
Ζωντανή Αναμετάδοση Ιερών Ακολουθιών
Τετάρτη 12 Αυγούστου 2026
Για την έλξη του ουρανού!
Οἱ Ἅγιοι Φώτιος καὶ Ἀνίκητος οἱ Μάρτυρες

Ὁ Φώτιος ἦταν ἀνεψιὸς τοῦ Ἀνικήτου. Κατάγονταν καὶ οἱ δυὸ ἀπὸ τὴ Νικομήδεια. Ὅταν ὁ Διοκλητιανὸς θέλησε νὰ κινήσει διωγμὸ κατὰ τῶν χριστιανῶν, μίλησε μπροστὰ στὴν Σύγκλητο μὲ τοὺς πιὸ ὑβριστικοὺς λόγους ἐναντίον τους.
Ἐκεῖ ἦταν παρὼν καὶ ὁ Ἀνίκητος, ποὺ ὅταν ἄκουσε αὐτὰ τὰ λόγια τοῦ βασιλιά, ὄχι μόνο δὲν φοβήθηκε, ἀλλὰ σηκώθηκε μὲ θάρρος, δήλωσε ὅτι εἶναι χριστιανὸς καὶ εἶπε στὸ Διοκλητιανό: «Πλανᾶσαι, βασιλιά, ἂν νομίζεις ὅτι μὲ τὰ μέτρα κατὰ τῶν Χριστιανῶν θὰ πετύχεις τοὺς ἀσεβεῖς σκοπούς σου.
Μάθε ὅτι οἱ χριστιανοὶ ἀποτελοῦν σήμερα τὴν ὑγιέστερη μερίδα τῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας. Καὶ θὰ ἦταν ἀνόητοι καὶ ἀναίσθητοι ἂν πίστευαν στὰ εἴδωλα. Γι’ αὐτὸ, ὅποια μέτρα καὶ ἂν πάρεις ἐναντίον τους, στὸ τέλος ζημιωμένος θὰ εἶσαι ἐσύ, ἐνῷ αὐτοὶ ἔνδοξοι μάρτυρες».
Ὁ Διοκλητιανός, προσβεβλημένος ἀπὸ τὴν παρατήρηση τοῦ Ἀνίκητου, διέταξε καὶ τὸν ἔριξαν τροφὴ σὲ ἕνα τρομερὸ λιοντάρι. Ἀλλὰ τὸ λιοντάρι σταμάτησε τὴν ἄγρια ὁρμή του καὶ ἡμέρεψε σὰν πρόβατο.
Τότε ἔγινε μεγάλος σεισμὸς
καὶ συνετρίβησαν πολλὰ εἰδωλολατρικὰ ἀγάλματα.
Κατόπιν
τὸν ἔβαλαν σὲ τροχὸ μὲ ἀναμμένη φωτιὰ ἀπὸ κάτω. Ἀλλὰ ὦ τοῦ θαύματος, ὁ
τροχὸς σταμάτησε καὶ ἡ φωτιὰ ἔσβησε.
Τρίτη 11 Αυγούστου 2026
Καλη σας νύχτα!
«Διάσωσον, ἀπὸ κινδύνων, τοὺς δούλους σου, Θεοτόκε,
ὅτι πάντες μετὰ Θεόν, εἰς σὲ καταφεύγομεν,
«Και σε μεσίτριαν έχω»

Αρχιμ. Φιλίππου Χαμαργιά
Πρωτοσυγκέλλου, Ιεράς Μητροπόλεως Μεσσηνίας
«Καὶ σὲ μεσίτριαν ἔχω, πρὸς τὸν φιλάνθρωπον Θεόν, μή μου ἐλέγξῃ τὰς πράξεις, ἐνώπιον τῶν Ἀγγέλων· παρακαλῶ σε, Παρθένε, βοήθησόν μοι ἐν τάχει».
Στην παράδοση του τόπου μας ο Δεκαπενταύγουστος ονομάζεται «Πάσχα του καλοκαιριού». Μέσα στο “ἱλαρόν φῶς” του Αυγούστου, συγκεντρωνόμαστε στους ναούς, ψάλλουμε τους Παρακλητικούς Κανόνες και καταθέτουμε ονόματα ζώντων, ασθενών και δοκιμαζομένων, προσφέροντάς Της ως άνθη ευώδη τις προσευχές μας και στεκόμαστε με δέος και συγκίνηση ιδιαιτέρως σε έναν ύμνο: “Καὶ σὲ μεσίτριαν ἔχω, πρὸς τὸν φιλάνθρωπον Θεόν, μή μου ἐλέγξῃ τὰς πράξεις, ἐνώπιον τῶν Ἀγγέλων, παρακαλῶ σε, Παρθένε, βοήθησόν μοι ἐν τάχει”.
Ο αυτός ύμνος, συγκαταλέγεται στα Εξαποστειλάρια που ψάλλονται στο τέλος του Μικρού και του Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνος κατά την περίοδο αυτή και περικλείει μέσα σε λίγες λέξεις ολόκληρη την θεολογία της σχέσεως του πιστού ανθρώπου με την Υπεραγία Θεοτόκο.
Εάν τολμήσουμε να του δώσουμε έναν ορισμό, αυτός θα ήταν ένας ορισμός με τέσσερις προσδιορισμούς. Πρώτον είναι λόγος εμπιστοσύνης, δεύτερον είναι λόγος ομολογίας, τρίτον είναι λόγος μετάνοιας και τέλος αποτελεί λόγο ελπίδας.
Αναλύοντας εκτενέστερα το περιεχόμενό του και το ύφος του, διαπιστώνουμε ότι δεν αποτελεί απλώς έναν ποιητικό “στολισμό” της λατρείας ούτε μία συναισθηματική υπερβολή, απέναντι στην Μητέρα του Θεού και όλων μας, αλλά είναι, ουσιαστικά, η φωνή του ανθρώπου που παραδέχεται την αδυναμία του, βιώνει το βάρος των έργων του, αναμένει την ώρα της κρίσεως και συγχρόνως δεν απελπίζεται, επειδή τελικά προσβλέπει στην μεσιτεία της Κυρίας Θεοτόκου, ως πρέσβειρας προς τον φιλάνθρωπο Θεό.
Η εναρκτήριος φράση «καὶ σὲ μεσίτριαν ἔχω» γίνεται μια έκφραση προσωπική για τον κάθε χριστιανό. Διότι μέσα από την γραφίδα και την σκέψη του υμνωδού, ο κάθε άνθρωπος δεν απευθύνεται προς την Παναγία ως μεσίτρια των χριστιανών γενικώς, αλλά μέσα από μια προσωπική αναφορά λέγει: «Σε έχω εγώ». Σε έχω μέσα στην φτώχεια μου, στον φόβο μου, στην πτώση μου, στον αγώνα μου.
Σε έχω όχι ως μία μακρινή ουράνια μορφή, αλλά ως ζωντανή παρουσία μέσα στην Εκκλησία και κατ’ επέκταση στην όλη ζωή μου.
Και μέσα από αυτήν την αναφορά η πίστη γίνεται σχέση και ο πιστός άνθρωπος δεν περιορίζεται σε μία θεωρητική παραδοχή για την Θεοτόκο, αλλά της εκφράζει την εμπιστοσύνη του, την επικαλείται σε ένα προσωπικό επίπεδο, της ανοίγει την καρδιά του και της ζητά να σταθεί δίπλα του σε όσα δεν μπορεί μόνος του να σηκώσει.
Εδώ πρέπει να τονίσουμε ότι η λέξη «ἔχω» δεν δηλώνει μια κατοχή ή μια εγωιστική διάθεση αλλά μια βεβαιότητα κοινωνίας, μέσα από την οποία γνωρίζει ότι δεν πορεύεται μόνος, αλλά έχει σίγουρο συνοδοιπόρο την πρεσβεία της Θεοτόκου, η οποία μας συναγάγει αυτές τις ημέρες σε μια κοινή πορεία προς το “Πάσχα του καλοκαιριού”.
Πολλοί βέβαια αντιμάχονται την ιδιότητα της Παναγίας ως Μεσίτριας, λέγοντας ότι στην Εκκλησία ο Ιησούς Χριστός είναι ο ένας και μοναδικός Μεσίτης, μεταξύ Θεού και ανθρώπων, αφού κατά τον Απ. Παύλο: «Εἷς γὰρ Θεός, εἷς καὶ μεσίτης Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, ἄνθρωπος Χριστὸς Ἰησοῦς» (Α΄ Τιμ. 2,5).
Φυσικά ο Χριστός είναι ο μοναδικός Μεσίτης, διότι Αυτός, ως τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, ένωσε στο πρόσωπό Του την θεία και την ανθρώπινη φύση και με την Σταύρωση και την Ανάστασή Του, νίκησε την αμαρτία και τον θάνατο, συμφιλίωσε τον άνθρωπο με τον Θεό και άνοιξε τον δρόμο προς την Βασιλεία των Ουρανών.
Το κορίτσι που δεν ήθελε να μεγαλώσει.
Κάθε Αύγουστο, η μικρή Ελένη πήγαινε με τη μητέρα της στο ίδιο εκκλησάκι της Παναγίας.
Μόλις έμπαιναν, η μητέρα της άναβε ένα κερί και η Ελένη στεκόταν δίπλα της.
Μια χρονιά, λίγο πριν φύγουν, η Ελένη κοίταξε την εικόνα και είπε:
-Μαμά, εγώ δεν θέλω να μεγαλώσω.
Η μητέρα της γέλασε.
-Γιατί, αγάπη μου;
-Γιατί όταν μεγαλώνεις, όλα αλλάζουν.
Η μητέρα της γονάτισε δίπλα της.
-Ναι… αλλά υπάρχει κάτι που δεν αλλάζει ποτέ.
-Τι;
Της έδειξε την εικόνα.
-Η Παναγία θα είναι πάντα εδώ.
Πέρασαν τα χρόνια.
Η Ελένη μεγάλωσε, έφυγε από το χωριό, παντρεύτηκε, απέκτησε παιδιά.
Και κάθε Αύγουστο επέστρεφε.
Μόνο που κάποια χρονιά μπήκε στο εκκλησάκι μόνη.
Η μητέρα της δεν μπορούσε πια να ανέβει τον ανηφορικό δρόμο.
Η Ελένη άναψε δύο κεριά.
Το ένα για εκείνη. Το άλλο για τη μητέρα της.
11 Αυγούστου 1716: Το Θαύμα του Αγίου Σπυρίδωνος και η Σωτηρία της Κέρκυρας
Η
11η Αυγούστου αποτελεί μία από τις πλέον λαμπρές και ιστορικές
ημερομηνίες για την Κέρκυρα, καθώς η Εκκλησία τιμά την ανάμνηση του
θαύματος της σωτηρίας του νησιού από την πολιορκία των Οθωμανών το 1716,
με τη θαυματουργική επέμβαση του Πολιούχου της, Αγίου Σπυρίδωνος.
Το
καλοκαίρι του 1716, κατά τη διάρκεια του Ζ΄ Βενετοτουρκικού Πολέμου, ο
οθωμανικός στόλος κατέφθασε στην Κέρκυρα και ξεκίνησε μια στενή και
ανελέητη πολιορκία. Οι δυνάμεις των εισβολέων υπερείχαν συντριπτικά σε
αριθμό και εξοπλισμό, προκαλώντας τρόμο και απελπισία στους κατοίκους.
Για περισσότερες από σαράντα ημέρες, οι αμυνόμενοι Βενετοί και
Κερκυραίοι πάλευαν με όλες τους τις δυνάμεις, ενώ οι ελπίδες για
εξωτερική βοήθεια εξαντλούνταν.
Μπροστά
στον άμεσο κίνδυνο της άλωσης, ο κλήρος και ο λαός του νησιού κατέφυγαν
στον προστάτη τους. Οι ναοί γέμισαν από πιστούς που προσεύχονταν θερμά
μπροστά στο Ιερό Σκήνωμα του Αγίου Σπυρίδωνος, ζητώντας τη μεσιτεία και
την προστασία του. Τη νύχτα της 9ης προς την 10η Αυγούστου, ξέσπασε στην
περιοχή μια απροσδόκητη και σφοδρή κατακλυσμιαία καταιγίδα.
Ὁ Ἅγιος Εὖπλος ὁ Μεγαλομάρτυρας ὁ Διάκονος

Ἔζησε στὰ τέλη τοῦ 3ου αἰῶνα μ.Χ., ὅταν αὐτοκράτορας ἦταν ὁ Διοκλητιανός.
Γεννήθηκε στὴν Κατάνη τῆς Σικελίας, ὅπου ἦταν καὶ διάκονος τῆς ἐκεῖ Ἐκκλησίας.
Θερμὸς κήρυκας τοῦ Εὐαγγελίου ὁ Εὖπλος, προσπαθοῦσε νὰ στερεώσει τὴν πίστη τῶν διωκόμενων χριστιανῶν καὶ τοὺς προέτρεπε νὰ προτιμοῦν τὰ πιὸ φρικτὰ μαρτύρια παρὰ νὰ ἀρνηθοῦν τὸ Χριστό.
Διότι «εἰ ὑπομένομεν, καὶ συμβασιλεύσομεν εἰ ἀρνούμεθα. Κακεῖνος ἀρνήσεται ἡμᾶς». Ἐάν, δηλαδή, δείχνουμε ὑπομονή, τότε καὶ θὰ βασιλεύσουμε μαζὶ μ’ Αὐτὸν (τὸν Χριστό). Ἐάν, ὅμως, Τὸν ἀρνούμαστε, καὶ Ἐκεῖνος θὰ μᾶς ἀρνηθεῖ.
Οἱ εἰδωλολάτρες, βλέποντας αὐτὴ τὴν δραστηριότητα τοῦ Εὔπλου, τὸν κατήγγειλαν στὸν Ἔπαρχο Καλβισιανό.
Αὐτὸς προσπάθησε μὲ συζήτηση νὰ
πείσει τὸν Εὖπλο ὅτι ἦταν μωρία νὰ πιστεύει στὸν Τριαδικὸ Θεὸ καὶ ἔπρεπε
τὸ συντομότερο νὰ Τὸν ἀρνηθεῖ. Ὁ Εὖπλος ἀκαταμάχητος συζητητής, διέλυσε
ἕνα πρὸς ἕνα ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ ἐπάρχου.
Ὁ
Καλβισιανός, ἀφοῦ εἶδε ὅτι δὲν τὰ ἔβγαζε πέρα μὲ τὸν Εὖπλο, διέταξε καὶ
τοῦ ἔσχισαν τὶς σάρκες μὲ σιδερένια νύχια. Κατόπιν τοῦ ἔσπασαν τὶς
κνῆμες μὲ σφυριὰ καὶ στὸ τέλος τὸν ἀποκεφάλισαν.
Καλημέρα!
" Είμαστε οι μόνοι σε όλη την Ευρώπη που έχουμε το προνόμιο
να λέμε τον ουρανό " ουρανό" και τη θάλασσα " θάλασσα"
Δευτέρα 10 Αυγούστου 2026
Καληνύχτα!
Υπάρχουν και αυτοί που φυλάνε όνειρα και αγάπη
και ελπίδες, γιατί ο κόσμος χρειάζεται ψυχές που μπορούν
Θέλουμε έναν Χριστό που να θεραπεύει, αλλά να μη μας ελέγχει.
«Ζητάμε πολλά από τον Χριστό. Ζητάμε υγεία, εργασία, προστασία, να πάνε καλά τα παιδιά μας, να θεραπευθεί ένας άρρωστος, να σωθεί ένας γάμος, να λυθεί μια οικονομική δυσκολία, να ανοίξει ένας δρόμος που έκλεισε, να φύγει ένας πειρασμός. Τρέχουμε στην Παναγία, επικαλούμαστε τους Αγίους, κάνουμε Παρακλήσεις, ανάβουμε κεριά, γράφουμε ονόματα, κάνουμε τάματα, πηγαίνουμε σε προσκυνήματα, παρακαλούμε, κλαίμε, επιμένουμε. Και καλά κάνουμε.
Παιδιά του Θεού είμαστε και στον Θεό θα προστρέξουμε. Αλλά μέσα σε αυτή την αδιάκοπη ροή των αιτημάτων μας αποφεύγουμε συνήθως μια πολύ απλή και πολύ δύσκολη ερώτηση. Εμείς τι είμαστε διατεθειμένοι να προσφέρουμε στον Χριστό; Τι προσφέρουμε στην Παναγία; Τι δίνουμε στους Αγίους, τους οποίους τόσο εύκολα επικαλούμαστε; Γιατί πολλές φορές η σχέση μας με τον Θεό καταντά μια παράξενη πνευματική συναλλαγή.
Εμείς υποβάλλουμε το αίτημα και περιμένουμε από τον Θεό να το ικανοποιήσει. Αν γίνει αυτό που ζητήσαμε, λέμε «Δόξα τω Θεώ». Αν δεν γίνει, αρχίζουν τα παράπονα. «Γιατί δεν με άκουσε ο Θεός;». Εσύ άκουσες ποτέ τον Θεό; Αυτό δεν το ρωτάμε. Ο Χριστός σου είπε να συγχωρήσεις. Συγχώρησες; Σου είπε να μην κατακρίνεις. Έπαψες να κατακρίνεις; Σου είπε να αγαπήσεις τον εχθρό σου. Τον αγάπησες; Σου είπε να μετανοήσεις. Μετανόησες; Σου είπε να σηκώσεις τον σταυρό σου. Τον σήκωσες; Σου είπε να κόψεις το θέλημά σου. Το έκοψες;
Και ύστερα στεκόμαστε μπροστά στην εικόνα Του και λέμε
με παράπονο «Χριστέ μου, γιατί δεν με ακούς;». Μα, βρε παιδί μου, εσύ
πότε Τον άκουσες; Θέλουμε έναν Χριστό που να ακούει αδιαλείπτως εμάς,
ενώ εμείς επιφυλάσσουμε στον εαυτό μας το δικαίωμα να μην ακούμε σχεδόν
ποτέ Εκείνον.
Θέλουμε έναν Χριστό
που να θεραπεύει, αλλά να μη μας ελέγχει. Μια Παναγία που να
προστατεύει, αλλά να μη μας διδάσκει με το «γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά
σου» τι σημαίνει παράδοση στο θέλημα του Θεού. Θέλουμε Αγίους που να
θαυματουργούν, αλλά δεν θέλουμε να μάθουμε πώς έγιναν Άγιοι. Πηγαίνουμε
στον Άγιο Νεκτάριο και ζητάμε θεραπεία, αλλά όταν μας αδικήσουν ή μας
συκοφαντήσουν δεν θυμόμαστε καθόλου πώς εκείνος δέχθηκε την αδικία.
Ζητάμε από τον Άγιο Παΐσιο βοήθεια, αλλά το φιλότιμο, την αυταπάρνηση,
την απλότητα, την αυτομεμψία και τη θυσία τα αφήνουμε για τον Άγιο
Παΐσιο.
Ζητάμε από τον Άγιο Πορφύριο φωτισμό, αλλά δεν είμαστε διατεθειμένοι να κόψουμε ούτε έναν κακό λογισμό για τον αδελφό μας. Θέλουμε την εικόνα του Αγίου στο σπίτι, αλλά δεν θέλουμε τον τρόπο του Αγίου μέσα στο σπίτι. Θέλουμε το καντήλι του, το λαδάκι του, το φυλαχτό, το προσκύνημα, το θαύμα. Τη ζωή του δεν τη θέλουμε. Τότε τι ζητάμε ακριβώς από τους Αγίους; Να συνεργήσουν με τα πάθη μας; Να μεσιτεύσουν ώστε να περάσει το δικό μας; Να πείσουν τον Θεό να προσαρμόσει το θέλημά Του στις δικές μας επιθυμίες;
Οι Άγιοι δεν είναι μεσάζοντες του
θελήματός μας. Είναι οι άνθρωποι που παρέδωσαν το θέλημά τους για να
ζήσει μέσα τους το θέλημα του Θεού. Αυτό όμως είναι το μέρος της
αγιότητος που δεν μας συγκινεί τόσο. Το θαύμα μάς συγκινεί. Η άσκηση που
προηγήθηκε του θαύματος όχι. Το άφθαρτο λείψανο μάς συγκινεί. Η νέκρωση
του παλαιού ανθρώπου που προηγήθηκε όχι. Η εικόνα του Αγίου μάς
συγκινεί. Η μετάνοια που έκανε αυτόν τον άνθρωπο εικόνα Χριστού όχι…
…Για
τον εαυτό μας θέλουμε όλο το έλεος του Θεού. Για τον άλλον θέλουμε όλη
τη δικαιοσύνη Του. Ζητάμε από τον Θεό να μη θυμηθεί τις αμαρτίες μας και
εμείς θυμόμαστε με θαυμαστή ακρίβεια τι μας έκανε ο άλλος πριν από
δεκαπέντε χρόνια. Ζητάμε συγχώρηση και δεν συγχωρούμε. Ζητάμε μακροθυμία
και δεν ανεχόμαστε κανέναν.
Ζητάμε να μας σηκώσει ο Θεός όταν πέσουμε
και μόλις πέσει ο άλλος σπεύδουμε να τον πατήσουμε. Ζητάμε να μας
κοιτάξει ο Θεός με επιείκεια και εμείς εξετάζουμε τον αδελφό μας με
μικροσκόπιο. Και μετά στεκόμαστε στην προσευχή και λέμε «Κύριε,
ἐλέησον». Ποιον να ελεήσει ο Κύριος; Εμένα μόνο; Ο άλλος δεν είναι παιδί
Του;
Το ίδιο κάνουμε πολλές
φορές και με την Παναγία. «Παναγία μου, κάνε μου αυτό και θα σου φέρω
μια λαμπάδα». Μα τι είναι η Παναγία, βρε παιδί μου; Έμπορος είναι; Τη
λαμπάδα σου περιμένει; Την καρδιά σου περιμένει. Τη λαμπάδα μπορείς να
την αγοράσεις σε πέντε λεπτά. Το θέλημά σου μπορεί να χρειαστεί μια ζωή
για να το κόψεις. Η Παναγία πρόσφερε στον Θεό τον ίδιο της τον εαυτό.
«Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου».
Εμείς πολλές φορές προσευχόμαστε ακριβώς ανάποδα. Αντί για το «γενηθήτω τὸ θέλημά Σου», λέμε στην πράξη «γενηθήτω τὸ θέλημά μου». Αυτό θέλω, αυτό να γίνει. Αυτός ο άνθρωπος να έρθει. Εκείνος να φύγει. Αυτή η πόρτα να ανοίξει. Αυτή η δυσκολία να εξαφανιστεί. Αυτό το σχέδιο να επιτύχει. Όλα γύρω μου να αλλάξουν. Εγώ όμως να αλλάξω; Όχι. Εγώ να παραμείνω όπως είμαι και ο Θεός να αναδιατάξει ολόκληρο τον κόσμο για να αναπαυθεί το θέλημά μου.
Και όταν δεν γίνει, λέμε «δεν με άκουσε η Παναγία». Πού ξέρεις ότι δεν
σε άκουσε; Μήπως ακριβώς επειδή σε άκουσε δεν σου έδωσε εκείνο που
ζητούσες; Μήπως η προστασία της ήταν ακριβώς η κλειστή πόρτα για την
οποία εσύ παραπονείσαι;
Και πόσο
επιτήδειοι γινόμαστε όταν πρόκειται να δικαιολογήσουμε τα πάθη μας. Ο
δικός μας θυμός γίνεται «ιερή αγανάκτηση». Η δική μας φιλοδοξία γίνεται
«ζήλος». Η δική μας σκληρότητα γίνεται «παρρησία». Η δική μας κατάκριση
γίνεται «διάκριση». Η δική μας περιέργεια γίνεται «ενδιαφέρον».
Βρίσκουμε μια ωραία πνευματική λέξη, τη βάζουμε επάνω στο πάθος και
ησυχάζουμε. Αντί να μετανοήσουμε για το πάθος, το βαφτίζουμε. Οι Άγιοι
όμως δεν άλλαζαν τα ονόματα των παθών τους. Άλλαζαν τον εαυτό τους.
Εμείς θέλουμε να αλλάξουμε την ονομασία και να κρατήσουμε την αρρώστια.
Γι’ αυτό πληθύναμε στα λόγια και φτωχύναμε στο βίωμα. Κοινοποιούμε λόγια
για την ταπείνωση και θυμώνουμε αν δεν μας χαιρετήσουν. Μιλάμε για τη
σιωπή και σχολιάζουμε τους πάντες. Θαυμάζουμε την ακτημοσύνη των Αγίων
και μετράμε τι έχει ο διπλανός. Μιλάμε για τους Μάρτυρες και δεν
αντέχουμε μία προσβολή. Διαβάζουμε για τους ασκητές και δεν αντέχουμε να
μας χαλάσει κάποιος το πρόγραμμα. Προσκυνούμε τον Σταυρό και ζητάμε από
τον Χριστό μια ζωή στην οποία να μη σταυρωθεί τίποτε δικό μας. Θέλουμε
τον Εσταυρωμένο, αλλά χωρίς σταύρωση. Θέλουμε την Ανάσταση, αλλά χωρίς
Γολγοθά. Θέλουμε την αγιότητα, αλλά χωρίς άσκηση. Θέλουμε τον Παράδεισο,
αλλά χωρίς μετάνοια. Ε, πώς θα γίνουν όλα αυτά;
Και
ακόμη και τον χρόνο μας τον δίνουμε στον Θεό με το σταγονόμετρο. Ώρες
στο κινητό δεν μας κουράζουν. Ώρες σε ένα τραπέζι περνούν γρήγορα. Ώρες
στις συζητήσεις, στις μετακινήσεις, στις διασκεδάσεις δεν μας φαίνονται
πολλές. Μπαίνουμε όμως στη Θεία Λειτουργία και σε λίγο κοιτάμε το ρολόι.
Τηλεφωνούν άνθρωποι στις εκκλησίες και στα μοναστήρια και ρωτούν «τι
ώρα βγαίνει η Θεία Κοινωνία;». Τι ερώτηση είναι αυτή; Τι σημαίνει «τι
ώρα βγαίνει η Θεία Κοινωνία»; Σαν να πρόκειται για κάτι που παραδίδεται
σε συγκεκριμένη ώρα και θέλουμε να περάσουμε να το παραλάβουμε. Η Θεία
Ευχαριστία δεν είναι το τελευταίο πεντάλεπτο μιας ακολουθίας.
Παρακαλώντας την......
Η πιο διαδεδομένη και συγκινητική προσευχή προς την Παναγία κατά την περίοδο της Κοιμήσεώς Της (τον Δεκαπενταύγουστο) είναι η Παράκληση (Μικρός και Μέγας Παρακλητικός Κανόνας).
Ακολουθεί μια από τις πιο γνωστές και δυνατές αυτούσιες προσευχές που διαβάζονται μπροστά στην εικόνα της Κοιμήσεως:Η Προσευχή«Παναγία Δέσποινα, Θεοτόκε, Ελπίδα και Καταφύγιο όλων των χριστιανών.
Η Οικουμενικότητα της Εκκλησίας στον ύμνο «Απόστολοι εκ περάτων»

Δρ. Αχιλλέως Παπατόλιου,
Διδάσκοντος Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας και Χριστιανικού Πολιτισμού ΑΠΘ
Μέσα στην εκκλησιαστική περίοδο του δεκαπενταύγουστου ιδιαίτερη θεολογική σημασία παρουσιάζει η φράση «Ἀπόστολοι ἐκ περάτων», με την οποία ξεκινάει το εξαποστειλάριο της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.
Η εικόνα των Αποστόλων που συγκεντρώνονται από τα «πέρατα» της οικουμένης για να παρευρεθούν στην Κοίμηση και την ταφή της Θεοτόκου σηματοδοτεί την καθολικότητα και την οικουμενικότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Οι Απόστολοι κατά την εκκλησιαστική παράδοση βρίσκονταν διασκορπισμένοι στα διάφορα μέρη του κόσμου, επιτελώντας το ιεραποστολικό τους χρέος για τη μετάδοση του Ευαγγελικού μηνύματος κατά το: «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αὐτοῦς εἰς τό ὄνομα τοῦ πατρός καί τοῦ υἱοῦ καί ἁγίου πνεύματος, διδάσκοντες αὐτούς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν». (Ματθ. 28,16-20).
Η φράση αυτή «Ἀπόστολοι ἐκ περάτων», αναδεικνύει την παγκοσμιότητα της Εκκλησίας, η οποία δεν απευθύνεται σε έναν συγκεκριμένο λαό, σε μία συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή ή σε μία συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα.
Το Ευαγγελικό μήνυμα έχει καθολικό και εσχατολογικό χαρακτήρα και απευθύνεται σε ολόκληρη την ανθρωπότητα. «Καί κηρυχθήσεται τοῦτο τό εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας ἐν ὅλῃ τῇ οἰκουμένῃ εἰς μαρτύριον πᾶσι τοῖς ἔθνεσιν καί τότε ἥξει τό τέλος» (Ματθ. 24,14).
Υποτίμηση η αναστολή του χρέους της προσωπικής αυτής μαρτυρίας θα σήμαινε ουσιαστική άρνηση του Ευαγγελίου.
Η Εκκλησία είναι οικουμενική επειδή συγκεντρώνει σε ένα Σώμα ανθρώπους διαφορετικούς ως προς την καταγωγή, το έθνος, το φύλο, τη γλώσσα, τον πολιτισμό και την κοινωνική τους προέλευση.
Η ενότητα της Εκκλησίας δεν στηρίζεται στην ομοιομορφία των ανθρώπων, αλλά στην ποικιλομορφία και στην κοινή συμμετοχή τους στο Σώμα του Χριστού. Υπό αυτή την έννοια, η εικόνα των Αποστόλων που έρχονται από διαφορετικά μέρη αποτελεί εικόνα μιας ενότητας εν τη ποικιλία των διατυπώσεων, εθνικών, φυλετικών, κοινωνικών και πολιτισμικών.
Το αυθεντικό νόημα της Εκκλησίας εξάγεται από την ίδια τη σημασία της λέξης προσαρμοσμένη στα νέα συμφραζόμενα, δηλ. «εκκλησία» σημαίνει «κλήση προς τα έξω για συνάθροιση του λαού του Θεού».
Τα «πέρατα» δεν δηλώνουν μόνο την απόσταση από την Ιερουσαλήμ, αλλά παραπέμπουν σε ολόκληρη την οικουμένη, η οποία καλείται να συμμετάσχει στο γεγονός της Σωτηρίας.
Επιπλέον, η Σύναξη των Αποστόλων γύρω από την Θεοτόκο μπορεί να θεωρηθεί ως προτύπωση της καθολικής Εκκλησίας, η οποία συνέρχεται γύρω από τον Χριστό και ζει την ενότητα της πίστεως κατά το «ἵνα πάντες ἕν ὦσιν» (Ιωάν. 17,21).
Προσέτι, η οικουμενικότητα της Εκκλησίας συνδέεται άμεσα με την έννοια της αποστολικότητας. Κρίνεται σκόπιμο να τονιστεί πως η Εκκλησία είναι Αποστολική όχι ασφαλώς μόνο με την έννοια της αποστολικής διαδοχής, αλλά και την έννοια της συνέχισης του έργου των Αποστόλων, το οποίο πρέπει να επεκτείνεται και να μεταδίδεται με κάθε δυνατό τρόπο και μέσο έως εσχάτου της γης, με κάθε έννοια γεωγραφική, χρονική, πολιτιστική και κοινωνική.
Οι Απόστολοι λοιπόν εμπνεόμενοι από την προσδοκία έλευσης της Βασιλείας του Θεού, δηλαδή ενός νέου κόσμου αγάπης και δικαιοσύνης, μέσα σε πνεύμα αμοιβαίου αλληλοσεβασμού και αλληλοϋποστήριξης και ελευθερίας, ανέδειξαν με το λόγο και τη ζωή τους το διαχρονικό «ἔρχου καὶ ἴδε» (Ἰωαν. 1,46) του Αποστόλου Φιλίππου προς τον οποιονδήποτε καλοπροαίρετο Ναθαναήλ.
Η Παναγία του Κομμένου: ένα προσκύνημα πίστης και ιστορίας

Από τα κατάλευκα νησιά του Αιγαίου ως τα πετρόχτιστα χωριά της στεριανής Ελλάδας κάθε τόπος καυχιέται για τη δικιά του Παναγιά προς τιμή της οποίας έχτισε Ναούς, ζωγράφισε Εικόνες, συνέθεσε ύμνους και ύψωσε προσευχητικά τα χέρια.
Η βαθιά αυτή πνευματική σχέση εκφράζεται και μέσα από τα εκατοντάδες διαφορετικά προσωνύμια που αποδίδονται στο πρόσωπό Της και συνοδεύουν κάποια θαυματουργό Εικόνα Της.
Η ευλάβεια προς την Παναγία φώλιασε βαθιά ιδίως στην ψυχή της Ηπείρου.
Σε μια γη πολυβασανισμένη από μακροχρόνιες δοκιμασίες η βεβαία πίστη προς τη Θεοτόκο έγινε πηγή ελπίδας και οδός για τη διατήρηση της ταυτότητας του τόπου.
Για τον Ηπειρώτη η Παναγία υπήρξε πάντοτε η μάνα, η προστάτιδα και η συμπαραστάτρια στους πόνους και τους καημούς του.
Και ως ευλογία Εκείνη αξίωσε την Ήπειρο να φιλοξενεί πλήθος θαυματουργών Της Εικόνων, οι οποίες εξακολουθούν να μεταδίδουν στους πιστούς τη χάρη των πρεσβειών Της.
Ανάμεσα στις πολλές και γνωστές θαυματουργές εικόνες της Παναγίας που κοσμούν την ηπειρωτική γη, συγκαταλέγεται και η λιγότερο γνωστή, πλην όμως ιδιαίτερης πνευματικής και ιστορικής αξίας, Εικόνα της Παναγίας Οδηγήτριας, που φυλάσσεται στο Μαρτυρικό χωριό, Κομμένο, νότια της Άρτας.
Η Εικόνα της Παναγίας της Οδηγήτριας (19ος αιώνας) είναι έργο του Ιωαννίτη αγιογράφου Θεοδοσίου ή του υιού του Κωνσταντίνου, περίφημων στα χρόνια τυραννίας του Αλή Πασά και τελευταίων της Σχολής του Καπεσόβου.
Η Θεοτόκος εικονίζεται σε μετωπική στάση με την κεφαλή της να κλίνει ελαφρώς προς τα αριστερά και το δεξί της χέρι να δείχνει τον Υιό Της «οδηγώντας» τα βλέμματα των πιστών στη θέαση του Θείου και επιβεβαιώνοντας τα λόγια του υμνωδού: «χαῖρε Κύριον φιλάνθρωπον ἐπιδείξασα Χριστόν».
Η τοπική προφορική παράδοση του χωριού βρίθει θαυμαστών διηγήσεων για τα θαύματα και τις ευεργεσίες της Παναγίας.
Με επέμβαση της Θεοτόκου συνδέεται η απελευθέρωση του Κομμένου από τον δυσβάσταχτο κεφαλικό φόρο που επέβαλε ο Τούρκος Αγάς στα χωριά του Κάμπου.
Ακόμη οι παλαιοί αναφέρονται στην αποσόβηση μεταδοτικών ασθενειών, όπως ήταν η πανούκλα. Ιδιαίτερα, όμως, τονίζεται η βροχοποιός χάρη της Παναγίας.
Την Εικόνα της Οδηγήτριας λιτάνευαν οι κάτοικοι σε περιόδους εκτεταμένης ανομβρίας και η Εκείνη με θαυμαστό τρόπο έφερνε στο χωριό βροχή για να ξεδιψάσουν οι άνθρωποι και η γη με τα ζωντανά της.
Ξέρεις τι μου έχει λείψει;
Μια βόλτα στις παλιές γειτονιές…
Εκεί που το βράδυ μύριζε γιασεμί και αγιόκλημα, κι εμείς δεν περνούσαμε βιαστικά. Σταματούσαμε. Ανασαίναμε. Κοιτάζαμε. Ζούσαμε.
Μου
έχει λείψει εκείνη η αυλή με τη σιδερένια καρέκλα, το μικρό τραπεζάκι,
τη γλάστρα με τον βασιλικό και μια γιαγιά στην πόρτα να λέει:
«Πέρασε να πιεις ένα νερό…»
Μου έχουν λείψει τα καλοκαιρινά βράδια, που οι άνθρωποι έβγαζαν τις καρέκλες έξω και η γειτονιά γινόταν μια μεγάλη παρέα.
Άλλος έλεγε τα νέα του χωριού.
Άλλος γελούσε δυνατά.
Κάποιος κερνούσε ένα γλυκό του κουταλιού.
Και τα παιδιά έτρεχαν στον δρόμο μέχρι να ακουστεί από μακριά η φωνή της μάνας:
«Ελάτε μέσα, νύχτωσε…»
Μου έχει λείψει εκείνη η εποχή που δεν είχαμε τόσα πολλά, αλλά είχαμε ο ένας τον άλλον.
Οι πόρτες δεν είχαν τόσες κλειδαριές.
Οι αυλές δεν είχαν ψηλούς φράχτες.
Και η μοναξιά δεν είχε βρει ακόμη τόσο χώρο μέσα στα σπίτια μας.
Αν έλειπες δύο ημέρες, κάποιος θα ρωτούσε:
«Τι έγινε; Είναι καλά;»
Αν αρρώσταινες, θα χτυπούσε η πόρτα.
Αν είχες χαρά, θα χαιρόταν όλη η γειτονιά.
Κι αν είχες πόνο, πάντα υπήρχε μια καρέκλα δίπλα σου και ένας άνθρωπος να καθίσει χωρίς πολλά λόγια.
Μου έχει λείψει η μυρωδιά από το φρεσκοβρεγμένο χώμα.
Το ψωμί που ερχόταν ζεστό από τον φούρνο.
Ο ήχος της καμπάνας που απλωνόταν πάνω από τα σπίτια.
Οι μανάδες που πότιζαν τις αυλές πριν βραδιάσει.
Οι παππούδες που κάθονταν στο κατώφλι και ήξεραν να λένε ιστορίες χωρίς να κοιτούν ποτέ την ώρα.
"Την ευχή σου, Παναγία μου".
Να βάλετε μια εικόνα της Παναγίας σε ένα πέρασμα
μέσα στο σπίτι, εκεί που περνάτε συχνά.
Και κάθε φορά που περνάτε από μπροστά Της, να Της λέτε
με απλότητα: "Την ευχή σου, Παναγία μου".