Τοῦ ἐγκλεισμοῦ ἡ ἐντολὴ μέρες ἔχει ποὺ ἔπαυσε.
Οἱ πόρτες οἱ κλειστὲς ἄνοιξαν,μὰ μὲ κάποιο δισταγμό, μὲ κάποιο φόβο.
Τί εἶναι ἀσφαλὲς καὶ τί ριψοκίνδυνο;
Τί ἀναγκαῖο καὶ τί παράτολμο;
Τί ὑπεύθυνο καὶ τί ἐπιπόλαιο;
Ἀπαντήσεις κύρους δίδονται μὲ ἀποφάσεις ὑπουργῶν,
μὲ συμβουλὲς εἰδικῶν, μὲ παραινέσεις διαφημιστῶν.
Κι ἀπὸ τὴν ἄλλη στέκουν ἀντιτασσόμενες οἱ ἀντιδράσεις τῆς πλατείας·
τοῦ Συντάγματος, τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς, τῆς Ὁμονοίας
(ἀλήθεια, τί θαυμαστὴ συμφωνία ὅλων τῶν κομματικῶν παρατάξεων).
Κι ὕστερα τοῦτο τὸ τραγούδι τὸ παλιό, τὸ ξεχασμένο, ἔρχεται νὰ μᾶς πάρει ἀπὸ τὸ χέρι, νὰ μᾶς γνωρίσει ἐκ νέου τὴ ζωὴ ἐκείνη ποὺ ὁ ἄνθρωπος ἀξίζει νὰ ζεῖ.
Δὲν ἐντέλεται, παρακαλεῖ·
δὲν φοβερίζει, παρηγορεῖ·
δὲν ταράσσει, ἠρεμεῖ·
δὲν βιάζεται, βηματίζει·
δὲν βιάζει, ἐλευθερώνει·
δὲν διεκδικεῖ, φιλανθρωπεῖ·
δὲν σκιάζει, φωτίζει...
«Βάλε κι ἄλλο πιάτο στὸ τραπέζι... κάποιος πονεμένος θὰ φανεῖ»·
ἕνα πιάτο, ἕνα νοιάξιμο, ἕνα κάλεσμα, ἕνα ἄνοιγμα, ἕνα φιλί, ἕνα μοίρασμα, ἕνας φίλος, ἕνας ἀκριβός, ἕνας πονεμένος, ἕνας μοναχικός· ὁ φίλος ὁ πιὸ μοναχικὸς ἀπὸ τοὺς φίλους, αὐτὸς νὰ κάτσει στὸ τραπέζι, σ’ αὐτὸν τὴν πόρτα ν’ ἀφήσεις ἀνοιχτή.
Κάν’ τὸ κι ὕστερα τὰ ἄλλα θά ‘ρθουν ἀπὸ μόνα τους, φυσικὰ καὶ ἁπλά.
Ἕνας εἶναι ἀρκετός, ἕνας, κι ἡ ζωὴ θ’ ἀνοιχθεῖ στοὺς πολλούς.
«Βάλε κι ἄλλη ἀγάπη στὸ τραπέζι».
Μήπως ἡ ὥρα ἦρθε;
π. Μιλτιάδης Ζέρβας
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου