Ας
πούμε ότι εμείς πάμε σε μια δουλειά και έχουμε έναν συνάδελφο δύσκολο. Ή
έναν προϊστάμενο δύσκολο. Και αρχίζουμε να μεμψιμοιρούμε και να θέλουμε
να φύγουμε και να αλλάξουμε γραφείο, να πάμε κάπου αλλού γιατί, τάχα,
δυσκολευόμαστε.
Κι αν δεν το επιτυγχάνουμε αγχωνόμαστε και γινόμαστε άνω-κάτω...
Οι
Πατέρες ήταν πάρα πολύ σχολαστικοί σε αυτό το πράγμα. Έκαναν χρόνια
υπομονή σε απλά πράγματα που θα μπορούσαν να τα αποφύγουν.
Θα
θυμάστε εκείνο το περιστατικό με εκείνον τον ασκητή, ο οποίος για 20
χρόνια και πλέον έμενε μέσα στο ίδιο δωμάτιο με την αγελάδα. Φαντάσου
τώρα να ζεις μέσα σε ένα σπίτι, μέσα σε ένα δωμάτιο με μια αγελάδα!
Και
του έτρωγε και τα ζεμπίλια που έκανε. Του έβαζαν πάντα μία αγελάδα μέσα
στο δωμάτιό του. Δεν είναι και άνθρωπος να συνεννοηθείς, ζώο είναι..
Και δεν έλεγε ποτέ τίποτα.
Δεν
διαμαρτυρήθηκε. Δεν πήγε να πει, ας πούμε, του γέροντα: "μα καλά,
χάθηκαν τα άλλα δωμάτια να τη βάλεις την αγελάδα την ευλογημένη; μέσα
στο δωμάτιό μου; Άντε μία μέρα, δύο μέρες, ένα χρόνο, δύο χρόνια..
Πόσα χρόνια;". Έκανε υπομονή εκεί. Δεν το άλλαζε.
Κάποιος
καθόταν δίπλα από κάποιον αδελφό ο οποίος συνέχεια έβηχε και έφτυνε.
Κάποια αρρώστια είχε που είχε φλέματα και πολλά πράγματα.. Είχε, λέει,
και τραύματα πολλά, τα οποία πυορροούσαν, είχαν πύον.
Και του έλεγε ο λογισμός του: "Κάτσε
μία θέση πάρα κει. Μην κάθεσαι δίπλα από αυτόν τον άρρωστο! Που όλην
την ώρα φτύνει, βήχει, τρέχουν τα ζουμιά του, μυρίζει.. Πήγαινε μία θέση
πιο εκεί".
Δεν επέτρεψε στον εαυτό του να πάει πουθενά: "Όχι, εδώ θα κάτσεις! Δεν θα ταράξεις από δω!".














