"Και είναι ανάγκη να ονειρευόμαστε

«Διάσωσον ἀπὸ κινδύνων τοὺς δούλους σου, Θεοτόκε, ὅτι πάντες μετὰ Θεὸν εἰς σὲ καταφεύγομεν, ὡς ἄρρηκτον τεῖχος καὶ προστασίαν.»
Τι σημαίνει για εμάς σήμερα;
Πόσο ανθρώπινο είναι αυτό το «καταφεύγομεν»…
Δεν λέει απλώς ότι ερχόμαστε στην Παναγία.
Λέει ότι τρέχουμε κοντά Της.
Όπως τρέχει ένα παιδί στη μητέρα του όταν φοβηθεί.
Όταν όλα πηγαίνουν καλά, πολλές φορές ξεχνάμε ακόμη και να προσευχηθούμε.
Όταν όμως έρθει εκείνη η ώρα που δεν ξέρουμε πού αλλού να στραφούμε…
ένα όνομα βγαίνει σχεδόν μόνο του από τα χείλη:
Οἱ
παρακλήσεις πρός τή Θεοτόκο ἀναφέρουν τίς ἐπικλήσεις τῶν πιστῶν μέ
δεήσεις καί ἱκεσίες πρός τήν Παναγία γιά νά λάβουν τή βοήθειά Της στούς
καιρούς τῶν πειρασμῶν, τῶν πόνων, τῶν θλίψεων καί κάθε εἴδους προστασία
ἀπό τό θεῖο πρόσωπό Της. Καί τονίζεται χαρακτηριστικά: “Δέξαι
παρακλήσεις ἀναξίων σῶν ἱκετῶν”.
Πρῶτον,
παρακαλοῦμε τήν Παναγία μέ αἴσθημα πίστεως καί πόνου γιά νά μᾶς
βοηθήσει στή ζωή μας ἀπό τούς πειρασμούς, λέγοντάς της: “Πολλοῖς
συνεχόμενοις πειρασμοῖς, πρὸς Σὲ καταφεύγω, σωτηρίαν ἐπιζητῶν”.
Εἶναι πολλοί οἱ πειρασμοί πού παρασύρουν τόν πιστό στό κακό, στήν ἡδονή, στήν κακία, στήν ἐχθρότητα, στήν περιφρόνηση τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ καί τόν ὁδηγοῦν στήν πράξη τῆς ἁμαρτίας. Ὁ πειρασμός εἶναι ὁ προπομπός τῆς ἁμαρτίας γιά νά κλονισθεῖ ἡ πίστη μας καί νά ἀδιαφορήσουμε γιά τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό ζητᾶμε ἀπό τό Θεό: “καὶ μὴ εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν” καί ἀπό τήν Παναγία: “Πολλοῖς συνεχόμενος πειρασμοῖς, πρὸς Σὲ καταφεύγω, σωτηρίαν ἐπιζητῶν. Ὦ Μῆτερ τοῦ Λόγου καὶ Παρθένε, τῶν δυσχερῶν καὶ δεινῶν με διάσωσον”.
Δεύτερον, ζητᾶμε ἀπό τήν Παναγία νά μᾶς ἐλευθερώσει ἀπό τά πάθη μας: “Παθῶν με ταράττουσι προσβολαί, πολλῆς ἀθυμίας ἐμπιπλῶσαί μου τὴν ψυχήν”. Ὅπως τό πάθος τῆς ὑπερηφανείας, τοῦ θυμοῦ, τῆς ζήλειας, τοῦ φθόνου, τῆς κατακρίσεως, τῆς πολυλογίας, τῆς γαστριμαργίας κ.ἄ. βασανίζουν τήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου καί τήν καθιστοῦν ἀκάθαρτη.
Ὁ ἀγώνας τοῦ χριστιανοῦ πρέπει νά εἶναι καθημερινός γιά νά παραμένει ἥσυχος καί γαλήνιος στήν ψυχή του, χωρίς νά τόν καταδικάζει γιά τίποτα ἡ συνείδησή του. Γι’ αὐτό ζητᾶμε νά μᾶς θεραπεύσει τίς ἀσθένειες τῆς ψυχῆς μας λέγοντας: “Ἴασαι ἁγνή, τῶν παθῶν μου τὴν ἀσθένειαν”.
Τρίτον, ζητᾶμε ἀπό τήν Παναγία νά μᾶς ἐλευθερώσει ἀπό τούς κινδύνους τῆς καθημερινῆς ζωῆς μας διά τῆς θείας προστασίας Της, λέγοντάς Της: “Διάσωσον, ἀπὸ κινδύνους τοὺς δούλους Σου Θεοτόκε”. Πολλοί οἱ κίνδυνοι τοῦ ἀνθρώπου πού φέρουν εὔκολα τή συμφορά στή ζωή του. Ἀτυχήματα, ἐπαγγελματικές δυσκολίες, οἰκογενειακές ἀκαταστασίες κ.ἄ. Γι’ αὐτό παρακαλοῦμε τήν Παναγία νά μᾶς λυτρώσει ἀπό τούς κινδύνους μέ τήν προστασία Της καί νά γίνει “πύργος ἀσφαλείας”, “τεῖχος ἀπροσμάχητον”.

του Πρεσβυτέρου Νικολάου Γονιδάκη
Τη διαχρονική ευθύνη που φέρουμε έναντι του Θεού θέλει να μας υπενθυμίσει σήμερα ο Απόστολος Παύλος μέσα από το αποστολικό ανάγνωσμα (Α’ Κορ. γ’ 9 – 17), αγαπητοί μου αδελφοί.
Θέλει να αποδομήσει κάθε έννοια πρωτοκαθεδρίας και να μας τονίσει πως όλοι μας, έχοντας λάβει το Πανάγιο Πνεύμα, είμαστε συνεργοί στο οικοδόμημα του Θεού.
Δεν είμαστε παθητικοί παρατηρητές, αλλά ενεργοί συνεργάτες Του στο έργο της προσωπικής μας σωτηρίας, αλλά και της οικοδομής της Εκκλησίας.
Χαρακτηριστικά, παρουσιάζει ολόκληρο το έργο του Θεού ως μία οικοδομή. Είναι γνωστό πως, για να ανεγερθεί ένα οικοδόμημα, απαιτείται η συνεργασία πολλών εργαζομένων διαφορετικών ειδικοτήτων, οι οποίοι εργάζονται με ενότητα και κοινό σκοπό, ώστε να φέρουν εις πέρας ένα άρτιο αποτέλεσμα.
Δεν αρκεί, όμως, να κατασκευάσουμε κάτι που εξωτερικά φαίνεται όμορφο και εντυπωσιακό, γιατί στους πειρασμικούς σεισμούς ένα τέτοιο οικοδόμημα εύκολα θα καταρρεύσει.
Το σημαντικότερο όλων είναι να ξεκινήσουμε από τα θεμέλια, τα οποία πρέπει να είναι γερά και ακλόνητα, ώστε το οικοδόμημα να αντέχει κάθε δοκιμασία, κάθε άνεμο, κάθε βροχή και κάθε πύρινη δοκιμή, παραμένοντας σταθερό και ακέραιο εις τον αιώνα.
Έτσι, ο Απόστολος Παύλος υπενθυμίζει στους πιστούς της Κορίνθου πως τα θεμέλια έχουν ήδη τεθεί.
Τα έθεσε ο ίδιος, όπως και όλοι οι Απόστολοι, και στη συνέχεια οι διάδοχοί τους, οι Επίσκοποι, οι Ιερείς, οι Μοναχοί και οι Μοναχές, που μέχρι σήμερα συνεχίζουν αδιάκοπα το έργο της Εκκλησίας.
Πρέπει, όμως, να προσέξουμε κάτι πολύ σημαντικό. Ο Παύλος δεν το αναφέρει αυτό από εγωισμό ούτε για να προβάλει τον εαυτό του.
Αντιθέτως, ομολογεί πως, αφού έλαβε τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος κατά την προσωπική του συνάντηση και κλήση από τον ίδιο τον Χριστό, αξιώθηκε του φωτισμού και του ανατέθηκε η ευθύνη αυτής της ιερής διακονίας.
Από εκεί και πέρα, όμως, η ευθύνη αυτή μεταβιβάζεται και διαμοιράζεται σε όλους εμάς, που αποτελούμε το πλήρωμα της ζώσας Εκκλησίας.
Εκεί ακριβώς καλούμαστε να σταθούμε με προσοχή και υπευθυνότητα, αναλογιζόμενοι με ποιον τρόπο θα συνεχίσουμε αυτό το Θεόδοτο δώρημα, του οποίου τους καρπούς απολαμβάνουμε πρώτοι εμείς οι ίδιοι.
Σε ένα από τα πιο εντυπωσιακά θαύματά Του ο Χριστός περπατά επάνω στα κύματα της θάλασσας, για να γλιτώσει τους μαθητές Του από την τρικυμία και από τον φόβο. Ο Πέτρος του ζητά να βαδίσει και εκείνος στα κύματα, για να Τον συναντήσει και ο Χριστός συγκατανεύει.
Και ενώ, αρχικά, ο Πέτρος ζει το θαύμα της υπέρβασης του φυσικού νόμου, μόλις αφήνει τον εαυτό του στον νου και στις αισθήσεις, νιώθει τον φόβο να τον κυριεύει και αρχίζει να καταποντίζεται.
Και ο Χριστός του απλώνει το χέρι, τον κρατά και τον επαναφέρει στην υπέρβαση, λέγοντάς του «ολιγόπιστε, γιατί σε κυρίεψε η αμφιβολία;».
Ολιγόπιστοι είμαστε οι περισσότεροι χριστιανοί σήμερα. Απέναντι στα κύματα της ζωής, που έχουν να κάνουν με τη δύναμη του κόσμου και του πολιτισμού, που ομνύει στην ελευθερία και, την ίδια στιγμή, την υπονομεύει, καθώς βάζει στο τραπέζι πλήθος πειρασμών, για να αισθανθεί ο άνθρωπος ανεξάρτητος του Θεού, χωρίς όμως να κατανοεί ότι η υπόδουλη στο «εγώ και μόνο» καρδιά, αργά ή γρήγορα, παραδίδεται στον φόβο, είτε της έλλειψης ή εξάντλησης των προαπαιτούμενων για ευτυχία είτε για τον χρόνο που καλπάζει αδυσώπητα είτε για τις πιέσεις που υφίσταται από τους άλλους, ο χριστιανός έχει να αντιτάξει την πίστη στον Χριστό.
Και πίστη σημαίνει εμπιστοσύνη. Σημαίνει αναφορά στο πρόσωπο του Χριστού. Μετοχή στη ζωή της Εκκλησίας, στην οποία ή πιστεύεις και προχωράς πέρα από τα μέτρα της καθημερινότητας ή παρηγοριέσαι με την κοινωνία των άλλων ανθρώπων, όπως των υπόλοιπων μαθητών, που δεν έφτανε μεν στον Πέτρο, αλλά, τουλάχιστον, ήταν μία κάποια στήριξη. Σημαίνει υπομονή στις θλίψεις. Ό,τι κι αν συμβεί, ο Χριστός θα έρθει.

Τὸ γεγονὸς αὐτὸ συνέβη στὰ χρόνια ποὺ οἱ μεγάλοι διωγμοὶ τῶν πρώτων χριστιανῶν εἶχαν κοπάσει καὶ αὐτοκράτωρ ἦταν ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος.
Τότε, ὁ Ἅγιος Στέφανος φανερώθηκε τρεῖς φορὲς σὲ κάποιον εὐσεβῆ γέροντα ἱερέα, τὸ Λουκιανό, καὶ τοῦ ἀποκάλυψε τὸν τόπο, ὅπου ἦταν κρυμμένο τὸ λείψανό του.
Αὐτὸς ἀμέσως τὸ ἀνέφερε στὸν Πατριάρχη Ἱεροσολύμων Ἰωάννη, ποὺ μὲ τὴ σειρὰ του πῆγε στὸν ὑποδεικνυόμενο τόπο καὶ πράγματι βρῆκε τὸ Ἱερὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου Στεφάνου.
Κατὰ τὴν εὕρεση ἔγινε μεγάλος σεισμός, καὶ τὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου πλημμύρισε εὐωδία τοὺς παρευρισκόμενους στὸν τόπο ἐκεῖνο.
Λέγεται ὅτι ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἀκούστηκαν ἀγγελικὲς φωνές, ποὺ ἔλεγαν «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῶ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία». Δηλαδή, δόξα ἂς εἶναι στὸ Θεό, στὰ ὕψιστα μέρη τοῦ οὐρανοῦ καὶ στὴν ταραγμένη ἀπὸ τὴν ἁμαρτία γῆ ἂς βασιλεύσει ἡ θεία εἰρήνη, διότι ὁ Θεὸς φανέρωσε τὴν εὐαρέσκειά Του στοὺς ἀνθρώπους, μὲ τὴν ἐνανθρώπιση τοῦ Υἱοῦ Του.
Φανέρωναν, ἔτσι, οἱ ἄγγελοι περίτρανα ὅτι ὁ πρωτομάρτυρας Στέφανος μαρτύρησε γιὰ τὴν ἀγάπη καὶ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ.
Ἀργότερα, τὰ λείψανα τοῦ Ἁγίου μεταφέρθηκαν ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴμ στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἐναποτέθησαν στὸν – ἐπ’ ὀνόματι αὐτοῦ – ἀνεγερθέντα Ναὸ ὑπὸ τοῦ Μ. Κωνσταντίνου.
Ο Δεκαπενταύγουστος είναι μια περίοδος του Εκκλησιαστικού
έτους, κατά την οποία η ορθόδοξη ψυχή στρέφει τα μάτια με
βαθειά κατάνυξη προς την Υπεραγία Θεοτόκο.
Επί δεκαπέντε ημέρες, πριν από την εορτή της Κοιμήσεως, σημαίνουν οι καμπάνες την ώρα του δειλινού και τα πλήθη των πιστών πάνε να ψάλλουν τον Μικρό και τον Μεγάλο Παρακλητικό Κανόνα.
Ανάλογη κατάνυξη έχει βέβαια και η περίοδος των Χαιρετισμών της Παναγίας. Αλλά ενώ στους Χαιρετισμούς κυριαρχεί ο υμνολογικός τόνος, η θριαμβική δοξολόγηση των απείρων χαρίτων της «Μητρός του Θεού γενομένης», στους Παρακλητικούς Κανόνες του Δεκαπενταυγούστου κυρίαρχος τόνος είναι το πένθος και η οδύνη της βαρυαλγούσης ψυχής του πιστού που ζητά παράκληση και παρηγοριά από την Παναγία.
Οι Παρακλητικοί Κανόνες, ο Μικρός και ο Μέγας η απλώς η Μικρή και η Μεγάλη Παράκληση - επειδή δια των ύμνων αυτών οι πιστοί παρακαλούν την Παναγία να ακούση και να ικανοποιήση τα αιτήματά τους - ψάλλονται μετά την Ακολουθία των εσπερινών του Δεκαπενταυγούστου, εναλλάξ, δηλαδή την μία μέρα ψάλλεται η Μεγάλη και την άλλη η Μικρή.
Μόνο κατά τους εσπερινούς των Σαββάτων και της Εορτής της Μεταμορφώσεως του Κυρίου δεν ψάλλονται οι Παρακλήσεις και τούτο επειδή το περιεχόμενό τους είναι πένθιμο και ικετευτικό και δεν συμφωνεί προς το χαρμόσυνο ύφος των εορταστικών αυτών ύμνων.
Εκτός, όμως, από την περίοδο του Δεκαπενταυγούστου η Μικρή, ιδίως, Παράκληση ψάλλεται συχνά, «εν πάση περιστάσει και θλίψει ψυχής», είτε στους ιερούς Ναούς, είτε και κατ' οίκον, από τους πιστούς, οι οποίοι επιθυμούν να ικετεύσουν δι' αυτής την Θεοτόκο και να επικαλεσθούν την μεσιτεία της.
Πόσες φορές σταθήκαμε μπροστά στην Παναγία και Της είπαμε:
«Κάνε ένα θαύμα, Παναγία μου…»
Να γίνει καλά ο άνθρωπός μας.
Να λυθεί το πρόβλημα.
Να ανοίξει εκείνη η πόρτα.
Να φύγει ο φόβος.
Να αλλάξει αυτό που μας πονά.
Και περιμένουμε…
Όμως υπάρχουν φορές που το θαύμα δεν έρχεται όπως το φανταστήκαμε.
Γιατί ίσως το μεγαλύτερο θαύμα δεν είναι πάντοτε να αλλάξει ο Θεός αυτό που συμβαίνει γύρω μας.
Ίσως είναι να αλλάξει εμάς μέσα σε αυτό που συμβαίνει.
Έρχεται ο Αύγουστος…
Και μοιάζει σαν να αλλάζει η ανάσα του κόσμου. Ο ήλιος καίει το χώμα, μα οι καρδιές δροσίζονται.
Οι δρόμοι μυρίζουν θυμάρι, βασιλικό και λιβάνι. Οι καμπάνες δεν χτυπούν απλώς… μιλούν.
Και λένε σε κάθε ψυχή:
«Η Μάνα σε περιμένει…»
Υπάρχουν μήνες που περνούν σαν τις σελίδες ενός ημερολογίου.
Κι υπάρχει κι ο Αύγουστος…
Που δεν περνά. Μένει μέσα σου.
Γίνεται παιδική ανάμνηση, δάκρυ, προσευχή, επιστροφή.
Είναι
ο μήνας που ακόμη κι εκείνος που είχε χρόνια να περάσει το κατώφλι μιας
εκκλησίας, θα σταθεί για λίγο μπροστά στην εικόνα Της.
Θα ανάψει ένα κερί…
Και χωρίς να το καταλάβει, θα πει χαμηλόφωνα: «Παναγία μου… βοήθα με.»
Πόσες φορές άραγε άκουσε αυτή τη φράση;
Εκατομμύρια…
Κι όμως δεν κουράστηκε ποτέ να σκύβει πάνω από τον ανθρώπινο πόνο.
Δεν κουράστηκε να γίνεται παρηγοριά. Δεν κουράστηκε να είναι Μάνα.
Αν
μπορούσαμε να δούμε τον κόσμο με τα μάτια των Αγγέλων, ίσως να βλέπαμε
κάθε βράδυ του Αυγούστου την Παναγία να περπατά αθόρυβα πάνω από τις
πόλεις και τα χωριά.
Να μπαίνει σε ένα δωμάτιο νοσοκομείου και να χαϊδεύει το μέτωπο ενός παιδιού.
Να κάθεται δίπλα σε μια μάνα που προσεύχεται σιωπηλά.
Να στέκεται κοντά στον άνθρωπο που αποκοιμήθηκε με τα μάτια βουρκωμένα, γιατί δεν είχε πια δύναμη ούτε να προσευχηθεί.
Και τότε…
Να κάνει Εκείνη την προσευχή για λογαριασμό του.
Γιατί αυτό κάνουν οι μάνες.
Προσεύχονται ακόμη κι όταν τα παιδιά τους δεν μπορούν.
Κάποιος θα με ρωτήσει:
Τι είναι τελικά ο Αύγουστος;
Και θα του απαντήσω…
Στη νηστεία της Παναγίας νηστεύουμε κρέας, γαλακτερά, ψάρι, λάδι, κρασί. Ας δούμε περισσότερες λεπτομέρειες από διάφορες πηγές.
Από
την 1η Αυγούστου μέχρι και την 14η Αυγούστου νηστεύουμε προς τιμήν της
εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, της μεγαλύτερης Θεομητορικής εορτής
της Εκκλησιας μας.
Η νηστεία αυτή είναι αυστηρή. Νηστεύουμε από λάδι
όλες τις ημέρες. Κατάλυση οίνου και ελαίου έχουμε μόνο τα Σάββατα και
τις Κυριακές που παρεμβάλλονται.
Ψάρι καταλύουμε μόνο στην εορτή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος μας (6 Αυγούστου).
Εάν η ημέρα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (15 Αυγούστου) συμπέσει ημέρα Τετάρτη ή Παρασκευή, τρώμε μόνο ψάρι και όχι κρέας.
2.Η
Κοίμηση της Θεοτόκου εορτάζεται στις 15 Αυγούστου. Στην Ελλάδα
γιορτάζεται με ιδιαίτερη λαμπρότητα σε πολλά μέρη της χώρας, ονομάζεται
δε και «Πάσχα του καλοκαιριού».
Κατά την παράδοση,
όταν η Παναγία πληροφορήθηκε άνωθεν τον επικείμενο θάνατό της,
προσευχήθηκε στο όρος των Ελαιών, ετοιμάστηκε και ανέφερε το γεγονός
στους Αποστόλους. Επειδή κατά την ημέρα της κοίμησης δεν ήταν όλοι οι
Απόστολοι στα Ιεροσόλυμα, μια νεφέλη τους άρπαξε και τους έφερε κοντά
της. Την τοποθέτησαν στο μνήμα της Γεσθημανής. Μετά από τρεις μέρες ο
τάφος ήταν άδειος. Η Παναγία ανελήφθη στους ουρανούς.