
Πρωτοπρεσβυτέρου Χριστοφόρου Χρόνη
Επικ. Καθηγητή Θεολογικής Σχολής-
Τμήμα Θεολογίας ΕΚΠΑ
Η Ελένη,
εκπαιδευτικός γύρω στα τριάντα πέντε, ζήτησε να μιλήσει με τον εφημέριο της
ενορίας της αφού είχε περάσει οκτώ χρόνια υπό την καθοδήγηση ενός πολύ γνωστού
πνευματικού. Όλα αυτά τα χρόνια εκείνος αποφάσιζε αν θα δεχθεί διορισμό σε άλλη
πόλη, της ζήτησε να απομακρυνθεί από την αδελφή της, επειδή, όπως έλεγε, «δεν
καταλάβαινε την πνευματική ζωή», και ήθελε να παίρνει ευλογία πριν από κάθε
σημαντική αγορά που θα πραγματοποιούσε (σπίτι, αυτοκίνητο κ.α.).
Όταν κάποτε
δίστασε, της είπε ότι όποιος αμφιβάλλει για τον πνευματικό του αμφιβάλλει για
τον Θεό. Σήμερα η προσευχή τη φοβίζει, και νιώθει ενοχή κάθε φορά που
αποφασίζει μόνη της. Τη λέξη κακοποίηση δεν τη χρησιμοποιεί. Λέει μόνο: «Δεν
έκανα αρκετή υπακοή».
Η μορφή της
Ελένης έχει συντεθεί από πολλές ποιμαντικές συναντήσεις, ώστε να μην
αναγνωρίζεται κανένα πραγματικό πρόσωπο. Όσοι διακονούν το ιερό μυστήριο της
μετανοίας και εξομολογήσεως γνωρίζουν ότι ανθρώπους σαν αυτήν τους συναντούν
συχνά, και ότι η φράση της, «δεν έκανα αρκετή υπακοή», ακούγεται στο
εξομολογητήριο πολύ συχνότερα απ' όσο θα περίμενε κανείς. Με τον όρο
«γεροντισμό» δεν εννοούμε τη γνήσια γεροντική πατρότητα, η οποία χάρισε στην
Εκκλησία τους αγίους της, αλλά την παραμόρφωσή της που οδηγεί στον εκφυλισμό
της.
Ο πνευματικός, κληρικός ή μοναχός, παύει να οδηγεί τον άνθρωπο προς τον
Χριστό και τον δένει με τον εαυτό του, ενώ ο πιστός μεταθέτει σε εκείνον
αποφάσεις που ανήκουν στη δική του ευθύνη. Η υπακοή, την οποία η ασκητική
παράδοση τοποθετεί κοντά στην κορυφή της πνευματικής ζωής, γίνεται τότε
μηχανισμός ελέγχου. Η σύγχρονη έρευνα, που άκουσε με προσοχή τις μαρτυρίες όσων
πληγώθηκαν, περιγράφει την πνευματική κακοποίηση ως εξαναγκασμό και έλεγχο ενός
προσώπου από ένα άλλο μέσα σε πνευματικό πλαίσιο, και στις μορφές της
συγκαταλέγει την απαίτηση υπακοής προς τον καθοδηγητή και την απομόνωση του
πιστού από όσους βρίσκονται έξω από τη σχέση.[1]
Η Ορθόδοξη
ποιμαντική, από τη μία, δεν μπορεί να αρνηθεί ότι τέτοια βλάβη συμβαίνει και
στις δικές της κοινότητες. Και όταν συμβαίνει, συνιστά βαρύ ποιμαντικό ολίσθημα
που δεν δικαιολογείται με καμία επίκληση της υπακοής. Ο πνευματικός που δένει
την ψυχή ενός ανθρώπου με τον εαυτό του, αντί να την οδηγεί στον Χριστό,
λογοδοτεί για ψυχές που ο Θεός του εμπιστεύθηκε για να τις ελευθερώσει, και
πολλές από αυτές έχουν συντριβεί πνευματικά.
Από την άλλη όμως, δεν μπορεί να
την αντιμετωπίσει εγκαταλείποντας την υπακοή, γιατί τότε θα εγκατέλειπε ένα
κεντρικό κομμάτι της πνευματικής της κληρονομιάς. Οι Πατέρες γνώριζαν πόσο
εύκολα εκτρέπεται η πνευματική εξουσία, και γι’ αυτό μας άφησαν κριτήρια που
ξεχωρίζουν την υπακοή που θεραπεύει από τον έλεγχο που πληγώνει.
1. Δοκίμασε πρώτα τον κυβερνήτη
Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος ζητά από όποιον
σκοπεύει να μπει στο στάδιο της υπακοής να εξετάσει πρώτα και, όπως γράφει, να
δοκιμάσει τον κυβερνήτη, ώστε να μη βρεθεί σε ναύτη αντί για κυβερνήτη, σε
άρρωστο αντί για ιατρό, σε εμπαθή αντί για απαθή, και να μην ετοιμάσει μόνος
του το ναυάγιό του.[2]
Η προτροπή να μην κρίνει ο υποτακτικός τον γέροντά του για μικρές ανθρώπινες
αδυναμίες έρχεται μετά. Η διάκριση λοιπόν ασκείται στην αρχή της σχέσης και
αποτελεί ευθύνη του μαθητή, ο οποίος παραμένει ελεύθερος να διαλέξει οδηγό και
επομένως ελεύθερος να μη διαλέξει.
Ο ίδιος
συγγραφέας ονομάζει τον πνευματικό πατέρα «μεσίτην πρὸς Θεόν, καὶ μετὰ Θεόν».[3]
Ο πνευματικός που διδάσκει ότι η αμφιβολία απέναντί του ισοδυναμεί με αμφιβολία
για τον Θεό έχει σβήσει σιωπηλά το «μετὰ Θεόν». Στέκεται πλέον εκεί όπου έχει θέση μόνο ο
Χριστός, ο «εἷς μεσίτης Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων»[4] και αυτό είναι εξόχως επικίνδυνο.
2. Άλλο συμβουλή και άλλο εντολή
Το ακριβέστερο κριτήριο το βρίσκουμε στις
Ερωταποκρίσεις των οσίων Βαρσανουφίου και Ιωάννου, όπου η τέχνη της πνευματικής
καθοδήγησης ξεδιπλώνεται σε εκατοντάδες γραπτές απαντήσεις προς μοναχούς και
λαϊκούς της Γάζας. Ένας αδελφός ρωτά αν οφείλει να εκτελεί απαρέγκλιτα κάθε
απάντηση που λαμβάνει από τους Πατέρες. Ο αββάς Ιωάννης, ο μαθητής και
συνασκητής του Μεγάλου Γέροντος, του απαντά με διάκριση: «Όχι όλες. Μόνο
αυτές που του δίνονται ως εντολές. Διότι άλλο είναι η απλή κατά Θεό συμβουλή
και άλλο η εντολή. Η συμβουλή είναι νουθεσία, δεν είναι δεσμευτική υποχρέωση,
και δείχνει στον άνθρωπο την ευθεία οδό της ζωής. Ενώ η εντολή έχει χαρακτήρα
υποχρεωτικής δέσμευσης».[5]