Ο
μικρός Νικόλας είχε ακούσει τη γιαγιά του να λέει πως «σήμερα είναι
Παρασκευή και νηστεύουμε για τον Χριστό». Στο μυαλό του 7χρονου αγοριού,
η νηστεία ήταν ένας γρίφος.
«Δηλαδή, γιαγιά, αν δεν φάω το τυρί μου, θα χαρούν οι άγγελοι;» ρωτούσε με απορία.
Εκείνη
την Παρασκευή, στο σχολείο στα Χανιά, το διάλειμμα ήταν δύσκολο. Ο
φίλος του ο Μάνος άνοιξε το ταπεράκι του και η μυρωδιά από το τοστ με το
λιωμένο κασέρι γέμισε τον αέρα.
Ο Νικόλας κοίταξε το δικό του λιτό
σνακ: ένα παξιμάδι και ένα μήλο. Η κοιλιά του έκανε έναν μικρό θόρυβο,
σαν να διαμαρτυρόταν.
«Θέλεις μια μπουκιά;» του είπε ο Μάνος.
Ο
Νικόλας κοντοστάθηκε. Ήθελε πολύ. Αλλά μετά θυμήθηκε το εκκλησάκι του
Αγίου Διονυσίου που είχαν επισκεφθεί το πρωί και τη γαλήνη που ένιωσε.
«Όχι, ευχαριστώ, Μάνο. Σήμερα κάνω... προπόνηση», είπε με καμάρι.
Καθώς
έτρωγε το μήλο του, πρόσεξε στη γωνία της αυλής τον Λευτέρη, ένα παιδί
από την πρώτη τάξη, που καθόταν μόνο του και δεν είχε καθόλου κολατσιό
μαζί του. Ο Λευτέρης κοίταζε τα άλλα παιδιά να τρώνε, προσπαθώντας να το
κρύψει.
Τότε ο Νικόλας κατάλαβε κάτι που δεν του το είχε πει καμία γιαγιά. Η νηστεία δεν ήταν μόνο για το τι δεν τρως, αλλά για το τι δίνεις.
Πλησίασε τον μικρό. «Κοίτα, έχω ένα μεγάλο μήλο και δεν το πεινάω όλο. Θέλεις το μισό; Είναι το πιο γλυκό από το περιβόλι μας».
Τα μάτια του Λευτέρη φωτίστηκαν. Μοιράστηκαν το φρούτο καθισμένοι στο πεζούλι. Ο Νικόλας ένιωσε ξαφνικά να χορταίνει περισσότερο από κάθε άλλη φορά, παρόλο που το στομάχι του ήταν σχεδόν άδειο.
Το απόγευμα, όταν η γιαγιά τον ρώτησε πώς πήγε η νηστεία του, ο Νικόλας χαμογέλασε με νόημα..
«Γιαγιά, σήμερα έμαθα το μυστικό. Η νηστεία είναι σαν να κάνεις χώρο στην καρδιά σου για να χωρέσει κάποιος άλλος».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου