Η ζωή είναι όμορφη.
Ένα λεπτό, μια ώρα, μια μέρα δεν θα ξανά έρθει ποτέ.

Κέντρο αναφοράς της Ιεράς Μονής Κύκκου είναι η Εικόνα της Παναγίας, που, όπως μεταδίδεται από γενεά σε γενεά, είναι έργο του Αποστόλου Λουκά, ο οποίος τη ζωγράφισε, έχοντας ως πρότυπο την ίδια τη Θεοτόκο. Η Αγία Εικόνα είναι γνωστή και ως Παναγία η Ελεούσα (πηγή ελέους).
Σ’ αυτήν εικονίζεται η Παναγία να βαστάζει με το δεξί της χέρι τον Χριστό. Χαίρει πανορθόδοξης φήμης και αρκετές εικόνες σε πολλές χώρες, όπως στην Ελλάδα, τη Ρωσία, τη Γεωργία, τη Βουλγαρία, την Αίγυπτο και την Αιθιοπία, είναι αφιερωμένες στην Παναγία του Κύκκου, ένδειξη του μεγάλου σεβασμού που απολαμβάνει ανάμεσα στους ορθόδοξους λαούς.
Η Εικόνα είχε επικαλυφθεί το 1576 με αργυρή και επίχρυση πλάκα, ενώ νέα επικάλυψη έγινε το 1795. Το πρόσωπό Της είναι σκεπασμένο και ποτέ δεν αποκαλύπτεται, είτε γιατί έτσι το θέλησε ο αυτοκράτορας Αλέξιος, είτε για να εμπνέει περισσότερο σεβασμό.
Αναφέρεται χαρακτηριστικά πως το 1699 ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Γεράσιμος τόλμησε να ανασηκώσει το ύφασμα, για να δει το πρόσωπο της Θεοτόκου, αλλά για τη βέβηλή του πράξη τιμωρήθηκε και με δάκρυα στα μάτια υποχρεώθηκε να ζητήσει συγχώρεση.
Ο Ρώσος μοναχός Βασίλειος Μπάρσκυ, που επισκέφθηκε τη Μονή το 1735, γράφει ότι οι μοναχοί αποκάλυπταν την Εικόνα μόνο σε περιόδους ανομβρίας και αφού πρώτα Την μετέφεραν στη γειτονική κορφή, γνωστή ως “Θρονί”, όπου έψαλλαν σχετική παράκληση. Το έκαναν, χωρίς να βλέπουν το πρόσωπο Της, που κοιτούσε τον ουρανό.
Ο λαός αγάπησε πολύ την Αγία Εικόνα. Απειράριθμα είναι τα δημοτικά τραγούδια, με τα οποία ύμνησε την Παναγία την Κυκκώτισσα, και πάρα πολλές είναι οι ιστορικές μαρτυρίες για τις τιμές, που της απέδιδε κατά τις λιτανείες σε ολόκληρο το νησί. Την ίδια τιμή απολάμβανε και ανάμεσα στους πιστούς πολλών άλλων περιοχών, οι οποίοι παλαιότερα συνδύαζαν το προσκύνημά τους στους Αγίους Τόπους με επίσκεψη στο ξακουστό μοναστήρι.
Ακόμα και αν γεμίζαμε έναν ωκεανό με τα δάκρυα
της μετάνοιάς μας, δεν θα ήταν αρκετά για να ευχαριστήσουμε
τον Κύριο, που μας δίνει το σώμα Του και το αίμα Του για να μας

Ιατρός ουράνιος και οικουμένης ευαγγελιστής
«Ὁ ἀκούων ὑμῶν ἐμοῦ ἀκούει, καὶ ὁ ἀθετῶν ὑμᾶς ἐμὲ ἀθετεῖ»
Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί,
Σήμερα η αγία μας Εκκλησία τιμά και γεραίρει τη μνήμη του αγίου ευαγγελιστού και αποστόλου Λουκά. Του θεόπνευστου συγγραφέως του τρίτου Ευαγγελίου και των Πράξεων των Αποστόλων, του επιστήθιου φίλου και συνεργάτη του αποστόλου Παύλου, του «ιατρού του αγαπητού» (Κολ. δ’ 14).
Ταυτόχρονα, η σημερινή μέρα μάς φέρνει ενώπιον δύο θεόπνευστων αγιογραφικών κειμένων, μέσα από τα οποία αποκρυπτογραφούμε βαθύτερα νοήματα και μηνύματα της χριστιανικής αποστολής και της ουράνιας κλήσεως του κάθε πιστού μέσα στον κόσμο.
Στο ευαγγελικό ανάγνωσμα, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός απευθύνεται προς τους Εβδομήκοντα Μαθητές, τους οποίους απέστειλε «ανά δύο προ προσώπου αυτού εις πάσαν πόλιν και τόπον» (Λουκ. ι΄ 1). Μετά την επιστροφή τους, οι Μαθητές είναι πλημμυρισμένοι από αισθήματα χαράς επειδή ακόμη και τα δαιμόνια υποτάσσονται στο Όνομά Του. Ο Κύριος όμως βλέπουμε να μετατοπίζει το κέντρο της χαράς τους από τα εντυπωσιακά θαυμαστά σημεία στην ουσία της σωτήριας αλήθειας του: «Μη χαίρετε ότι τα πνεύματα υμίν υποτάσσεται· χαίρετε δε ότι τα ονόματα υμών εγράφη εν τοις ουρανοίς» (Λουκ. ι΄ 20).
Εδώ είναι που εστιάζει η μεγάλη ευλογία και η πραγματική χαρά. Όχι σε πρόσκαιρες και κατευθύνσεις και δυνάμεις που αναδεικνύονται σε μια επίγεια αναγνώριση, αλλά η εγγραφή της ύπαρξής μας στο Βιβλίο της Ζωής. Αμέσως μετά, ο Κύριος αγαλλιάται των Πνεύματι και ευχαριστεί τον Πατέρα, διότι απέκρυψε τα μυστήρια της Βασιλείας από τους «σοφούς και συνετούς» του κόσμου τούτου και τα απεκάλυψε στα «νήπια» (Λουκ. ι΄ 21), δηλαδή στους ταπεινούς, τους καθαρούς στην καρδιά και δεκτικούς της Χάριτος.
Ο Λουκάς
Ο Ευαγγελιστής Λουκάς υπήρξε ακριβώς ένα τέτοιο «νήπιο» της Θείας Χάριτος, παρότι κατείχε την υψηλή παιδεία της εποχής του, ακόμα και την ιατρική επιστήμη. Κατόρθωσε όμως να υποτάξει την σοφία του στην απλότητα της πίστεως και να καταστεί δοχείο της Θείας Αποκαλύψεως.
Μια αλήθεια, που πρέπει κάποτε να τολμήσουμε, να κοιτάξουμε κατάματα.
Ζούμε σε μια εποχή, όπου πολλοί δηλώνουμε Χριστιανοί, αλλά πόσοι πραγματικά προσπαθούμε, να ζήσουμε ως Χριστιανοί;
Είμαστε Χριστιανοί στα λόγια, στις φωτογραφίες, στις μεγάλες εορτές, στις λιτανείες, και στα πανηγύρια. Αλλά τι γίνεται, όταν κλείνουν οι πόρτες του Ναού, και επιστρέφουμε, στην καθημερινότητά μας;
Εκεί φαίνεται, αν είμαστε αληθινοί Χριστιανοί, ή απλώς περίπου Χριστιανοί.
Γιατί είναι εύκολο, να ανάβεις ένα κερί. Το δύσκολο είναι, να μη σβήνεις με τη συμπεριφορά σου, το φως στην ψυχή του άλλου.
Είναι εύκολο, να κάνεις τον σταυρό σου. Το δύσκολο είναι, να σηκώνεις τον σταυρό της υπομονής, της συγχωρήσεως, και της αγάπης. Είναι εύκολο, να προσκυνάς τις εικόνες των Αγίων. Το δύσκολο είναι, να προσπαθείς να μιμηθείς, την ταπείνωση και την αγάπη τους.
Είναι εύκολο να λες: Δόξα τω Θεώ, όταν όλα πηγαίνουν καλά. Το δύσκολο είναι, να εμπιστεύεσαι τον Θεό, όταν όλα γύρω σου καταρρέουν. Και είναι πολύ εύκολο, να μιλάς για τον Χριστό. Το δύσκολο είναι, να φαίνεται ο Χριστός, στον τρόπο, που φέρεσαι στους ανθρώπους.
Πηγαίνουμε στην Εκκλησία, αλλά πολλές φορές, βγαίνουμε και αρχίζουμε την κατάκριση. Νηστεύουμε, από το λάδι και το κρέας, αλλά δεν νηστεύουμε, από την κακία, το ψέμα, τον εγωισμό, και τη συκοφαντία.
Εξομολογούμαστε τα λάθη μας, αλλά δυσκολευόμαστε, να τα διορθώσουμε.
Κοινωνούμε, το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, αλλά κάποιες φορές, αρνούμαστε να προσφέρουμε, έστω μία καλή κουβέντα, στον συνάνθρωπό μας.
Ζητούμε διαρκώς, από τον Θεό να μας συγχωρεί, αλλά εμείς κρατάμε, μέσα μας κακίες για χρόνια.
Θέλουμε, τον Χριστό να μας ευλογεί, αλλά δεν θέλουμε, πάντοτε τον Χριστό να μας αλλάζει.
Και εδώ βρίσκεται, το μεγάλο πρόβλημα. Θέλουμε μια Εκκλησία, που να μας παρηγορεί, αλλά όχι πάντοτε μια Εκκλησία, που να μας ελέγχει με αγάπη. Θέλουμε, να ακούμε για τον Παράδεισο, αλλά δυσκολευόμαστε, να βαδίσουμε τον δρόμο της μετανοίας. Θέλουμε, να μας αγαπούν όλοι, αλλά εμείς επιλέγουμε, ποιους θα αγαπήσουμε. Θέλουμε, την ευλογία του Θεού, χωρίς πάντοτε να θέλουμε, να εγκαταλείψουμε όσα μας απομακρύνουν, από Εκείνον.
Αδελφοί μου, ο Χριστιανισμός δεν είναι, μια θρησκευτική ταμπέλα, που κρεμάμε επάνω μας. Είναι τρόπος ζωής.
Δεν αρκεί, να γράφει η ταυτότητά μας Χριστιανός Ορθόδοξος, αν η καρδιά μας, παραμένει κλειστή, στον πόνο του άλλου. Δεν αρκεί, να γνωρίζουμε τις προσευχές απέξω, αν δεν έχουμε μάθει, να λέμε ένα ειλικρινές συγγνώμη. Δεν αρκεί, να έχουμε, το σπίτι γεμάτο εικόνες, αν μέσα στο σπίτι μας, απουσιάζουν η ειρήνη, ο σεβασμός, και η αγάπη. Δεν αρκεί, να υπερασπιζόμαστε δημόσια την πίστη μας, αν ιδιωτικά, πληγώνουμε τους ανθρώπους, που μας εμπιστεύονται.
Ο αληθινός Χριστιανός, δεν φαίνεται από το πόσο δυνατά, φωνάζει ότι πιστεύει, αλλά από το πόσο αληθινά αγαπά.
«Εξήλθεν ο σπείρων του σπείραι τον σπόρον αυτού» (Λκ. 8,5).
Ο λόγος του Θεού δεν ζητά απλώς να ακουστεί, αλλά να βρει καρδιά δεκτική,
ικανή να τον φυλάξει και να τον αφήσει να ριζώσει.
Η καρποφορία δεν γεννιέται από στιγμιαίο ενθουσιασμό, αλλά από
υπομονή, σταθερότητα και ζωή μέσα στην Εκκλησία.


Ἦταν γιὸς τοῦ Βεηρεῖ ἀπὸ τὴν Βελεμῶθ τῆς φυλῆς Ἰσάχαρ καὶ ἔζησε τὸν ὄγδοο αἰώνα π.Χ., ἐπὶ βασιλέων τοῦ Ἰούδα, Ὀζίου, Ἰωάθαμ, Ἄχαζ, Ἐζεκία καὶ τοῦ Ἰσραὴλ Ἱεροβοὰμ Β’.
Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, εἶναι ὁ πρῶτος ἀπὸ τοὺς δώδεκα μικροὺς λεγόμενους προφῆτες.
Ὁ Ὠσηὲ ἦταν ψυχὴ γεμάτη ἀπὸ ζῆλο γιὰ τὸ θεῖο Νόμο, γι’ αὐτὸ καὶ στὸ προφητικό του βιβλίο καταγγέλλει εὐθέως τὸν λαὸ τοῦ Ἰσραήλ, ποὺ εἶχε μολυνθεῖ ἀπὸ τὴν εἰδωλολατρία.
Οἱ συμβολισμοὶ του θεωροῦνται δυσεξήγητοι, ἀλλὰ σαφέστατα ἐκδηλώνει τὴν πίστη του στὸν Σωτήρα Χριστό.
Μάλιστα, ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας χρησιμοποίησε μία σπουδαία φράση τοῦ Ὠσηέ, πρὸς τοὺς Φαρισαίους (Ματθ. θ’ 3), ἡ ὁποία λέει: «Ἔλεος θέλω καὶ οὐ θυσίαν καὶ ἐπίγνωσιν Θεοῦ ἢ ὁλοκαυτώματα».
Δηλαδή, λέει ὁ Θεὸς μέσω τοῦ Ὠσηέ: «Προτιμῶ τὴν εἰρηνικὴ ἀγάπη σας πρὸς ἐμένα καὶ ὄχι τὶς τυπικὲς θυσίες, καὶ θέλω νὰ ἔχετε ἐπίγνωση τοῦ θείου θελήματος περισσότερο, παρὰ τὰ χωρὶς νόημα καὶ οὐσία ὁλοκαυτώματα ποὺ προσφέρετε».
Ἐπίσης, φράσεις τοῦ Ὠσηὲ χρησιμοποίησαν καὶ οἱ Ἀπόστολοι Πέτρος καὶ Παῦλος στὶς ἐπιστολές τους.

Συγκλονιστικό σύγχρονο θαύμα του Αγίου Δημητρίου!
Ο γιός μου ο Χρήστος είχε ένα ατύχημα με την μηχανή του, με αποτέλεσμα να χτυπήσει πολύ άσχημα στο κεφάλι, αφού δεν φορούσε κράνος.
Έπαθε, μας είπαν οι γιατροί, κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, συγκεκριμένα ήταν βαριά. Μπήκε στην εντατική και έμεινε διασωληνωμένος για 25 μέρες σε βαριά καταστολή.
Από την πρώτη στιγμή μας είπαν οπλιστείτε με πίστη και αισιοδοξία και ότι πρέπει να τα καταφέρει γιατί είναι νέο παιδί. Εμείς είπαμε ότι αποφασίσει ο Θεός και η Παναγία, πρέπει να προσευχηθούμε για να γίνει το καλύτερο.
Κάποια στιγμή οι καταστολές κόπηκαν και οι γιατροί μας είπαν θα πρέπει να περιμένουμε να δούμε πως θα αντιδράσει και τι ζημιές έχει υποστεί από το χτύπημα στο κεφάλι. Ακόμα μας είπαν άνοιξε τα μάτια του αλλά αυτό δεν είναι τίποτα για εμάς… δεν ξέρουμε τι θα γίνει με τα άκρα του. Δεν μας κουνάει ούτε χέρια ούτε πόδια.
Εκείνη την ημέρα μας επισκέφθηκε μία οικογενειακή φίλη η κυρία Σοφία με τον σύζυγό της και μου είπε τα εξής:
«Σου έφερα μύρο από τον Άγιο Δημήτριο τον Μυροβλύτη. Είναι θαυματουργό, να το πιστέψεις! Δίνεται μία φορά τον χρόνο όταν είναι η γιορτή του και όταν θα μπεις στο παιδί σου να του σταυρώσεις τα χέρια και τα πόδια του και θα δεις ότι θα γίνει καλά».
Την άλλη μέρα όταν μπήκα άρχισα να τον σταυρώνω με το μύρο στα χέρια και στα πόδια και του έλεγα συνέχεια, θα δεις αγόρι μου ο Άγιος Δημήτριος ο Μυροβλύτης θα κάνει το θαύμα του και θα τα κουνήσεις όλα.

Αναμφισβήτητα, η επιστροφή των εκκλησιαστικών κειμηλίων που είχαν αφαιρεθεί από τους Βουλγάρους το 1917 αποτελεί μια σημαντική εξέλιξη για τις Ιερές Μονές Τιμίου Προδρόμου Σερρών και Παναγίας Εικοσιφοίνισσας στο Παγγαίο.
Ωστόσο, παραμένει ανοιχτό ένα σημαντικό ζήτημα: Τι απέγιναν τα Άγια Λείψανα που φυλάσσονταν σε ορισμένες από τις λειψανοθήκες;
Αν και δεν υπάρχει σαφής επίσημη ενημέρωση για το περιεχόμενο των λειψανοθηκών που παραδόθηκαν στην Ελλάδα, δημοσιεύματα του βουλγαρικού και ελληνικού Τύπου, καθώς και παλαιότερα τηλεοπτικά ρεπορτάζ, δημιουργούν ερωτήματα που χρειάζονται απαντήσεις.
Μιλώντας στη βουλγαρική εφημερίδα 24 Chasa (1/11/2026), η διευθύντρια του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου της Βουλγαρίας, στη Σόφια, Μπόνι Πετρούνοβα, αναφέρθηκε στα εκκλησιαστικά κειμήλια που επρόκειτο να επιστραφούν στην Ελλάδα.
«Με την πάροδο των χρόνων, τα λείψανα αφαιρέθηκαν από αυτές και δόθηκαν σε διάφορα μοναστήρια», ανέφερε χαρακτηριστικά, αναφερόμενη στις λειψανοθήκες της συλλογής του μουσείου.
Ανάλογη πληροφορία δημοσίευσε την ίδια ημέρα η βουλγαρική εφημερίδα SEGA, σημειώνοντας ότι μεταξύ των αντικειμένων που επρόκειτο να επιστραφούν στην Ελλάδα περιλαμβάνονταν και λειψανοθήκες χωρίς το περιεχόμενό τους.
Ωστόσο, οι συγκεκριμένες αναφορές δεν διευκρινίζουν πότε αφαιρέθηκαν τα λείψανα, ποιος αποφάσισε τη μεταφορά τους, σε ποια μοναστήρια παραδόθηκαν και πού βρίσκονται σήμερα.
«Ποτὲ νὰ μὴν κατακρίνουμε τὰ σφάλματα τῶν ἄλλων.
Ὅταν κατακρίνουμε, ἡ ψυχική μας ὅραση δὲν εἶναι καθαρή.
Ἐκεῖνος ποὺ κατακρίνει τὸν συνάνθρωπό του μὲ φθόνο
καὶ κακία, ἔχει κατήγορό του τὸν Θεό.
Νὰ μὴν κατακρίνουμε κανέναν!
