Σε
ένα μικρό χωριό ζούσαν δύο παλιοί φίλοι, ο Ανδρέας και ο Μιχάλης. Από
παιδιά ήταν αχώριστοι. Μαζί μεγάλωσαν, μαζί δούλεψαν, μαζί έφτιαξαν τα
σπίτια τους σε διπλανά οικόπεδα. Για χρόνια, το νερό από ένα κοινό
πηγάδι πότιζε και τους δύο κήπους τους.
Κάποια μέρα,
μια διαφωνία για τα όρια της γης άναψε φωτιά στις καρδιές τους. Λόγια
σκληρά ειπώθηκαν, υποψίες γεννήθηκαν, και η φιλία τους ράγισε. Ο Ανδρέας
αποφάσισε να χτίσει έναν χαμηλό τοίχο ανάμεσα στα δύο οικόπεδα, για να
μην υπάρχει πια «καμία σχέση».
Λίγες μέρες αργότερα, πέρασε από το χωριό ένας ηλικιωμένος μάστορας.
«Ψάχνω δουλειά για λίγο καιρό», είπε στον Ανδρέα.
«Θέλω να μου φτιάξεις έναν τοίχο εδώ», απάντησε εκείνος ψυχρά. «Να μη βλέπω ούτε τον άνθρωπο ούτε το σπίτι του.»
Ο μάστορας κοίταξε τον χώρο, μέτρησε τη γη, άκουσε σιωπηλά και είπε μόνο:
«Θα κάνω ό,τι μπορώ.»
Όταν ο Ανδρέας έφυγε για τις δουλειές του, ο μάστορας δεν άρχισε να υψώνει τον τοίχο. Αντίθετα, καθάρισε το παλιό πηγάδι, το βάθυνε και άνοιξε ένα μικρό αυλάκι που έφερνε το νερό και στους δύο κήπους, πιο καθαρό και άφθονο από πριν.
Το απόγευμα, όταν ο Ανδρέας γύρισε, περίμενε να δει τον τοίχο. Αντ’ αυτού, είδε τον Μιχάλη να στέκεται δίπλα στο πηγάδι, με δάκρυα στα μάτια.
«Σ’ ευχαριστώ», του είπε. «Νόμιζα πως ήθελες να με αποκλείσεις. Κι όμως, φρόντισες να μη μας λείψει το νερό.»
Ο Ανδρέας ένιωσε την καρδιά του να μαλακώνει. Οι δύο άντρες έδωσαν τα χέρια, και η παλιά φιλία άρχισε να ανασταίνεται.
Έψαξαν να βρουν τον μάστορα για να τον ευχαριστήσουν, αλλά εκείνος είχε ήδη φύγει. Μόνο ένα χαρτί είχε αφήσει πίσω του, που έγραφε:
«Οι τοίχοι χωρίζουν τα χωράφια.
Το νερό, όμως, ενώνει τις καρδιές.»
Εκ της συντακτικής ομάδας του Ιερού Ναού Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης Κολωνού
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου