Ζούμε σε μια εποχή που οι μηχανές αρχίζουν να μαθαίνουν, να γράφουν, να μιλούν, να ανταποκρίνονται. Αυτό που ήταν αδιανόητο μέχρι χθες, βρίσκεται τώρα στα σπίτια μας, στα τηλέφωνά μας, στα χέρια μας.
Η τεχνητή νοημοσύνη γίνεται μέρος της καθημερινής ζωής – μας βοηθάει, μας συμβουλεύει, επιταχύνει τη ζωή μας. Αλλά ένα πιο ήσυχο, αλλά πολύ βαθύτερο ερώτημα τίθεται ενώπιον του ανθρώπου:
Αν οι μηχανές μάθουν να σκέφτονται – θα ξεχάσει ο άνθρωπος να προσεύχεται;
Ποτέ δεν υπήρξε περισσότερη γνώση στα χέρια του και ποτέ λιγότερη σοφία στην καρδιά του. Ο άνθρωπος ρωτάει αλγόριθμους, αλλά ρωτάει τη συνείδησή του όλο και λιγότερο. Αναζητά απαντήσεις από την τεχνολογία και ξεχνά ότι τα πιο σημαντικά ερωτήματα είναι πνευματικά, όχι τεχνικά. Μια μηχανή μπορεί να επεξεργάζεται δεδομένα, αλλά δεν μπορεί να νιώσει μετάνοια. Μπορεί να αναγνωρίσει μια φωνή, αλλά όχι πόνο.
Μπορεί να συνθέσει κείμενο, αλλά δεν μπορεί να γεννήσει αγάπη. Και εδώ αποκαλύπτεται ένα όριο που καμία τεχνολογία δεν μπορεί να ξεπεράσει. Γιατί ο άνθρωπος δεν δημιουργήθηκε μόνο για να σκέφτεται – αλλά για να αγαπά. Δεν δημιουργήθηκε μόνο για να γνωρίζει – αλλά για να σώζει τον εαυτό του. Δεν δημιουργήθηκε μόνο για πρόοδο – αλλά για την αιωνιότητα.
Ο κίνδυνος αυτής της εποχής δεν είναι ότι οι μηχανές θα γίνουν σαν τους ανθρώπους. Ο κίνδυνος είναι ότι οι άνθρωποι δεν θα γίνουν σαν μηχανές: ψυχροί, υπολογιστικοί, γρήγοροι – αλλά αναίσθητοι.











