Ζωντανή Αναμετάδοση Ιερών Ακολουθιών

Πέμπτη 6 Σεπτεμβρίου 2018

Οσιος Αμφιλόχιος Μακρής: Παράδεισο χωρίς εσάς δε τον θέλω! (Μέρος 1ο)


Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας, Μέγας Υμνογράφος της των Αλεξανδρέων Εκκλησίας

Ο νέος Άγιος της Ορθοδόξου μας Εκκλησίας, ο Γέροντας της Πάτμου, Ο Όσιος Αμφιλόχιος Μακρής ήταν πράγματι χρηστός και εύχρηστος δούλος Κυρίου. Αναδείχθηκε εφάμιλλος των αλιέων της Γαλιλαίας αφού ακολούθησε στις ημέρες μας τα βήματά τους και έγινε Ιεραπόστολος και πνευματοφόρος Πατέρας της Εκκλησίας, στύλος και εδραίωμά της, ομολογητής πίστεως και πρότυπο όλων, όσοι επιθυμούν την κατά Χριστόν καινή ζωή.

Ο Όσιος Αμφιλόχιος ήταν ο ασκητής που βίωνε έμπονα την πραγματικότητα, ενημερωνόταν για τα επίκαιρα προβλήματα και κατανοούσε το μέγεθός τους, για να μπορεί ανάλογα να συντρέχει και να έρχεται αρωγός στους εμπερίστατους δείχνοντας σπλάχνα οικτιρμών και αδελφικής εν Χριστώ αγάπης. Του αρμόζουν οι τίτλοι του ασκητού, του κατηχητού και διδασκάλου, του ιεραποστόλου, του ομολογητού, του θαυματουργού. Έλαμψε ο νέος Πάτμιος Άγιος στο νοητό της Εκκλησίας μας στερέωμα ως νεόφωτος αστέρας, ο οποίος με τις αστραπές του Αγίου Πνεύματος που ενοικούσε μέσα του φώτισε τα πέρατα της Ορθόδοξης κοινωνίας μας.
Ο Γέροντας Αμφιλόχιος υπήρξε θιασώτης της ισάγγελης βιοτής και πολιτείας και συγχρόνως μιμητής και ομότροπος των πάλαι οσίων ασκητών, των οποίων στη σύγχρονη εποχή ανεζωγράφισε τα ηρωικά πνευματικά κατορθώματα.
Ο «πλήρης πνεύματος Αγίου και πίστεως» (Πραξ. ια΄ 24) Γέροντας, ανέτειλε στην εξάκουστη νήσο της Πάτμου από γονείς απλοικούς μεν και πτωχούς, αλλά τηρητές των ευαγγελικών προσταγμάτων, τον Εμμανουήλ Μακρή από την Λειψώ και την Ειρήνη Μακρή από την Πάτμο. Το φως του ηλίου είδε στις 13 Φεβρουαρίου του σωτηρίου έτους 1889 και κατά το άγιο βάπτισμα έλαβε το όνομα Αθανάσιος.
Αγιασμένος από την κοιλιά της μητέρας του το νήπιο Αθανάσιος ουδέποτε θήλασε κατά τις δύο σταυρώσιμες ημέρες, την Τετάρτη και την Παρασκευή και όσο μεγάλωνε προόδευε στην αρετή και «χάρις Θεού ην επ’ αυτό» (Λουκ. β΄ 40). Ο τακτικός εκκλησιασμός του μικρού Αθανασίου στην επιβλητική Μονή του Αγίου Ιωάννου, του Θεολόγου, αύξανε την ευλάβειά του προς τα Θεία και τον πόθο της ολοκληρωτικής αφιερώσεώς του στην Εκκλησία του Χριστού. Έτσι, στην ηλικία των 17 ετών εκάρη μοναχός και έλαβε το όνομα Αμφιλόχιος. Ευγνωμονώντας τον Θεό μας για την τιμητική προς αυτόν κλήση Του παρέδωσε όλη την έφεση της καρδιάς του και τις αείρρυτες πηγές των δακρύων του. Πίστευε ο νεαρός μοναχός, ότι ο δρόμος που επέλεξε ήταν δρόμος προσφοράς, δρόμος θυσίας, δρόμος αυταπαρνήσεως. Όλές του οι κινήσεις, οι πράξεις, τα λόγια ήταν μόνο για την δόξα του Χριστού μας. Είναι από τις λίγες σύγχρονες μορφές που αγάπησαν τόσο τον Εσταυρωμένο Λυτρωτή μας. Τον αγάπησαν και μόχθησαν για την δόξα του παναγίου Ονόματός Του.
Ο Όσιος Αμφιλόχιος έπαιρνε δύναμη από την μονολόγιστη ευχή, την ευχή του Ιησού, την οποία ασίγητα είχε στο στόμα του, καθώς την διδάχθηκε από τον σπηλαιώτη ασκητή, τον κολλυβά Θεόκτιστο, που τον επισκεπτόταν στο ερημητήριό του στην Παναγία του Γραβά, χάριν πνευματικής ωφελείας. Η μονολόγιστη ευχή, «Κύριε, Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλόν», σώζει, ζωογονεί, χαροποιεί, δυναμώνει, στηρίζει. Ήξερε ο Γέροντας ότι η ευχή είναι βοηθητική στην κάθαρση, μόνη της, όμως, δεν είναι αποτελεσματική. Το να καίει κανείς κιλά λιβάνι όταν προσεύχεται, αν ο νούς του είναι γεμάτος από κακούς λογισμούς για τους άλλους, δεν ωφελεί, αφού το θυμίαμα δεν ανεβαίνει στον ουρανό. Από τον νού κατεβαίνει ο πειρασμός στην καρδιά και κάνει τον άνθρωπο θηρίο. Αξία έχει όταν η μονολόγιστη ευχή συνοδεύεται από κάθαρση, από νήψη.

Νηστευτής ακραιφνέστατος ο νεαρός Αμφιλόχιος τρεφόταν με λιτή τροφή και ουδέποτε έφθασε σε κορασμό, ώστε να σηκωθεί από το τραπέζι χορτασμένος, γνωρίζοντας ότι «ο χορτασμός της κοιλίας ξηραίνει τα της κατανύξεως δάκρυα, ενώ η νηστεία και η εξ αυτής θλίψις γεννά δάκρυα σωτηριώδη», καθώς αναφέρει στην Κλίμακά του ο Άγιος Ιωάννης (Λόγος ιδ, ιε΄ -ιστ΄). Το απέριττο κελλί του ήταν η πνευματική του παλαίστρα, μέσα στην οποία πάλευε καθημερινώς «προς τας αρχάς, προς τας εξουσίας, προς τους κοσμοκράτορας του σκότους του αιώνος τούτου» (Εφεσ. στ΄ 11).
Η έννοια της ακτησίας και η μνήμη του εγγύς θανάτου ήταν βαθύτατα ριζωμένη στην καρδιά του και για το κελλί του επαναλάμβανε τη φράση των ασκητών: «Σήμερον εμού, αύριον ετέρου και ουδέποτέ τινος». Σε αυτό μάλιστα προς διαρκή μνήμη θανάτου είχε τοποθετήσει και ένα κρανίο νεκρού με την επιγραφή: «Και συ αύριο» και μυστικώς μονολογούσε: «Άνθρωπος ωσεί χόρτος αι ημέραι αυτού και ωσεί άνθος του αγρού ούτως εξανθήσει» ( Ψαλμ. 102, 13).
Για την αυστηρή του τάξη και την άμεμπτη διαγωγή ο Γέροντας Αμφιλόχιος έλαβε το Μέγα Αγγελικό Σχήμα σε ηλικία εικοσιτεσσάρων ετών από τον πνευματικό του Γέροντα στο ερημικό κάθισμα «του Απολλώ». Ο ιερός έκτοτε ζήλος του για ισάγγελη βιοτή δεν ελλατώθηκε μέχρι την τελευταία του αναπνοή. Αρκεί μόνο να υπογραμισθεί ότι και ως προιστάμενος της Αποκαλύψεως σκληραγωγούσε τον εαυτό του κοιμώμενος σε ξύλινο κρεββάτι που είχε μήκος μικρότερο από το ύψος του. Άλλωστε ο χρόνος για τις γονυκλισίες και τις εδαφιαίες μετάνοιες δεν του επέτρεπε και πολλήν ανάπαυση.
Ο ερχομός του Γέροντος στο Άγιον Όρος για εκμάθηση του εργοχείρου του ξυλογλύπτου και η επικοινωνία του με τους εκεί πατέρες τον ωφέλησε στην νοερά προσευχή και τον οδήγησε στην ολοκλήρωση της αρετής. Μετά η προσκυνηματική του επίσκεψη στους Αγίους Τόπους αύξησε τον ζήλο του για ιεραποστολική δράση· Τέλος η συναναστροφή του στην Αίγινα με τον Όσιο Νεκτάριο οδήγησε τον Γέροντα Αμφιλόχιο σε πλήρη αοργησία και σε πλούσιο τρυγητό της πρακτικής ισαγγέλου πολιτείας και της ιεραποστολικής δράσεως.
Η φλεγόμενη από θείο έρωτα καρδιά του μοναχού Αμφιλοχίου δεν αναπαυόταν μόνο στις μυστικές χαρές και απολαύσεις της μοναδικής αγωγής, αλλά ένιωθε υπεύθυνος ενώπιον του Θεού για τις ψυχές των συνανθρώπων του, τόσο των εγγύς όσον και των μακράν. Έβλεπε τις ψυχές ακατήχητες και πονούσε η καρδία του. Ήταν ψυχές «υπέρ ων Χριστός απέθανε» (Ρωμ. ε΄ 8 ), πως μπορούσε να αδιαφορήσει γι’ αυτές. Θυμόταν τον τον Άγιο Αντώνιο, που ενώ ζούσε στην ερημία της Θηβαΐδος κατέβαινε στην Αλεξάνδρεια όταν η εκεί χριστιανική κοινότητα είχε ανάγκες κυρίως πνευματικές. Έβλεπε μπροστά του τον Χριστό μας γυμνό, πεινασμένο, διψασμένο, στην φυλακή, στο κρεββάτι του πόνου και δεν ήθελε να ακούσει πικραμένη τη φωνή Του να μου λέει: «Επείνασα και ουκ εδώκατέ μοι φαγείν, εδίψησα και ουκ εποτίσατέ με, ξένος ήμην και ου συνηγάγετέ με, ασθενής και εν φυλακή και ουκ επεσκέψασθέ με» (Ματθ. κε΄ 42-43). Έβλεπε επίσης τον Χριστό μας να τον παροτρύνει να μαθητεύσει «πάντα τα έθνη» (Ματθ. κη΄ 19) και να του δείχνει τους αγρούς, που είναι έτοιμοι για θερισμό. Γνώριζε πολύ καλά ο Όσιος Γέροντας ότι η ιεραποστολή ξεκινά από το σπίτι μας, από τη γειτονιά μας, από το σχολείο μας, από το άμεσο κοινωνικό μας περιβάλλον και θεωρούσε αυτήν, όπως και ακρότατη έπαλξη της αρετής. Έτσι οραματιζόταν και τα στενάζοντα Δωδεκάνησα κάτω από την ιταλική κατοχή ελεύθερα με μοναστικές και ιεραποστολικές αδελφότητες.
Βαδίζοντας τα βήματα των Αγίων Αποστόλων και των ιεραποστόλων όλων των χρόνων, των «μηδέν εχόντων και τα πάντα κατεχόντων» (Β΄ Κορ. στ΄ 10) ο Όσιος Αμφιλόχιος δεν επτοείτο από έλλειψη συνεργατών και οικονομικών πόρων. Θαρρούσε πάντοτε στην Θεία Χάρη, η οποία «τα ελλείποντα αναπληροί» και προχωρούσε σταθερά για την εξάπλωση της Βασιλείας του Θεού και επί της γης.
Μεριμνώντας και για την φύση και σεβόμενος αυτήν, την οποίαν μας παρέδωσεν ο Κύριος με την εντολήν «Εργάζεσθαι και φυλάττειν» (Γεν. 2, 15) ήθελε ταυτόχρονη εκμετάλλευση και προστασία της. Η δυσαρμονία στον φυσικό κόσμο, που σήμερα παρατηρείται, οφείλεται στο ότι ανατράπηκαν οι νόμοι που ο Θεός έθεσε για τη λειτουργία της κτίσεως και έλλειψη σεβασμού της. Έτσι δεν πατέμεινε και σε αυτό απαθής. Ήταν ιεραπόστολος και στην φύση. «Αναζωσάμενος ισχυρώς την οσφύν αυτού ήρεισε τους βραχίονας αυτού εις έργον» (Παροιμ. λα΄ 17). Αγόρασε γη και την πευκοφύτευσε με τα δένδρα που μέχρι σήμερα ονομάζουν «Αμφιλοχίες». Δένδρα ποτισμένα με νερό που ο ίδιος κουβαλούσε και με προσευχή.
Μετά από πιέσεις, το 1919 χειροτονήθηκε διάκονος στο νησί της Κω και ξεκίνησε την αποστολική του δράση στην στνάζουσα τότε Δωδεκάνησο, αλλά και στην Κρήτη και όλη την ελλαδική επικράτεια. Στην Κω συνάντησε κάποιον Οθωμανό που του ζήτησε να γίνει Χριστιανός. Ο Γέροντας αψηφώντας τους κινδύνους και τις αντιδράσεις πολλών και λέγοντας «τον ερχόμενον προς με, ου μη εκβάλω έξω» (Ιω. στ΄ 37) και παρά τις αντιδράσεις ορισμένων τον βάπτισε δίνοντάς του το όνομα «Ιωάννης» και όχι μόνο τον μύησε στα της πίστεως, αλλά και μερίμνησε για την οικονομική του αποκατάσταση ερχόμενος ο ίδιος προς τούτο στον Πειραιά.
Στην ηλικία των τριάντα ετών, ώριμος πλέον ο Γέροντας, χειροτονήθηκε Ιερεύς του Θεού του Υψίστου στην Σάμο και Τον παρακάλεσε να τον διατηρήσει ταπεινό μέχρι την τελευταία του επί γης διακονία στο ιερό θυσιαστήριο. Έτσι, αλλοιωμένος και μεταρσιωμένος εξερχόταν από το ιερό βήμα πάντοτε ο Γέροντας Αμφιλόχιος μετά από την κατάνυξη που ένιωθε και τα δάκρυα που του έτρεχαν κατά τη μετουσίωση των Τιμίων Δώρων, αφού έβλεπε φλόγες να κυκλώνουν το ιερό θυσιαστήριο. Γι’ αυτό ταυτοποιούσε τους Ιερείς του Υψίστου με τους Αγίους Αγγέλους.
Με τη βοήθεια εκλεκτών ψυχών και δη γυναικών από τα γύρω νησιά ο Γέροντας Αμφιλόχιος ανέπτυξε τα ιεραποστολικά του σχέδια. Ίδρυσε τους πρώτους στην Ελληνική επικράτεια Κύκλους Κυριών και Κατηχητικά Σχολεία Νεανίδων με έδρα την τότε καταδυναστευομένη από τους αζυμίτες νήσο της Κω. Ανέλαβε την διεύθυνση του Ορφανοτροφείου Ρόδου, το οποίο οι Παππικοί είχαν εξιταλίσει, και εργάσθηκε ιεραποστολικώς στην Κάλυμνο, Νίσυρο, Πάτμο και Λέρο. Προσευχόταν και εργαζόταν. Το Κρυφό Σχολειό αναβίωσε στις ημέρες του και ο σπόρος της ευσεβείας βρήκε γόνιμο έδαφος.

Πηγή: Βήμα Ορθοδοξίας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου