Όλα όσα ακούμε
κατά τη διάρκεια της ημέρας...

Κατόπιν της από 4ης Ιουνίου 2026 Συνοδικής Αποφάσεως, η Συνοδική Επιτροπή επί της Χριστιανικής Αγωγής και της Νεότητος διοργανώνει το 10ο Πανελλήνιο Συνέδριο Υπευθύνων Ιερέων Νεότητος και Στελεχών Νεότητος των Ιερών Μητροπόλεων της Εκκλησίας της Ελλάδος, με θέμα: «Κατήχησις και Παιδαγωγική: από την μετάδοση της γνώσης στη βιωματική εμπειρία».
Το Συνέδριο θα λάβει χώρα από 1 έως 3 Σεπτεμβρίου 2026, στο Συνεδριακό Κέντρο της Ιεράς Μητροπόλεως Περιστερίου.
Την Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου, στις 6 μ.μ., θα τελεσθεί η ακολουθία του Αγιασμού και θα ακολουθήσουν οι χαιρετισμοί του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου, του Σεβ. Μητροπολίτου Σιδηροκάστρου κ. Μακαρίου, Προέδρου της Συνοδικής Επιτροπής επί της Χριστιανικής Αγωγής και της Νεότητος, και του Σεβ. Μητροπολίτου Περιστερίου κ. Γρηγορίου.
Μετά τους χαιρετισμούς θα παρουσιασθεί η κεντρική εισήγηση του Συνεδρίου από τον Ελλογιμώτατο κ. Μάριο Κουκουνάρα-Λιάγκη Αναπληρωτή Καθηγητή στο Τμήμα Θεολογίας του ΕΚΠΑ, με θέμα: Κατήχησις και Παιδαγωγική: από την μετάδοση της γνώσης στη βιωματική εμπειρία».

Νέα αρχαιολογικά ευρήματα κάτω από τον Ναό της Αναστάσεως στην Ιερουσαλήμ παρουσιάζουν εντυπωσιακές ομοιότητες με τις περιγραφές της Καινής Διαθήκης για τον τόπο όπου, σύμφωνα με τη χριστιανική παράδοση, ενταφιάστηκε ο Ιησούς Χριστός.
Ιταλοί αρχαιολόγοι εντόπισαν ίχνη ενός αρχαίου ταφικού τοπίου, με λαξευμένους στον βράχο τάφους, καλλιεργήσιμες εκτάσεις και έναν κήπο, χωρίς ωστόσο τα στοιχεία να αποδεικνύουν ότι πρόκειται πράγματι για τον τάφο του Ιησού.
Τα προκαταρκτικά αποτελέσματα της έρευνας δημοσιεύθηκαν στο αρχαιολογικό περιοδικό της Ιερουσαλήμ «Liber Annuus».
«Έχουμε βρει στοιχεία ενός ταφικού τοπίου», δήλωσε η επικεφαλής της ανασκαφής, Φραντσέσκα Ρομάνα Στασόλα, από το Πανεπιστήμιο «La Sapienza» της Ρώμης, μιλώντας στην Daily Mail.
Οι ερευνητές πραγματοποιούσαν ανασκαφές στον Ναό της Αναστάσεως στην Ιερουσαλήμ, τον ναό του 4ου αιώνα που ανεγέρθηκε πάνω από τον τόπο όπου, σύμφωνα με τη χριστιανική παράδοση, ο Ιησούς σταυρώθηκε, ενταφιάστηκε και αναστήθηκε την Κυριακή του Πάσχα.
Ο Ναός αποτελεί έκτοτε έναν από τους σημαντικότερους τόπους προσκυνήματος του χριστιανικού κόσμου και προσελκύει περίπου τέσσερα εκατομμύρια επισκέπτες κάθε χρόνο.
Τι βρήκαν κάτω από τον Ναό της Αναστάσεως
Οι ανασκαφές άρχισαν το 2022, στο πλαίσιο εργασιών αποκατάστασης του δαπέδου του Ναού, και κατά τις τελευταίες φάσεις τους, το 2025, οι αρχαιολόγοι ήρθαν αντιμέτωποι με ένα ιδιαίτερο αρχαίο τοπίο.
Κάτω από τον ναό εντόπισαν ένα εγκαταλελειμμένο λατομείο, καλλιεργημένα τμήματα γης, τάφους λαξευμένους στον βράχο και έναν αρχαίο κήπο.
Τα ευρήματα παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον λόγω των ομοιοτήτων τους με την περιγραφή στο Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο: «Στον τόπο όπου σταυρώθηκε ο Ιησούς υπήρχε κήπος, και μέσα στον κήπο ένας καινούργιος τάφος, στον οποίο δεν είχε ακόμη ταφεί κανείς».
Παρότι δεν εντοπίστηκε ανθρώπινο λείψανο στον συγκεκριμένο τάφο, οι αρχαιολόγοι θεωρούν αξιοσημείωτες τις αντιστοιχίες ανάμεσα στα χαρακτηριστικά του χώρου και στις βιβλικές αναφορές.
Δυστυχώς, αν κοιτάξουμε γύρω μας, θα δούμε μια εικόνα που λυπεί την καρδιά.
Γεμίζει ο τόπος από φανουρόπιτες και τάματα, αλλά οι Ναοί μένουν άδειοι
από ουσιαστική, μυστιριακή ζωή.
Βλέπεις
ανθρώπους να θυμούνται τον Άγιο Φανούριο μια φορά το χρόνο, ζυμώνοντας
με λαχτάρα όχι από ταπεινή τιμή, αλλά από μια νοοτροπία καθαρά
ανταποδοτική: «να μας φανερώσει ο Άγιος έναν καλό γαμπρό για την κόρη»,
«να μας δώσει υγεία», «να μας κάνει το χατίρι».
Φτάσαμε να μετατρέπουμε την πίστη σε «γραφείο συνοικεσίων» και τη φανουρόπιτα σε μέσο εξαναγκασμού του Θεού.
Αυτό
όμως δεν είναι Ορθοδοξία· είναι μια καλυμμένη ειδωλολατρία. Ο Θεός δεν
κάνει συναλλαγές, ούτε περιμένει τις πίτες μας για να μας αγαπήσει.
Η απουσία από τη Μυστηριακή και Αγιαστική Ζωή
Χωρίς
Εξομολόγηση και Εκκλησιασμό: Τρέχουμε με λαχτάρα να πάμε την πίτα στο
ναό, αλλά όλο τον υπόλοιπο χρόνο δεν πατάμε το πόδι μας στη Θεία
Λειτουργία.
Αποφεύγουμε το πετραχήλι, φοβόμαστε την κάθαρση της ψυχής και αμελούμε την αγιαστική ζωή που θεραπεύει τα πάθη μας.
Χωρίς Θεία Κοινωνία:
Περιμένουμε το θαύμα ή την «ευλογία» από μια φανουρόπιτα, ενώ
αρνούμαστε να προετοιμαστούμε για να προσέλθουμε στο Ποτήριο της Ζωής.
Ξεχνάμε ότι η αληθινή ένωση με τον Χριστό γίνεται μόνο μέσω του Σώματος
και του Αίματός Του.
Ὁ Ὅσιος Μωυσῆς ἔζησε στὴν Αἴγυπτο καὶ στὴν ἀρχὴ ἦταν ληστής. Ἀλλὰ τὸ φῶς τῆς γνώσης καὶ τῆς μετανοίας δὲν ἄργησε νὰ φωτίσει τὸν δρόμο του. Ἡ μεγάλη ἐπιείκεια ποὺ ἔδειξε πρὸς αὐτὸν κάποιος χριστιανός, ἐνῶ αὐτὸς τὸν εἶχε βλάψει, ἐπέφερε στὸν Μωυσῆ ψυχικὴ ἀνακαίνιση.
Πίστεψε, ἔγινε χριστιανὸς καὶ κατόπιν μοναχός. Ἀγωνίστηκε σκληρὰ μέσα στὴν ἔρημο καὶ ἀπέκτησε μεγάλη πνευματικὴ σύνεση καὶ ἀρετή.
Ἡ φήμη του ἔφερνε στὸ ἐρημητήριό του πολλοὺς χριστιανούς, ποὺ ἄκουγαν μὲ δέος τὴ διδασκαλία του κατὰ τῆς ὑπερηφάνειας καὶ τῆς κατάκρισης.
«Εἶμαι», ἔλεγε, «ὁ χειρότερος τῶν ἁμαρτωλῶν. Τὰ περασμένα μας ἁμαρτήματα πρέπει νὰ τὰ ἔχουμε πάντα μπροστά μας καὶ νὰ λυπούμαστε γι’ αὐτά.
Αὐτὸ εἶναι ἡ καλύτερη μέθοδος γιὰ νὰ φυλάξουμε τὸν ἑαυτό μας, μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ἀσφαλή. Ἂν νομίσουμε ὅτι εἴμαστε πνευματικὰ ὄρθιοι, τότε ἀκριβῶς εἶναι ὁ μεγάλος κίνδυνος μήπως πέσουμε.
Γιὰ νὰ μὴ φοβόμαστε τὸν Θεό, ὀφείλουμε νὰ φοβόμαστε πολὺ τὸν ἑαυτό μας, δηλαδὴ τὶς ἀδυναμίες καὶ τὰ πάθη μας».
Εκεί στην παλιά τη γειτονιά ο χρόνος δεν μετριόταν με ρολόγια αλλά με φωνές από τα μπαλκόνια και με το φως που έπεφτε λοξά το απόγευμα στις αυλές.
Τα πεζοδρόμια ήταν ακόμα ραγισμένα και ζεστά, μύριζαν χώμα βρεγμένο το καλοκαίρι όταν η μάνα κάποιου κατάβρεχε, και εμείς ξυπόλητοι τρέχαμε με γόνατα ματωμένα που δεν μας πονούσαν καν.
Εκεί μάθαμε τον κόσμο. Το σπίτι του ενός ήταν σπίτι όλων, η πόρτα πάντα μισάνοιχτη, το τραπέζι πάντα στρωμένο για έναν παραπάνω, και οι άνθρωποι μας, οι δικοί μας άνθρωποι, με τα χέρια ροζιασμένα και τις καρδιές ανοιχτές, μας κοιτούσαν και έβλεπαν μέλλον εκεί που εμείς βλέπαμε μόνο παιχνίδι.
Κάναμε όνειρα μεγάλα μες στη σκόνη του δρόμου. Θέλαμε να φύγουμε μακριά, να γίνουμε κάτι σπουδαίο, να αλλάξουμε τον κόσμο, και ταυτόχρονα δεν θέλαμε να φύγουμε ποτέ από εκείνο το τετράγωνο που χωρούσε όλη μας την ευτυχία.
Κοιτούσαμε τα αστέρια από τις ταράτσες με τα απλωμένα σεντόνια να ανεμίζουν σαν σημαίες και πιστεύαμε πως μας ανήκουν όλα. Το γέλιο μας ήταν δυνατό, αληθινό, χωρίς φόβο, και η λύπη μας κρατούσε λίγο, όσο μια μπόρα του Αυγούστου, γιατί πάντα υπήρχε ένα χέρι να μας σκουπίσει, μια αγκαλιά να μας μαζέψει.
α΄.
Πήγε κάποτε ο Αββάς Ποιμήν, όταν ήταν νεώτερος, σ’ ένα γέροντα, να τον
ρωτήσει για τρεις λογισμούς. Όταν λοιπόν έφθασε στον γέροντα, ξέχασε τον
ένα από τους τρεις. Και γύρισε στο κελλί του. Αλλά μόλις έβαλε το χέρι
να ξεκλειδώσει την πόρτα, θυμήθηκε τον λησμονημένο λογισμό. Και άφησε το
κλειδί και γύρισε στον γέροντα.
Και του λέει ο γέροντας: «Γρήγορα ξαναγύρισες, αδελφέ».
Και του ιστόρησε: «Όταν πήγα να πιάσω το κλειδί, θυμήθηκα τον λογισμό οπού αποζητούσα και δεν άνοιξα, γι’ αυτό γύρισα».
Και το μάκρος του δρόμου ήταν παρά πολύ μεγάλο.
Του έλεγε δε ο γέροντας: «Στους Αγγέλους ανήκεις, Ποιμένα. Και το όνομα σου θα γίνει ξακουστό σε όλη την Αίγυπτο».
[Αββάς Αμμωνάς]
β΄.
Κάποτε, ο αδελφός του Αββά Ποιμένος Παΐσιος σχετίσθηκε με κάποιους έξω
από το κελλί του, πράγμα οπού ο Αββάς Ποιμήν δεν το ήθελε. Σηκώθηκε
λοιπόν, πήγε στον Αββά Αμμωνά και του λέει: «Ο αδελφός μου ο Παΐσιος
κάνει συντροφιά με κάποιους και έχασα την ειρήνη μου».
Του
λέει ο Αββάς Αμμωνάς: «Ποιμένα, ακόμη ζεις; Πήγαινε, μείνε στο κελλί
σου. Και βάλε στην καρδιά σου ότι έχεις ήδη ένα έτος μέσα στο μνήμα.
γ΄.
Ήλθαν κάποτε πρεσβύτεροι από τον κόσμο στις Μονές οπού ήταν ο Αββάς
Ποιμήν. Και πήγε στο κελλί του ο Αββάς Ανούβ και του λέει: «Ας καλέσουμε
εδώ σήμερα τους πρεσβυτέρους».
Και ενώ έμεινε για πολύ, δεν του έδωσε απόκριση. Λυπήθηκε λοιπόν και βγήκε.
Του λένε αυτοί οπού έμεναν κοντά του: «Αββά, γιατί δεν του αποκρίθηκες;».
Και
τους απαντά ο Αββάς Ποιμήν: «Τι να του πω; Εγώ είμαι νεκρός. Και ο
νεκρός δεν μιλά. Ας μη με λογαριάσουν ότι βρίσκομαι εδώ μέσα μαζί τους».
δ΄.
Ήταν ένας γέροντας στην Αίγυπτο, πριν έλθουν εκείνοι που ήταν μαζί με
τον Αββά Ποιμένα. Και είχε γνώση και τιμή πολλή. Όταν λοιπόν ανέβηκαν ο
Αββάς Ποιμήν και οι δικοί του από τη Σκήτη, τον άφησαν οι άνθρωποι και
έρχονταν στον Αββά Ποιμένα. Και φθονούσε ο γέροντας και τους
κακολογούσε. Άκουσε λοιπόν ο Αββάς Ποιμήν και λυπήθηκε.
Και
λέει στους αδελφούς του: «Τι θα κάνουμε μ’ αυτόν τον μεγάλο γέροντα;
Γιατί σε θλίψη μας έριξαν οι άνθρωποι, με το να παρατήσουν τον γέροντα
και να προσέχουν εμάς οπού δεν είμαστε τίποτε. Πώς λοιπόν μπορούμε να
καλοκαρδίσουμε τον γέροντα;».
Και
τους λέει ύστερα: «Ετοιμάστε λίγο φαγητό και πάρετε και ένα φλασκί
κρασί. Και ας πάμε, να φάμε μαζί του. Ίσως έτσι τον καλοκαρδίσουμε».
Πήραν λοιπόν τα φαγώσιμα και πήγαν. Και σαν έκρουσαν τη θύρα, τους ακούει ο μαθητής του και ρωτά: «Ποιοι είστε;».
Και αυτοί είπαν: «Πες στον Αββά, ότι ο Ποιμήν είναι και θέλει να πάρει την ευλογία του».
Το ανακοίνωσε ο μαθητής, αλλά εκείνος αποκρίθηκε: «Πήγαινε, δεν ευκαιρώ».
Αλλά εκείνοι έκαναν υπομονή μέσα στο λιοπύρι, λέγοντας: «Δεν φεύγουμε, αν δεν μας κάνει τη χάρη ο γέροντας να μας δεχθεί».
Ο
δε γέροντας, βλέποντας την ταπείνωση και την υπομονή του Αββά Ποιμένος,
κατανύχθηκε και τους άνοιξε. Μπήκαν λοιπόν και έφαγαν μαζί του. Ενώ δε
έτρωγαν, έλεγε: «Αληθινά, δεν είναι μόνο ό,τι άκουσα για σας, αλλά
εκατονταπλάσια είδα στη συμπεριφορά σας».
Και έγινε φίλος τους από εκείνη τη μέρα.
Μια μέρα, ένας άνθρωπος ξύπνησε και διαπίστωσε πως είχε χάσει τη σκιά του.
Την
έψαξε στο σπίτι, στον δρόμο, κάτω από τα δέντρα. Ρώτησε περαστικούς,
γύρισε στα μέρη όπου είχε ζήσει, μα κανείς δεν μπορούσε να του πει πού
είχε πάει.
Όσο περνούσαν οι μέρες, άρχισε να φοβάται.
«Μήπως χάθηκα κι εγώ;» αναρωτήθηκε.
Τότε συνάντησε έναν γέροντα και του διηγήθηκε την ιστορία.
Ο γέροντας τον κοίταξε και χαμογέλασε.
- «Δεν έχασες τη σκιά σου. Έχασες τον τρόπο που την κοιτούσες.»
- «Τι σημαίνει αυτό;»
- «Όταν κοιτούσες συνέχεια πίσω σου, νόμιζες πως η σκιά σου ήταν αυτή που σε ακολουθούσε. Τώρα κοίτα μπροστά.»
Ο άνθρωπος σήκωσε τα μάτια.
Ο ήλιος ήταν απέναντί του.
Και τότε είδε τη σκιά του πίσω του.
Ο γέροντας του είπε:
- «Υπάρχουν πράγματα στη ζωή που τα ψάχνουμε απελπισμένα, ενώ βρίσκονται ήδη εκεί. Μόνο που περιμένουν να αλλάξουμε κατεύθυνση.»
Κάτι που δεν μας μαθαίνει ο σύγχρονος πολιτισμός είναι, το πως "να χάνεις χωρίς να χάνεσαι".
Είναι πλέον ξεκάθαρο ότι άλλαξαν βαθιά οι σχέσεις άνδρα και γυναίκας. Η γυναίκα έγινε περισσότερο ελεύθερη και αυτόνομη.
Το ερώτημα είναι: ο άνδρας έγινε περισσότερο ελεύθερος εσωτερικά;
Για αιώνες ήξερε ποιος είναι μέσα από τον ρόλο του: ο δυνατός, ο προστάτης, εκείνος που αποφασίζει.
Σήμερα αυτό δεν υπάρχει πλέον. Και νιώθει να καταρρέει.
Όταν μέσα σου δεν ξέρεις ποιος είσαι γαντζώνεσαι από εξωτερικούς ρόλους.
Έχεις ανάγκη να φαίνεσαι δυνατός όταν μέσα σου αισθάνεσαι αδύναμος.
Οπότε
ο σημερινός άνδρας βιώνοντας την κοινωνική πληθωρικότητα της γυναίκας
σε ρόλους και χώρους, χάνει τα ασφαλή πατήματα του. Άγχος, φόβος, θυμός.
Τώρα που ο ρόλος αλλάζει τι μένει;
Ποιος είμαι όταν δεν μπορώ να σε ορίζω;
Ποιος είμαι όταν μπορείς να ζήσεις και χωρίς εμένα;
Δεν έχω σκοπό να δικαιώσω τις γυναίκες.
Απλά προσπαθώ να δώσω μια ερμηνεία στο φαινόμενο που όλο αυξάνεται και έχει να κάνει με "εγκλήματα πάθους".

Αυτός ο τόσο αγαπητός άγιος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί χωρίς αμφιβολία ως δώρο Θεού, διότι ήταν και παράμενε άγνωστος για πολλούς αιώνες. Έγινε γνωστός από την τυχαία εύρεση της εικόνας του τον 14ο αιώνα μ.Χ. στη Ρόδο, όταν έσκαβαν παλιά σπίτια στο νότιο μέρος του παλιού τείχους.
Εκεί βρέθηκε αρχαίος ναός με πολλές κατεστραμμένες εικόνες και μεταξύ αυτών και η καλά διατηρημένη εικόνα επί της οποίας ο τότε μητροπολίτης Ρόδου Νείλος ο Β' ο Διασπωρινός (1355 - 1369 μ.Χ.) διάβασε το όνομα του Αγίου «ὁ ἅγιος Φανῶ».
Στην εικόνα, ο Άγιος παριστανόταν σαν νεαρός στρατιώτης, κρατώντας στο δεξιό του χέρι σταυρό, πάνω στον όποιο υπήρχε λαμπάδα αναμμένη, γύρω δε από την εικόνα τα 12 μαρτύρια του.
Σε αυτά ο Μάρτυς παρουσιαζόταν: να στέκεται ανάμεσα σε στρατιώτες και να δικάζεται από τον ηγεμόνα· να πλήττεται απ’ αυτούς με πέτρες στο στόμα και την κεφαλή· να μαστιγώνεται πάλι απ’ αυτούς απλωμένος κατά γης· να κάθεται γυμνός και να ξέεται το σώμα του με σιδερένια νύχια· να είναι κλεισμένος στη φυλακή· να βασανίζεται μπροστά στο βήμα του ηγεμόνα· να καίεται στα μέλη του σώματος του με αναμμένες λαμπάδες· να είναι δεμένος σε μάγγανο και να βασανίζεται· να βρίσκεται ανάμεσα σε θηρία αβλαβής· να είναι ξαπλωμένος κατά γης και να πιέζεται το σώμα από ένα μεγάλο λίθο· να είναι μέσα σε ειδωλολατρικό ναό βαστάζοντας στις παλάμες του αναμμένα κάρβουνα και ο διάβολος να δραπετεύει στον αέρα με θρήνους· να στέκεται μέσα σε ένα καμίνι φωτιάς έχοντας υψωμένα τα χέρια σε σχήμα δεήσεως.
Τον αρχαίο ναό που βρέθηκε η εικόνα,
ανοικοδόμησε, ύστερα από πολλές προσπάθειες, ο Νείλος και τον αφιέρωσε
στο όνομα του Αγίου Φανουρίου, που όπως φαίνεται συνέταξε και την
Ακολουθία του.
Ένα από τα πολλά θαύματα του Αγίου
Φανουρίου είναι το εξιστορούμενο στη συνέχεια. Τα χρόνια εκείνα
εξουσίαζαν την Κρήτη οι Ενετοί, οι οποίοι δεν επέτρεπαν την παρουσία
Ορθοδόξου Αρχιερέως στη μεγαλόνησο. Τέσσερεις άνδρες για να λάβουν τη
χειροτονία ταξίδευσαν από την Κρήτη στην Κορώνη της Πελοποννήσου και
κατά την επιστροφή αιχμαλωτίστηκαν από τους Αγαρηνούς, οι οποίοι
φόνευσαν τον ένα και τους άλλους τρεις μετέφεραν στα Παλάτια (Μίλητο).
Από απόψε η μνήμη |