Αν ο Θεός είναι πραγματικός (και είναι), γιατί να υποθέτουμε
ότι θα ταυτίζεται απόλυτα με τις απόψεις μας;
Αν δεν αμφισβητεί ποτέ τις παραδοχές μας, μάλλον έχουμε
φτιάξει έναν Θεό της φαντασίας μας.
Αν ο Θεός είναι πραγματικός (και είναι), γιατί να υποθέτουμε
ότι θα ταυτίζεται απόλυτα με τις απόψεις μας;
Αν δεν αμφισβητεί ποτέ τις παραδοχές μας, μάλλον έχουμε
φτιάξει έναν Θεό της φαντασίας μας.
Η εικόνα ενός εφήβου που χαμογελά σε μια οθόνη, συμμετέχει σε παρέες, ανεβάζει φωτογραφίες και μοιάζει «καλά» πολλές φορές κρύβει έναν εσωτερικό κόσμο γεμάτο φόβο, μοναξιά και σιωπηλή απόγνωση.
Τα πρόσφατα περιστατικά αυτοκτονιών νέων ανθρώπων στη χώρα μας συγκλόνισαν την κοινωνία όχι μόνο λόγω της τραγικότητάς τους, αλλά και γιατί μας έφεραν αντιμέτωπους με μια αλήθεια που συχνά αποφεύγουμε να δούμε. Πολλοί έφηβοι μεγαλώνουν χωρίς σταθερό έδαφος κάτω από τα πόδια τους.
Η
εφηβεία είναι πάντοτε μια δύσκολη περίοδος. Είναι η ηλικία των
ερωτημάτων, της αναζήτησης ταυτότητας, των εντάσεων, της ανάγκης
αποδοχής και της σύγκρουσης με τον κόσμο των μεγάλων. Σήμερα όμως όλα
αυτά μοιάζουν πιο οξυμένα. Ο σύγχρονος νέος ζει μέσα σε μια
καθημερινότητα γεμάτη πίεση, συγκρίσεις, ανασφάλεια και συνεχή έκθεση.
Από πολύ μικρή ηλικία μαθαίνει ότι πρέπει να αποδείξει την αξία του, να
πετύχει, να ξεχωρίσει, να είναι αποδεκτός. Κι αν δεν τα καταφέρει,
νιώθει ότι αποτυγχάνει ως άνθρωπος.
Παλιότερες
γενιές μπορεί να στερούνταν υλικά αγαθά, είχαν όμως πιο σταθερές
αναφορές. Η οικογένεια, η γειτονιά, η κοινότητα, ακόμη και οι ανθρώπινες
σχέσεις λειτουργούσαν ως δίχτυ προστασίας. Σήμερα πολλοί έφηβοι
μεγαλώνουν μέσα σε σπίτια όπου οι γονείς είναι εξαντλημένοι, αγχωμένοι ή
συναισθηματικά απόντες.
«Ο άνθρωπος κατάγεται από τους πιθήκους·
άρα οφείλουμε να αγαπάμε ο ένας τον άλλον».
Έτσι ειρωνικά συνόψισε ο φιλόσοφος Βλαντίμιρ Σολοβιόφ
την ηθική της εποχής του.
Ἡ Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς σημαντικοὺς κρίκους τῆς ἁλυσίδας τοῦ αἰώνιου ἀνθρώπινου πεπρωμένου.
Ἡ ἱστορία ἀρχίζει τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ Θεὸς καλεῖ τὸν κόσμο ἀπὸ τὴν ἀνυπαρξία στὸ εἶναι μὲ τὸν Παντοδύναμο δημιουργικό Του Λόγο. Ὁ κόσμος αὐτὸς τοποθετεῖται ἀπέναντι στὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ καὶ μὲ τὸ δημιουργικὸ Λόγο καλεῖται ὄχι ἁπλῶς στὴν παροδικὴ ζωὴ ἀλλὰ στὸ νὰ παραμείνει αἰώνια μέσα στὴ χαρὰ καὶ τὴ δόξα τοῦ Κυρίου του.
Τὸ πεπρωμένο τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου γεννιέται μὲ μία προσφορὰ ἀγάπης τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ μακαριότητα τῆς φιλίας μαζί Του μέχρι τὰ τέλη τῶν αἰώνων.
Ὅταν ὕστερα ὁ ἄνθρωπος ἀποσκίρτησε ἀπὸ τὸ Θεό, ὅταν ἐξ αἰτίας τῆς προδοσίας τοῦ ἀνθρώπου τὸ σύμπαν παραδόθηκε στὴ φθορὰ ὁ Θεὸς δὲν ἀπόσυρε τὴν ἀγάπη Του, δὲ μᾶς ἐγκατέλειψε. Ὁ Θεὸς δὲν ἔγινε ποτὲ ἕνας ἀπέξω γιὰ τὸν κόσμο Του, οὔτε στὶς ὧρες τῆς ζωῆς τοῦ Παραδείσου οὔτε καὶ στὰ χρόνια καὶ τοὺς αἰῶνες τῆς πτώσης.
Ἐργαζόταν ἀδιάκοπα μέσα στὸν κόσμο ζωντανεύοντας στὶς ἀνθρώπινες καρδιὲς κάθε τι τὸ καλὸ καὶ ἀληθινό, στέλνοντας τοὺς φύλακές Του ἀγγέλους, τοὺς προφῆτες Του καὶ τοὺς ἀγγελιαφόρους τοῦ λόγου Του. Ὅταν τέλος ὡρίμασαν οἱ καιροί, ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἰσῆλθε προσωπικὰ στὴ ζωὴ τοῦ κόσμου. Μὲ τὴν ἐνσάρκωσή Του ὁ Θεὸς εἰσῆλθε στὸ ἱστορικὸ πεπρωμένο τοῦ ἀνθρώπου διαγράφοντας ἔτσι τὴ διαχωριστικὴ γραμμὴ ἀνάμεσα στὸ ἱστορικὸ αὐτὸ πεπρωμένο καὶ τὴ Θεϊκὴ αἰωνιότητα.
Ἕνωσε ἀκόμα μὲ τὸν Ἑαυτό Του, μὲ τὴ
Θεϊκή Του φύση ὁλόκληρη τὴν κτίση Του – τὴν ἀνθρώπινή μας σάρκα τὴν
ὁποία φόρεσε ὄχι γιὰ ἕνα ὁρισμένο χρονικὸ διάστημα ἀλλὰ γιὰ πάντα, τὴ γῆ
μας, τὸ στερέωμα – καὶ ἀπέδειξε ἔτσι τὶς ὑπέροχές της ἰδιότητες καὶ τὴ
δόξα της: τὸ κάθε θεϊκὸ δημιούργημα εἶναι ἱκανὸ ὄχι ἁπλῶς νὰ συναντήσει
τὸ Θεὸ ἀλλὰ καὶ νὰ εἶναι πνευματοφόρο, Θεοφόρο.
Ὁ
κτιστὸς κόσμος ὄχι μόνο δὲν καταστράφηκε ἀπὸ τὴν ἐπαφή του μὲ τὸ αἰώνιο
καὶ τὴν ἕνωσή του μὲ τὴ θεϊκὴ φωτιὰ ἀλλὰ ἀντίθετα ἀναζωογονήθηκε,
μεταμορφώθηκε καὶ πῆρε τὴν ἀληθινὴ ἀξιοπρέπειά του, εἰσῆλθε στὸ ἀληθινὸ
πεπρωμένο τῆς Δημιουργίας. Οὔτε κι αὐτὸ ὅμως δὲ στάθηκε ἀρκετό.

Ὁ Βίος τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου συντάχθηκε ἀπὸ τὸν πρεσβύτερο Νικηφόρο τῆς Ἁγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως, περὶ τὰ μέσα τοῦ 10ου αἰῶνος μ.Χ. (956 – 959 μ.Χ.), ἐπὶ βασιλείας τοῦ Κωνσταντίνου Ζ’ Πορφυρογέννητου.
Ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας, ὁ διὰ Χριστὸν σαλός, καταγόταν ἀπὸ τὴν Σκυθία καὶ ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Λέοντος ΣΤ’ τοῦ Σοφοῦ (886 – 912 μ.Χ.). Ἀπὸ παιδικὴ ἡλικία εἶχε πουληθεῖ ὡς δούλος σὲ κάποιον πρωτοσπαθάριο καὶ στρατηλάτη τῆς Ἀνατολῆς, ὀνομαζόμενο Θεόγνωστο, ἄνδρα ἐνάρετο καὶ εὐσεβή, ὁ ὁποῖος τόσο ἀγάπησε τὸν μικρὸ Ἀνδρέα, ὥστε τὸν μεταχειρίστηκε ὡς υἱό του, φροντίζοντας γιὰ τὴν ἐπιμελὴ καὶ θεοσεβὴ μόρφωση αὐτοῦ.
Τὸν Ἀνδρέα εἵλκυαν περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο τὰ ἱερὰ γράμματα καὶ ἰδιαίτερα οἱ Βίοι καὶ τὰ Μαρτύρια τῶν ἀγωνιστῶν τῆς Χριστιανικῆς πίστεως. Τέτοιος δὲ ὑπῆρξε ὁ ζῆλος του πρὸς αὐτά, ὥστε ἀποκλήθηκε «σαλὸς» (μωρός), διότι ὁ ζῆλος του αὐτὸς τὸν ὠθοῦσε πολλὲς φορὲς στὸ νὰ ὑπομένει ἐμπαιγμούς, ταπεινώσεις καὶ βαριὲς ὕβρεις καὶ νὰ προβαίνει σὲ διαβήματα ποὺ κρίνονται ὡς ἀνισόρροπα καὶ ἐκκεντρικά. Ἀλλὰ ἐκεῖνος ὑπέμενε τοὺς ἐξευτελισμούς, παρηγορούμενος ἀπὸ τὸ ὅτι πολλὲς φορὲς πετύχαινε νὰ ἐπαναφέρει στὴν εὐθεία ὁδὸ παραστρατημένες ὑπάρξεις.
Ἀλλὰ ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας διακρινόταν καὶ γιὰ τὴν φιλανθρωπία καὶ τὴν ἀγαθοποιία του. Ὄχι μόνο μοιραζόταν τὰ ὑπάρχοντά του μὲ τοὺς φτωχούς, ἀλλὰ προσέφερε ὅ,τι εἶχε καὶ ὁ ἴδιος ἔμενε νηστικὸς καὶ γυμνός. Σὲ ἐκείνους ποὺ τὸν παρατηροῦσαν γιὰ τὶς ὑπερβολικὲς ἀγαθοεργίες του, ὑπενθύμιζε τοὺς λόγους τοῦ Κυρίου «ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε», καὶ τοὺς ἔλεγε ὅτι στὸ πρόσωπο κάθε ἀνθρώπου, καὶ μάλιστα τοῦ πάσχοντος ἀδελφοῦ, ἔβλεπε τὸν Χριστό.
Ὁ Ἅγιος, σὲ μία ὁλονύκτια Ἀκολουθία στὸ ναὸ τῶν Βλαχερνῶν εἶδε τὴ Θεοτόκο στὸν οὐρανὸ προσευχόμενη καὶ σκέπουσα τὸ λαὸ μὲ τὸ τίμιο ὠμοφόριό της († 1 καὶ † 28 Ὀκτωβρίου).
Κάποια ἡμέρα συνέβη κάτι παράδοξο στὸ θεράποντα τοῦ Κυρίου. Κατὰ τὴν συνήθειά του, γιὰ νὰ μὴν γνωρίζει κανεὶς τὴν ἐργασία του στοὺς προθάλαμους τῶν ἐκκλησιῶν, ὅπου προσευχόταν, πορευόταν κρυφὰ πρὸς τὸ ναὸ τῆς Πανυμνήτου Θεοτόκου, στὴν ἀριστερὰ στοὰ τῆς ἀγορᾶς τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου. Ἔτυχε, τότε, κάποιο παιδὶ νὰ διέρχεται τὴ λεωφόρο, ἐκτελώντας διαταγὴ τοῦ κυρίου του. Ὁ Ὅσιος πήγαινε πρὸς τὸ ναὸ γιὰ νὰ προσευχηθεῖ· τὸ παιδὶ τάχυνε τὸ βῆμα του καὶ τὸν πρόφθασε, χωρὶς ὁ Ὅσιος νὰ τὸ ἀντιληφθεῖ. Ὅταν ἔφθασε πρὸ τῶν πυλῶν τοῦ ναοῦ ὁ Ἀνδρέας, Θεοῦ θέλοντος, ἐξέτεινε τὴ δεξιά του χείρα καὶ ἀφοῦ σφράγισε μὲ τὸ σημεῖο τοῦ τιμίου Σταυροῦ τὶς πύλες, αὐτὲς εὐθὺς ὑποχώρησαν. Εἰσῆλθε στὸ ναὸ καὶ ἄρχισε τὶς προσευχές, μὴ γνωρίζοντας ὅτι κάποιος τὸν παρακολουθοῦσε. Τὸ παιδί, τὸ ὁποῖο ἀκολουθοῦσε τὸν Ὅσιο, γνώριζε ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἦταν σαλός.
Ὅταν τὸν εἶδε νὰ ἀνοίγει αὐτομάτως τὶς πύλες τοῦ ναοῦ, ἔφριξε καὶ κυριεύθηκε ἀπὸ τρόμο· ἔλεγε, λοιπόν, στὸν ἑαυτό του: «Ποιὸν δοῦλο τοῦ Θεοῦ οἱ κατὰ ἀλήθειαν μωροὶ σαλὸ ὀνομάζουν! Πόσο μεγάλος ἅγιος εἶναι, καὶ ἐμεῖς οἱ ἀνόητοι ἀγνοοῦμε! Πόσους κρυφοὺς δούλους ἔχει ὁ Θεὸς καὶ οὐδεὶς γνωρίζει τὰ περὶ αὐτῶν!».
Αὐτὰ λογιζόταν τὸ παιδὶ καὶ πλησίασε, γιὰ νὰ μάθει τί κάνει ὁ Ἅγιος ἐντὸς τοῦ ναοῦ· βλέπει, λοιπόν, αὐτὸν πρὸ τοῦ ἄμβωνος νὰ κρέμεται στὸν ἀέρα καὶ νὰ προσεύχεται. Κατεπλάγη ἀπὸ τὸ παράδοξο τοῦτο θέαμα καὶ ἀναχώρησε, γιὰ νὰ ἐκτελέσει τὴν διαταγὴ τοῦ κυρίου του. Ὁ Ὅσιος τελείωσε τὴν προσευχή του καὶ ἔφυγε. Ἐξερχόμενος ἀπὸ τὸ ναό, ἀσφάλισε πάλι τὶς θύρες μὲ τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ. Τότε ἀντιλήφθηκε τὴν παρουσία τοῦ παιδιοῦ καὶ λυπήθηκε, ἐπειδὴ κάποιος οἰκέτης ἔγινε θεατὴς τῶν συμβάντων· ἀνέμενε τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ παιδιοῦ, γιὰ νὰ τοῦ παραγγείλει νὰ μὴν ἀποκαλύψει τὰ περὶ τοῦ Ὁσίου. Συνάντησε τὸ παιδὶ καὶ εἶπε: «Φύλαξε, τέκνον, ὅλα ὅσα εἶδες στὸν τόπο τοῦτο καὶ θὰ ἔχεις τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου τοῦ Θεοῦ».

Με αφορμή την επικείμενη ολοκλήρωση της φετινής σχολικής χρονιάς 2025 – 2026, πραγματοποιήθηκε την Δευτέρα 25 Μαΐου 2026, στο Βεάκειο Θέατρο Πειραιά, η μεγάλη εορταστική Εκδήλωση των Εκπαιδευτηρίων της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς.
Η γιορτή πραγματοποιήθηκε παρουσία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πειραιώς κ. Σεραφείμ, του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Τρίκκης, Γαρδικίου και Πύλης κ. Χρυσοστόμου, του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Αχελώου κ. Νήφωνος, βοηθού Επισκόπου και Πρωτοσυγκέλλου της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς, της Υπουργού Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας Δόμνας Μιχαηλίδου, του Υφυπουργού Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας Κώστα Κατσαφάδου, του Βουλευτή Επικρατείας Γιώργου Σταμάτη, του Βουλευτή Γιώργου Βρεττάκου, του Αντιπεριφερειάρχη Νήσων Νίκου Παπαγεωργίου, του Προέδρου του Δημοτικού Συμβουλίου Πειραιά Αλέξανδρου Τζεφεράκου, του εκπροσώπου του Δημάρχου Πειραιά Γιάννη Μώραλη, Γρηγόρη Καψοκόλη, πλήθους εκπροσώπων Α΄ και Β΄ βαθμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης, Δικαστικών, Στρατιωτικών και Αστυνομικών Αρχών, Προέδρων φορέων και συλλόγων της πόλεως, γονέων και κηδεμόνων, αλλά και πλήθους κόσμου.
Παρόντες, επίσης, ήταν ο Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπος της τοπικής μας Εκκλησίας Πρωτοπρεσβύτερος Ιωάννης Παναγιώτου, ο Γενικός Διευθυντής του Ραδιοφωνικού Σταθμού «Πειραϊκή Εκκλησία 91,2 fm» Πανοσιολογιώτατος Αρχιμανδρίτης Αυγουστίνος Θεοδωρόπουλος καθώς και κληρικοί της Μητροπόλεώς μας.
Ηχηρή ήταν η παρουσία των συγγενικών προσώπων των πρωταγωνιστών της χθεσινής εκδήλωσης, που δεν ήταν άλλοι από τους μικρούς και μεγάλους μαθητές των Εκπαιδευτηρίων μας, οι οποίοι καταχειροκροτήθηκαν από όλους τους παρευρισκομένους.
Τα παιδιά του Νηπιαγωγείου, του Δημοτικού Σχολείου, του Γυμνασίου και του Λυκείου της τοπικής μας Εκκλησίας κατάφεραν να ψυχαγωγήσουν, αλλά και να συγκινήσουν όλους, παρουσιάζοντας με τον δικό τους ξεχωριστό τρόπο, ένα αφιέρωμα στα Ελληνικά νησιά μέσα από το ταξίδι τους στα ήθη, τα έθιμα, τις παραδόσεις, τα τραγούδια και τους παραδοσιακούς μας χορούς.
Η γιορτή, την οποία παρουσίασαν η Θεοδώρα Αλφιέρη και ο Κώστας Δαντίλης, περιείχε ενθουσιασμό, χαρά, ζωντάνια, κέφι, αυθορμητισμό, μνήμες και παραδόσεις, ολοκληρώθηκε με ένα μεγάλο παραδοσιακό πανηγύρι, όπου η Στέλλα Κονιτοπούλου με τους συνεργάτες της, ξεσήκωσε μικρούς και μεγάλους.

Ο
Γιώργος από τα Ψαχνά Ευβοίας, φούρναρης στο επάγγελμα, έπαθε ξαφνικά
βαριά θρόμβωση στα πόδια. Τα σκέλη του πρήστηκαν, μαύρισαν, και οι
γιατροί στο νοσοκομείο της Χαλκίδας μίλησαν για ακρωτηριασμό. «Αν δεν
κόψουμε τα πόδια, η γάγγραινα θα ανέβει και θα πεθάνεις», του είπαν.
Ο
Γιώργος έπεσε σε απόγνωση. Ήταν μόλις σαράντα χρονών, με μικρά παιδιά.
Το βράδυ, στο κρεβάτι του πόνου, θυμήθηκε ότι η θεία του πήγαινε συχνά
στο εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννη του Ρώσου, στο Προκόπι. «Άγιε Γιάννη»,
ψιθύρισε, «αν με γλιτώσεις από το μαχαίρι, θα σου φτιάξω δώρο ένα ψωμί
σαν εκείνα που έπλαθες στη Ρωσία, ζυμωμένο με δάκρυα ευγνωμοσύνης. Τρία
μερόνυχτα του έταζε το ίδιο.
Την τρίτη νύχτα, ενώ
νάρκωναν τον πόνο του με μορφίνη, είδε ένα όνειρο. Μπροστά του στεκόταν
ένας λιγνός νέος, ξανθός, με λευκό χιτώνα και κόκκινη ζώνη. Κρατούσε ένα
μικρό φτυάρι φούρνου. Τον κοίταξε χαμογελώντας:
Κι όμως, είναι ακατανόητη η βία όταν έχουμε να κάνουμε με εικόνες Θεού. Όταν οι άνθρωποι γνωρίζουμε καλώς ότι έχουμε πλαστεί σύμφωνα με τον Δημιουργό μας και μας δόθηκε ως σκοπός το να Του μοιάσουμε, κι όμως διαλέγουμε την οδό της σκληρότητας, της απανθρωπιάς, του ελλείμματος της αγάπης, σαν να μην έχουμε φωνή Θεού μέσα μας, είναι ένας δρόμος που μοιάζει χωρίς προορισμό, χωρίς ερμηνεία, χωρίς ελπίδα.
Είναι η αυτοθέωσή μας η αιτία που μας κάνει να μην πονάμε μ’ αυτόν που πονά; Είναι ο εγωισμός μας που μας κάνει να θέτουμε τη δόξα και την εξουσία πιο πάνω από τον πλησίον; Πάντως, αλλαγή δεν θα έρθει αν δεν θελήσουμε να ξαναβρούμε τον αυθεντικό μας προορισμό.
Ποιός μπορεί να πετύχει το καλό αν δεν γνωρίζει
την αιτία όλων των καλών που είναι ο Θεός;
Ο Κύριος το φως το άπλωσε για όλους μας.

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης γεννήθηκε σὲ ἕνα χωριὸ τῆς λεγομένης Μικρᾶς Ρωσίας, περὶ τὸ 1690, ἀπὸ γονεῖς εὐλαβεῖς καὶ ἐνάρετους. Ὅταν ἔφθασε σὲ νόμιμη ἡλικία στρατεύθηκε, ἐνῶ βασίλευε στὴ Ρωσία ὁ Μέγας Πέτρος. Ἔλαβε μέρος στὸν πόλεμο ποὺ ἔκανε ἐκεῖνος ὁ τολμηρὸς τσάρος ἐναντίον τῶν Τούρκων κατὰ τὸ 1711, καὶ συνελήφθη αἰχμάλωτος ἀπὸ τοὺς Τατάρους.
Οἱ Τάταροι τὸν πούλησαν σὲ ἕναν Ὀθωμανὸ ἀξιωματικὸ Ἵππαρχο, ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὸ Προκόπιον τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, τὸ ὁποῖο βρίσκεται πλησίον στὴν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας. Ὁ ἀγᾶς τὸν πῆρε μαζί του στὸ χωριό του. Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς αἰχμαλώτους συμπατριῶτες του ἀρνήθηκαν τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ καὶ ἔγιναν Μουσουλμάνοι, εἴτε γιατὶ κάμφθηκαν ἀπὸ τὶς ἀπειλές, εἴτε γιατὶ δελεάστηκαν ἀπὸ τὶς ὑποσχέσεις καὶ τὶς προσφορὲς ὑλικῶν ἀγαθῶν.
Ὁ Ἰωάννης, ὅμως, ἦταν ἀπὸ μικρὸς ἀναθρεμμένος μὲ παιδεία καὶ νουθεσία Κυρίου καὶ ἀγαποῦσε πολὺ τὸν Θεὸ καὶ τὴν πίστη τῶν πατέρων του. Ἦταν ἀπὸ ἐκείνους τοὺς νέους, ὅπου τοὺς σοφίζει ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ, ὅπως κήρυξε ὁ σοφὸς Σολομών, λέγοντας: «Ὁ δίκαιος εἶναι γνωστικὸς καὶ στὴ νεότητά του. Διότι τιμημένο γήρας δὲν εἶναι τὸ πολυχρόνιο, οὔτε μετριέται μὲ τὸν ἀριθμὸ τῶν ἐτῶν. Ἡ φρονιμάδα στοὺς νέους ἀνθρώπους εἶναι σεβάσμια ὡσὰν νὰ εἶναι φέροντες καὶ ὁ καθαρὸς βίος τοὺς κάνει ὡσὰν νὰ εἶναι γέροντες πολύμαθοι».
Ἔτσι, λοιπόν, καὶ ὁ μακάριος Ἰωάννης, ἔχοντας τὴν σοφία ποὺ δίδει ὁ Θεὸς σὲ ἐκείνους ποὺ τὸν ἀγαποῦν, ἔκανε ὑπομονὴ στὴ δουλεία καὶ στὴν κακομεταχείρηση τοῦ ἀφέντη του καὶ στὶς ὕβρεις καὶ τὰ πειράγματα τῶν Ὀθωμανῶν, οἱ ὁποίοι τὸν φώναζαν «κιαφίρη», δηλαδὴ ἄπιστο, φανερώνοντάς του τὴν περιφρόνηση καὶ τὴν ἀπέχθειά τους. Στὸν ἀφέντη του καὶ σὲ ὅσους τὸν παρακινοῦσαν νὰ ἀρνηθεῖ τὴν πίστη του, ἀποκρινόταν μὲ σθεναρὴ γνώμη ὅτι προτιμοῦσε νὰ πεθάνει, παρὰ νὰ πέσει σὲ τέτοια φοβερὴ ἁμαρτία. Στὸν ἀγᾶ εἶπε: «Ἐὰν μὲ ἀφήσεις ἐλεύθερο στὴν πίστη μου, θὰ εἶμαι πολύ πρόθυμος στῖς διαταγές σου. Ἄν μὲ βιάσεις νὰ ἀλλαξοπιστήσω, γνώριζε ὅτι σοῦ παραδίδω τὴν κεφαλή μου, παρὰ τὴν πίστη μου. Χριστιανὸς γεννήθηκα καὶ Χριστιανὸς θὰ ἀποθάνω».
Ὁ Θεός, βλέποντας τὴν πίστη του καὶ ἀκούγοντας τὴν ὁμολογία του, μαλάκωσε τὴν σκληρὴ καρδιὰ τοῦ ἀγᾶ καὶ μὲ τὸν καιρὸ τὸν συμπάθησε. Σὲ αὐτὸ συνήργησε καὶ ἡ μεγάλη ταπείνωση ὅπου στόλιζε τὸν Ἰωάννη, καθὼς καὶ ἡ πραότητά του.
Ἔμεινε, λοιπόν, ἥσυχος ὁ μακάριος Ἰωάννης ἀπὸ τὶς ὑποσχέσεις καὶ ἀπειλὲς τοῦ Ὀθωμανοῦ κυρίου του, ὁ ὁποῖος τὸν εἶχε διορισμένο στὸν σταῦλο του, γιὰ νὰ φροντίζει τὰ ζῶα του. Σὲ μία γωνιὰ τοῦ σταύλου ξάπλωνε τὸ κουρασμένο σῶμα του καὶ ἀναπαυόταν, εὐχαριστώντας τὸν Θεό, διότι ἀξιώθηκε νὰ ἔχει ὡς κλίνη τὴ φάτνη στὴν ὁποία ἀνεκλίθη κατὰ τὴν γέννησή Του ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός.
Ἦταν δὲ ἀφοσιωμένος στὸ ἔργο του, περιποιούμενος μὲ στοργὴ τὰ ζῶα τοῦ κυρίου του, τὰ ὁποῖα αἰσθάνονταν τόση τὴν πρὸς αὐτὰ ἀγάπη τοῦ Ἁγίου, ὥστε νὰ τὸν ζητοῦν ὅταν ἀπουσίαζε, νὰ τὸν προσβλέπουν μὲ ἀγάπη καὶ νὰ χρεμετίζουν μὲ χαρὰ ὅταν τὰ χάϊδευε, ὡσὰν νὰ συνομιλοῦσαν μαζί του.
Μὲ τὸν καιρὸ ὁ ἀγᾶς τὸν ἀγάπησε, καθὼς καὶ ἡ σύζυγός του, καὶ τοῦ ἔδωσαν γιὰ κατοικία ἕνα μικρὸ κελλὶ κοντὰ στὸν ἀχυρώνα. Ὅμως ὁ Ἰωάννης δὲν δέχθηκε καὶ ἐξακολούθησε νὰ κοιμᾶται στὸν σταῦλο, γιὰ νὰ καταπονεῖ τὸ σῶμα του μὲ τὴν κακοπέραση καὶ μὲ τὴν ἄσκηση, μέσα στὴ δυσοσμία τῶν ζώων καὶ στὰ ποδοβολητά τους. Κάθε νύχτα ὁ σταῦλος γέμιζε ἀπὸ τὶς προσευχὲς τοῦ Ἁγίου καὶ ἡ κακοσμία γινόταν ὀσμὴ εὐωδίας πνευματικῆς.
Ὁ μακάριος Ἰωάννης εἶχε ἐκεῖνο τὸν σταῦλο ὡς ἀσκητήριο, καὶ ἐκεῖ πορευόταν κατὰ τοὺς κανόνες τῶν Πατέρων, ἐπὶ ὧρες γονυπετὴς καὶ προσευχόμενος, κοιμώμενος γιὰ λίγο ἐπἀνω στὰ ἄχυρα, χωρὶς ἄλλο σκέπασμα παρὰ μία παλαιὰ κάπα, γευόμενος μὲ διάκριση, πολλὲς φορὲς μόνο λίγο ψωμὶ καὶ νερό, καὶ νηστεύοντας τὶς περισσότερες ἡμέρες.
Καλημέρα φίλοι μας!
Μπορεί να είναι μια μερα ευκολη!
Μια μερα δύσκολη....σημασία έχει στο τελος της να σας δώσει
Μια αληθινή ιστορία από τα χρόνια του μακαριστού ιεραποστόλου π. Κοσμά Γρηγοριάτη
Βρισκόμαστε
σε κάποιο γραφικό χωριουδάκι του Ζαΐρ (σημερινό Κονγκό). Η τροπική
βλάστηση γύρω βρίσκεται σε έξαρση. Οι μπανανιές πιο κει, κατάμεστες από
καρπούς, γέρνουν τα κλαδιά τους κι ο φοίνικας δίπλα στη χορταρένια
καλύβα καμαρώνει περήφανος για τη λεβεντιά του.
Συλλογισμένος και πικραμένος ένας γέροντας Ζαϊρινός κάθεται έξω από το αρχοντικό του καλύβα, μασουλώντας ζαχαροκάλαμο.
Μα,
γιατί δεν με θέλει εμένα ο Χριστός; ψελλίζει με παράπονο.Τι κι αν έχω
δύο γυναίκες και είκοσι παιδιά μαζί τους; Εγώ θέλω να γίνω Χριστιανός.
Να βαπτιστώ Ορθόδοξος. Όχι, είπε όμως ο ιεραπόστολος, ο πατήρ Κοσμάς.
Όχι! Ο Χριστός αυτό δεν το θέλει.
Το βράδυ, γύρω απ’ τη φωτιά, κάλεσε σε οικογενειακό συμβούλιο τις δύο γυναίκες κι όλα του τα παιδιά.
Τους
μίλησε για τις σκέψεις του, τον ιερό πόθο του, την επιθυμία του να
βαπτιστεί Χριστιανός Ορθόδοξος και το φοβερό κώλυμα, που τον εμπόδιζε να
φτάσει στην πραγματοποίηση αυτού του σκοπού.
Οπωσδήποτε
θέλει να ασπαστεί τον Χριστιανισμό, την Ορθοδοξία. Διακαής ο πόθος του.
Τα δάκρυα κυλούν στο μελαψό, χαρακωμένο από ρυτίδες, πρόσωπό του.
Πάλη
και αγώνας μεγάλος μέσα του. Φοβερό το δίλημμα. Ύστερα απ’ όσα είδε και
άκουσε για τούτη την αληθινή θρησκεία. Από την άλλη μεριά, όμως, αγαπά
και τις δύο γυναίκες του πολύ και του είναι αδύνατο ν' αποφασίσει ποια
απ’ τις δύο ν' απαρνηθεί.
Έλεγε συγκρατώντας με κόπο τα δάκρυα του:
Ποια ν' απαρνηθώ; Μου είναι αδύνατο ν' αποφασίσω.
Άφωνα
τα παιδιά μαζεύτηκαν στη γωνιά τους κι έγειραν τούτη τη νύχτα όχι μόνο
νηστικά ως συνήθως, αλλά και πικραμένα, για να κοιμηθούν.
Ποια τύχη θα είχε άραγε αυτή η ιστορία;
Ο γερό - Ζαϊρινός στριφογύριζε όλη τη νύχτα στα χορτάρινα στρωσίδια.