Ήταν παραμονή Θεοφανείων σε ένα μικρό χωριό. Ο ιερέας, ο πατήρ Ιάκωβος, περπατούσε από σπίτι σε σπίτι κρατώντας το δοχείο με το αγίασμα και τον σταυρό.
Δεν βιαζόταν κάθε κατώφλι για εκείνον ήταν μια μικρή εκκλησία, κάθε οικογένεια ένα ποίμνιο που ζητούσε την ευλογία του Θεού.
Σε ένα στενό σοκάκι βρισκόταν ένα παλιό σπίτι. Η πόρτα του ήταν κλειστή και τα παντζούρια μισοσφαλισμένα. Ο π
ατήρ Ιάκωβος χτύπησε απαλά. Μετά
από λίγο άνοιξε μια ηλικιωμένη γυναίκα, η κυρά-Αναστασία.
«Περάστε, πάτερ», είπε διστακτικά.
«Δεν ξέρω αν αξίζουμε το αγίασμα… έχουμε καιρό να πατήσουμε στην εκκλησία».
Ο ιερέας χαμογέλασε γαλήνια.
«Το αγίασμα δεν δίνεται στους άξιους, αλλά σε όσους το χρειάζονται», απάντησε.
Μπήκε
στο σπίτι και διάβασε την ευχή. Ράντισε τους τοίχους, τις εικόνες, τα
δωμάτια. Καθώς το αγιασμένο νερό έπεφτε, η ατμόσφαιρα άλλαζε. Δεν ήταν
κάτι που φαινόταν, αλλά κάτι που αισθανόταν: μια ειρήνη βαθιά, σαν να
έφευγε ένα βάρος χρόνων.
Η κυρά-Αναστασία δάκρυσε.
«Πάτερ», είπε, «τόσο καιρό μαλώναμε σ’ αυτό το σπίτι. Σήμερα νιώθω σαν να άνοιξε ένα παράθυρο μέσα μου».
Ο πατήρ Ιάκωβος στάθηκε μπροστά στην εικόνα του Χριστού.
«Το αγίασμα», είπε, «δεν είναι μαγικό νερό. Είναι πρόσκληση. Πρόσκληση να μπει ο Χριστός στο σπίτι και στις καρδιές μας.
Αν Του ανοίξουμε, Εκείνος μένει».
Την επόμενη Κυριακή, η κυρά-Αναστασία και η οικογένειά της βρέθηκαν στην εκκλησία.
Δεν είχαν αλλάξει όλα στην ζωή τους, αλλά είχε μπει αρχή. Το αγίασμα
είχε κάνει αυτό που πάντα κάνει: είχε θυμίσει ότι ο Θεός στέκεται έξω
από την πόρτα και χτυπά.
Ο αγιασμός των σπιτιών δεν
είναι απλώς ένα έθιμο, αλλά ευλογία και μαρτυρία ότι κάθε σπίτι καλείται
να γίνει τόπος ειρήνης, προσευχής και παρουσίας του Θεού.
Εκεί όπου ραντίζεται το αγίασμα με πίστη, εκεί αρχίζει η ανακαίνιση της ψυχής.
Εκ της συντακτικής ομάδας του Ιερού Ναού Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης Κολωνού
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου