“Βλέποντας
την εικόνα της Παναγίας, αφιέρωσε την καρδιά σου
σ' Αυτήν που βασιλεύει στον Παράδεισο και ευχαρίστησέ Την,
γιατί στάθηκε πάντα έτοιμη στο θέλημα του Θεού και γιατί δεν λείπει
“Βλέποντας
την εικόνα της Παναγίας, αφιέρωσε την καρδιά σου
σ' Αυτήν που βασιλεύει στον Παράδεισο και ευχαρίστησέ Την,
γιατί στάθηκε πάντα έτοιμη στο θέλημα του Θεού και γιατί δεν λείπει
Τι παράξενη φράση.
Έφυγες, αλλά δεν μας άφησες.
Ίσως
γιατί η αληθινή αγάπη κάνει κάτι που δυσκολεύεται να καταλάβει η
λογική: μετατρέπει την απουσία σε έναν άλλο τρόπο παρουσίας.
Δεν
αγαπάμε μόνο ό,τι βλέπουμε και αγγίζουμε. Υπάρχουν άνθρωποι που έφυγαν
από τη ζωή μας κι όμως εξακολουθούν να κατοικούν μέσα μας περισσότερο
από ανθρώπους που συναντάμε κάθε μέρα.
Γιατί
ο άνθρωπος δεν είναι μόνο ένα σώμα που βρίσκεται δίπλα μας. Είναι
σχέση. Είναι μνήμη. Είναι παρουσία μέσα στην καρδιά του άλλου.
Κι
ίσως εδώ βρίσκεται κάτι βαθιά ελληνικό. Ο λαός μας δεν έμαθε την
Παναγία ως μια θεολογική ιδέα. Την έκανε σχέση. Της μίλησε σαν να μιλά
στη μάνα του. Της άναψε καντήλια, της πήγε τάματα, έκλαψε μπροστά στην
εικόνα της και στις δύσκολες ώρες δεν είπε μια θεολογική πρόταση.
Είπε δύο λέξεις: «Παναγία μου…»
Και ίσως αυτό το «μου» να κρύβει ολόκληρη θεολογία.
Γιατί σημαίνει: έχω κάπου να ανήκω. Υπάρχει κάποιος που με χωρά ακόμη.
Η Παναγία δεν εγκατέλειψε τον κόσμο επειδή ακριβώς δεν έπαψε να σχετίζεται μαζί του.
του Φώτη Κόντογλου
Η Παναγία είναι το πνευματικό στόλισμα της ορθοδοξίας. Για μας τους
Έλληνες είναι η πονεμένη μητέρα, η παρηγορήτρια κ’ η προστάτρια, που μας
παραστέκεται σε κάθε περίσταση.
Σε κάθε μέρος της
Ελλάδας είναι χτισμένες αμέτρητες εκκλησιές και μοναστήρια, παλάτια
αυτηνής της ταπεινής βασίλισσας, κι’ ένα σωρό ρημοκλήσια, μέσα στα
βουνά, στους κάμπους και στα νησιά, μοσκοβολημένα από την παρθενική και
πνευματική ευωδία της.
Μέσα στο καθένα απ’ αυτά
βρίσκεται το παληό και σεβάσμιο εικόνισμά της με το μελαχροινό και
χρυσοκέρινο πρόσωπό της, που το βρέχουνε ολοένα τα δάκρυα του
βασανισμένου λαού μας, γιατί δεν έχουμε άλλη να μας βοηθήσει, παρεκτός
από την Παναγία, «άλλην γαρ ουκ έχομεν αμαρτωλοί προς Θεόν εν κινδύνοις
και θλίψεσιν αεί μεσιτείαν, οι κατακαμπτόμενοι υπό πταισμάτων πολλών».
Το
κάλλος της Παναγίας δεν είναι κάλλος σαρκικό, αλλά πνευματικό, γιατί
εκεί που υπάρχει ο πόνος κ’ η αγιότητα, υπάρχει μονάχα κάλλος
πνευματικό. Το σαρκικό κάλλος φέρνει τη σαρκική έξαψη, ενώ το πνευματικό
κάλλος φέρνει κατυάνυξη, σεβασμό κι’ αγνή αγάπη.
Αυτό
το κάλλος έχει η Παναγία. Κι ‘ αυτό το κάλλος είναι αποτυπωμένο στα
ελληνικά εικονίσματά της που τα κάνανε άνθρωποι ευσεβείς οπού νηστεύανε
και ψέλνανε και βρισκόντανε σε συντριβή καρδίας και σε πνευματική
καθαρότητα.
Πρώτου
προσκύνησης την εικόνα της Παναγίας απόψε παραμονή δεκαπενταύγουστου
σκέψου πόσο ανθρώπινη είναι αυτή η στιγμή. Μην σταθείς μόνο στην
ευλάβεια του εθίμου· άφησε την καρδιά σου να σπάσει λίγο, να μαλακώσει.
Σκέψου
πως εκείνη η μορφή στο παλιό ξύλο δεν ζητάει από εσένα τέλειες
προσευχές, ούτε μεγάλες κουβέντες. Ξέρει τι σημαίνει να πονάς σιωπηλά,
να βλέπεις αυτό που αγαπάς να δοκιμάζεται, να νιώθεις το στήθος σου να
σφίγγεται από τον φόβο για το αύριο.
Είναι η μάνα που χωράει στην αγκαλιά της όλες τις ορφάνιες του κόσμου, όλες τις ματαιώσεις, όλα τα «γιατί» που δεν βρήκαν ποτέ απάντηση.

“Καλή Παναγιά” σημαίνει “καλή παρηγοριά”,
“καλή απαντοχή”, “καλή ελπίδα”,
“καλό ταξίδι στην πορεία…στον δρόμο
που θα βρει απάγκιο (και φέτος) στον Δεκαπενταύγουστο”.
“Καλή Παναγιά” πάει να πει να βγούμε να Την συναντήσουμε
στους δρόμους που έχει πάρει για να βρει Εκείνη τους αναγκεμένους.

του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Μεσσηνίας, Χρυσοστόμου Σαββάτου, Καθηγητού Πανεπιστημίου Αθηνών
Η γυναίκα ως μητέρα και σύζυγος
Η μητρότητα είναι ίσως η πιο αθόρυβη και συγχρόνως η πιο δυνατή ισχυρή λειτουργία μέσα στην οικογένεια.
Δεν εξαντλείται στη φροντίδα των παιδιών, αλλά γίνεται τρόπος ζωής, προσφοράς, υπομονής και αγάπης, η οποία απλώνεται σε ολόκληρη την οικογένεια και συχνά ξεπερνά τα όριά της.
Παραμονές της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, το πρόσωπο της Παναγίας μάς θυμίζει αυτή ακριβώς τη διάσταση της μητρότητας: την αγάπη που συνοδεύει, στηρίζει και παραμένει κοντά στον άνθρωπο σε κάθε στιγμή της ζωής του.
Μέσα σε αυτό το φως αποκτούν ιδιαίτερη αξία και οι απλές, καθημερινές μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν από κοντά μια τέτοια οικογενειακή σχέση.
Δανείζομαι την περιγραφή ενός γιού στο πώς βίωνε τις σχέσεις των γονέων του. «Συμπλήρωναν ο ένας τον άλλον. Η μητέρα μας ακολουθούσε τον πατέρα μας σε όλες του τις αποφάσεις, αλλά και ο πατέρας μας δεν μπορούσε να αποφασίζει χωρίς την μητέρα μας.
Ήταν πάντοτε μαζί. Ο ένας για τον άλλον, αλλά μαζί και για τον πλησίον. Η μητέρα μας ζούσε σε απόλυτη αρμονία με τον αγαπητό της σύζυγο. Για τα παιδιά της ήταν μία γλυκειά και τρυφερή μητέρα, γιαγιά και προγιαγιά. Μεγάλοι και μικροί σαν σε μυθιστόρημα. Όλοι φιλοξενήθηκαν με εγκαρδιότητα και τιμή».
Η απλή αλλά ουσιαστική περιγραφή καταδεικνύει, ότι αυτό το οποίο χαρακτηρίζουμε ως «ανδρόγυνο», σχέση, δηλαδή, άνδρα και γυναίκας σε έναν κοινόν οίκο, καθορίζεται από την συναντίληψη και ενότητα, όχι μόνο «σαρκός και αίματος», αλλά και έργων, δράσεων, σκέψεων, αποφάσεων, ενεργειών, και αντιλήψεων, αφού υπηρετούν έναν κοινό σκοπό, την δημιουργία, την ανάπτυξη και την προσφορά στην μικρογραφία μιάς κοινωνίας, των μελών μιάς οικογένειας.
Αντίθετα, εάν σ’ αυτόν τον κοινόν οίκο, ο άνδρας και η γυναίκα βρίσκονταν σε διάσταση και σύγκρουση, τότε δεν θα προχωρούσε τίποτε, θα έμενε ο οίκος στάσιμος και ακυβέρνητος και σε άσχημη κατάσταση, όπως λέει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, είναι ένα αφύσικο καράβι που θαλασσοδέρνεται.
Απολύτως ευκταία και προτιμηταία, συνεπώς, η συζυγική αρμονία, ομόνοια, ενότητα και συνεργασία ως συνισταμένη μιάς συνεχούς κατάστασης αγώνος και αλληλοπεριχωρήσεων.
Ένας διττός αγώνας, αντικείμενος σε κάθε μορφής εξουσίας, με την οποία επιδιώκεται η θυσία των άλλων προς ικανοποίηση ατομικών απόψεων και προτιμήσεων, συγκείμενος όμως στην κατάκτηση του πραγματικού νοήματος της συμβίωσης και της ομοζυγίας.
Στον γάμο είναι ανοίκεια η εξουσιαστική δύναμη, όπως ακριβώς ισχύει και στην Εκκλησία και στην κατά Χριστόν σωτηρία.
Στον γάμο υπάρχει αμοιβαιότητα, ισότητα και μία αξιοπρόσεκτη ισοτιμία μεταξύ των συζύγων, γιαυτό είναι συγχρόνως και ομόζυγοι.
Υπ’ αυτήν την προοπτική ο πραγματικός και ουσιαστικός γάμος δεν είναι μία απλή μορφή συμβίωσης αλλά είναι ένα συνεχές και δυναμικό γεγονός, πάντοτε με θετικό πρόσημο στην πορεία του, όταν μάλιστα βρίσκεται σε αναφορά προς τις διανθρώπινες σχέσεις και την κοινωνία.
Σ’ αυτή την ισορροπία των ομοζύγων σχέσεων η γυναίκα, ως μητέρα και σύζυγος, καλείται να διαδραματίσει έναν σημαντικό ρόλο, να συμπληρώσει τον σύζυγό της στον κοινό τους αγώνα για την βιοτική μέριμνα της οικογένειας του, να καταστεί ασφαλής και σταθερός βοηθός και συνεργάτης του συζύγου της.
Η Παναγία είναι και σήμερα ζωντανή. Και όχι μόνο ζει, αλλά και ζωοποιεί και θεραπεύει, αν είναι προς το συμφέρον της ψυχής, τους πιστούς που προσεύχονται σ’ Αυτήν.
Τι σημαίνουν τα θαύματα από τις εικόνες της Παναγίας; Σημαίνουν ότι η Δέσποινα Θεοτόκος, η Μητέρα του Σωτήρα μας, πάντα ακούει τις προσευχές που με πίστη και ταπεινή καρδιά της απευθύνονται ενώπιον των εικόνων της.
Σήμερα, καθώς στόλιζα την εκκλησία για τη μεγάλη εορτή της Κοιμήσεως της Παναγίας μας, κατέβασα το κέντημα της Κοιμήσεώς της και το τοποθέτησα επάνω στην Αγία Τράπεζα.
Στάθηκα για λίγο μπροστά της και την προσκύνησα.
Και
εκείνη τη στιγμή, μέσα στη σιωπή του ναού, άρχισαν να γεννιούνται μέσα
μου λόγια και ερωτήματα. Ερωτήματα για την Κοίμησή της, για τον θάνατο
και την Ανάσταση, για τη δική μου σωτηρία, για τους ανθρώπους που
αγαπούμε, αλλά και για τη σωτηρία ολόκληρου του κόσμου.
Και χωρίς να το καταλάβω, τα ερωτήματα έγιναν ένας εσωτερικός διάλογος μαζί της.
Ένας
διάλογος που ασφαλώς δεν διεκδικεί κάποια αποκάλυψη ή όραμα. Είναι ένας
νοερός, πνευματικός διάλογος μιας ψυχής με τη Μητέρα του Κυρίου,
γεννημένος από όσα η Εκκλησία μας διδάσκει και από όσα η ανθρώπινη
καρδιά τολμά κάποτε να ψιθυρίσει μπροστά στην εικόνα της.
Και σκέφτηκα να τον μοιραστώ μαζί σας.
Ίσως, μέσα σε κάποια από αυτά τα ερωτήματα, αναγνωρίσετε και τα δικά σας.
" Μητέρα, πριν φύγεις… θα σωθώ; "
Σημερα προπαραμονή της Κοιμήσεως.
Ο ναός είχε άδειος
Τα
καντήλια έκαιγαν μπροστά στην εικόνα της και η μυρωδιά από το λιβάνι
είχε μείνει ακόμη μέσα στο Ιερό. Έξω ο κόσμος συνέχιζε κανονικά.
Αυτοκίνητα, φωνές, τηλέφωνα, ειδήσεις, αγωνίες, πόλεμοι, αρρώστιες,
άνθρωποι που έτρεχαν χωρίς να ξέρουν πάντοτε πού πηγαίνουν.
Κι εγώ έμεινα μόνος απέναντί της.
Την κοίταξα πολλή ώρα.
— Παναγία μου…
Σιωπή.
—
μεθαύριο θα ψάλλουμε την Κοίμησή σου. Θα γεμίσουμε τον ναό λουλούδια.
Θα ψάλουμε τα εγκώμιά σου. Θα μιλήσουμε για τους Αποστόλους που
συγκεντρώθηκαν γύρω από την κλίνη σου, για τον Υιό σου που παρέλαβε την
αγία ψυχή σου, για τον τάφο που δεν μπόρεσε να σε κρατήσει.
Κι όμως εγώ απόψε δεν ήρθα να σου μιλήσω γι’ αυτά.
Ήρθα να σε ρωτήσω κάτι για μένα.
Θα σωθώ, Παναγία μου;
Και μέσα στη σιωπή ένιωσα σαν να μου απαντούσε:
— Γιατί με ρωτάς αν θα σωθείς και δεν ρωτάς αν αγαπάς τον Υιό μου;
— Γιατί φοβάμαι.
— Τι φοβάσαι;
— Τον θάνατο. Την Κρίση. Τις αμαρτίες μου. Όσα έκανα και όσα δεν έκανα. Όσα θυμάμαι και, περισσότερο, όσα έχω ξεχάσει.
— Κι εγώ γνώρισα τον πόνο του θανάτου.
— Εσύ;
—
Η Εκκλησία δεν ονομάζει τη σημερινή εορτή «θάνατό» μου. Την ονομάζει
Κοίμηση. Όχι επειδή δεν πέρασα από τον θάνατο, αλλά επειδή μετά την
Ανάσταση του Υιού μου ο θάνατος δεν είναι πια το τελευταίο δωμάτιο της
ανθρώπινης υπάρξεως.
Είναι πόρτα.
Ο Υιός μου μπήκε μέσα στον θάνατο και τον γέμισε ζωή.
Γι’ αυτό κι εσύ, όταν κοιτάζεις έναν τάφο, μη βλέπεις μόνο χώμα.
Να θυμάσαι την Ανάσταση.
— Εύκολο είναι να το λες, Μητέρα μου..
— Όχι, παιδί μου. Δεν ήταν εύκολο ούτε για μένα να στέκομαι κάτω από τον Σταυρό.
Είδα τα χέρια που αγκάλιασα βρέφος να καρφώνονται.
Είδα το πρόσωπο που φιλούσα να γεμίζει αίματα.
Άκουσα τον κόσμο να χλευάζει Εκείνον που εγώ γνώριζα ότι ήταν η Ζωή του κόσμου.
Και δεν μου εξηγήθηκαν όλα εκείνη την ώρα.
Έμεινα σιωπηλή!!
Αυτό κάνει πολλές φορές η πίστη.
Μένει κάτω από τον Σταυρό, όταν ακόμη δεν έχει φανεί η Ανάσταση.
— Κι εγώ όμως δεν είμαι σαν εσένα.
— Ούτε σου ζητήθηκε να γίνεις εγώ.
— Είμαι αμαρτωλός.
— Γι’ αυτό ήρθε ο Υιός μου.
— Έπεσα πολλές φορές.
— Σήκω.
— Και ξανάπεσα.
— Ξανασήκω.
— Κι αν πέσω πάλι;
— Πάλι να σηκωθείς.
Τότε σώπασα.
Και ύστερα της είπα αυτό που φοβόμουν περισσότερο.
— Παναγία μου, κάποτε ντρέπομαι ακόμη και να προσευχηθώ.
— Γιατί παιδι μου;
— Γιατί ξέρω ποιος είμαι.
— Εκείνος το ήξερε πριν Τον πλησιάσεις.
— Και με θέλει ακόμη;
— Δεν ανέβηκε στον Σταυρό για τους αναμάρτητους.
Αν περίμενε πρώτα να γίνεις άξιος για να σε αγαπήσει, ο Γολγοθάς δεν θα υπήρχε.
Ο Σταυρός υπάρχει ακριβώς επειδή ο άνθρωπος δεν μπορούσε μόνος του να θεραπεύσει το τραύμα του.
Η σωτηρία δεν είναι βραβείο των αψεγάδιαστων.
Είναι κοινωνία με τον Χριστό.

Ὁ προφήτης Μιχαίας ἔζησε στὴν Ἱερουσαλὴμ τὸ 748 – 696 π.Χ., ἐπὶ τῶν βασιλέων Ἰωάθαμ, Ἄχαζ καὶ Ἐζεκίου. Ἀνῆκε στὴν φυλὴ τοῦ Ἰούδα καὶ γεννήθηκε στὴ Μορασθῆ, γι’ αὐτὸ καὶ ὀνομάσθηκε καὶ Μορασθίτης.
Ὁ Μιχαίας, σχεδὸν σύγχρονος μὲ τὸν προφήτη Ἠσαΐα, εἶναι ἕκτος ἀπὸ τοὺς μικροὺς λεγόμενους προφῆτες. Ἡ προφητεία του ἀποτελεῖται ἀπὸ ἑπτὰ κεφάλαια. Στὰ πρῶτα τρία, προαναγγέλλει τὴν καταστροφὴ τῆς Σαμάρειας.
Στὰ ἑπόμενα δυὸ μιλάει γιὰ τὴν ἔλευση τοῦ Μεσσία καὶ στὰ δυὸ τελευταῖα ἐλέγχει τὸ λαὸ τοῦ Ἰσραήλ, ποὺ γιὰ νὰ ἐξιλεωθεῖ ζητᾶ νὰ κάνει διάφορες θυσίες στὸν Θεό, ἐνῷ ὁ Μιχαίας τοῦ ὑπενθυμίζει τὸ πραγματικὸ καθῆκον ποὺ ἔχει στὸ Θεό, μὲ τὴν ἑξῆς ἐρώτηση: «Τί Κύριος ἐκζητεῖ παρά σοῦ ἀλλὰ ἡ τοῦ ποιεὶν κρῖμα καὶ ἀγαπᾶν ἔλεον καὶ ἕτοιμον εἶναι τοῦ πορεύεσθαι μετὰ Κυρίου Θεοῦ σου;».
Δηλαδή, τί ζητάει ἀπὸ σένα ὁ Θεός, παρὰ μόνο νὰ εἶσαι δίκαιος, εὐσπλαγχνικὸς καὶ πρόθυμος νὰ πορεύεσαι σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολὲς τοῦ Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου; Μιὰ διαχρονικὴ ὑπενθύμιση, ποὺ ἀνταποκρίνεται φυσικὰ καὶ στοὺς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς μας. Γενικά, τὸ βιβλίο τοῦ Μιχαία, ποὺ γράφηκε στὴν ἑβραϊκή, διακρίνεται γιὰ τὴ γλαφυρότητα καὶ τὴ σαφήνεια τῶν φράσεών του.
Νὰ ἀναφέρουμε ἐπίσης, ὅτι ὁ Μιχαίας, λόγω τοῦ ὅτι ἦταν σφοδρὸς ἐλεγκτὴς τῶν παρανομιῶν τοῦ Ἀχαάθ, βασιλιὰ τοῦ Ἰούδα, καταδιώκετο ἀπ’ αὐτὸν καὶ σῳζόταν φεύγοντας στὰ ὄρη.
Ξημέρωσε η παραμονή της Παναγίας.
Μια μέρα που μοιάζει να κρατά μέσα της
κάτι από τη σιωπή της προσευχής
και κάτι από το φως της αυριανής γιορτής.
Ας αφήσουμε σήμερα την καρδιά μας
να σταθεί για λίγο πιο κοντά στον Ουρανό
και ας εμπιστευθούμε στη Μητέρα μας
όσα δεν μπορούμε να κρατήσουμε μόνοι.
Τα πάντα έχουν το ηλιοβασίλεμα τους.
Ο Ήλιος,η ηλικία, η νεότητα.
Αλλά υπάρχουν πράγματα που παραμένουν για πάντα ίδια.
Μια φορά στη μικρή Αγία Άννα, εκεί που έμενε ο Άγιος Ιωσήφ ο Ησυχαστής, είχε πολλούς πειρασμούς, θλίψεις...
Ήταν
στο μικρό Εκκλησάκι μέσα στο σπήλαιο και έκλαιγε και παρακαλούσε την
Παναγία να τον βοηθήσει.
Εμφανίστηκε τότε η Παναγία μπροστά του και στάθηκε μπροστά του -ήταν τόσο μικρό το Εκκλησάκι που από τον τοίχο που στέκεται κανείς, αν έκανε το χέρι του έτσι μπορούσε να πιάσει το τέμπλο, τόσο μικρό και στενό ήταν το σπήλαιο- και στάθηκε η Παναγία μπροστά του με το Χριστό στην αγκαλιά και του λέει:
"Δεν σου είπα να έχεις την ελπίδα σου σε μένα; Γιατί απελπίζεσαι;"
Και αυτός έσκυψε κάτω και άρχισε να κλαίει. Και του λέει η Παναγία:
"Να ελπίζεις σε μένα και να μη χάνεις το θάρρος σου."
Και του λέει: "Έλα πάρε το Χριστό" και του έδωσε το Βρέφος.
Το πλοίο είχε σχεδόν αδειάσει.
Μόνο
ένα ηλικιωμένο ζευγάρι έμενε ακόμη στο κατάστρωμα. Εκείνος κρατούσε το
χέρι της γυναίκας του για να κατέβει προσεκτικά. Εκείνη προχωρούσε αργά,
μα στο πρόσωπό της υπήρχε μια γαλήνη που δεν περνούσε απαρατήρητη.
Μόλις πάτησαν στο λιμάνι, στάθηκε για λίγο και κοίταξε πίσω.
«Τα καταφέραμε…» ψιθύρισε.
Δεν εννοούσε το ταξίδι.
Εννοούσε
όλα εκείνα τα χρόνια που είχαν περάσει μαζί. Τις δύσκολες μέρες, τις
αρρώστιες, τις αγωνίες, τις νύχτες που φοβήθηκαν και τις στιγμές που δεν
ήξεραν τι θα φέρει η επόμενη ημέρα.
Κάθε φορά που τα πράγματα δυσκόλευαν, εκείνη έλεγε στον άντρα της:
«Μην φοβάσαι… η Παναγία μας ξέρει.»
Και εκείνος δεν απαντούσε. Μόνο της έσφιγγε το χέρι.
Κάποτε, σε μια από τις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής τους, είχαν κάνει μια υπόσχεση:
«Αν με αξιώσει η Παναγία, θα ξανάρθουμε.»
Τα χρόνια πέρασαν.