Με
αφορμή τις εκατοντάδες αντιδράσεις που προκάλεσε το προηγούμενο άρθρο
μου για την πείνα, τη φτώχεια και την ανθρώπινη ευθύνη, διάβασα με
προσοχή πολλά από τα σχόλιά σας. Άλλα ήταν καλοπροαίρετα, άλλα οργισμένα
και άλλα ειρωνικά.
Πίσω όμως από τα περισσότερα διέκρινα ένα κοινό
ερώτημα, ίσως ένα από τα αρχαιότερα και δυσκολότερα ερωτήματα της
ανθρώπινης ύπαρξης: «Αν ο Θεός είναι παντοδύναμος και αγαθός, γιατί δεν
επεμβαίνει; Γιατί αφήνει τον άνθρωπο να προκαλεί τόσο κακό; Και τελικά,
τι Τον χρειαζόμαστε έναν Θεό που επιτρέπει όλα αυτά;» Το ερώτημα είναι
σοβαρό. Και θα ήταν ασέβεια απέναντι στον ανθρώπινο πόνο να το
αντιμετωπίσουμε με ένα εύκολο «έτσι θέλησε ο Θεός».
Η Ορθόδοξη Εκκλησία
δεν μας δίδαξε ποτέ ότι ο Θεός θέλει την πείνα, τον πόλεμο, την
κακοποίηση, την αδικία ή τον θάνατο ενός παιδιού. Ούτε ότι κάθε τραγωδία
αποτελεί κάποιο μυστηριώδες «σχέδιο» που εμείς απλώς πρέπει να
αποδεχθούμε. Η Γραφή είναι σαφής: «Ὁ Θεὸς θάνατον οὐκ ἐποίησεν» (Σοφ.
Σολ. 1,13). Ας θέσουμε όμως διαφορετικά το ερώτημα. Τι ακριβώς ζητάμε
από τον Θεό όταν απαιτούμε να σταματήσει το κακό; Ένας άνθρωπος σηκώνει
το χέρι για να σκοτώσει έναν αθώο. Θέλουμε ο Θεός να τον εμποδίσει. Ένας
δικτάτορας αποφασίζει να ξεκινήσει έναν πόλεμο. Να τον εμποδίσει και
αυτόν. Κάποιος πρόκειται να κακοποιήσει ένα παιδί. Ασφαλώς να τον
σταματήσει. Ένας πλούσιος αφήνει ανθρώπους να πεθαίνουν ενώ θα μπορούσε
να τους βοηθήσει. Να επέμβει και εκεί.
Ας συνεχίσουμε όμως. Κάποιος
κλέβει. Κάποιος εξαπατά. Κάποιος συκοφαντεί. Κάποιος εγκαταλείπει τα
παιδιά του. Κάποιος εκμεταλλεύεται τον εργαζόμενό του. Κάποιος
καταστρέφει έναν άνθρωπο με ένα ψέμα. Κάποιος έχει περίσσευμα και
αδιαφορεί για εκείνον που πεινά. Πότε ακριβώς πρέπει να επεμβαίνει ο
Θεός; Και κυρίως: σε ποιο σημείο πρέπει να σταματά η επέμβαση του Θεού
και να αρχίζει η ελευθερία του ανθρώπου; Ας το φέρουμε ακόμη πιο κοντά
μας. Λέμε: «Αφού ο Θεός είναι παντοδύναμος, γιατί δεν επεμβαίνει;».
Ωραία. Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι επεμβαίνει κάθε φορά που ο άνθρωπος
πρόκειται να παραβεί το θέλημά Του. Είναι Τετάρτη ή Παρασκευή και πας
συνειδητά να παραβείς τη νηστεία; Να σου κλείνει θαυματουργικά το στόμα.
Πας να απατήσεις τη γυναίκα σου ή τον άνδρα σου; Να εξαφανίζεται εκείνη
τη στιγμή κάθε επιθυμία και να αδυνατείς να προχωρήσεις. Πας να πεις
ένα ψέμα; Να χάνεις τη φωνή σου. Πας να συκοφαντήσεις κάποιον; Να μη
βγαίνει λέξη από το στόμα σου. Πας να κλέψεις; Να παραλύει το χέρι σου.
Πας να βρίσεις; Να μη λειτουργεί η γλώσσα σου. Πας να αδικήσεις τον
εργαζόμενό σου; Να εξαφανίζονται τα χρήματα από τον λογαριασμό σου και
να πηγαίνουν μόνα τους σε εκείνον. Πώς θα σας φαινόταν ένας τέτοιος
Θεός; Θα λέγαμε τότε «δόξα τω Θεώ, επιτέλους επεμβαίνει» ή θα φωνάζαμε
ότι πρόκειται για έναν Θεό-δυνάστη που δεν σέβεται την προσωπική μας
ελευθερία;
Γιατί συνήθως ζητάμε από τον Θεό να καταργήσει την ελευθερία
του άλλου όταν αυτή προκαλεί πόνο. Όταν όμως η ίδια θεϊκή επέμβαση
αγγίξει τις δικές μας επιλογές, τότε ξαφνικά θυμόμαστε το δικαίωμά μας
να αποφασίζουμε μόνοι μας. Θέλουμε να είμαστε ελεύθεροι, αλλά ταυτόχρονα
θέλουμε έναν Θεό που θα μας εμποδίζει κάθε φορά που χρησιμοποιούμε
λανθασμένα την ελευθερία μας.
Θέλουμε να μπορούμε να επιλέγουμε, αλλά
απαιτούμε από Εκείνον να ακυρώνει την επιλογή μας όταν αυτή παράγει
πόνο. Τότε όμως δεν μιλάμε πλέον για πραγματική ελευθερία. Ο Θεός θα
έπρεπε κάθε στιγμή να παρεμβαίνει στη βούλησή μας. Να παραλύει το χέρι
πριν χτυπήσει. Να κλείνει το στόμα πριν συκοφαντήσει. Να εξαφανίζει το
όπλο πριν πυροβολήσει. Να εμποδίζει κάθε απόφαση που θα μπορούσε να
προκαλέσει πόνο. Ένας τέτοιος κόσμος ίσως να είχε λιγότερο κακό. Δεν θα
είχε όμως ελεύθερους ανθρώπους. Θα είχε όντα που θα μπορούσαν να κάνουν
μόνο ό,τι τους επιτρέπεται να κάνουν. Και τότε ούτε η αγάπη θα είχε
νόημα. Γιατί αν δεν μπορώ να μη σε αγαπήσω, τότε δεν σε αγαπώ
πραγματικά. Αν είμαι προγραμματισμένος να κάνω το καλό, δεν είμαι
αγαθός. Αν δεν έχω τη δυνατότητα να πω «όχι», τότε και το «ναι» μου δεν
έχει καμία αξία.