Πόσο εὐλογημένο εἶναι στ’ ἀλήθεια τῆς Κύπρου τὸ νησί! Ναί! Πλούσια εὐλογημένο ἀπ’ τὴν ἀγαθὴ Πρόνοια τοῦ Θεοῦ! Καὶ νά! Πρῶτο αὐτὸ μεταξὺ ὅλων τῶν μερῶν τοῦ κόσμου, ὅπως ἀναφέραμε καὶ ἀλλοῦ, δέχτηκε ἀπὸ τρία στόματα ἀποστολικὰ τὸ κήρυγμα τῆς σωτηρίας. Πρῶτο αὐτὸ μεταξὺ ὅλων τῶν μερῶν τοῦ κόσμου ἔχει ἀνάλογα μὲ τὴν ἔκτασή του, νὰ παρουσιάσει τόσους Ἁγίους! Πρῶτο ἀκόμη αὐτὸ ἀξιώθηκε τῆς τιμῆς νὰ φιλοξενήσει στοὺς κόλπους του μέχρι τινός, τόσα ἅγια λείψανα!
Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ παραχώρησε στὸ νησί μας τὴν τιμὴ τὰ ἅγια λείψανα, ποὺ ἀπὸ γειτονικὲς χῶρες ρίχνονταν στὴ θάλασσα ἀπὸ εὐλαβεῖς χριστιανούς, γιὰ νὰ μὴν ἀφανιστοῦν ἀπὸ βέβηλα χέρια, τὰ λείψανα αὐτὰ νὰ ξεβράζονται ἀπ’ τὴν θάλασσα στ’ ἀκρογιάλια τοῦ νησιοῦ μας, καὶ νὰ βρίσκουν ἐδῶ φιλοξενία καὶ τιμὴ καὶ σεβασμό.
Μέσα στὰ λείψανα αὐτὰ περιλαμβάνονται, θησαυρὸς ἀκριβὸς κι ἀτίμητος, καὶ τὰ λείψανα τῶν Ὁσίων Βαρνάβα καὶ Ἱλαρίωνος τῶν Θαυματουργῶν.
Τὰ λείψανα αὐτὰ κατὰ τρόπο θαυματουργικὸ μεταφέρθηκαν, ὅπως θὰ δοῦμε παρακάτω, σὲ κάποιο ἀκρογιάλι τῆς Κύπρου, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὸ προνομιοῦχο χωριό, τὴν Περιστερώνα τοῦ Μόρφου.
Σ’ αὐτὴν ἀργότερα, πιθανότατα στὶς ἀρχὲς τοῦ 11ου αἰώνα, κτίστηκε καὶ ἡ τρίκλιτος θολωτὴ βασιλικὴ μὲ τοὺς πέντε τρούλους καὶ σὲ σχῆμα σταυροῦ, ποὺ καμαρώνουμε ὡς τὰ σήμερα. Σ’ αὐτὴ τὴν περίπυστη ἐκκλησία τοποθετήθηκαν τὰ ἅγια λείψανα.
Δυστυχῶς καὶ γιὰ τοὺς Ἁγίους αὐτοὺς πολὺ ὀλίγα γνωρίζουμε. Ἕνας πέπλος μυστηρίου καλύπτει τὴν ζωή τους. Ὁ Λεόντιος Μαχαιρᾶς στὸ χρονικό του, καθὼς καὶ ὁ Κυπριανὸς στὴν ἱστορία του κατατάσσουν τοὺς Ἁγίους μεταξὺ τῶν 300 λεγομένων Ἀλαμανῶν, ποὺ ἦρθαν στὸ νησί μας μετὰ τὴν Β’ Σταυροφορία καὶ ἀσκήτεψαν σὲ διάφορα μέρη. Μὲ τὴν γνώμη ὅμως αὐτή, ποὺ ὅσο καὶ ἂν φαίνεται πιθανή, συγκρούεται ἡ πληροφορία, ποὺ μᾶς δίνεται τόσο ἀπὸ τὴν παράδοση, ὅσο καὶ ἀπὸ τὸ συναξάρι τῶν Ἁγίων. Σ’ αὐτὸ ἀναφέρεται ρητά, πὼς οἱ Ὅσιοι κατάγονταν ἀπὸ τὴν εὔανδρο Καππαδοκία καὶ ἔζησαν μάλιστα στὰ χρόνια τῆς βασιλείας τοῦ Θεοδοσίου τοῦ Μικροῦ (408 – 456). Καὶ οἱ δύο Ἅγιοι ἦσαν ἀπὸ εὐγενικὲς οἰκογένειες καὶ ὑπηρετοῦσαν στὸν στρατὸ τοῦ βασιλιά, στὸν ὁποῖο μάλιστα καὶ διακρίνονταν γιὰ τὸ παράστημά τους, τὴν ἀνδρεία τους καὶ τὴν ὅλη γενικὰ ζωή τους.
Παρὰ τὸ λαμπρὸ μέλλον ποὺ τοὺς ἀνοιγόταν στὴν ὑπηρεσία τους αὐτή, ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ποὺ θεοσεβεῖς ψυχὲς φύτεψαν στὴν ψυχή τους, τοὺς ἔκαμε νωρὶς ν’ ἀφήσουν τὸν στρατὸ καὶ τὴν δόξα ποὺ τοὺς χαμογελοῦσε καὶ ν’ ἀφιερωθοῦν στὸν Χριστὸ. Πόνος καὶ πόθος καὶ παλμὸς καὶ ἀγώνας τους ἕνας καὶ μόνος : Νὰ εὐαρεστήσουν σὲ Αὐτόν.
Γιὰ τὴν ἐκπλήρωση τούτου τοῦ σκοποῦ ἔσπευσαν οἱ τρισμακάριοι ἀπ’ τὴν πρώτη στιγμὴ ν’ ἀπαρνηθοῦν τὸν κόσμο καὶ τὰ τοῦ κόσμου. Ἡ ματαιότητα, τῶν ἐπιγείων πάντοτε, τοὺς συνετάραττε. Στ’ αὐτιά τους δυνατὰ ἀντηχοῦσαν κάθε στιγμὴ οἱ λόγοι τοῦ ὑμνωδοῦ: «Πάντα ματαιότης τὰ ἀνθρώπινα, ὅσα οὒχ ὑπάρχει μετὰ θάνατον οὗ παραμένει ὁ πλοῦτος, οὗ συνοδεύει ἡ δόξα». Ὅλα διαλύονται καὶ χάνονται. Σὰν τὰ φύλλα τοῦ φθινοπώρου μαραίνονται καὶ πέφτουν. Σὰν ἕνα ὄνειρο παρέρχονται καὶ ἐξαφανίζονται. Ἀλίμονο σ’ ἐκείνους ποὺ δίνουν τὴν καρδιὰ τους σ’ αὐτὰ καὶ περιμένουν νὰ γευτοῦν ἀπ’ αὐτὰ ἀληθινὴ χαρὰ καὶ εὐτυχία. Τὰ γνωρίζουν τοῦτα οἱ Ἄγιοι. Γνωρίζουν ἀκόμη ὅτι εἶναι πολλὲς τοῦ πονηροῦ οἱ παγίδες καὶ οἱ πειρασμοί. Γι’ αὐτὸ καὶ σπεύδουν. Ἀπ’ τὴν πρώτη στιγμὴ σπεύδουν ν’ ἀποδεσμευθοῦν ἀπὸ ὅλα ἐκεῖνα ποὺ θὰ τοὺς ἦσαν ἐμπόδιο στὸν ὄμορφο σκοπό, ποὺ ἔταξαν στὴ ζωή τους. Τὰ λόγια τοῦ Κυρίου καὶ ἡ προτροπή του στὸν πλούσιο νεανίσκο ποὺ τὸν ρώτησε τί νὰ κάμει γιὰ νὰ κληρονομήσει τὴν αἰώνια ζωή, τοὺς δείχνει τὸν δρόμο. «Πώλησον τὰ ὑπάρχοντά σου, τοῦ εἶπεν ὁ Κύριος, καὶ δὸς πτωχοὶς καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι». Χωρὶς κανένα δισταγμὸ καὶ ἀμφιταλάντευση σπεύδουν καὶ αὐτοὶ ν’ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὰ ἄφθονα ὑλικὰ ἀγαθὰ ποὺ εἶχαν καὶ νὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ τὸν τόπο ποὺ γεννήθηκαν καὶ μεγάλωσαν. Τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ τὰ πώλησαν καὶ τὸ προϊὸν τὸ διαμοίρασαν στοὺς πτωχούς. Ἀπὸ τὸν τόπο ποὺ γεννήθηκαν ἀπομακρύνθηκαν καὶ τοπικῶς καὶ τροπικῶς.
«Τὴν ἐνεγκαμένην ἀφέντες» κατὰ τὸν συναξαριστὴ «καὶ τὸν σταυρὸν ἐπ’ ὤμων ἀράμενοι» ἔφυγαν γιὰ τὸν μονήρη βίο. Ἐρημικοὺς τόπους διαλέγουν, γιὰ νὰ παραμείνουν. Γιατί «τοὶς ἐρημικοὶς ζωὴ μακαρία ἐστι, θεϊκῶ ἔρωτι πτερουμένοις». Δηλαδὴ εὐλογημένη καὶ μακαρία εἶναι ἡ ζωὴ ἐκείνων ποὺ κατοικοῦν σὲ ἔρημα μέρη, μακριὰ ἀπὸ τοὺς πειρασμούς, τὶς παγίδες καὶ τὰ σκάνδαλα τοῦ κόσμου. Εὐλογημένη καὶ μακαρία εἶναι ἡ ζωὴ τους γιατί οἱ ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν κυριευμένες ἀπὸ θεῖο ἔρωτα κοιτοῦν διαρκῶς πρὸς τὰ ἄνω πρὸς τὸν Θεὸ τὸν Ἅγιο. Τὴν ἀλήθεια αὐτή, ποὺ ἔχει καὶ πάλι τὶς ρίζες της σὲ μία τοῦ Κυρίου μας ὑπόδειξη, τὴν γνωρίζουν πολὺ καλά, ἀπὸ προσωπικὴ ἐμπειρία οἱ μυριάδες τῶν ἁγίων μορφῶν, ποὺ ἐπότισαν τὴν ἔρημο. Τὴν ἀλήθεια γνωρίζουν ἀκόμη καὶ ὅλοι ἐκεῖνοι, ποὺ ὕστερα ἀπὸ μία περίοδο ἐντατικῆς ἐργασίας ζητοῦν, νὰ ξεκουρασθοῦν «εἰς ἔρημον τόπον».
Εἶχαν ἐπιστρέψει κάποτε οἱ μαθητὲς ἀπὸ μία ἐξόρμηση, ὅταν ὁ Κύριος, ἀφοῦ τοὺς ἤκουσε, τοὺς εἶπε: «Δεῦτε ὑμεῖς αὐτοὶ κατ’ ἰδὶαν εἰς ἔρημον τόπον, καὶ ἀναπαύεσθε ὀλίγον». Ἐμπρὸς τώρα ἐσεῖς πηγαίνετε σὲ κάποιο ἐρημικὸ μέρος μόνοι σας καὶ ἀναπαυτεῖτε ὀλίγο. Ὁ Ἰησοῦς μᾶς καλεῖ νὰ πηγαίνουμε μαζί του στὴν ἔρημο. Διαμονὴ στὸ ὕπαιθρο καὶ προσωπικὴ ἐπικοινωνία μὲ Αὐτὸν εἶναι ὑπέροχη εὐκαιρία ἀληθινοὺ ξεκουράσματος. Καιρὸς περισυλλογῆς, ἀλλὰ καὶ ψυχοσωματικῆς ἀναπαύσεως εἶναι οἱ διακοπὲς στὴν ἐξοχή. Μακριὰ ἀπ’ τὴν κίνηση καὶ τὸν θόρυβο. Κάτι περισσότερο. Καιρὸς πνευματικῆς ἐπικοινωνίας μὲ τὸν Ἰησοῦ! Εὐλογημένες οἱ ψυχὲς καὶ οἱ οἰκογένειες ποὺ κάνουν συχνὰ χρήση μιᾶς τέτοιας ἐξόδου πρὸς τὸν Ἰησοῦ! Εἶναι ἕνας ὑπέροχος τρόπος γιὰ πραγματικὴ ψυχικὴ καὶ σωματικὴ ἀνάπαυση. Τρισευλογημένες ἀκόμη ἐκεῖνες οἱ ψυχές, ποὺ φροντίζουν, ὥστε ἡ ζωή τους νὰ εἶναι μία ἀδιάκοπη παραμονὴ καὶ ἐπικοινωνία μὲ τὸν Ἰησοῦ! Μέσα στὶς ψυχὲς αὐτές, ποὺ βρίσκονται ἔξω ἀπὸ τὸν ἁμαρτωλὸ τοῦτο κόσμο, καίει ἀκατάπαυστα ὁ θεῖος πόθος νὰ μένουν κοντά του καὶ νὰ Τὸν δοξολογοῦν. «Τοὶς ἐρημικοίς, ἄπαυστος ὁ θεῖος πόθος ἐγγίνεται, κόσμου οὔσι τοῦ ματαίου ἐκτός» ψάλλει καὶ ὁ ὑμνωδός.