«Έρχονται πολλά νέα παιδιά και με ρωτούν: «Πάτερ, γιατί η Εκκλησία λέει να μην έχουμε σχέσεις πριν από τον γάμο; Τι κακό κάνουμε, αφού αγαπιόμαστε;». Και πολλές φορές βλέπω ότι περιμένουν ένα «μη». Σαν να κάθεται ο Θεός και να σημειώνει ποιος φίλησε, ποιος άγγιξε, ποιος κοιμήθηκε με ποιον.
Ε, δεν είναι έτσι ο Θεός.
Ο Χριστός δεν περπάτησε ανάμεσα στους ανθρώπους κρατώντας κατάλογο με τις αμαρτίες τους. Ούτε όμως είπε ότι κάθε επιθυμία γίνεται καλή επειδή την αισθανθήκαμε. Πήγαινε βαθύτερα. Από την πράξη στον λογισμό, από τον νόμο στην καρδιά, από το «τι επιτρέπεται» στο «ποιος γίνεσαι όταν αγαπάς».
Για τις προγαμιαίες σχέσεις, όπως τις ονομάζουμε σήμερα, δεν μίλησε με τη δική μας ορολογία. Μίλησε όμως για κάτι μεγαλύτερο. Θύμισε τον πρώτο λόγο της Γραφής: οι δύο γίνονται «σάρκα μία».
Προσέξτε. Δεν είπε ότι δύο σώματα συναντήθηκαν. Είπε «σάρκα μία».
Γιατί ο άνθρωπος δεν κόβεται σε κομμάτια. Δεν βγάζει την ψυχή του απέξω και μπαίνει μόνο με το σώμα του σε μια ερωτική σχέση. Μπαίνει ολόκληρος. Μπαίνουν η μνήμη του, οι φόβοι του, η ανάγκη να αγαπηθεί, οι πληγές του, η προσδοκία του, ακόμη και πράγματα που ο ίδιος δεν γνωρίζει καλά μέσα του.
Η Εκκλησία λοιπόν δεν φοβάται το σώμα.
Αν το φοβόταν, δεν θα έκανε τον γάμο Μυστήριο. Δεν θα στεφάνωνε δύο ανθρώπους μπροστά στην Αγία Τράπεζα. Δεν θα έλεγε ότι γίνονται μία σάρκα. Και πάνω απ’ όλα, ο ίδιος ο Υιός του Θεού δεν θα προσλάμβανε ανθρώπινη σάρκα.
Το σώμα δεν είναι βρώμικο. Είναι τόσο πολύτιμο, ώστε δεν μπορεί να γίνει αναλώσιμο.
Μου λέει όμως ένα παιδί: «Πάτερ, πρέπει να ξέρω αν ταιριάζουμε και σεξουαλικά. Πώς θα παντρευτώ έναν άνθρωπο χωρίς να ξέρω αν μπορούμε να ζήσουμε μαζί;».
Σοβαρή ερώτηση.
Και βέβαια έχει σημασία η ερωτική έλξη. Έχει σημασία να θέλεις να αγγίξεις τον άνθρωπό σου, να υπάρχει τρυφερότητα, επιθυμία, εκείνη η χαρά που σε κάνει να αναζητάς την εγγύτητά του. Ο γάμος δεν είναι συνεταιρισμός δύο καλών χαρακτήρων.
Αλλά θα ρωτούσα το παιδί: «Ποια συμβατότητα θέλεις να δοκιμάσεις;». Αυτή που έχετε στα είκοσι πέντε; Στα σαράντα πέντε τα σώματα θα έχουν αλλάξει. Μπορεί να έρθουν παιδιά, ξενύχτια, άγχος, αρρώστια, φάρμακα, εξάντληση. Στα εξήντα πέντε θα έχουν αλλάξει πάλι.
Τότε τι θα κάνεις; Θα πεις «δεν ταιριάζουμε πια»;
Ο γάμος δεν είναι να βρεις τον άνθρωπο που θα παραμείνει όπως τον δοκίμασες. Είναι να μάθεις να αγαπάς και τον άνθρωπο που θα γίνει.
Και η ερωτική αρμονία δεν βρίσκεται πάντοτε έτοιμη σαν ένα κλειδί που ταιριάζει ή δεν ταιριάζει στην κλειδαριά. Χτίζεται κι αυτή. Μαθαίνεις τον άλλον. Μιλάς. Ακούς. Περιμένεις. Μαθαίνεις πότε φοβάται, πότε ντρέπεται, πότε χρειάζεται να τον πλησιάσεις και πότε χρειάζεται να κάνεις λίγο πίσω.
Γιατί, αν πούμε ότι πρέπει πρώτα να «δοκιμάσω» τον άλλον, κάτι με ενοχλεί σ’ αυτή τη λέξη. Παπούτσι δοκιμάζεις, παιδί μου, να δεις αν σου κάνει. Τον άνθρωπο τον γνωρίζεις. Και μπορεί χωρίς να το καταλάβεις να έχεις βάλει τον άνθρωπό σου σε εξετάσεις. Αν με ικανοποιεί, συνεχίζουμε. Αν δεν με ικανοποιεί, φεύγω. Ε, τότε δεν ψάχνεις μόνο σύντροφο. Ψάχνεις και προϊόν.
Από την άλλη, να μη λέμε πράγματα που δεν πατούν στη ζωή. Πολλά παιδιά σήμερα φθάνουν σε μια σοβαρή σχέση έχοντας ήδη ερωτικό παρελθόν. Άλλος είχε μία σχέση, άλλος περισσότερες. Κάποιος άρχισε πολύ μικρός. Κάποιος αγάπησε και προδόθηκε. Κάποιος χρησιμοποίησε, κάποιος χρησιμοποιήθηκε. Κάποιος έκανε πράγματα που σήμερα δεν θα έκανε.
Τι θα τους πει η Εκκλησία; «Τελείωσε, έχασες την καθαρότητά σου»; Αν ήταν έτσι, παιδιά, γιατί ήρθε ο Χριστός; Η Εκκλησία δεν είναι αίθουσα αναμονής των αναμάρτητων. Είναι νοσοκομείο για ανθρώπους που έπεσαν, πληγώθηκαν, πλήγωσαν και θέλουν να σηκωθούν.
Και να προσέξουμε κάτι. Μην κάνουμε την παρθενία πιστοποιητικό αγιότητας. Μπορεί κάποιος να μην έχει αγγίξει ποτέ άνθρωπο και μέσα του να έχει σκληρότητα, εγωισμό, κατάκριση, φαντασιώσεις, επιθυμία να εξουσιάζει. Και κάποιος άλλος μπορεί να κουβαλά ένα δύσκολο ερωτικό παρελθόν και μέσα από πολύ πόνο να έμαθε τι σημαίνει μετάνοια.
Η παρθενία είναι μεγάλη αρετή όταν είναι ελευθερία προσφοράς. Δεν είναι μετάλλιο. Ο Χριστός δεν κοιτάζει τον άνθρωπο μόνο από εκεί που έρχεται. Τον κοιτάζει και από εκεί που μπορεί να φτάσει.
Αυτό είναι η μετάνοια. Δεν είναι να σιχαθείς το σώμα σου ούτε να μισήσεις ό,τι έζησες. Είναι να στραφείς αλλού. Να αφήσεις τον Θεό να πάρει ακόμη και την πληγή σου και να μην την αφήσει να πάει χαμένη.
Γι’ αυτό δεν θα ρωτούσα πρώτο ένα παιδί: «Πόσες σχέσεις είχες;». Θα το ρωτούσα: «Αυτόν τον άνθρωπο που έχεις τώρα μπροστά σου, τον αγαπάς;».
«Ναι, πάτερ». «Ωραία. Αν αρρωστήσει, θα μείνεις; Αν αλλάξει το σώμα του, θα μείνεις; Αν κάποτε δεν μπορεί να σου δώσει όσα σου δίνει σήμερα, θα μείνεις; Αν σου ζητήσει να περιμένεις, μπορείς να περιμένεις;».
Γιατί είναι εύκολο να πεις: «Σε θέλω». Το «σ’ αγαπώ» είναι πολύ βαρύτερο. Η επιθυμία λέει εύκολα «σε θέλω κοντά μου». Η αγάπη μαθαίνει κάποτε να λέει «θέλω το καλό σου, ακόμη κι αν χρειαστεί να στερηθώ κάτι εγώ».
Δεν είναι κακή η επιθυμία. Ο Θεός έπλασε και το σώμα και την επιθυμία. Αλλά η επιθυμία χρειάζεται να μάθει τη γλώσσα της αγάπης. Αυτό είναι η εγκράτεια. Και την κάναμε κι αυτή μια θλιβερή λέξη, σαν να σημαίνει ότι ο Θεός θέλει τον άνθρωπο φοβισμένο απέναντι στο σώμα του. Όχι.
Εγκράτεια σημαίνει ότι δεν είμαι δούλος ούτε της επιθυμίας μου. Ελεύθερος δεν είναι μόνο εκείνος που μπορεί να κάνει κάτι. Ελεύθερος είναι και εκείνος που μπορεί να μην το κάνει. Και αυτό δεν τελειώνει στον γάμο. Μερικοί νομίζουν ότι πριν από τον γάμο χρειάζεται εγκράτεια και μετά τα στεφάνια αποκτά ο ένας δικαίωμα πάνω στο σώμα του άλλου. Θεός φυλάξοι.
Και μέσα στον γάμο μπορεί να χρησιμοποιήσεις τον άνθρωπό σου. Και μέσα στον γάμο πρέπει να μάθεις να περιμένεις, να ακούς, να σέβεσαι ένα «όχι», να κάνεις πίσω όταν η αγάπη το ζητά.
Το στεφάνι δεν κάνει το σώμα του άλλου ιδιοκτησία σου. Σου εμπιστεύεται ένα πρόσωπο. Γιατί όμως τότε η Εκκλησία λέει να περιμένουμε; Όχι επειδή ο Θεός θυμώνει όταν δύο παιδιά παρασύρονται. Ούτε επειδή φοβάται την ηδονή. Επειδή το σώμα μιλά. Όταν δίνεσαι ερωτικά σε έναν άνθρωπο, το σώμα λέει κάτι πολύ μεγάλο: «Σου δίνομαι».
Και μπορεί την ίδια στιγμή η ζωή σου να λέει ακόμη: «Αν αύριο τα πράγματα δυσκολέψουν πολύ, μπορώ να φύγω». Ε, εκεί γεννιέται μια πληγή. Το σώμα είπε «ολόκληρος». Η ζωή κράτησε μια πόρτα ανοιχτή. Γι’ αυτό ο χριστιανικός γάμος δεν είναι άδεια για σεξ. Αν ήταν αυτό, θα ήταν φτωχό πράγμα.
Δύο άνθρωποι στέκονται μπροστά στον Χριστό και λένε με τη ζωή τους εκείνο που θέλουν να πουν και με το σώμα τους: «Δεν σε θέλω μόνο όσο μου αρέσεις. Σε παραλαμβάνω ως δρόμο της ζωής μου». Και η Εκκλησία τούς βάζει στεφάνια. Στεφάνια χαράς, αλλά και μαρτυρίου. Γιατί από εκεί αρχίζει ένα μικρό καθημερινό μαρτύριο: να πεθαίνει λίγο λίγο το «εγώ» για να χωρέσει το «εμείς».
Εδώ μπαίνει και ο Χριστός ως Νυμφίος. Κοιτάξτε πώς αγαπά ο Χριστός την Εκκλησία. Δεν λέει: «Θα σε αγαπώ όσο είσαι ωραία». Τη βρίσκει πληγωμένη. Τη βρίσκει αμαρτωλή. Και δεν παίρνει. Δίνει τον εαυτό Του. Αυτό είναι το μέτρο της χριστιανικής αγάπης. Όχι πόσο έντονα επιθυμώ τον άλλον, αλλά πόσο μπορώ να εξέλθω από τον εαυτό μου για χάρη του.
Γι’ αυτό και ο Σταυρός βρίσκεται κρυμμένος μέσα στο Μυστήριο του γάμου. Όχι για να γίνει ο έρωτας θλιβερός. Για να γίνει μεγάλος. Γιατί ο Χριστός επάνω στον Σταυρό δεν λέει «σε αγαπώ επειδή μου δίνεις».
Λέει: «Σε αγαπώ και σου δίνομαι». Αυτό πρέπει σιγά σιγά να μάθει και το σώμα. Όχι «παίρνω το σώμα σου». «Σου εμπιστεύομαι το δικό μου». Όχι κατανάλωση. Κοινωνία. Όχι δοκιμή. Παράδοση.
Και αν έρθουν δύο παιδιά και μου πουν: «Πάτερ, εμείς έχουμε ήδη σχέσεις», τι θα τους πω; Να αισθάνονται βρώμικοι; Να κάνουν πως δεν συνέβη; Όχι.
Θα τους πω: «Καθίστε λίγο και κοιταχτείτε. Πού πηγαίνει αυτή η αγάπη; Θέλετε πραγματικά κοινή ζωή; Τότε αρχίστε από σήμερα να τη χτίζετε με αλήθεια». Και αν χρειάζεται, βάλτε και όρια. «Μα αφού έγινε, πάτερ, τι νόημα έχει τώρα να περιμένουμε;».
Ε, τι λες, παιδί μου; Επειδή χθες δεν περίμενες, έχασες σήμερα την ελευθερία να περιμένεις; Αυτό είναι η μετάνοια. Ο Χριστός δεν σου ζητά να διορθώσεις το χθες. Δεν γίνεται. Σου δίνει όμως το σήμερα.
Και σε ρωτά: «Από εδώ και πέρα, θέλεις να περπατήσουμε μαζί;». Αυτό είναι φοβερή ελευθερία. Και ο νέος άνθρωπος σήμερα κουβαλά πολλές φορές και κάτι ακόμη. Πορνογραφία, εικόνες, συγκρίσεις, φόβο μήπως δεν είναι αρκετός, αγωνία για το σώμα του, σκέψεις για εκείνους που προηγήθηκαν.
Εκεί χρειάζεται μεγάλη τρυφερότητα. Γιατί μπορεί δύο άνθρωποι να έχουν μεγάλη σεξουαλική εμπειρία και να μην έχουν μάθει ακόμη να αγγίζουν πραγματικά ο ένας τον άλλον. Να γνωρίζουν πολλά για την ηδονή και λίγα για την τρυφερότητα. Να ξέρουν πώς γδύνεται ένα σώμα και να μην ξέρουν πώς ανοίγει μια καρδιά.
Και μπορεί κάποιος άλλος να είναι άπειρος και να νομίζει ότι η απειρία του τον έκανε αυτομάτως καθαρό. Ούτε το ένα ούτε το άλλο σώζει τον άνθρωπο. Ο Χριστός σώζει.
Και εδώ έκανε πολλές φορές λάθος και ο δικός μας εκκλησιαστικός λόγος. Είπαμε στα παιδιά πολλά «μη» και δεν τους εξηγήσαμε αρκετά τι προσπαθούσαμε να προστατεύσουμε.
Κι έτσι μερικά παιδιά μεγάλωσαν νομίζοντας ότι ο Θεός φοβάται το σώμα τους. Δεν φοβάται ο Θεός το σώμα σου. Το φόρεσε. Αυτό είναι το συγκλονιστικό. Ο Λόγος έγινε σάρκα. Ο Χριστός πείνασε, κουράστηκε, πόνεσε, άφησε ανθρώπινα χέρια να Τον αγγίξουν. Και αυτή τη σάρκα την πέρασε μέσα από τον θάνατο και την ανέστησε. Το σώμα λοιπόν δεν είναι κάτι που πρέπει να ξεπεράσουμε για να συναντήσουμε τον Θεό.
Καλείται και αυτό να αγιαστεί. Και τελικά το ερώτημα δεν είναι μόνο: «Έκανες ή δεν έκανες έρωτα πριν από τον γάμο;». Ο Χριστός θα πάει βαθύτερα. Έμαθες να αγαπάς; Έμαθες να μη χρησιμοποιείς; Έμαθες να περιμένεις; Έμαθες να ακούς το «όχι»; Έμαθες να μη συγκρίνεις τον άνθρωπό σου με εκείνους που προηγήθηκαν; Έμαθες να ζητάς συγγνώμη όταν πλήγωσες;
Και όταν εσύ πληγώθηκες, έμαθες να μη μεταφέρεις την παλιά πληγή στον επόμενο άνθρωπο; Κι αν έπεσες, έμαθες να σηκώνεσαι χωρίς να απελπίζεσαι; Γιατί ο Χριστός δεν ήρθε να συγκεντρώσει ανθρώπους με άψογο ερωτικό βιογραφικό. Ήρθε να βρει ανθρώπους πληγωμένους, μπερδεμένους, ανθρώπους που αγάπησαν άτσαλα, που χρησιμοποίησαν και χρησιμοποιήθηκαν, που υποσχέθηκαν και φοβήθηκαν. Και να τους μάθει πάλι την αγάπη.
Μπορεί ένας άνθρωπος να φτάσει στον γάμο παρθένος και να μην έχει μάθει ακόμη να αγαπά. Μπορεί ένας άλλος να φτάσει κουβαλώντας ένα παρελθόν που δεν αλλάζει και να έχει μάθει με πολλά δάκρυα ότι ο άλλος δεν είναι πράγμα.
Ποιος είναι πιο κοντά στον Θεό; Άσ’ το αυτό στον Θεό, παιδί μου. Εσύ κοίτα τον άνθρωπο που στέκεται τώρα απέναντί σου. Και όταν του λες «σ’ αγαπώ», προσπάθησε ολόκληρη η ζωή σου να μη διαψεύδει τα χείλη σου. Γιατί κάποτε θα γεράσει αυτό το σώμα που σήμερα επιθυμείς.
Θα αλλάξει. Θα αρρωστήσει. Μπορεί μια μέρα να χρειάζεται περισσότερο το χέρι σου για να σηκωθεί από το κρεβάτι παρά για να σε αγκαλιάσει ερωτικά. Και τότε θα φανεί τι αγάπησες. Το σώμα που σε ευχαριστούσε; Ή τον άνθρωπο που κατοικούσε μέσα του;
Ο Χριστός, παιδιά, δεν μας αγάπησε επειδή ήμασταν άξιοι να αγαπηθούμε. Μας αγάπησε και έμεινε. Έμεινε μέχρι τον Σταυρό. Και αυτό είναι τελικά το μεγάλο μυστήριο και του έρωτα. Όχι μόνο να ποθείς. Όχι μόνο να δίνεσαι. Να μένεις.
Να μπορείς, όταν περάσει η πρώτη φωτιά και έρθει η καθημερινότητα, να κοιτάξεις πάλι εκείνον τον άνθρωπο και να πεις: «Εσένα ακόμη». Γιατί η αληθινή αγάπη δεν αποδεικνύεται τη στιγμή που δύο σώματα μπορούν να ενωθούν. Αποκαλύπτεται όταν δύο άνθρωποι, έχοντας δει ο ένας την αδυναμία του άλλου, εξακολουθούν να μη φεύγουν.
Και τότε το «σ’ αγαπώ» παύει να σημαίνει μόνο: «Σε θέλω». Και αρχίζει σιγά σιγά να μοιάζει με εκείνο το φοβερό «σ’ αγαπώ» του Χριστού: «Σου δίνομαι. Και μένω».
μ. Θεόκτιστος ο Κρης
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου