Το κέντρο της ζωής μας είναι η
απασχόλησί μας με τον πνευματικό νόμο. Αυτός είναι και ο λόγος πού
αρνηθήκαμε τον κόσμο και εγκαταλείψαμε τον οικογενειακό βίο, ο οποίος
δεν είναι αμαρτωλός.
Τον εγκαταλείψαμε, επειδή θελήσαμε να εκφράσωμε με ένα ιδιαίτερο τρόπο
την αγάπη μας προς τον Θεό, τηρούντες έτσι με ακρίβεια την πρώτη εντολή.
Κληθέντες από τον Θεό, ακολουθήσαμε την φωνή Του για να εφαρμόσωμε αυτή
την εντολή. Και για να εύρωμε τον κατάλληλο χρόνο, τον απερίσπαστο
μάλλον, εβγήκαμε έξω από την κοινωνία και αρνηθήκαμε τους οικογενείς
μας, ασχολούμενοι λεπτομερώς με την εσωστρέφεια, ελέγχοντες τα νοήματα
των πραγμάτων. Και αυτό τον τρόπο, να ημπορέσωμε να νικήσωμε όχι μόνο
την πρακτική μορφή της αμαρτίας, αλλά να την αφανίσωμε από την γέννησί
της. Όχι μόνο να μην αμαρτάνωμε πρακτικά, αλλά ούτε κατά διάνοια να
έχωμε συνεργασία με το κακό. Και με αυτό τον τρόπο φθάναμε στον
μακαρισμό του Κυρίου: «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν
όψονται». Ο Ιησούς μας ανέφερε ότι: «Τα έξωθεν εισερχόμενα ου κοινούσι τον άνθρωπο», δηλαδή δεν τον μολύνουν.
Εκείνα πού εξέρχονται από μέσα τον κάνουν ακάθαρτο. «Εκ γαρ της καρδίας
εξέρχονται διαλογισμοί πονηροί, φόνοι, μοιχείαι, πορνείαι, κλοπαί,
ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι». (Ματθ. 15,18). Αυτά είναι τα περισσεύματα
της ακαθάρτου καρδίας τα όποια κινούμενα από μέσα προς το έξω,
δημιουργούν το σώμα της περιεκτικής κακοηθείας.
Και τότε καταρακώνεται η ελευθερία της προσωπικότητας του ανθρώπου, και
από ευγενής και «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν» πλασμένος πού είναι, γίνεται
πονηρός και διεφθαρμένος. Επειδή μετέχομε και εμείς αυτής της
αρρωστημένης καταστάσεως, εξήλθαμε από τον κόσμο ακριβώς γι’ αυτό τον
λόγο. Κόσμο όταν λέμε δεν εννοούμε τους ανθρώπους. Κόσμος είναι το
σύστημα του παλαιού ανθρώπου, πού κατά τον Παύλο είναι τα πάθη και οι
επιθυμίες. Και κατά τον Ευαγγελιστή Ιωάννη, η «επιθυμία των οφθαλμών και
η αλαζονεία του βίου», η αφροσύνη και γενικά η ματαιοφροσύνη.
Ευρισκόμενοι τώρα εδώ, προσέχαμε ακριβώς στο να γίνωμε «καθαροί τη καρδία», γιατί μονό έτσι θα ίδωμε τον Θεό, όσο επιτρέπεται βέβαια στην ανθρώπινη φύσι να έχη εμπειρία της οράσεως του Θεού.
Το θέμα της παλιγγενεσίας δεν είναι η μεταφορά των ανθρώπων εις ένα
ευδαιμονισμό. Αυτά τα παραδέχονται οι ξένες ομολογίες: Ο άνθρωπος μετά
την παρουσία του Θεού Λόγου, δεν μεταφέρεται εις ένα ευδαιμονισμό, ούτε
επανέρχεται από μία εξορία σε μια καλύτερη ζωή. Αυτά δεν είναι της
Εκκλησίας μας γεννήματα, αλλά πεπλανημένες ιδέες.
Η κένωσι του Θεού Λόγου, μετέφερε στην ανθρώπινη φύσι την θέωσι. Έτσι ο
άνθρωπος μεταφέρεται δια της Χάριτος – εάν αρχίσει από εδώ να πειθαρχή
στο Θείο θέλημα- υποστατικά στην ένωσί του με τον Θεό. Όπως μετέχει το
θετό παιδί στην περιουσία, στο όνομα και στην προσωπικότητα του πατέρα
του, ενώ δεν είναι φυσικό παιδί, έτσι και εμείς.
Αν και δεν γεννηθήκαμε τρόπον τινά, από τον Θεό, με την υιοθεσία όμως
απεκτήσαμε την ίδια θέσι, πού έχει ένα φυσικό παιδί. Αυτό για μας
λέγεται θεανθρωπισμός.
Αυτό μας έφερε στη γη ο Θεός Λόγος. Όπως είπε ο ίδιος: «Εγώ πάτερ, εν
αυτοίς και συ εν εμοί» και «την δόξαν ην δέδωκας μοι δέδωκα αυτοίς», και
άλλου «Θέλω ίνα όπου ειμί εγώ κακείνοι ώσι μετ’ εμού,ίνα θεωρώσι την
δόξαν την εμήν», και πάλι «υμείς φίλοι μου έστε, εάν ποιήτε όσα εγώ
εντέλλομαι υμίν ουκέτι υμάς λέγω δούλους». Και όταν του εζήτησαν να τους μάθη να προσεύχονται, κατ’ ευθείαν τους είπε: «Πάτερ, ημών ο εν τοις ουρανοίς».
Πηγή: agapienxristou.blogspot.ca

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου