Σ’
ένα μικρό μοναστήρι, στην πλαγιά ενός ήσυχου βουνού, ζούσε ένας
γέροντας, ο πατήρ Αρσένιος. Είχε τη φήμη πως διάβαζε τις καρδιές των
ανθρώπων. Όχι με μαγικό τρόπο, αλλά με εκείνη την πνευματική καθαρότητα
που αποκτάται μόνο μετά από χρόνια προσευχής και σιωπής. Το
εξομολογητάρι του ήταν πάντα γεμάτο, ειδικά τις ημέρες της Σαρακοστής.
Μια χρονιά, λίγο πριν το Πάσχα, κατέφτασε στο μοναστήρι ένας άνδρας, ο Μάρκος. Ήταν φανερό πως κουβαλούσε ένα βαρύ φορτίο. Δεν ήταν από τους συνηθισμένους προσκυνητές. Η ματιά του ήταν ανήσυχη, γεμάτη αμφιβολία. Περίμενε υπομονετικά τη σειρά του και όταν μπήκε στο κελί του γέροντα, γονάτισε χωρίς να μιλήσει.
Ο π. Αρσένιος τον κοίταξε ήσυχα. Δεν βιαζόταν. Η σιωπή γέμισε το μικρό δωμάτιο, που μύριζε λιβάνι και παλιό ξύλο.
«Μίλησε, παιδί μου», είπε τελικά ο γέροντας. «Εδώ είμαστε μόνο εγώ, εσύ κι Εκείνος που σε περιμένει. Τι σε βαραίνει;»
Ο
Μάρκος σήκωσε το βλέμμα. «Πάτερ, ήρθα να εξομολογηθώ. Το κάνω κάθε
χρόνο, τέτοια εποχή. Το κάνω για να καθαρίσω, να κοινωνήσω, να... να
περάσω καλά το Πάσχα. Να 'μαι εντάξει με το τυπικό. Αλλά φέτος... φέτος
νιώθω άδειος. Λέω τα ίδια λόγια, μετανοιώνω για τα ίδια λάθη και
ξαναπέφτω στα ίδια.
Νιώθω πως η εξομολόγηση είναι μια τυπική διαδικασία,
μια λίστα με αμαρτήματα που απαγγέλλω και μετά παίρνω μια... μια άφεση.
Σα να μη συμβαίνει τίποτα ουσιαστικό μέσα μου. Η Σαρακοστή περνάει και
εγώ μένω ίδιος.»
Ο γέροντας τον άκουσε προσεκτικά.
Δεν είπε τίποτα για λεπτομέρειες αμαρτιών. Δεν τον ρώτησε τι έκανε ή τι
δεν έκανε. Αντίθετα, σκύβοντας λίγο, πήρε από το πλάι ένα μικρό, χοντρό,
κερί μέλισσας, ακουμπούσε σε ένα πιατάκι. Το άναψε.
«Κοίταξε την φλόγα, Μάρκο», είπε.
Ο Μάρκος υπάκουσε. Η φλόγα τρεμόπαιζε, κιτρινίζοντας τον τοίχο πίσω της.
«Τι βλέπεις;» ρώτησε ο γέροντας.
«Μια φλόγα», απάντησε απλά ο Μάρκος.
«Και τι κάνει αυτή η φλόγα;»
«Καίει... φωτίζει...»
«Κοίταξε
καλύτερα», επέμεινε ο π. Αρσένιος. «Βλέπεις πώς τρεμοπαίζει; Πώς
αγωνίζεται να σταθεί όρθια; Κι όμως, από μόνη της, τι μπορεί να κάψει;
Μια σταγόνα λάδι; Μια μικρή πεταλούδα; Τη σκόνη; Είναι αδύναμη. Αν την
αφήσεις έξω, ο παραμικρός άνεμος θα τη σβήσει. Τώρα, όμως, εδώ μέσα, στο
κελί, προστατεύεται. Κι αν την πλησιάσεις, νιώθεις τη ζέστη της.»
Ο Μάρκος κοιτούσε τη φλόγα, προσπαθώντας να καταλάβει.
«Αυτή η φλόγα είσαι εσύ, παιδί μου. Μια μικρή, αδύναμη φλόγα, που θέλει να καίει.
Η
εξομολόγηση που έκανες ως τώρα ήταν σαν να βγάζεις την φλόγα έξω στον
αέρα για λίγο, να της λες "δεν καίς καλά" και μετά να την ξαναβάζεις
μέσα, ελπίζοντας πως κάτι θα αλλάξει. Αλλά η φλόγα δεν αλλάζει αν δεν
αλλάξεις το καντήλι που την κρατά, αν δεν της δώσεις καθαρό λάδι.»
«Δεν καταλαβαίνω, πάτερ», ψέλλισε ο Μάρκος.
«Η
αληθινή εξομολόγηση, αυτή που έχει ουσία και γίνεται πράξη, δεν είναι
μια λίστα λαθών. Είναι σαν να βγάζεις το χώμα από την καρδιά σου, για να
μπορέσει να φυτρώσει ο σπόρος. Δεν πας να πεις "έκανα αυτό και το άλλο"
μόνο. Πας να συναντήσεις Αυτόν που σε κοιτάζει με αγάπη, όχι για να Του
δώσεις αναφορά, αλλά για να Του ζητήσεις να καθαρίσει το βλέμμα σου, να
σε βοηθήσει να δεις εσύ τον εαυτό σου όπως Εκείνος τον βλέπει. Να δεις
όχι μόνο τις πράξεις σου, αλλά και τις ρίζες τους. Τον εγωισμό, τη
φιλαυτία, τον φόβο.»
Σηκώθηκε, πήρε ένα μικρό κομμάτι παλιό, σκουριασμένο σίδερο που ήταν πεταμένο σε μια γωνιά και το ακούμπησε δίπλα στο κερί.
«Κοίταξε», είπε. «Αυτό το σίδερο είναι σκουριασμένο. Μπορώ να το πάρω και να το τρίψω με ένα πανί. Θα φύγει λίγη σκόνη, λίγη σκουριά. Αύριο όμως, θα ξανασκουριάσει, γιατί από μέσα του είναι ίδιο. Αυτό έκανες εσύ ως τώρα: ξεσκόνιζες την επιφάνεια.
Η Σαρακοστή, η αληθινή εξομολόγηση, είναι σαν να βάζεις αυτό το σίδερο στη φωτιά.
Η φωτιά το κάνει πυρωμένο, το μαλακώνει, ώστε ο τεχνίτης να μπορέσει να το χτυπήσει, να το λυγίσει, να του δώσει άλλη μορφή.
Η φλόγα της φωτιάς είναι η Χάρη Του. Εσύ δίνεις το σίδερο της θέλησής σου, και Εκείνος, μέσα στο μυστήριο, το μεταμορφώνει.»
Ο Μάρκος κοίταξε το σκουριασμένο σίδερο και μετά την φλόγα του κεριού. Δάκρυα κύλησαν ξαφνικά στα μάγουλά του. Δεν ήταν δάκρυα λύπης για τα λάθη του, αλλά δάκρυα για την απόσταση που ο ίδιος είχε βάλει ανάμεσα σ' εκείνον και σ' Αυτόν που τον περίμενε.
«Πώς, γέροντα; Πώς γίνεται αυτό;» ψιθύρισε.
«Απόψε, Μάρκο, δεν θα μου πεις τα συνηθισμένα. Απόψε, θα σταθείς εδώ, μπροστά στην εικόνα του Χριστού, και θα Του μιλήσεις σαν σε φίλο. Όχι σαν σε δικαστή. Θα Του πεις την αλήθεια σου. Όχι τα λάθη σου ως αριθμούς, αλλά τον πόνο σου που δεν μπορείς να αγαπήσεις αρκετά, τον φόβο σου μην αποκαλυφθείς, την κούρασή σου από την ίδια μάχη. Και μετά, θα σωπάσεις. Θα κρατήσεις σιωπή και θα Τον αφήσεις να μιλήσει εκείνος στην καρδιά σου.
Αυτή η σιωπή, η προσευχή, είναι η φωτιά. Και η άφεση που θα διαβάσω
εγώ, δεν θα είναι ένα χαρτί που σβήνει λάθη, αλλά η σφραγίδα ότι μπήκες
στην φωτιά της Αγάπης Του και βγήκες, έστω και λίγο, αλλαγμένος. Το
ζητούμενο δεν είναι να πεις τέλεια τα λόγια, αλλά να αφήσεις την καρδιά
σου να ανοιχτεί.»
Έτσι κι έγινε. Ο
Μάρκος έμεινε για ώρα γονατιστός, όχι μπροστά στον γέροντα, αλλά
μπροστά στο εικονοστάσι. Δεν απαριθμούσε, δεν δικαιολογούνταν. Απλώς
στεκόταν και άφηνε την ύπαρξή του, με όλη της τη φτώχεια, μπροστά στο
βλέμμα του Θεού.
Όταν σηκώθηκε, ο
π. Αρσένιος έβαλε το πετραχήλι του στο κεφάλι του. Το κερί είχε σβήσει
από μόνο του, αφήνοντας πίσω μια μικρή, ζεστή λιμνούλα από καθαρό
μελισσοκέρι. Ο Μάρκος ένιωσε εκείνη τη στιγμή όχι απλά μια απαλλαγή,
αλλά μια γαλήνη. Σα να είχε πέσει ένα βάρος από πάνω του, αλλά όχι το
βάρος των αμαρτιών του, μα το βάρος του εαυτού του που προσπαθούσε μόνος
του να τα κουβαλήσει.
Καθώς
έφευγε από το μοναστήρι, ο ήλιος της Σαρακοστής ήταν ακόμα χαμηλά, αλλά ο
Μάρκος ήξερε πως φέτος, το Πάσχα δεν θα τον έβρισκε απλά νηστεμένο στο
σώμα, αλλά με την καρδιά του λίγο πιο κοντά σε Εκείνον που Ανέστη, για
να του χαρίσει την αληθινή ζωή.
Εκ της συντακτικής ομάδας του Ιερού Ναού Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης Κολωνού
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου