Στη Γεννησαρέτ, ύστερα από μία νύχτα άκαρπης αλιείας, ο Χριστός εισέρχεται στο πλοίο του Σίμωνος, διδάσκει από εκεί το πλήθος και ζητεί κατόπιν την επιστροφή στα βαθιά.
Ακολουθούν η αλιεία που υπερβαίνει κάθε προσδοκία, η πτώση του Πέτρου στα γόνατα, το «μὴ φοβοῦ», η αποστολική κλήση και, σχεδόν ακατανόητα, η εγκατάλειψη των γεμάτων πλοίων.
Η ευαγγελική διήγηση δεν παραδίδει επομένως ένα ακόμη θαύμα θείας παντοδυναμίας, αλλά μια εξαιρετικά πυκνή θεολογία του προσώπου, της ελευθερίας και της αποστολής. Το αποφασιστικό γεγονός δεν είναι ότι οι αλιείς απέκτησαν εκείνο που στερήθηκαν ολόκληρη τη νύχτα, αλλά ότι, όταν επιτέλους το απέκτησαν, έπαψε να μπορεί να θεμελιώσει την ύπαρξή τους.
«Δι᾿ ὅλης τῆς νυκτὸς κοπιάσαντες οὐδὲν ἐλάβομεν». Η εμπειρία έχει ήδη μιλήσει και η επαγγελματική γνώση διαθέτει επαρκή δεδομένα για να θεωρήσει μια νέα απόπειρα μάταιη. Καμία περιφρόνηση της ανθρώπινης γνώσεως δεν υποκρύπτεται στην εντολή του Χριστού, όπως καμία χριστιανική πίστη δεν θεμελιώνεται στην αποθέωση του ανορθολογικού.
Αμφισβητείται κάτι πολύ βαθύτερο, η αξίωση του πεπερασμένου να μετατρέπει τα όρια της εμπειρίας του σε όρια του πραγματικού. «Ἐπὶ δὲ τῷ ῥήματί σου χαλάσω τὸ δίκτυον». Ο Πέτρος δεν γνωρίζει ξαφνικά περισσότερα για τη λίμνη. Παύει όμως να θεωρεί όσα γνωρίζει ως έσχατη δυνατότητα όσων μπορούν να συμβούν.
Η πίστη εμφανίζεται έτσι όχι ως ιδιωτική πεποίθηση περί Θεού, αλλά ως μεταβολή του ίδιου του τρόπου με τον οποίο συγκροτείται η ανθρώπινη ύπαρξη. Όσο το πρόσωπο αυτοθεμελιώνεται στην αυτάρκεια της φύσεως, της γνώσεως, των ικανοτήτων, της κοινωνικής αναγνωρίσεως ή της ηθικής του επάρκειας, παραμένει αιχμάλωτο εκείνων ακριβώς που νομίζει ότι κατέχει.
Η ελευθερία δεν είναι απεριόριστη αυτοδιάθεση ενός κυρίαρχου ατόμου, αλλά δυνατότητα εκστάσεως από την αναγκαιότητα του ήδη δεδομένου, δυνατότητα να υπάρχω επειδή με καλεί ένας άλλος και όχι επειδή κατορθώνω να εξασφαλίσω μόνος το νόημά μου.
Ο άνθρωπος γίνεται πρόσωπο όχι κλειδώνοντας την ταυτότητά του, αλλά δεχόμενος ότι η αλήθεια του γεννιέται μέσα στην κοινωνία.
Η αλιεία που ακολουθεί θα μπορούσε εύκολα να διαβαστεί ως θρησκευτική ανταμοιβή της υπακοής, εάν ο Λουκάς δεν κατέστρεφε αμέσως μια τόσο βολική ερμηνεία. Τα δίχτυα σχίζονται, τα δύο πλοία κινδυνεύουν να βυθιστούν, ολόκληρη η επαγγελματική αποτυχία της νύχτας αντιστρέφεται μέσα σε λίγες στιγμές και ο Πέτρος δεν πανηγυρίζει.
Γονατίζει. «Ἔξελθε ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὅτι ἀνὴρ ἁμαρτωλός εἰμι, Κύριε». Η αφθονία δεν τον πείθει για τη σπουδαιότητά του, αλλά τον απογυμνώνει από αυτήν, επειδή το δώρο αποκαλύπτει ξαφνικά τον Δωρητή και καθιστά αδύνατη την αυτάρεσκη ιδιοποίηση του θαύματος.
Η αμαρτία αποκτά εδώ περιεχόμενο βαθύτερο από την παράβαση ενός ηθικού κώδικα, χωρίς φυσικά να χάνει την ηθική της σοβαρότητα. Φανερώνει την τραγική αδυναμία του ανθρώπου να αντέξει την κοινωνία όταν έχει μάθει να υπάρχει μέσα από την αυτάρκεια, την κατοχή και την αυτοδικαίωση.
Ο Πέτρος ζητεί από τον Χριστό απόσταση ακριβώς τη στιγμή κατά την οποία ο Χριστός τού προσφέρει εγγύτητα. Το «μὴ φοβοῦ» αρνείται αυτή την απόσταση χωρίς να ακυρώνει την ελευθερία του, επειδή η χάρη δεν εξουδετερώνει το πρόσωπο αλλά το ελευθερώνει από την ανάγκη να είναι οριστικά αυτό που μέχρι εκείνη τη στιγμή υπήρξε.
Κανένα ανθρώπινο πρόσωπο, επομένως, δεν εξαντλείται στο παρελθόν του. Ούτε η αμαρτία διαθέτει το οντολογικό κύρος να γίνει το τελευταίο όνομα ενός ανθρώπου, όσο πραγματική, βαριά ή καταστροφική κι αν υπήρξε. Το κατ’ εικόνα δεν αποτελεί τιμητική διάκριση των ηθικώς επιτυχημένων, αλλά ανεξάλειπτη δυνατότητα κοινωνίας, γι’ αυτό η πατερική ανθρωπολογία αρνείται να ταυτίσει το πρόσωπο με οποιοδήποτε πεπερασμένο κατηγόρημα.
Ο άλλος παραμένει περισσότερο από όσα γνωρίζουμε γι’ αυτόν, περισσότερο ακόμη από όσα ο ίδιος γνωρίζει για τον εαυτό του, επειδή το έσχατο νόημά του βρίσκεται στην κλήση του Θεού και όχι στην ανθρώπινη αποτίμηση.
Μόνο ύστερα από αυτή τη συντριβή ακούγεται το «ἀπὸ τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔσῃ ζωγρῶν». Η σειρά έχει αποφασιστική σημασία. Ο Πέτρος δεν αποστέλλεται επειδή απέκτησε θρησκευτική υπεροχή έναντι των άλλων, ούτε επειδή ολοκλήρωσε κάποια διαδικασία πνευματικής τελειοποιήσεως. Αποστέλλεται αφού προηγουμένως ο ίδιος έγινε τόπος της αποστολής του Χριστού.
Προτού κληθεί να αναζητήσει οποιονδήποτε άνθρωπο, κάποιος αναζήτησε εκείνον, εισήλθε στο πλοίο του, αμφισβήτησε τις βεβαιότητές του, τον οδήγησε στα γόνατα και αρνήθηκε να τον εγκαταλείψει όταν εκείνος ζήτησε απόσταση.
Ο πρώτος άνθρωπος της ιεραποστολής είναι λοιπόν ο ίδιος ο ιεραπόστολος. Η παραδοχή αυτή ανατρέπει κάθε ασφαλή διάκριση ανάμεσα σε εκείνους που κατέχουν ήδη τη σωτηρία και στους άλλους που περιμένουν να τη δεχθούν από αυτούς. Κανείς δεν εξέρχεται προς τον κόσμο ως ολοκληρωμένος κάτοχος του Χριστού, επειδή ο ίδιος παραμένει μέχρι τέλους άνθρωπος καλούμενος, θεραπευόμενος, συγχωρούμενος, άνθρωπος που χρειάζεται διαρκώς να ακούει το «μὴ φοβοῦ». Η Εκκλησία δεν διαθέτει το Ευαγγέλιο όπως διαθέτει έναν θησαυρό αποθηκευμένο στην κατοχή της. Βρίσκεται η ίδια αδιάκοπα υπό την κρίση, την κλήση και την ανακαίνισή του.