Σε έναν τόπο ξερό, υπήρχε ένα παλιό παρεκκλήσι.
Κάθε πρωί, την ίδια ώρα, ένας φτωχός άνθρωπος περνούσε,
άνοιγε την πόρτα, στεκόταν λίγο μέσα και έφευγε.
Δεν άναβε καντήλι. Δεν έκανε τον σταυρό του φανερά.
Απλώς στεκόταν.
Κάποιος τον ρώτησε μια μέρα: - «Γιατί μπαίνεις, αφού δεν προσεύχεσαι;»
Κι εκείνος απάντησε: -«Στέκομαι για να με δει ο Θεός. Δεν έχω λόγια.
Αν Του μιλήσω, φοβάμαι πως θα πω ψέματα.
Έτσι Του δίνω μόνο την παρουσία μου».
Πέρασαν χρόνια. Ο άνθρωπος γέρασε και δεν μπορούσε
πια να περπατήσει ως το παρεκκλήσι.
Κι όμως, κάθε πρωί, την ίδια ώρα, το δωμάτιό του γέμιζε φως και ειρήνη.
Και κατάλαβε τότε: ότι δεν ήταν εκείνος που πήγαινε στον Θεό,
αλλά ο Θεός που είχε μάθει τον δρόμο προς εκείνον.
Εκ της συντακτικής ομάδας του Ιερού Ναού Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης Κολωνού
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου