Μια αληθινή ιστορία από τα χρόνια του μακαριστού ιεραποστόλου π. Κοσμά Γρηγοριάτη
Βρισκόμαστε
σε κάποιο γραφικό χωριουδάκι του Ζαΐρ (σημερινό Κονγκό). Η τροπική
βλάστηση γύρω βρίσκεται σε έξαρση. Οι μπανανιές πιο κει, κατάμεστες από
καρπούς, γέρνουν τα κλαδιά τους κι ο φοίνικας δίπλα στη χορταρένια
καλύβα καμαρώνει περήφανος για τη λεβεντιά του.
Συλλογισμένος και πικραμένος ένας γέροντας Ζαϊρινός κάθεται έξω από το αρχοντικό του καλύβα, μασουλώντας ζαχαροκάλαμο.
Μα,
γιατί δεν με θέλει εμένα ο Χριστός; ψελλίζει με παράπονο.Τι κι αν έχω
δύο γυναίκες και είκοσι παιδιά μαζί τους; Εγώ θέλω να γίνω Χριστιανός.
Να βαπτιστώ Ορθόδοξος. Όχι, είπε όμως ο ιεραπόστολος, ο πατήρ Κοσμάς.
Όχι! Ο Χριστός αυτό δεν το θέλει.
Το βράδυ, γύρω απ’ τη φωτιά, κάλεσε σε οικογενειακό συμβούλιο τις δύο γυναίκες κι όλα του τα παιδιά.
Τους
μίλησε για τις σκέψεις του, τον ιερό πόθο του, την επιθυμία του να
βαπτιστεί Χριστιανός Ορθόδοξος και το φοβερό κώλυμα, που τον εμπόδιζε να
φτάσει στην πραγματοποίηση αυτού του σκοπού.
Οπωσδήποτε
θέλει να ασπαστεί τον Χριστιανισμό, την Ορθοδοξία. Διακαής ο πόθος του.
Τα δάκρυα κυλούν στο μελαψό, χαρακωμένο από ρυτίδες, πρόσωπό του.
Πάλη
και αγώνας μεγάλος μέσα του. Φοβερό το δίλημμα. Ύστερα απ’ όσα είδε και
άκουσε για τούτη την αληθινή θρησκεία. Από την άλλη μεριά, όμως, αγαπά
και τις δύο γυναίκες του πολύ και του είναι αδύνατο ν' αποφασίσει ποια
απ’ τις δύο ν' απαρνηθεί.
Έλεγε συγκρατώντας με κόπο τα δάκρυα του:
Ποια ν' απαρνηθώ; Μου είναι αδύνατο ν' αποφασίσω.
Άφωνα
τα παιδιά μαζεύτηκαν στη γωνιά τους κι έγειραν τούτη τη νύχτα όχι μόνο
νηστικά ως συνήθως, αλλά και πικραμένα, για να κοιμηθούν.
Ποια τύχη θα είχε άραγε αυτή η ιστορία;
Ο γερό - Ζαϊρινός στριφογύριζε όλη τη νύχτα στα χορτάρινα στρωσίδια.











