
Ὁ
Εὐαγγελισμός εἶναι ἕνα παγκόσμιο, ἕνα ὑπερκόσμιο ἐγκόσμιο δῶρο. Ἀπό ἐδῶ
ξεκινᾶ ἡ ἀνακεφαλαίωση τῶν πάντων ἀπό τό Χριστό (ὅπως ἔλεγε ὁ ἀπόστολος
Παῦλος). Προαιώνια ἡ Τριαδική βουλή γιά χάρη μας, πραγματώθηκε ἐν χρόνῳ
ἐπί ρωμαιοκρατίας στήν Παλαιστίνη, λειτουργεῖ ὡς ὁ νέος παράδεισος γιά
τήν ἀνθρωπότητα.
Οἱ συνέπειες
τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ἀνακαινίζουν τήν ἱστορία, τήν ἐξάγουν ἀπό τό τέλμα τῆς
ἀνθρώπινης ἀποκλειστικότητας καί τήν ἐντάσσουν στό φῶς τῆς θεανθρώπινης
ἐνιστορικότητας καί αἰωνιότητας. Δέν καταργεῖται ἡ ἀνθρωπινότητα τοῦ
ἀνθρώπου, ἀλλά καταφάσκεται μέ τόν τρόπο τοῦ σαρκωμένου Θεοῦ. Ἡ
ἀνθρωπινότητα συνεχίζει τό δρόμο της, ἀσκεῖται μέσα στό ἐνιστορικό
στάδιο τῆς ἐλευθερίας ἐπιλογῶν. Ὅμως, τώρα πλέον, μέ τόν Εὐαγγελισμό τῆς
προσφέρεται “ἡ ἐλευθερία τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ”.
Ἡ ἱστορία
ἐναποτίθεται (καί) στήν ἀγκάλη τῆς Μητρικῆς εὐσπλαχνίας τῆς Θεοτόκου, ἡ
ἱστορία γίνεται σωτηριώδης ἔγνοια τῆς Παναγίας μας. Καί τό διαπιστώνουμε
ζώντας ὡσάν τούς ἁγιο-Παϊσίους τόσων αἰώνων “τό θαῦμα” τοῦ καινισμοῦ
τῆς ἱστορίας στό κάθε ἐσώψυχο-καρδιακό “κέντρο σχεδιασμοῦ” τῶν
“ἐπιχειρήσεων” αὐτοθυσίας, ἀγάπης, μετάνοιας, φιλανθρωπίας,
συγχωρητικότητος, λεβεντιᾶς, φιλότιμου. Ὅλοι οἱ Ἅγιοι ἔκλαιγαν καί
συμπονοῦσαν τήν ἀχρείωση τοῦ κόσμου. Προσεύχονταν γιά ὅλον τόν κόσμο.
Δέν ἦταν ἀφελεῖς· ἦταν οἰκουμενικοί, ἦταν θεοφορούμενοι.
***
Δέν καταστρέφεται ἡ δωρισμένη ἀπό τό Θεό ἐλευθεροβουλία τοῦ κόσμου. Ἀλλά μπορεῖ πλέον νά τό προτιμήσει καί νά τό κατορθώσει, νά καθαρθεῖ ἀπό τή δαιμονιώδη ἐθελοδουλεία τῆς ἐμπάθειας, τῆς κακίας, τῆς βρωμιᾶς, τῆς ἀσωτίας σέ ἀτομικό πεδίο καί βαθμιδωτά σέ συλλογικότερο πεδίο. Μπορεῖ πλέον νά τό ἐπιλέξει καί νά τό διεκδικήσει ἀπό τόν Τριαδικό Θεό στό ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ (προσευχητικά-δυναμικά καί ταπεινά-ἀληθινά): νά γίνει ὁ καθένας μας χριστοφόρος καί ἡ κοινωνική προσφορά του χριστοφόρος καί ἡ ἀναλογική του συμμετοχή στίς εὐρύτερες διαδικασίες χριστοφόρος.
Μιά ἀειφόρος πραγματική ἄνοιξη. Μιά δυναμική
ὑγείας ἀκόμη καί μέσα στήν καθολική νευροπάθεια τῆς κακίας, στήν
καρδιοπάθεια τοῦ μίσους, στή φυματίωση τῆς φθορᾶς, στή νεφροπάθεια τῆς
ἀκαθαρσίας, στήν καρκινογένεση τῆς βίας.
Μιά ἄνοιξη
καί μιά ἐπιρροή ὑγίωσης πού ὡστόσο δέν εἶναι καθόλου εὔκολη. Ἀκόμη κι
ὅταν ὁ Θεός βημάτισε ὡς ἄνθρωπος στήν ἱστορία μας, συνάντησε τά εὔκολα
“ὠσαννά” τῆς ἰδιοτελοῦς κερδοσκοπίας τῶν ἀνθρώπων καί τά εὔκολα
“σταυρωθήτω” τῆς τυφωμένης καί τυφλωμένης καρδιᾶς τῶν ἀνθρώπων. Ὅμως,
ὅπως ὁ Ἴδιος τό θέλησε καί τό βίωσε καί τό ὑπέμεινε, ἀποκαλύφθηκε ὡς
“πηγή τῆς ζωῆς” στήν ἐλευθερία τῶν συνειδήσεων. Καί δέν παύει νά
ἀποκαλύπτεται ὡς “πηγή τῆς ἐλευθερίας” στή ζωή τῶν συνειδήσεων ὅλου τοῦ
κόσμου, μέ τή ζωντάνια τῆς Ἐκκλησίας γιατρικό στήν αὐτοδιαφθορά καί
αὐτοφθορά τῆς παγκόσμιας ἱστορίας.
Ἡ γιατρειά τοῦ κόσμου εἶναι δῶρο, εἶναι καί ἄθλημα ἐκζήτησης. Μᾶς τό ἀποκαλύπτει ἀποστολικά ἡ Ἀποκάλυψη. Μᾶς τό δείχνει ἡ ἴδια ἡ ἱστορία. Ὅτι δέν εἶναι εὔκολη ἡ διαδρομή πρός τό Θεό, κι ἄς τήν κατέστησε τελείως ἀνοικτή καί τελείως μεθεκτή ὁ Θεός μέ τόν Εὐαγγελισμό. Ὁ κόσμος προτιμᾶ τίς δικές του ἐπιλογές, πού εἶναι πολλαπλασιαστικές τῆς ἐθελοκακίας, μέσα ἀπό τά πολυσυστήματα τοῦ κατά μέρος καί τοῦ καθ᾽ ὅλον διεθνικοῦ πληθωρισμοῦ τῆς ἐθελοφθορᾶς.
Ὁ κάθε
ἄνθρωπος ―λέει ὁ ἅγιος Μάξιμος― εἶναι ἕνας (μικρός) ὁλόκληρος κόσμος. Κι
ἡ πληθωρικότητα τοῦ πανανθρώπινου πολιτισμοῦ ἀνά τούς αἰῶνες δέν παύει
νά ἐπιβεβαιώνει τή θεογένεσή μας καί ἐκεῖνο τό “ἔθετο αὐτόν ἐν τῷ
παραδείσῳ ἐργάζεσθαι καί φυλάσσειν” πού ἐμεῖς ἀπό θεοδρομία τό
μετατρέψαμε σέ κοσμοδρομία (πάντως ἐπιβεβαιώνοντας τή θεόπλαστη
ἰδιοσυστασία μας).
Ἐκ τοῦ
ἀντιθέτου πάλιν, ὁ καθένας μας, ἄν κυττάξει μέ εἰλικρίνεια τό συνειδητό
του, κι ἄν διερευνήσει ὅσο δύναται πρός τό ἀσυνείδητό του, θά
διαπιστώσει πώς αὐτό πού γίνεται σήμερα στήν Οὐκρανία καί ὅλοι τό
ἐξορκίζουμε, ἐντούτοις τό ζεῖ ἐν σμικρῷ ὁ ἴδιος καί τό ἐπιδιώκει στό
ἄμεσο περιβάλλον του. Κι ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐνταχθεῖ σέ συστήματα εὐθύνης
καί φθάσει νά διαχειρίζεται τίς ρῆτρες τῶν πολυσυστημάτων, τότε
“μετακομίζει” μέ ὅλες του τίς βιωματικές καί ἰδεοκρατικές προϋποθέσεις
σ᾽ αὐτές τίς διαχειρίσεις. Καί οἱ λίγοι μέ τούς πολλούς φτιάχνουμε
“Βαβυλῶνες” γιά ὅλα τά συστήματα τῆς ὕπαρξης. Ὡσάν νά θέλουμε νά
ἀπο-φυσικοποιήσουμε ὅλο καί περισσότερο (σέ μεγα- καί μικρο-διαστάσεις)
τή φυσικότητα τῆς ζωῆς καί τοῦ κόσμου καί νά ξαναστήσουμε ἀλαζονικά μέσα
στά θεόσδοτα δεδομένα τῆς φυσικότητας μιάν ἄλλου εἴδους φυσικότητα,
ἐξεστραμμένη.
Τό ἀποδεικνύει ὁ μόλις παρελθών 20ός αἰώνας, κληροδοτώντας στόν 21ο αἰώνα παράλληλα πρός τόν ΟΗΕ τῆς στοιχειώδους ἀνθρωπιᾶς καί τόν “ΟΗΕ” τῶν ἐπιστημονικότερων καί καταστροφικότερων πολέμων, τῆς ἐπιχειριαζόμενης οἰκολογικῆς καταστροφῆς, τῆς ἀντικοινωνικῆς φιλοσοφίας περί τόν βίο. Πράγματι, ἀπό τή μιά ἐπιβεβαιώνουμε τή θεόσδοτη δυναμική τῆς φυσικότητάς μας μέσα ἀπό ὁριοθετήσεις ἔναντι καταστροφῶν· κι ἀπό τήν ἄλλη “ἐξομολογούμεθα” στήν πράξη τήν ἀνθρωπότευκτη ἀδυναμία τῆς παραφυσικότητάς μας μέσα ἀπό τόση καί τόση μανία μαζικῶν ὀλέθρων.
Στό
ὄνομα τῆς διαχείρισης καί τοῦ παρεμβατικοῦ πλουτισμοῦ ἐπί τῆς παγκόσμια
ἑνοποιημένης οἰκονομίας (ἐκεῖνο τό πρῶτο-πρῶτο “ἐργάζεσθαι καί
φυλάσσειν” ἀπό θεολογικά ἀνθρωπολογικό, σέ ἀνθρωπολογικά
κοσμολατρειακό). Ἀπό τή μιά συμφιλωνόμαστε πρός τά ζῶα καί τά φυτά, κι
ἀπό τήν ἄλλη ἀπανθρωπιζόμεθα περί τά ἴδια τά σπλάχνα μας (ἐκτρώσεις) καί
περί τούς ὁμοτίμους μας συνανθρώπους (εὐθανασίες καί ἐκπολεμήσεις).
Ἔτσι, ὅμως,
ἔχουμε μπροστά στά μάτια μας καί μέσα στίς συνειδήσεις μας μιάν εἰκόνα
τῆς κολάσεως πού προτιμήσαμε, μιάν εἰκόνα τῆς κολάσεως πού ὁ Θεός
“πάσχισε” (ἀπαθῶς) νά τήν καταργήσει καί νά μᾶς ἀνασώσει καί σώσει,
θέλοντας νά μᾶς δώσει τό δικαίωμα τῆς ἀληθινῆς ζωῆς, τό δικαίωμα στόν
παράδεισο, μέ τό δικό Του “ναί” τῆς σταυρωμένης κι ἀναστημένης ὑπακοῆς.
***
Δέν
γνωρίζουμε “τόν νοῦν Κυρίου”, διαπιστώνουμε ὡστόσο αὐτά πού μᾶς ἀφοροῦν
καί μᾶς φανερώθηκαν μέσα ἀπό τήν πραγμάτωση τῆς σωτηρίας. Καί τό
βλέπουμε στή ζωή τῶν Ἁγίων καί στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, τό πῶς
ἐπωφελούμεθα ἀπό τόν Εὐαγγελισμό, ἀπό τή συγκατάβαση τοῦ σαρκωμένου
Θεοῦ.
Αὐτό δέν
ἀφορᾶ μόνο στήν αἰωνική διάσταση τῆς ἀνθρωπινότητάς μας, ὅπως τήν
ἀνέσωσε καί τήν διέσωσε καί τήν ἔσωσε ὁ Κύριος. Ἀφορᾶ καί στήν ἱστορία
μας.
Γιά
παράδειγμα, ὅλοι οἱ ἀληθινοί ἀγωνιστές τῆς ἐθνικῆς μας ἀπελευθέρωσης
ἦταν ἄνθρωποι ἀπόλυτης πίστης στό Χριστό καί θυσίας γιά τή Ρωμιοσύνη.
Γιαυτό καί
δίπλα στό ἐθναρχικό ἐκκλησιαστικό μας σύμβολο τοῦ δικέφαλου ἀετοῦ
ἀναρτᾶται καί τό ἄλλο σύμβολο τῆς ἐθνικῆς μας πιστοποίησης, ἡ
γαλανόλευκη σημαία μέ τό Σταυρό (παλαιότερα, ὁ γαλανόλευκος Σταυρός σάν
σημαία, τρόπαιο πίστης καί σύμβολο ἐθνογένεσης).
Δοξολογίες
καί πανηγυρικές ὁμιλίες, κατάθεση στεφάνων στά Ἡρῶα, παρελάσεις μέ
μαθητές καί σπουδαστές καί στελέχη πολιτιστικῶν Συλλόγων καί μέ
στρατιῶτες. Εἰδικά ἀφιερώματα τῶν ΜΜΕ, ὅλα συνεργοῦ(σα)ν στό παλλαϊκό
“ἔργο” τῆς ἡμέρας αὐτῆς: στό ζύμωμά μας μέ τή ζύμη τῆς ἐθνεγερσίας καί
τῆς ἀπελευθέρωσης, μέ ἐκείνην τή ζύμη πού ἦταν διεκδίκηση τοῦ
δικαιωματικοῦ μας ρόλου καί τῆς τωρινῆς μας δημιουργικῆς εὐθύνης γιά τήν
παγκόσμια ἱστορία.
Μόλις πέρυσι,
στά 200 χρόνια ἀπό τό 1821, γιορτάσαμε ἐπετειακά τά “Ἐλευθέρια” τῆς
νεότερης Ἑλλάδας ἀπό τόν Ὀθωμανισμό, ἐνῶ προηγήθηκαν τά ἀνεπίσημα
ἐπειτειακά 100χρονα τῆς ὁμόλογης ἀπελευθέρωσης γιά τή βορειότερη Ἑλλάδα
μέ τά νησιά τοῦ βορείου Αἰγαίου (1912-1913).
Μετά ἀπό
αἰῶνες ἀπάνθρωπης δουλείας καί στυγεροῦ κατεξουσιασμοῦ. Ὑπό τήν
“ρατσιστική” σιωπή καί τίς διπλωματικές κινήσεις συμφερόντων ὅλων τῶν
τότε Μεγάλων Δυνάμεων, ἐνάντια στήν ἐθνική αὐτοτέλεια καί οἰκουμενική
παρουσία τῆς Ρωμιοσύνης (κάτι ἀνάλογο μέ τό σημερινό παγκόσμιο σκηνικό
γιά τόσους πολέμους καί εἰδικά γιά τή θεατή φρίκη τῆς Οὐκρανίας). Μόνο
οἱ φιλέλληνες τόσο μᾶς συμπαραστέκονταν, ὅπως τώρα κατ᾽ οὐσίαν μόνο ἡ
κατά τόπους διεθνής φιλανθρωπία συμπαρίσταται στόν Οὐκρανικό λαό.
Μέχρι πού
ἀναγκάστηκαν ἀπό τήν πορεία τῶν πραγμάτων καί οἱ Μεγάλοι νά ἀναγνωρίσουν
σέ μᾶς τό δικαίωμα τῆς ἐλευθερίας, τό δικαίωμα μιᾶς διαφορετικῆς
ἐξάρτησης, πού θέλησε ἡ φιλάνθρωπη πρόνοια τοῦ Θεοῦ καί ἡ φιλοτιμία
ἐκείνων τῶν ἡρωϊκῶν χρόνων νά γίνει αὐτοτέλεια.
Μέ τά δικά
μας 100χρονα συμπίπτει καί ἡ νεότερη σχηματοποίηση τῶν λοιπῶν ἐθνικῶν
κρατῶν τῆς Βαλκανικῆς, μέσα ἀπό τούς ἐπάλληλους τοπικούς καί γενικούς
πολέμους τοῦ 20οῦ αἰώνα. Κατά κανόνα ὅλοι οἱ Βαλκάνιοι ἐπιζήσαμε χάρη
στή “μήτρα” τῆς Ρωμιοσύνης, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Ἔστω κι ἄν
μερικοί τό ἐκπολέμησαν, γιά τίς ἐθνικιστικές τους φρικτές ἰδιοτέλειες,
ἀκόμη καί μέ θρησκευτικό μανδύα.
Ὁ 20ός αἰώνας
εὗρε τούς λαούς τοῦ κόσμου, σέ παγκόσμιο εἴτε σέ περιφερειακό ἐπίπεδο,
πολλές φορές ἀντιμέτωπους μέ τή σχιζοφρένεια καί τήν καταφορά πολέμων
καί πολέμων πολλαπλῆς ὑφῆς, καί ψυχρῶν καί θερμῶν. Κι αὐτά δέν
βρίσκονται πλέον μακριά μας σάν ἀφηγήματα ἱστορίας. Τά εἴδαμε πρίν λίγες
δεκαετίες στήν ἄλλοτε Γιουγκοσλαβία (ἀπό μέρους τοῦ ΝΑΤΟ) καί πρόσφατα
στή Συρία μέ ἀνοικτές μέχρι σήμερα τίς ἑστίες ὀλέθρου. Τά βλέπουμε στήν
τωρινή εὐθεία μέ τή Ρωσική εἰσβολή στήν Οὐκρανία. Μᾶς ἀφήνει ἄφωνους ἡ
ἐκπολέμηση τῆς “καμμένης γῆς” μέ τούς νεκρούς σέ ὁμαδικούς τάφους, μέ
τίς εἰκόνες εἰδικῆς καί μαζικῆς φρίκης, μέ τήν ἀποφασισμένη ἀντίσταση
τῶν Οὐκρανῶν, μέ τήν ἀποφασιστική μεθοδική μανία τῶν Ρώσων.
Καί
ἀναλογιζόμαστε· δέν ὑπάρχει ἴχνος πρακτικῆς λογικῆς ὡς κίνητρο
συμβιβασμοῦ στήν Οὐκρανική πλευρά; Γιά νά μᾶς ἀποκριθοῦν ἔμμεσα “τά
καμμένα χωριά τῶν προσκυνημένων” στήν Πελοπόννησο, μιά ἀποτρόπαια λύση
ἔσχατης ἀνάγκης, ἐμπρός στόν κίνδυνο ἐσωτερικῆς ἐκπόρθησης ἀπό τόν
Ἰμπραήμ. Καί σκεφτόμαστε πώς ἕνας συμβιβασμός τῆς Οὐκρανικῆς σημερινῆς
κυβέρνησης θά σήμαινε ἀπόλυτη παραδοχή τῶν τετελεσμένων, ἕνα εἶδος
αὐτοπροδοσίας κάθε διαπραγματευτικῆς διεκδίκησης.
Καί δέν εἶναι
ὁ μόνος τόπος πού ἡ γῆ “συνωδίνει καί συστενάζει” ἀπό τά διεκδικητικά
συμφέροντα πού μεταβολίζονται σέ ἀβυσσαλέα πάθη. Ἡ πανανθρώπινη ἐμπάθεια
καί δαιμονιώδης κακία γεννοβολᾶ διαρκῶς φρίκη. Κι ἄς ἔχουμε ἡμέρες
ἀφιερωμένες στήν εἰρήνη, σέ ὁλοκαυτώματα, σέ γενοκτονίες. Κι ἄς ὑψώσαμε
ἡρῶα παιδιῶν-θυμάτων τοῦ Β΄ Π.Π. Κι ἄς μασκαρευόμεθα ὑποκριτικά πίσω ἀπό
τίς… δεσμευτικές διεθνεῖς διακηρύξεις ἀνθρωπιᾶς καί ἀποτροπῆς τοῦ
ὀλέθρου.
Μᾶλλον ἡ πολυφωνική “γλώσσα” τοῦ ΟΗΕ εἶναι δυσνόητη, βαβελική, ἀκατανόητη ἀπό τίς καρδιές ἡμῶν τῶν ἰδίων τῶν ἀνθρώπων.
***
Μᾶς
χρειάζεται μιά ἄλλη γλώσσα, κι αὐτή εἶναι τόσο δική μας, ὅλων μας, ὅσο
κι ἄν δέν θέλουμε νά τήν μιλήσουμε καί νά διαλεχθοῦμε μ᾽ αὐτήν.
Ἡ σημερινή
ἑορτή, ἡ ἀφετηρία τῆς πανανθρώπινης σωτηρίας, ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Θεοῦ, ἡ
θεοτοκία τῆς Παναγίας μας μᾶς φέρνει κοντά σ᾽ Αὐτόν πού ἦρθε ἀκατανόητα
(πλήν ἀληθινά) κοντά μας. Ὁ διάλογος
τῆς Παναγίας μέ τό Θεό δι᾽ Ἀγγέλου, ἡ κατάφαση τῆς Παναγίας γιά τήν
ἀπολύτρωση τοῦ κόσμου εἶναι τό πιό καίριο γεγονός τῆς ἱστορίας μας.
Ἐξάγει τήν ἱστορία μας ἀπό τήν αὐτοκόλαση καί τήν ἐντάσσει στό νέο
Παράδεισο, στή θεοκοινωνία, στό Χριστό.
“Ἐκπλήσσομαι γιά τό θαῦμα, ὑπερβαίνει τά ὅριά μου, τά πανανθρώπινα ὅρια” (Πῶς ἔσται μοι τοῦτο, ἐπεί ἄνδρα οὐ γινώσκω;)
“Εἶμαι κτίσμα
τοῦ Θεοῦ καί τό θέλω, τό σέβομαι ἀπόλυτα, διότι σ᾽ αὐτήν τήν θεοκτισία
ἔγκειται τό ἀνθρώπινο “εἶναί” μου, καί ἀποδέχομαι νά συνεργήσω στό
ἀπερινόητο μυστήριο τῆς πανανθρώπινης σωτηρίας” (ἰδού ἡ δούλη Κυρίου,
γένοιτό μοι κατά τό ρῆμά σου).
Κι ἀπό κεῖ
καί πέρα ἔχουμε τούς ἄλλους διαλόγους τῆς ἱερῆς ἱστορίας πού
μεταμορφώνεται σέ καινή διαθήκη, σέ σταύρωση καί ἀνάσταση τοῦ σαρκωμένου
Θεοῦ, σέ ἐκκλησία Θεοῦ ζῶντος.
“Εὐλογημένη
σύ ἐν γυναιξίν καί εὐλογημένος ὁ καρπός τῆς κοιλίας σου”. Εἶναι ἡ δική
μας ἀναγνώριση τῆς Παναγίας, μέ τό στόμα μιᾶς ἄλλης μητέρας, φωτισμένης
ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα. Εἶναι ὁ Εὐαγγελισμός στιχουργημένος θεόπνευστα ἀπό
τήν ἅγια προφητική Ἐλισάβετ.
Καιρός νά θυμηθοῦμε ὅτι ξανασταθήκαμε ὡς Ἕλληνες μέσα ἀπό τόσες τραγωδίες τῆς ἱστορίας μας, ἐπειδή κρατηθήκαμε Ρωμιοί, χάρη καί σ᾽ αὐτόν τόν ὕμνο, ἀπό τά γνωστότερα ἄσματα τῆς καρδιᾶς μας.
Εἶναι τό
ἐθνικό μας “Ὑπερμάχῳ” σέ μιά πρότερη καί αἰώνια στιχουργία παγκόσμιων
διαστάσεων “Θεοτόκε Παρθένε, χαῖρε”. Ἄς ξαναρχίσουμε νά τό μαθαίνουμε
στά παιδιά μας, νά τό ψέλνουμε καί νά
τό σιγομελωδοῦμε. Γιά νά ξεφύγουμε ἀπό τήν ἀφόρητη συλλογική κατάθλιψη
μέ τυπικούς ἐξορκισμούς τοῦ κακοῦ. Γιά νά ὑποδυθοῦμε προσευχητικά,
ἱκετευτικά, δεητικά τήν ἀπόγνωση τῶν θυμάτων ὅλου τοῦ κόσμου καί νά
μετάσχουμε ὄχι μόνο ἀνθρώπινα, ἀλλά θεανθρώπινα-ἐκκλησιαστικά στόν
εὐαγγελισμό τῆς εἰρήνης τοῦ Θεοῦ. Γιά νά γίνουμε ἀπό καρδιᾶς αὐτήκοοι
καί αὐτόπτες τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ὅπως θέλει νά τόν μοιράζεται ἡ Παναγία
μας μέ ὅλην τήν Ἐκκλησία, μέ ὅλον τόν κόσμο ὡς δυνάμει Ἐκκλησία (κάτι
πού μένει ἱεραποστολικά ἀνοιχτό μέχρι τήν ἔσχατη ὥρα).
Μᾶς χρειάζεται μιά μητέρα, γιά νά γίνουμε ἄνθρωποι ἀληθινοί.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου