Μεταφερόμαστε
στο Χρυσοβίτσι της Αρκαδίας, την άνοιξη του 1821. Ο αέρας μυρίζει
μπαρούτι και ανθισμένο πουρνάρι, αλλά η καρδιά του Γέρου του Μοριά είναι
βαριά σαν την πέτρα της Καρύταινας.
Ο
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ήταν μόνος. Οι σύντροφοί του, απογοητευμένοι από
τις πρώτες αναποδιές και τον φόβο του αήττητου εχθρού, είχαν σκορπίσει
στα δάση. Ο ίδιος, με το άλογό του κατάκοπο, σταμάτησε μπροστά στο
μικρό, πέτρινο εκκλησάκι της Παναγίας, χωμένο μέσα στα έλατα.
Δεν μπήκε μέσα σαν στρατηγός. Μπήκε σαν κυνηγημένο αγρίμι που ζητά σπηλιά.
Το
φως των καντηλιών έτρεμε, ρίχνοντας μεγάλες σκιές στους τοίχους. Ο
Κολοκοτρώνης στάθηκε μπροστά στην εικόνα της Θεοτόκου. Το πρόσωπό του,
αυλακωμένο από τις έγνοιες και τους καημούς της ξενιτιάς, έσπασε.
Γονάτισε. Το πάτωμα έτριξε κάτω από το βάρος των όπλων του.
«Παναγιά
μου», ψιθύρισε και η φωνή του, που συνήθως έκανε τα βουνά να σείονται,
τώρα έτρεμε. «Εσύ ξέρεις. Δεν το κάνουμε για το βιός, ούτε για τη δόξα.
Για το δίκιο το κάνουμε. Για να μην γεννιούνται τα παιδιά μας σκλάβοι.
Βοήθησε, Μαυρομάτα μου, γιατί αν μας αφήσεις Εσύ, χθήκαμε.»
Έμεινε εκεί ώρα πολλή. Λένε πως τα μάτια του, που δεν λύγιζαν ούτε μπροστά στο θάνατο, γέμισαν δάκρυα. Προσευχόταν για το Γένος, για τους ραγιάδες που έγιναν ξαφνικά στρατιώτες, για την Ελλάδα που ξεψυχούσε τετρακόσια χρόνια.
Όταν σηκώθηκε και βγήκε στο λιακωτό, ο ήλιος κρυβόταν πίσω από το Μαίναλο. Αλλά μέσα του είχε ξημερώσει. Το πρόσωπό του είχε μια γαλήνη που φόβιζε. Λίγο πιο κάτω, τον περίμεναν μερικοί πιστοί του σύντροφοι, με τα κεφάλια σκυφτά.
«Τι θα γίνει, καπετάνιο;» ρώτησε ένας, κοιτάζοντας το έδαφος. «Είμαστε λίγοι, κι εκείνοι είναι αμέτρητοι».
Ο Κολοκοτρώνης έπιασε τη λαβή του σπαθιού του και έδειξε το εκκλησάκι. Τα μάτια του άστραφταν στο λυκόφως.
«Μην σκιάζεστε, μωρέ!» βρόντηξε η φωνή του. «Προσκύνησα την Παναγιά και Μου το 'πε καθαρά. Ο Θεός υπέγραψε την ελευθερία της Ελλάδος και δεν παίρνει πίσω την υπογραφή Του!»
Εκείνη τη στιγμή, οι άντρες ανατρίχιασαν. Η απελπισία έγινε πείσμα. Η μοναξιά έγινε στρατός. Από εκείνο το μικρό εκκλησάκι στο Χρυσοβίτσι, ξεκίνησε μια φωτιά που δεν έσβησε παρά μόνο όταν ο ήλιος φώτισε μια χώρα ελεύθερη.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου