
Αθανάσιος Καραθανάσης
Ομότιμος Καθηγητής ΑΠΘ
Καθηγητής Πανεπιστημίου Λευκωσίας
Τον τελευταίο καιρό, με αφορμή την κινηματογραφική ταινία του καταξιωμένου σκηνοθέτη Ιωάν. Σμαραγδή για τον πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδος Καποδίστρια, διατυπώνονται πολλές απόψεις για την συγκλονιστική προσωπικότητά του, στην πλειοψηφία τους ενθουσιώδεις έως και συγκινητικές.
Τούτο δηλώνει και το θερμό χειροκρότημα των θεατών στο τέλος της προβολής της.
Η αθρόα προσέλευση των συμπατριωτών μας για να την παρακολουθήσουν μοιάζει σαν ένα πάνδημο προσκύνημα τιμής και ευγνωμοσύνης στη μνήμη του ανδρός.
Θυμίζει η προσέλευση αυτή εκείνο το πρωινό της Κυριακής της 27ης Σεπτ. του 1831, όταν μετά το ανοσιούργημα της δολοφονίας του Κυβερνήτη πλήθος γυναικών και παιδιών θρηνούσαν πάνω στο άψυχο κορμί του.
Οι γυναίκες μάζευαν θρηνητικά, σαν σε αρχαία τραγωδία, με βαμβάκι το χυμένο στο πλακόστρωτο του ναού του Αγίου Σπυρίδωνος, αίμα του.
Ο Κυβερνήτης ήταν, για αυτές, ο κείμενος νεκρός, ο αγωνιστής του Γένους και νεομάρτυς.
Η πράξη αυτή των γυναικών ήταν βαθιά ριζωμένη στις ψυχές τους από τις παραδόσεις του λαού μας.
Η αθρόα προσέλευση των Ελλήνων στις αίθουσες για να παρακολουθήσουν την ταινία του Σμαραγδή, σημαίνει την επιθυμία τους να γνωρίσουν τον πρώτο Κυβερνήτη τους, για τον οποίο ολίγα θυμούνται από τα σχολικά τους χρόνια.
Και καλόν θα ήταν οι μαθητές των δυο πρώτων βαθμίδων της Εκπαίδευσης να την παρακολουθήσουν.
Tί εκόμισε ο Κυβερνήτης στον έρημο, μετά τον Αγώνα, τόπο, με τον εξαθλιωμένο, ανέστιο και πεινασμένο λαό μας από τη μανία Τούρκων και Αιγυπτίων του Ιμπραήμ, όταν οι κατακτητές βρίσκονταν ακόμη, διασκορπισμένοι εδώ κι εκεί στο Μωριά.
Και τα σύνορα του νεογέννητου κράτους δεν είχαν καθοριστεί και εξαρτιόταν από τη βούληση των ‘Προστάτιδων Δυνάμεων’, κυρίως αυτών, και της ‘Υψηλής Πύλης’.
Ο Κυβερνήτης επάταξε την αναρχία, οργάνωσε τον πολεμικό στόλο, που, ως τότε, ανήκε στους Καραβοκύρηδες, έκαμε τον άτακτο στρατό τακτικό, με τη βοήθεια του άφθαρτου Δημήτριου Υψηλάντη.
Και ακόμη οργάνωσε , με την πολύχρονη εμπειρία του, τις διοικητικές αρχές, αναζωογόνησε το πατροπαράδοτο κοινοτικό σύστημα, αυτό που κακώς καταργήθηκε στους χρόνους μας προς βλάβη της υπαίθρου.
Ο ίδιος εθέσπισε οργανισμό των δικαστηρίων, ίδρυσε υγειονομεία για την αντιμετώπιση των μολυσματικών ασθενειών, τελωνεία, λιμεναρχεία, ταχυδρομεία.
Εραστής της Παιδείας εισήγαγε στα κοινά σχολεία την αλληλοδιδακτική μέθοδο, που είχε καρποφορήσει στα σχολεία των ελληνορθόδοξων κοινοτήτων της Διασποράς, ίδρυσε σχολεία Μέσης Εκπαίδευσης και Εκκλησιαστικό, Ορφανοτροφείο για τα ταλαίπωρα παιδιά των νεκρών του Αγώνα.
Ακόμη και για τις προσευχές στα σχολεία προνόησε, γνήσιο τέκνο αυτός της Ορθοδοξίας, ανέθεσε μάλιστα στο σοφό διδάσκαλο Βαρθολομαίο Κουτλουμουσιανό το πρόγραμμα των προσευχών στο καθημερινό σχολικό πρόγραμμα, στην Αίγινα.
Δεν έκανε λόγο για την ίδρυση Πανεπιστημίου αφού η παιδεία των Ελλήνων δεν ήταν, ακόμη, έτοιμη.
Στον Κυβερνήτη οφείλουμε την ίδρυση του Εθνικού Τυπογραφείου, του Εθνικού Μουσείου, της Εθνικής Βιβλιοθήκης.
Πρόλαβε να μεριμνήσει για τη γεωργία και την αγροτική ανάπτυξη, τη διανομή των εθνικών γαιών μετά την αναχώρηση των Οθωμανών τσιφλικάδων, μερίμνησε για την πολεοδομία στις ελεύθερες πόλεις (Πάτρα, Μεσολόγγι, Ναύπλιο κ. α.) και την κατασκευή εξυγιαντικών έργων.
Για την ανάπτυξη της οικονομίας εφάρμοσε δίκαιο φορολογικό σύστημα, που δυσαρέστησε, όπως ήταν φυσικό, τους μεγαλοκοτσαμπάσηδες.
Οι μεγάλοι άνδρες κάμνουν αναμφιβόλως και λάθη, έκαμε και ο Κυβερνήτης, γιατί νόμιζε ότι ο κόσμος είναι τέλειος, όπως και ο ίδιος ήθελε τον εαυτό του.
Ο ιστορικός της Ελληνικής Επαναστάσεως Σπυρίδων Τρικούπης, εκ των πρώτων συνεργατών του και κατοπινός αντίπαλός του, αφού αναγνωρίζει όλες τις αρετές του, και μάλιστα εμφατικά, του καταλογίζει εγωισμό και υπεροψία έναντι των αγωνιστών, που συχνά τους αδικούσε.
Ορθώς έγραψε ο φίλος του Ρώσος διπλωμάτης Μ. de Faber ότι ο Κυβερνήτης συνεδύαζε το αρχαιοελληνικό ιδεώδες με την χριστιανική ψυχή του.
Στα αρνητικά του προσμετράται, ως ελέχθη, εγωισμός καθώς προέβαλλε συχνά τα όσα έπραξε για την Πατρίδα, υποτιμώντας πολλές φορές, τις θυσίες και την προσφορά των άλλων.
Ο ίδιος πίστευε ότι η πρόοδος της Πατρίδας απαιτούσε σε εκείνους τους δύσκολους καιρούς, μια συγκεντρωτική, σχεδόν δικτατορική, διοίκηση. Δεν έλειψαν και απαξιωτικοί για το λαό μας χαρακτηρισμοί.
Ο Κυβερνήτης πίστευε, και εφάρμοσε, την άμεση εφαρμογή των νέων μέτρων, αντί μιας εξελικτικής , σταδιακής δηλ. εφαρμογής τους.
Η πρόσκληση προς σπουδαγμένους στα ξένα, Κερκυραίους, ως επί το πολύ, να πλαισιώσουν τη διοίκηση του νεότευκτου κράτους, προκάλεσε την σφοδρή αντίδραση των μορφωμένων αγωνιστών που αγνοήθηκαν, αλλά και των λογίων κι εμπόρων εμπνευσμένων από τις αρχές της Γαλλικής Επανάστασης, που έβλεπαν τον Κυβερνήτη να παραμερίζει τις δημοκρατικές και φιλελεύθερες θέσεις των συνταγμάτων της Επιδαύρου και της Τροιζήνας.
Δεν αντιλήφθηκε τη γενική δυσαρέσκεια που προκάλεσε ο διορισμός σε υψηλές θέσεις των αδελφών του Αυγουστίνου και Βιάρου.
Ούτε μπόρεσε να συμφιλιωθεί με τους τιμημένους αγωνιστές του ’21, τους Κουντουριώτηδες, Μαυρομιχαλέους, Δεληγιανναίους, Ζαΐμηδες και άλλους, ούτε με τους λογίους, όπως τον Μακεδόνα Αναστάσιο Πολυζωίδη και τον ποιητή Αλέξανδρο Σούτσο.
Η αδυναμία του αυτή να συμφιλιωθεί με τους αντιπάλους του όπλισε το δολοφονικό χέρι του Γεωργίου και Κωνσταντίνου Μαυρομιχάλη. Οι ισχυροί Μανιάτες και οι Υδραίοι καραβοκύρηδες ήθελαν την αυτονομία τους, ζητούσαν αποζημιώσεις για όσα προσέφεραν στον Αγώνα.
Και όλα αυτά ήταν αντίθετα με την συγκεντρωτική και αυταρχική πολιτική του Καποδίστρια.
Μόνος και κύριος υποστηρικτής του ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.
Ούτε κατάφερε να αντιμετωπίσει Άγγλους, αυτούς κυρίως, πράκτορες και δευτερευόντως Γάλλους, που διέτρεχαν την Πελοπόννησο και τα νησιά, συκοφαντώντας τον Κυβερνήτη επί φιλορωσισμώ με τις συνεχείς δολοπλοκίες τους.
Τελικά, πέρα από τα λάθη του, με τη δολοφονία του Κυβερνήτη χάθηκαν όλα όσα είχε θεμελιώσει με τόσο πόνο και εν μέσω τόσων δυσκολιών.
Η Πατρίδα επέστρεψε στην προ του 1828 χαοτική κατάσταση, με τα τρία ξενόφερτα κόμματα, την αναρχία, την υλική και ηθική λεηλασία κράτους και ψυχών από τις ‘Προστάτιδες Δυνάμεις’, που ουδέποτε σεβάστηκαν, πλην ολίγων εκπροσώπων τους, μέχρι τους έσχατους χρόνους, τις θυσίες του λαού μας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου