Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης
Ἕνας ἀπό τούς καταπατητές τοῦ κτήματος τῆς Μονῆς ἔφτιαξε παράνομα κτίσματα, ἄλλος μᾶς ἐπιτέθηκε μέ ψευδορκίες καί πολλά ἄλλα, ἄλλος πάλι, μέ συγχωρεῖτε, ἔκοψε τριάντα τρεῖς ρίζες ἐλιές μια μέρα μέ ἕνα μηχανάκι του καί τά ἔκανε κάρβουνα.
Πού νά ξέρω ἐγώ, ἐγώ ἤμουνα στό Μοναστήρι, εὐκαιρῶ νά πάω νά δῶ τά κτήματα; Ἐγώ ἔχω τά διακονήματα.
– Τί νά κάνω τώρα ἐγώ, Ἅγιέ μου Δαυΐδ; Λέω: Ἐσύ, καλά κάθεσαι ἐδῶ στό Μοναστήρι, ἀλλά γιά σκέψου καί μένα, ἐγώ ἄφησα τά δικά μου κτήματα, τήν περιουσία μου, τούς γονεῖς μου τά ἀδέλφια μου τά πάντα. Θυσιάστηκα καί ήρθα γιά σένα. Τώρα, ήρθα καί τρέχω γιά αὐτές τίς υποθέσεις στά δικαστήρια, νά ἔχω καυγάδες καί φασαρίες; Τί εἶναι αὐτά, Ἅγιε μου Δαυίδ;
Στενοχωρήθηκα. Στεναχωρήθηκα πάρα πολύ καί βλέπω τόν Ἅγιο ζωντανό, κατέβηκε ἀπό τήν εικόνα του καί ἔμεινε κενή ἡ θέση. Μου λέει:
– Μή στενοχωριέσαι, πάτερ μου, μου λέγει, διότι ἡ μεγαλύτερη αρρώστια στόν ἄνθρωπο εἶναι ἡ στενοχώρια. Μήν ἔχεις στενοχώρια, τόν καθένα θά τόν βάλω ἐγώ στή θέση του.
Ένας δὲ ἐξ αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων που κυνηγοῦσε τό Μοναστήρι, ήρχετο καθημερινῶς καί μέ ἐνοχλοῦσε καί μᾶς πῆγε στό δικαστήριο καί ἔλεγε ψέματα, ψευδορκίες καί μέ ἐνοχλοῦσε καθημερινῶς καί λέω τοῦ Ἁγίου:
-Ἅγιέ μου, γιά κοίταξε, ἔρχεται αὐτός ὁ ἄνθρωπος νά μέ στενοχωρήσει.
Καί ὦ τοῦ θαύματος! Ὁ Ἅγιος μέ τό ραβδί του στό χέρι, τόν καταδίωξε
καί τοῦ λέγει: Φύγε ἀπό δῶ, κακέ ἄνθρωπε, μήν ἔρχεσαι νά ἐνοχλεῖς τόν
ὑπηρέτη μου. Αὐτός ὁ ἄνθρωπος ζεῖ, ἀλλὰ τρελάθηκε όμως:
Αὐτά είναι ζωντανά θαύματα!
Τρελάθηκε αὐτός ὁ ἄνθρωπος, ἀλλὰ ἐγώ παρακάλεσα τόν Ἅγιο νά τόν συγχωρήσει. Καί ὁ ἄνθρωπος μοῦ τά ἐκμυστηρεύτηκε καὶ τοῦ εἶπα νὰ μὴ χάσει τήν ψυχή του. Εἶναι καλύτερα αὐτός ὁ ἄνθρωπος τώρα.
Άλλος πάλι, με συγχωρεῖτε, που ἐνήργησε ἐναντίον τῆς Μονῆς, ἔπεσε μέσα στό κτῆμα τῆς Μονῆς καί ἔσπασε τό πόδι του.
Μέ τούς Ἁγίους νά μήν τά βάζει κανείς, διότι ὁ Θεός εἶναι δίκαιος καὶ Ἅγιος.
Δέν ἔχουμε, ὅμως, ἀνάγκη, παιδιά μου, ἐμεῖς ἀπό κτήματα ἔχουμε ἀνάγκη ἀπό Χριστό καί τίποτε ἄλλο. Ἐγώ τά δικά μου τά ἂφησα στήν Μικρά Ασία. Είχαμε περιουσία ἐκεῖ, τά ἀφήσαμε. Ἐδῶ, πάλι, παιδιά μου, στήν Εὔβοια, με συγχωρεῖτε, τήν περιουσία πού ἀποκτήσαμε ἀπό το 1925 τήν ἄφησα.
Ξέρετε τι ἔχω μέσα μου, Χριστό καί τίποτα ἄλλο. Θέλω να βρῶ ἀνάπαυση στάς Οὐρανίους Μονάς τοῦ Χριστοῦ μας, ἔτσι πρέπει. Θέλω να βρῶ σέ ἐκεῖνον τόν κόσμο ἀνάπαυση τῆς ψυχῆς μου, τίποτα ἄλλο, παιδιά μου.
“Έχετε πίστη Θεού. Να μη δειλιώμε, να μη φοβόμαστε. Ει ο Θεός μεθ’ ημών ουδείς καθ’ ημών” …
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου