Δεν έχει σημασία τι έχεις,
πώς ντύνεσαι,πού μένεις.
Υπάρχουν
εποχές που ο κόσμος μοιάζει να περπατά μέσα σε μια μεγάλη ερημιά. Οι
άνθρωποι κουβαλούν στους ώμους τους φόβους, απώλειες, απογοητεύσεις και
μια κούραση που δεν φαίνεται πάντοτε στα μάτια.
Κι εκεί, στην ερημιά της
ελπίδας, δεν χρειάζεται ο άνθρωπος άλλα μεγάλα λόγια. Χρειάζεται έναν
ορίζοντα.
Έναν ορίζοντα που να
του θυμίζει πως η νύχτα δεν είναι αιώνια. Πως πίσω από κάθε σκοτεινό
σύννεφο υπάρχει ακόμη ουρανός. Πως ακόμη κι όταν όλα μέσα μας σωπαίνουν,
ο Θεός εξακολουθεί να εργάζεται αθόρυβα.
Ο
Χριστός δεν υποσχέθηκε έναν δρόμο δίχως πόνο. Υποσχέθηκε όμως πως δεν
θα μας αφήσει μόνους επάνω σ’ αυτόν τον δρόμο. Και αυτή είναι ίσως η
μεγαλύτερη παρηγοριά: να γνωρίζεις πως, όταν οι δυνάμεις σου τελειώνουν,
υπάρχει ένα Χέρι που δεν κουράζεται να σε κρατά.
Ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου, ὁ ἀκολουθῶν ἐμοὶ οὐ μὴ περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ. Ιωάν. 8,12
Ο
κόσμος σήμερα διψά για ανθρώπους που δεν θα προσθέτουν σκοτάδι στο
σκοτάδι. Για ανθρώπους που θα γίνονται ένα μικρό καντήλι στην ξένη
νύχτα. Ένας καλός λόγος. Μια συγχώρεση. Μια προσευχή που κανείς δεν
έμαθε ποτέ. Ένα χέρι που θα κρατήσει τον κουρασμένο πριν σωριαστεί.
Δεν
χρειάζεται να αλλάξουμε ολόκληρο τον κόσμο για να υπηρετήσουμε τον
Χριστό. Αρκεί, εκεί όπου στεκόμαστε, να μην αφήσουμε έναν άνθρωπο χωρίς
παρηγοριά όταν μπορούσαμε να του τη δώσουμε.
Η
κατάθλιψη πολλές φορές μοιάζει σαν ένα βαθύ σκοτάδι που απλώνεται μέσα
στην ψυχή. Όταν ο άνθρωπος απομακρύνεται από τον Θεό, μπορεί να
αισθανθεί μόνος, άδειος, χωρίς ελπίδα και χωρίς δύναμη να σηκώσει το
βάρος της ζωής.
Όμως ο Θεός δεν
απομακρύνεται από εμάς επειδή εμείς απομακρυνθήκαμε από Εκείνον.
Περιμένει σιωπηλά την επιστροφή μας. Ακόμη κι όταν δεν έχουμε δύναμη να
προσευχηθούμε, ακόμη κι όταν το μόνο που μπορούμε να ψελλίσουμε είναι
ένα «Θεέ μου, βοήθησέ με», Εκείνος ακούει.

Ἦταν δίδυμα ἀδέλφια καὶ ἦταν ἄρρηκτα ἑνωμένοι διὰ τῆς θερμῆς πίστεως καὶ ἀγάπης ποὺ εἶχαν πρὸς τὸ Χριστό. Κατάγονταν ἀπὸ τὸ Βυζάντιο καὶ εἶχαν διδαχθεῖ τὸν χριστιανισμὸ καὶ τὴν τέχνη τοῦ λιθοξόου ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Πρόκλο (καὶ ὄχι Πάτροκλο, ὅπως λανθασμένα γράφεται ἀπὸ ὁρισμένους Συναξαριστές, καὶ ποὺ ἡ μνήμη του ἔτσι λανθασμένα ἐπαναλαμβάνεται καὶ τὴν 21η Ἰανουαρίου) καὶ Μάξιμο, οἱ ὁποῖοι ὑπέστησαν καὶ μαρτυρικὸ θάνατο γιὰ τὸν Χριστό.
Μετὰ τὸν θάνατο τῶν διδασκάλων τους, ὁ Φλῶρος καὶ ὁ Λαῦρος ἀναχώρησαν στὴν Ἰλλυρία καὶ διάλεξαν σὰν τόπο διαμονῆς τους τὴν πόλη Οὐλπιανά.
Στὴν πόλη αὐτὴ ἐργάζονταν τὴν τέχνη τους, ἀλλὰ συγχρόνως μέσῳ αὐτῆς προσπαθοῦσαν γιὰ τὴν ἐξάπλωση τοῦ Εὐαγγελίου.
Ἐκεῖ ὑπῆρχε καὶ κάποιος ἱερέας εἰδώλων, ὀνομαζόμενος Μερέντιος. Ὁ γιὸς αὐτοῦ Ἀθανάσιος ἀπὸ τὸ ἕνα του μάτι ἔπαθε τύφλωση, ποὺ ἀπὸ τὴν ἰατρικὴ ἐπιστήμη δὲ βρῆκε θεραπεία.
Τότε πλησίασε τοὺς δυὸ τεχνῖτες ἀδελφούς, οἱ ὁποῖοι μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ θεράπευσαν τὸ μάτι τοῦ γιοῦ τοῦ εἰδωλολάτρη ἱερέα, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ πιστέψουν καὶ οἱ δύο στὸν Χριστό.
Αὐτὸ μόλις τὸ ἔμαθε ὁ ἔπαρχος Λύκων, συνέλαβε τοὺς δύο ἀδελφοὺς καί, ἀφοῦ τοὺς βασάνισε φρικτά, τοὺς ἔριξε μέσα σὲ ἕνα πηγάδι, ὅπου καὶ παρέδωσαν τὸ πνεῦμα τους.
Η συγκλονιστική διήγηση που θυμάται ο Ντοστογιέφσκι
Υπάρχει μια παράξενη και συγκλονιστική διήγηση που αναφέρει ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι στους «Αδελφούς Καραμάζοφ».
Μια διήγηση που δεν ανήκει στα κανονικά βιβλία της Αγίας Γραφής ούτε αποτελεί δόγμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Προέρχεται από ένα παλαιό απόκρυφο κείμενο, γνωστό στη σλαβική παράδοση ως «Η πορεία της Θεοτόκου στα βασανιστήρια».
Και όμως, πίσω από την απόκρυφη αυτή αφήγηση κρύβεται μια συγκλονιστική εικόνα: μια Μητέρα που δεν αντέχει να βλέπει ούτε τον πιο αμαρτωλό άνθρωπο να υποφέρει.
Ο
Ντοστογιέφσκι βάζει τον Ιβάν Καραμάζοφ να διηγείται ότι η Θεοτόκος
κατεβαίνει στον Άδη και ο Αρχάγγελος Μιχαήλ την οδηγεί ανάμεσα στις
ψυχές που βασανίζονται.
Η Παναγία βλέπει. Και κλαίει. Βλέπει
την τραγωδία της ανθρώπινης αμαρτίας. Βλέπει ανθρώπους που
απομακρύνθηκαν από τον Θεό. Και αντί να αισθανθεί ικανοποίηση για την
τιμωρία τους, πονά γι' αυτούς.
Και τότε κάνει αυτό που η χριστιανική συνείδηση αιώνες τώρα συνδέει με το πρόσωπό της:
πρεσβεύει.
Δεν ζητά δικαιοσύνη. Ζητά έλεος.
Δεν λέει: «Καλά έπαθαν».
Παρακαλεί τον Θεό για εκείνους.
Στη
διήγηση που θυμάται ο Ντοστογιέφσκι, η Θεοτόκος πέφτει ενώπιον του
θρόνου του Θεού και παρακαλεί για όλους όσους είδε στον Άδη.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το συγκλονιστικότερο σημείο.
Δεν παρακαλεί μόνο για τους «καλούς».
Δεν διαλέγει ποιος είναι άξιος του οίκτου της.
Πονά για τον άνθρωπο.
Είναι αυτό διδασκαλία της Εκκλησίας;
Εδώ χρειάζεται μεγάλη προσοχή.
Η
συγκεκριμένη αφήγηση είναι απόκρυφη. Δεν αποτελεί μέρος της Αγίας
Γραφής και δεν μπορούμε να παρουσιάζουμε τα γεγονότα που περιγράφει ως
ιστορικά ή ως δόγμα της Εκκλησίας.
Ούτε μπορούμε να
πούμε, στηριζόμενοι σε αυτήν, ότι η Παναγία κυριολεκτικά κατέβηκε στον
Άδη μετά την Κοίμησή της και παρέμεινε εκεί για κάποιο συγκεκριμένο
χρονικό διάστημα.
Άλλωστε ο Ντοστογιέφσκι την αναφέρει ως παλαιά «μοναστηριακή» ποιητική διήγηση.
Γιατί λοιπόν αξίζει να τη θυμηθούμε;
Γιατί ο μεγάλος Ρώσος συγγραφέας είδε μέσα σε αυτήν κάτι βαθύτερο:
το μυστήριο της συμπόνιας.
Της αγάπης που δεν μπορεί εύκολα να πει για κανέναν άνθρωπο:
«Αυτός χάθηκε. Δεν με ενδιαφέρει πλέον».
Και εδώ η εικόνα γίνεται τρομακτικά επίκαιρη.
Εμείς πόσο εύκολα καταδικάζουμε!
Πόσο εύκολα αποφασίζουμε ποιος αξίζει τον Παράδεισο και ποιος την κόλαση.
Λοιπόν βιάσου. Λέγε διαρκώς την ευχή. Να μη σταματά καθόλου το στόμα. Έτσι θα την συνηθίσεις μέσα σου και κατόπιν θα την παραλάβει ο νούς. Μη ξεθαρρεύεις στους λογισμούς, διότι γίνεσαι μαλθακός και μολύνεσαι.
Η ζωή του ανθρώπου, παιδί μου, είναι θλίψη, διότι είναι στην εξορία. Μη ζητείς τελεία ανάπαυση. Ο Χριστός μας σήκωσε το σταυρό, και μείς θα σηκώσουμε. Όλες τις θλίψεις εάν τις απομένουμε, βρίσκομε Χάρη παρά Κυρίου.
Γι’ αυτό μας αφήνει ο Κύριος να πειραζόμαστε, για να δοκιμάζει το ζήλο και την αγάπη που έχουμε προς αυτόν.
Γι’ αυτό χρειάζεται υπομονή. Χωρίς υπομονή δεν γίνεται ο άνθρωπος πρακτικός, δεν μαθαίνει τα πνευματικά, δεν φθάνει σε μέτρα αρετής και τελειώσεως.
Αγάπα τον Ιησού και λέγε αδιάλειπτα την ευχή και αυτή θα σε φωτίζει στο δρόμο Του.
Πρόσεχε
να μην κατακρίνεις. Διότι από αυτό παραχωρεί ο Θεός και φεύγει η Χάρη
και σε αφήνει ο Κύριος να πέφτεις, να ταπεινώνεσαι, να βλέπεις τα δικά
σου σφάλματα.
Αλλ’ όταν υποχωρεί η Χάρη για να δοκιμαστεί ο άνθρωπος, τότε γίνονται όλα σαρκικά και πέφτει η ψυχή. Συ όμως τότε μη χάνεις την προθυμία σου, άλλα φώναζε διαρκώς την ευχή με βία, με το ζόρι, με πόνο πολύ. «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με».
Και πάλι και πολλές φορές, το ίδιο συνεχώς. Και σαν να ατενίζεις νοερά τον Χριστό να του λέγεις· «…Δόξα σοι, δόξα σοι, ο Θεός μου». Και υπομένοντας, πάλι θα έλθει η Χάρη, πάλι η χαρά. Όμως και πάλι ο πειρασμός και η λύπη, η ταραχή και τα νεύρα. Αλλά και πάλιν αγώνας, νίκη, ευχαριστία. Και αυτό γίνεται μέχρις ότου σιγά-σιγά καθαρίζεσαι από τα πάθη και γίνεσαι πνευματικός…


του Πρεσβυτέρου Νικολάου Γονιδάκη
Στο σημερινό Αποστολικό μας Ανάγνωσμα, αγαπητοί μου εν Χριστώ αδελφοί (Α΄ Κορ. θ΄ 2-12), ο Απόστολος Παύλος ξεκαθαρίζει κάποια λειτουργικά ζητήματα της Εκκλησίας, τα οποία παραμένουν ακόμη και σήμερα αμφιλεγόμενα για πολλούς πιστούς και μη.
Καταρχάς, να σημειώσουμε πως κάποιοι εκ των πιστών, και μάλιστα εκείνοι που βρίσκονταν σε ανώτερη θέση μέσα στην κοινότητα, εξέφραζαν έντονη αμφισβήτηση προς το πρόσωπό του.
Θεωρούσαν πως, επειδή δεν υπήρξε, όπως οι άλλοι Απόστολοι, αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας της επίγειας παρουσίας του Χριστού, υστερούσε και, κατά συνέπεια, δεν μπορούσε να θεωρείται γνήσιος μαθητής Του.
Σε αυτή την αμφισβήτηση συνέβαλε και κάτι ακόμη, που θα μπορούσαμε να πούμε πως αποτέλεσε την αφορμή για όλα όσα ακούμε σήμερα.
Το γεγονός ότι αρνούνταν να λάβει υλική αποζημίωση για όλη του τη διακονία. Προτιμούσε, παρά το γεγονός ότι το δικαιούταν, όπως ο ίδιος μας λέει, να εργάζεται, να κοπιάζει και να αυτοσυντηρείται, ώστε να μην επιβαρύνει οικονομικά την κοινότητα των πιστών.
Τον ακούμε, λοιπόν, να λέει πως οι άνθρωποι της Εκκλησίας, εκείνοι που κοπιάζουν, κηρύττουν και εργάζονται αποκλειστικά για τη διάδοση του Ευαγγελίου, πέρα από τη φιλανθρωπία που οφείλουν να επιτελούν, δικαιούνται να βιοπορίζονται από τα έσοδα της Εκκλησίας.
Ως παράδειγμα μας αναφέρει τους στρατιώτες που βρίσκονται στον πόλεμο και συντηρούνται από την πολιτεία, τους αμπελουργούς που δικαιούνται να γεύονται τους καρπούς του αμπελιού που καλλιεργούν και τους βοσκούς που καταναλώνουν το γάλα από τα ίδια τα ζώα που φροντίζουν.
Όλα αυτά είναι απολύτως φυσικά και δικαιολογημένα, ως καρπός της εργασίας και του κόπου τους.
Ο ίδιος, όμως, θέλει να δώσει το ορθό παράδειγμα της προσφοράς και της ελευθεριότητας της πίστεως στον Χριστό, απαλλαγμένος από κάθε υλική προσδοκία.
Γι’ αυτό εργάζεται, αυτοσυντηρείται και δεν επιβαρύνει την Εκκλησία. Και όχι μόνο δεν ζητά να λάβει, αλλά προσφέρει. Προσφέρει όχι μόνο σε υλικό επίπεδο, αλλά, πάνω απ’ όλα, σε πνευματικό.


Ὁ Ἅγιος Μύρων μαρτύρησε ὅταν αὐτοκράτωρ ἦταν ὁ Δέκιος, τὸ 250 μ.Χ. Καταγόμενος ἀπὸ πλούσια οἰκογένεια, θὰ μποροῦσε νὰ ζήσει ἄνετα, μὲ ὅλα τὰ ἐπίγεια ἀγαθὰ ποὺ θὰ ἐπιθυμοῦσε.
Ὅμως ἡ μεγάλη του ἀγάπη πρὸς τὸ Χριστό, ἔκανε τὸ Μύρωνα νὰ χειροτονηθεῖ ἱερέας.
Ἀφιερώθηκε, λοιπόν, ὁλοκληρωτικὰ στὸ ποιμαντικό του καθῆκον καὶ δίδασκε, νουθετοῦσε καὶ βοηθοῦσε τὸ κάθε ἕνα μέλος τοῦ ποιμνίου του. Μεριμνοῦσε καθημερινὰ γιὰ τοὺς φτωχούς, τὶς χῆρες καὶ τὰ ὀρφανά.
Κάποτε, ὁ ἔπαρχος Ἀχαΐας Ἀντίπατρος πῆγε στὸν τόπο ὅπου λειτουργοῦσε ὁ Μύρων καὶ συνέλαβε πολλοὺς χριστιανούς. Γιὰ νὰ ἐκβιάσει λοιπὸν τὸν Μύρωνα νὰ ἀλλαξοπιστήσει, ἔφερε μπροστὰ του τὸ ποίμνιό του καὶ τοῦ εἶπε ὅτι, ἂν αὐτὸς ἀρνηθεῖ τὸ Χριστό, θὰ τοὺς ἀφήσει ὅλους ἐλεύθερους.
Ὁ Μύρων
μειδίασε καὶ ἀπάντησε: «Ἂν ἦταν γιὰ τὴ σωτηρία τῶν πνευματικῶν μου
παιδιῶν, πρόθυμα θὰ ἔδινα τὴν ζωή μου. Τώρα ὅμως δὲν πρόκειται γι’ αὐτό.
Ἃς δώσουν λοιπὸν οἱ ἴδιοι ἀπάντηση».
Τότε
ὅλοι μαζὶ φώναξαν: «Ὄχι. Μιὰ ἀνθρώπινη ψυχὴ εἶναι ἀσύγκριτα
πολυτιμότερη ἀπὸ μύρια σώματα καὶ ἀπὸ τὸν κόσμο ὅλο.

του Αρχιμ. Κυρίλλου Κωστοπούλου, Ιεροκήρυκος Ι.Μ. Πατρών, Δρος Θεολογίας
Όλος ο Ορθόδοξος κόσμος πανηγυρίζει την Κοίμηση της Θεοτόκου Μαρίας, της Μητέρας του Θεανθρώπου Κυρίου.
Ο ουρανός αγάλλεται και η γη χαίρει για το γεγονός αυτό.
Δεν θρηνεί ο κόσμος, όπως συμβαίνει σε κάθε θάνατο, αλλά νοιώθει χαρά, διότι η Παναγία μας, ως Μητέρα του Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός, πορεύεται δίπλα στον θρόνο του Υιού της, για να υπάρχη εκεί συνεχώς, όσο υφίσταται αυτός ο κόσμος, ως πρέσβειρα των ανθρώπων.
Η Θεοτόκος Μαρία κατανοείται όχι ως απλή κοπέλα της Ναζαρέτ, αλλά ως η Αειπάρθενος Κόρη, η οποία έτεκε, σύμφωνα με τον Άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας, «ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν τον Υιόν του Θεού, τον εκ Θεού Πατρός δηλονότι Λόγον ενανθρωπήσαντα και σεσαρκωμένον».
Ο Νεστόριος και άλλοι αιρετικοί επειδή μελετούσαν την Αρχαία Ελληνική φιλοσοφία δεν κατενόησαν πως συνέβη η ένωση δύο φύσεων, της Θείας και της ανθρώπινης, στο Πρόσωπο του Θεανθρώπου Κυρίου.
Η Εκκλησία με την Δ´ Οικουμενική Σύνοδο κατετρόπωσε την διδασκαλία αυτών των αιρετικών, κηρύσσοντας την «ατρέπτως, ασυγχύτως, αδιαιρέτως και αχωρίστως» ένωση των δύο φύσεων στο ένα Πρόσωπο του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, «ώστε είναι τον αυτόν Θεόν ομού και άνθρωπον, και ενός τα πάντα τα θεοπρεπή και προσέτι τα ανθρώπινα».
Κηρύσσουμε, λοιπόν, την σωτηριώδη για το ανθρώπινο γένος αλήθεια ότι η Παναγία μας έτεκε τέλειο Θεό και τέλειο άνθρωπο και ανεκηρύχθη Θεοτόκος.
Η Παναγία μας είναι Θεοτόκος με διπλή έννοια.
Αφ’ ενός μεν διότι «έτεκεν Θεόν σεσαρκωμένον», αφ’ ετέρου δε διότι η ανθρώπινη φύση, η οποία ενώθηκε με την Θεία φύση στο Πρόσωπο του Υιού της Ιησού Χριστού, εθεώθη εντός της παναγίας Γαστρός της.
Με αυτόν τον τρόπο τα μέλη της Ορθοδόξου Εκκλησίας ημπορούν να ζούν εν κοινωνία μετά του Θεανθρώπου Κυρίου και να θεώνωνται κατά Χάριν.
Χαίρει το ανθρώπινο γένος για την Θεοτόκο Μαρία, διότι Αυτή είναι η αιτία της αλλαγής της πορείας της ανθρωπίνης ιστορίας.
Με την Θεοτόκο Μαρία συντελείται το γεγονός της Θείας Οικονομίας και με την έλευση του Θεανθρώπου Κυρίου στην γη η ανθρώπινη Ιστορία λαμβάνει νέα πορεία προς την αιωνιότητα.