π. Βαρνάβας Γιάγκου
Κυριακή
τῆς Σταυροπροσκυνήσεως σήµερα (Μάρκ. η´ 34, θ´ 1) καί στό κέντρο κάθε
ναοῦ τοποθετεῖται ὁ τίµιος Σταυρός. Ὁ Σταυρός πού, ἐνῶ ἦταν σύµβολο
ὀδύνης καί σύµβολο καταισχύνης, μέ τό Χριστό γίνεται σύµβολο νίκης.
Κι
αὐτό διότι ἀπέκτησε ἄλλο λόγο, ἄλλο περιεχόµενο. Τό νέο περιεχόµενο πού
ἀπέκτησε εἶναι τό τεκµήριο γιά τό μέγεθος τῆς Ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Ὁ Χριστός
φανέρωσε τό μέγεθος τῆς ἀγάπης Του μέ τό νά ἀνεβεῖ στό Σταυρό.
Ἑποµένως, γιά μᾶς ὁ Σταυρός γίνεται ὁ τρόπος τῆς σωτηρίας μας.
Τά
γεγονότα τῆς ζωῆς μας ἀποκτοῦν ἀνάλογο περιεχόµενο ὄχι τόσο μέ τήν
ἐξωτερική τους ὄψη ὅσο μέ τόν ἐσωτερικό λόγο, μέ τόν ὁποῖο εἶναι
συνδεδεµένα.
Μία
µορφή τοῦ Σταυροῦ εἶναι καί ὁ σωµατικός πόνος πού, ἄν καί φαίνεται
ἀρνητικός στή ζωή μας, µπορεῖ νά γίνει πηγή καί αἰτία τῆς ζωῆς. Γιά
παράδειγµα, ὅπως ἕνας ὀργανισµός κινδυνεύει μέ θάνατο καί ὁ πόνος
καθίσταται ἀφορμή γιά νά καταβληθεῖ κάθε ἱατρική φροντίδα γιά τήν
θεραπεία· ἀντίθετα, ἄν κάποιος ὀργανισµός δέν αἰσθάνεται τόν πόνο, αὐτό
δηµιουργεῖ αἰσθήµατα ἐπαναπαύσεως γιά τή λανθάνουσα ἀσθένεια καί κατά
συνέπεια τεράστιο κίνδυνο γιά τήν ὑγεία του. Ἔτσι καί στήν πνευµατική
ζωή, ὁ πόνος στήν ἐσωτερική ζωή τοῦ ἀνθρώπου γίνεται ἡ φανέρωση τῆς
ἐλπίδας ὅτι εἶναι δυνατόν νά ὑπάρξει ζωή ἀλλά καί νά ἐνεργοποιηθεῖ αὐτή ἡ
ζωή.
Ἡ
δυνατότητα τοῦ ἀνθρώπου νά αἰσθάνεται τόν πόνο ἤ νά ἔχει γεγονότα πού
τοῦ γεννοῦν πόνο, εἶναι ἡ ἐνεργοποίηση τῶν πνευµατικῶν, θά λέγαµε,
“νεύρων”, γιά νά µπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά στρέψει τόν πόνο του ἐκεῖ πού
πρέπει, γιά νά µήν περιορισθεῖ τό ὄφελος τοῦ πόνου, ἀλλά γιά νά
ἐνεργοποιηθεῖ καί νά γίνει αἰτία γνώσης καί πνευµατικῆς ἀνάπτυξης. Ὁ
Σταυρός, λοιπόν, ὁ πόνος, εἶναι ἡ ἀρχή τῆς δυνατότητας τοῦ ἀνθρώπου νά
ἐξελιχθεῖ, νά ἀναπτυχθεῖ στό γεγονός τῆς ζωῆς.
Τό ὅτι
δέν προτείνεται ὁ Σταυρός ὅµως µόνο ὡς γεγονός πόνου ἀλλά καί ὡς
γεγονός Ἀναστάσεως καί ἐλπίδας, εἶναι φανερό ἀπό τό σηµερινό Εὐαγγέλιο,
πού μᾶς Τόν προτείνει ἡ Ἐκκλησία ὄχι ὡς μία µορφή καταδίκης ἀλλά ὡς
σύµβολο νίκης, ὡς σύµβολο ἐλπίδας.
Στόν
Ὄρθρο βλέπουµε ὅτι οἱ ὕµνοι ἔχουν σταυροαναστάσιµο περιεχόμενο. Δέν
µπορεῖ νά ὑπάρξει στήν πνευµατική ζωή ξέχωρα ὁ πόνος ἀπό τήν θεραπεία.
Δέν ὑπάρχει Ἀνάσταση ξέχωρα ἀπό τό Σταυρό καί Σταυρός χωρίς Ἀνάσταση δέν
νοεῖται. Αὐτά τά ἀντίθετα, τά ὁποῖα ἑνώνονται, καταφάσκουν στό γεγονός
τῆς σωτηρίας, καταφάσκουν στό γεγονός τῆς ζωῆς.
Σήµερα
φοβόμαστε τόν πόνο. Μᾶς ἔχει διαλύσει ἡ ἄνεση. Θέλουµε μαγικούς
παραδείσους, ἔνδειξη τοῦ ὅτι δέν ἔχουµε πραγµατική ζωή. Δέν ἔχουµε
ἀφυπνισθεῖ στή ζωή. Διότι ὅλες τίς εὐκολίες καί ὅλες τίς ἀνέσεις νά μᾶς
δώσουν, στό τέλος θά ἔχουµε τήν πίκρα τοῦ κενοῦ, τῆς ἀπουσίας τοῦ
νοήµατος. Κι αὐτό γιατί ἡ ἀπουσία τοῦ πόνου καταργεῖ τή δυνατότητα νά
εἶναι ἀφυπνισµένα καί σέ ἐγρήγορση τά γνωστικά μας ὄργανα, γιά νά
µποροῦµε νά κατανοοῦµε καί νά σχετιζόµαστε μέ τόν ἄλλον ἄνθρωπο.
Ἡ
ἄρνηση τοῦ πόνου σηµαίνει ἐγκλωβισµό σέ μιά µορφή “εὐδαιμονισμοῦ”, πού
εἶναι κατάργηση τοῦ λόγου τῆς ζωῆς, τοῦ λόγου τῶν “προσώπων”, τοῦ λόγου
τῶν σχέσεων.
Πρέπει
ὅµως νά διακρίνουµε μέ πολύ µεγάλη λεπτότητα ὅτι ἡ ἀσκητική πρόταση τῆς
Ἐκκλησίας, πού ἐκφράζεται μέ τή µορφή τοῦ Σταυροῦ, δέν εἶναι
καταθλιπτικότητα, δέν εἶναι ἀρνητισμός, δέν εἶναι ἀπελπισία χωρίς
δυνατότητα ἐλπίδας. Δέν εἶναι θλίψη, ἀλλά εἶναι ὁ δρόµος πού μᾶς ὁδηγεῖ
στήν ἀληθινή χαρά, πού δέν µπορεῖ νά κλέψει ὁ θάνατος, πού δέ φθείρεται,
ἀλλά μᾶς ὁδηγεῖ ἀπό δόξα σέ δόξα.
Ἐάν ἡ
ἀσκητική μας πορεία, ἐάν ὁ ἐλάχιστος ἀγώνας πνευµατικῆς ζωῆς πού κάνουµε
καί πού ἔχει τή µορφή τοῦ πόνου, δέν γεννᾶ τή δυνατότητα φωτός καί
χαρᾶς, εἶναι στραβός ὁ ἀγώνας μας. Εἶναι ἕνα ψυχολογικό γεγονός πού
πολλές φορές κρύβει μιά διάθεση αὐτοδικαίωσης, μιά διάθεση ἠθικῆς
δικαίωσης. Τά πράγµατα ὅµως εἶναι τελείως διαφορετικά.
Ὁ
Σταυρός προτείνεται ὡς τό “εὐσκιόφυλλον δένδρον” μέσα στήν ἐρηµιά τῆς
ζωῆς, γιά νά ἀναπαυθοῦµε. Ποιά ἀνάπαυση µποροῦµε νά ἔχουµε; Νά, στό
κέντρο τοῦ ναοῦ αὐτή τήν ἑβδοµάδα θά ὑπάρχει ὁ Σταυρός, γιά νά Τόν
προσκυνοῦµε. Μᾶς λέει «Ἔχεις ἁµαρτίες, ἔχεις ἀδιέξοδα, εἶσαι
ἀπελπισµένος; Ζεῖς μιά ἐσωτερική ἀνία, ραθυµία, ἀκηδία; Πουθενά ἡ
ἐλπίδα; Ζεῖς μέ τό φόβο τοῦ θανάτου; Ποῦ εἶναι ὁ Θεός;». Νά ἡ ἀπόδειξή
Του. «Πόσο μέ ἀγαπᾶ;». Μέ ἀγαπᾶ στό σηµεῖο πού νά σταυρώνεται, νά
κενώνεται ὁ ἴδιος, ὄχι γιά κάποιους ἀνθρώπους ἀόριστα, ἀλλά γιά τόν κάθε
ἄνθρωπο προσωπικά, ὄχι µόνο τῆς ἐποχῆς Του ἀλλά μέχρι τά ἔσχατα αὐτοῦ
τοῦ κόσμου καί αἰωνίως.
Ὅσο
εἶναι τό μέγεθος τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, τέτοια ἐλπίδα µποροῦµε νά ἔχουµε.
Αὐτούς τούς καρπούς µποροῦµε νά ἀπολαµβάνουµε διά τῆς µετανοίας: τή
συγχώρεση καί τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
Αὐτή,
τελικά, εἶναι ἡ σεμνότητα τοῦ χριστιανοῦ. Νά παίρνει ἕνα σύµβολο
καταδίκης καί νά ἀναδεικνύεται ὡς ὁ ἔρωτάς του. Νά γίνεται ὁ ἔρωτάς του,
γιατί εἶναι ἡ βεβαίωσή του ὅτι ὁ Θεός τόν ἀγαπᾶ “ἄχρι θανάτου”. Γιά νά
µπορεῖ κι ὁ ἴδιος νά ἐρωτεύεται κατ’ αὐτόν τόν τρόπο. Νά θυσιάζεται γιά
τόν συνάνθρωπό του μέχρι θανάτου.
Ἀλλά
πῶς µποροῦµε νά κάνουµε ἕνα τέτοιο βῆµα, ἄν δέν ἔχουµε τή βεβαιότητα
αὐτῆς τῆς ἐµπειρίας; Ἐµεῖς ζοῦµε μέ ἕναν ψυχαναγκασµό στήν Ἐκκλησία,
γιατί θεωροῦµε ὅτι πρέπει νά εἴµαστε καλοί, χωρίς προηγουµένως νά ἔχουµε
βεβαιωθεῖ προσωπικά γιά τήν πραγµατική ἀξία καί τό περιεχόµενο τῆς
θυσίας τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι ἡ ἀπόδειξη τῆς ἀγάπης Του.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου