Η αμαρτία δεν θέλει να μένει μόνη.
Δεν αρκείται να πληγώσει έναν άνθρωπο.
Θέλει να γίνει συνήθεια, νοοτροπία, δικαιολογία, τρόπος ζωής.
Θέλει να απλωθεί, να μολύνει, να παρασύρει, να βρει συνοδοιπόρους στο σκοτάδι της.
Γι’
αυτό πολλές φορές, όταν ο άνθρωπος πέφτει, δεν μένει μόνο στην πτώση
του. Προσπαθεί να πείσει και τους άλλους πως αυτό που κάνει δεν είναι
πτώση, αλλά ελευθερία. Δεν είναι ασθένεια της ψυχής, αλλά δικαίωμα. Δεν
είναι απομάκρυνση από τον Θεό, αλλά προσωπική επιλογή χωρίς συνέπειες.
Όμως η αμαρτία, όσο κι αν στολίζεται με ωραία λόγια, παραμένει πληγή.
Όσο κι αν παρουσιάζεται ως χαρά, αφήνει μέσα στην ψυχή πίκρα.
Όσο κι αν φαίνεται στην αρχή γλυκιά, στο τέλος κουράζει, σκοτεινιάζει και σκλαβώνει τον άνθρωπο.
Η
Εκκλησία δεν μιλά για την αμαρτία από σκληρότητα, αλλά από αγάπη. Δεν
φανερώνει την πληγή για να ντροπιάσει τον πληγωμένο, αλλά για να τον
οδηγήσει στη θεραπεία. Δεν καταδικάζει τον άνθρωπο που έπεσε, αλλά του
δείχνει το χέρι του Χριστού που τον σηκώνει.
Ο άνθρωπος δεν είναι η αμαρτία του.
Δεν είναι το λάθος του.
Δεν είναι η πτώση του.
Είναι εικόνα Θεού, πλασμένος για φως, για αγάπη, για αγιότητα, για αιωνιότητα.
Η αμαρτία θέλει να μας πείσει πως δεν αλλάζουμε.
Ο Χριστός μάς βεβαιώνει πως μπορούμε να αναστηθούμε.
Η αμαρτία λέει: «έτσι είσαι».
Ο Χριστός λέει: «έλα όπως είσαι, και θα σε κάνω καινούργιο άνθρωπο».
Το
μεγάλο κακό δεν είναι μόνο να πέσει κανείς. Όλοι πέφτουμε. Το μεγάλο
κακό είναι να αγαπήσει την πτώση του. Να τη δικαιολογήσει. Να τη
βαπτίσει αλήθεια. Να τη μεταδώσει και στους άλλους σαν δρόμο ζωής.
Γιατί η αμαρτία ζητά παρέα, ενώ η μετάνοια ζητά ταπείνωση.
Η αμαρτία φωνάζει για να επιβληθεί, ενώ η μετάνοια γονατίζει για να σωθεί.
Η αμαρτία σκορπά σκοτάδι, ενώ η μετάνοια ανοίγει παράθυρο στο φως του Θεού.
Ας μην κρίνουμε, λοιπόν, τον άνθρωπο.
Ας μην πετροβολούμε τον αδελφό μας.
Ας μη γινόμαστε σκληροί απέναντι στην πτώση του άλλου.
Αλλά και ας μη λέμε το σκοτάδι φως, την πληγή υγεία, την αμαρτία αρετή.











