τιμωρία
του. Ὁ Θεὸς παρομοιάζει τὸν Προφήτη μὲ μεταλλουργὸ ποὺ δοκιμάζει τὰ
μέταλλα καὶ φροντίζει ἀπὸ τὸ μεῖγμα νὰ ἐξαγάγει αὐτὰ ποὺ εἶναι εὐγενή,
δηλαδὴ τὸ χρυσὸ καὶ τὸν ἄργυρο. Μάταια ὅμως.
Ἐδῶ
τερματίζεται ἡ πρώτη περίοδος τῆς δράσεως τοῦ Προφήτη Ἱερεμίου. Κατόπιν
ἔρχεται ἡ κατάλυση τοῦ Ἀσσυριακοῦ βασιλείου διὰ τῆς πίστεως τῆς Νινευΐ
τὸ 621 π.Χ. Ὁ εὐσεβὴς βασιλέας Ἰωσίας, ἐπωφελούμενος ἀπὸ τὴν κατάρρευση
αὐτή, ἀνέλαβε πολιτικὴ ἐξωτερικῆς ἀνεξαρτησίας καὶ προέβη σὲ ἐσωτερικὲς
μεταρρυθμίσεις, γιὰ νὰ ὀρθώσει τὴν πίστη στὸν Θεό. Ὁ Ἱερεμίας, κατὰ τὸ
χρονικὸ διάστημα 621 – 608 π.Χ., ἀποσύρθηκε πιθανότατα σὲ μόνωση.
Χαρακτηριστικὸ τῆς ἀσκητικῆς του ζωῆς ἦταν ὅτι αὐτὸς «λινοῦν
περίζωμα εἶχε μόνον. Ὡς δὲ τὰ εὐτραφῆ τῶν σωμάτων γυμνούμενα
φανερωτέραν δείκνυσι τὴν ἀκμήν, οὕτω καὶ τῶν ἠθῶν τὸ κάλλος, μὴ
ἀνειλούμενον ἀπειροκάλοις φλυαρίαις, τὸ μεγαλοπρεπὲς ἐνδείκνυται».
Κατὰ
τὴν δεύτερη περίοδο τῆς δράσης του, ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ βασιλέως Ἰωακεὶμ
(609 – 598 π.Χ.), ὁ Προφήτης Ἱερεμίας στρέφεται κατὰ τῶν ἀτόπων τῆς
Ἰσραηλιτικῆς θρησκείας. Ὁ μαγικὸς χαρακτήρας, τὸν ὁποῖο ἀπέδιδαν οἱ
Ἰουδαῖοι στὸ ναὸ καὶ στὶς τελετές, τὸν ἐνοχλοῦσε. Ἔλεγε δέ, ὅτι «ὁ ναός, ὁ ὁποῖος χρησιμεύει νὰ καλύπτει τὰ κακουργήματα, εἶναι ὄχι ναὸς Θεοῦ, ἀλλὰ σπήλαιο λῃστῶν».
Κατὰ
τὸ πρῶτο ἔτος τῆς βασιλείας τοῦ Ἰωακείμ, σὲ κάποια μεγάλη ἑορτή,
ἐμφανίζεται ὁ Προφήτης Ἱερεμίας στὴν αὐλὴ τοῦ ναοῦ καὶ μέσα στὸ
ἐνθουσιῶδες ἀπὸ τὴ θέα τοῦ ναοῦ πλῆθος, προσβάλλει τὴν ἐσφαλμένη αὐτὴ
πίστη, τὴν ὁποία εἶχε ὁ λαὸς περὶ τοῦ ναοῦ καὶ κηρύσσει τὴν ἐπερχόμενη
καταστροφὴ τοῦ ναοῦ. Ὅλος ὁ λαὸς ἐξεγείρεται καὶ ζητεῖ τὸν θάνατό του.
Σώζεται μὲ τὴν ἐπέμβαση τοῦ Ἀχικάμ. Μεταβαίνει στὸ ἐργαστήριο τοῦ
κεραμέως καὶ παρατηρεῖ ὅτι ὁ κεραμέας μεταπλάσσει ὅσα ἀπὸ τὰ πήλινα
δοχεῖα δὲν ἀρέσουν σὲ αὐτόν.