Ὁ Θεός πατέρας εἶναι ἕνας ἐλεύθερος ἄρχοντας εἰρήνης καί ἀγάπης. Ἔτσι θέλει καί τά παιδιά του. Δέν μποροῦμε νά κατανοήσουμε τό μέγεθος τῆς εὐσπλαχνίας του, τῆς ἀγάπης του καί τῆς ἐλευθερίας του. Τόν Θεό δέν τόν φοβίζει τίποτε. Ἡ ἐλευθερία θέλει γερά πνευματικά κότσια.
Δέν μποροῦμε ἤ δέν θέλουμε ν᾽ ἀποδεχθοῦμε τόν ἄλλο ὅπως εἶναι, αὐτός πού εἶναι. Γιατί θέλουμε βάναυσα νά ἐπέμβουμε ἄμεσα στή ζωή του καί νά τόν διορθώσουμε κι ἐξωραΐσουμε; Εἴμαστε τόσο σίγουροι καί βέβαιοι γιά τίς διορθωτικές πράξεις μας ἔναντι τῶν ἄλλων; Γιατί εἴμαστε τόσο ὑπερβολικά αὐστηροί μέ τούς ἄλλους καί τόσο ἐπιεικεῖς μέ τόν ἑαυτό μας;
Γιατί δέν ἀρχίζουμε μέ
τόν ἑαυτό μας; Γιατί δέν ἐξαντλοῦμε τήν αὐστηρότητά μας σέ αὐτόν;
Εἴμαστε τρομερά εὔκολοι στήν κριτική καί ἀφάνταστα δύσκολοι στήν
αὐτοκριτική. Γιατί ἀσχολούμεθα τόσο ἐπισταμένως μέ τούς ἄλλους καί
σχεδόν καθόλου μέ τόν ἑαυτό μας; Γιατί ἔχουμε τόσες πολλές δικαιολογίες
καί προφάσεις γιά μᾶς καί καμία γιά τούς ἄλλους, τούς ἀδελφούς μας, τούς
πλησίον;
Κυκλοφοροῦμε, ὄχι μόνο
τίς ἀπόκριες, μέ μάσκες ὑποκρισίας, προσποιήσεως, μεταποιήσεως καί
μεταλλαγῆς. Ἄλλοι εἴμαστε καί ἄλλοι φαινόμαστε. Τουλάχιστον ὁ ἄσωτος
ἦταν αὐτός πού ἦταν. Ἀγνώμων, ἀχάριστος, ἀσεβής, ἐπιπόλαιος, θρασύς,
προπέτης, τολμηρός, ἐνθουσιώδης καί ἀπρόσεκτος. Δέν ἔκανε τόν
θεοφοβούμενο, μισοκακόμοιρο καί καλό ἀδελφό του. Παρουσίασε τή γύμνια
του ἐνώπιον τοῦ στοργικοῦ καί λυπημένου πατέρα του.
Ὁ πατέρας γνώριζε καλά ποιό θά εἶναι τό τέλος τῆς ἱστορίας του. Δέν τόν ἐμπόδισε. Δέν θά τόν ἄκουγε. Δέν ἄκουγε κανένα τότε. Εῖχε πείσει καλά τόν ἑαυτό του ὅτι αὐτό πού κάνει εἶναι νόμιμο ἄρα καί ἠθικό. Δέν ἀδικοῦσε κανέναν σέ κάτι. Τό δικαίωμά του κατοχύρωνε. Δέν τόν συγκίνησε ἡ ἀγάπη τοῦ πατέρα του.
Δέν ἐκτίμησε τή σιωπή του, πού ἔλεγε ὅμως πολλά. Δέν πισωγύρισε, ὅταν
εἶδε τόν πατέρα του νά ὑπακούει στήν ἀνταρσία του καί νά τοῦ δίνει
ἀμέσως ὅ,τι τοῦ ζητοῦσε. Ἔτσι πῆρε ὅ,τι τοῦ ἀναλογοῦσε κι ἔφυγε μακριά,
πολύ μακριά. Νομίζοντας ὅτι ἔτσι θά μποροῦσε νά κινεῖται ἀνεξέλεγκτα
πλήρως.
Νόμιζε ὅτι ἀπομακρυσμένος
δέν θά συνοδεύεται ἀπό τή ματιά τοῦ πατέρα του καί ἀπό τίς ὡραῖες
μνῆμες τοῦ πατρογονικοῦ του. Θεωροῦσε τόν ἑαυτό του νικητή. Ὅτι μπορεῖ
τώρα πιά νά κάνει ἀνενόχλητα ὅ,τι θέλει, δίχως νά δίνει κανένα
λογαριασμό σέ κανένα. Αὐταπατᾶτο. Σύντομα σκόρπισε τήν περιουσία του
δεξιά κι ἀριστερά ζώντας μία ζωή ἐντελῶς ἄσωτη. Τήν ἐγκράτεια θεωροῦσε
δουλεία, τό σπίτι του φυλακή, τήν ὑπακοή ἀνελευθερία, τόν σεβασμό
ἄχρηστο, τήν καθαρότητα περιττή.









