
του Αρχιμανδρίτη Αθηναγόρα Σουπουρτζή, Καθηγητή Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου, Θεολογικής Ακαδημίας Volyn Ουκρανίας- Επισκέπτη Καθηγητή Ανώτατης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Αθηνών
Η πρόσφατη υπόθεση ευθανασίας στην Ισπανία επανέφερε, με τρόπο οξύ και σχεδόν δραματικό, ένα από τα σοβαρότερα ζητήματα της σύγχρονης βιοηθικής, αλλά και της ευρύτερης νομικοπολιτικής αυτοσυνειδησίας της Ευρώπης.
Δεν πρόκειται απλώς για μία ακόμη διαφωνία μεταξύ ιατρικής δεοντολογίας, ατομικών δικαιωμάτων και κρατικής ρύθμισης.
Πρόκειται, στην ουσία, για ένα ερώτημα βαθύτατα ανθρωπολογικό: τι είναι τελικά ο άνθρωπος και πότε μια κοινωνία και έννομη τάξηπαύουν να θεραπεύουν τον πόνο και αρχίζουν να διαχειρίζονται τον θάνατο ως θεσμικά ανεκτή λύση;
Η δημόσια συζήτηση για την ευθανασία διεξάγεται συνήθως με όρους «δικαιώματος επιλογής», «αυτονομίας» και «αξιοπρεπούς θανάτου».
Οι έννοιες αυτές διαθέτουν ασφαλώς νομική και ηθική βαρύτητα. Ωστόσο, όταν αποσπώνται από το βαθύτερο ερώτημα περί της φύσεως του ανθρώπινου προσώπου, κινδυνεύουν να λειτουργήσουν ως λέξεις υψηλής ηθικήςκαι νομικής φόρτισης, αλλά χαμηλής οντολογικής ακρίβειας.
Διότι το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο αν ο άνθρωπος δύναται να αποφασίζει για τον εαυτό του, αλλά αν η ίδια η ζωή μπορεί να νοηθεί ως αντικείμενο αποκλειστικής ατομικής κυριότητας.
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η μεγάλη παρεξήγηση της νεωτερικής ανθρωπολογίας.
Ο άνθρωπος τείνει να νοείται ως αύταρκες άτομο, φορέας δικαιωμάτων, βουλήσεως και επιθυμίας, αλλά αποσπασμένος από το πλέγμα των σχέσεων που συγκροτούν την ύπαρξή του.
Μια τέτοια προσέγγιση καθιστά σχεδόν αυτονόητη την άποψη ότι η ζωή είναι «δική μου» και, άρα, ότι και το τέλος της ανήκει αποκλειστικά στη σφαίρα της ιδιωτικής μου επιλογής.
Όμως μια κοινωνία που αποδέχεται άκριτα αυτή την παραδοχή μετακινείται, έστω ανεπαίσθητα, από την προστασία του προσώπου προς τη νομική αποθέωση του ατόμου.
Η ορθόδοξη θεολογική ανθρωπολογία έχει εγκαίρως επισημάνει ότι ο άνθρωπος δεν είναι ένα βιολογικό ή ψυχολογικό μέγεθος προς διαχείριση, αλλά πρόσωπο, δηλαδή ύπαρξη εν σχέσει, φορέας ανεπανάληπτης και απαραβίαστης αξίας.
Το πρόσωπο δεν εξαντλείται ούτε στη λειτουργικότητα ούτε στην παραγωγικότητα ούτε στην ικανότητα αυτοεξυπηρέτησης.
Η αξία του δεν μειώνεται όταν το σώμα ασθενεί, όταν η ψυχή συνθλίβεται ή όταν η εξάρτηση από τους άλλους γίνεται οδυνηρά ορατή. Αντιθέτως, ακριβώς σε αυτές τις στιγμές αποκαλύπτεται το αληθινό ήθος μιας κοινωνίας.
Η θεώρηση αυτή δεν παραμένει απλώς σε επίπεδο πνευματικής ή φιλοσοφικής ερμηνείας, αλλά αποτυπώνεται και στον Κανονικό αυτοσυνειδησιακότρόπο με τον οποίο η Εκκλησία αξιολογεί την ανθρώπινη πράξη.
Υπό την οπτική αυτή, από απόψεως Κανονικού Δικαίου, κάθε πράξη ή παράλειψη που αποβλέπει ευθέως στην επίσπευση του θανάτου ως επιδιωκόμενου αποτελέσματος δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί ως ηθικά ουδέτερη ιατρική ή ατομική επιλογή.
Αντιθέτως, προσεγγίζεται ως πράξη ασύμβατη προς τον σεβασμό του ανθρώπινου προσώπου και προς την εκκλησιαστική αντίληψη περί της ζωής ως δώρου, ευθύνης και σχέσεως.
Διαφορετικό ζήτημα αποτελεί, ασφαλώς, η άρνηση θεραπευτικής ματαιότητας ή η αποφυγή δυσανάλογων ιατρικών παρεμβάσεων, η οποία δεν ταυτίζεται άνευ ετέρου με πρόθεση θανατώσεως.
Η Κανονική παράδοση της Εκκλησίας δεν θεμελιώνει ποτέ δικαίωμα του ανθρώπου επί της ίδιας του της ζωής- δηλ. αυτοκτονία, ακριβώς διότι η ζωή δεν ανάγεται σε αντικείμενο ιδιωτικής κυριότητας αλλά νοείται ως δώρο, ευθύνη και σχέση.
Υπό την έννοια αυτή, η ευθανασία δεν αποτελεί απλώς ένα βιοηθικό δίλημμα, αλλά αγγίζει τον ίδιο τον πυρήνα της εκκλησιαστικής ανθρωπολογίας και της Κανονικής αξιολόγησης της ανθρώπινης πράξης.
Από νομικής απόψεως, το ζήτημα της ευθανασίας δεν μπορεί να αναχθεί μονοσήμαντα σε μία απλή έκφανση της ατομικής αυτονομίας.
Η ευρωπαϊκή έννομη τάξη έχει αναδείξει κατ’ επανάληψιν ότι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, η ιδιωτική αυτονομία και η προστασία της ζωής τελούν σε σχέση διαρκούς εντάσεως και όχι αυτομάτου εξισορροπήσεως. Δεν είναι τυχαίο ότι και η ευρωπαϊκή νομολογία έχει αντιμετωπίσει το ζήτημα όχι ως απλή έκφανση της αυτοδιάθεσης, αλλά ως πεδίο σύγκρουσης μεταξύ ιδιωτικής αυτονομίας, προστασίας της ζωής και ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Ακριβώς γι’ αυτό, κάθε νομοθετική επιλογή επί του ζητήματος δεν αποτελεί απλώς ρύθμιση ιατρικής πρακτικής, αλλά δήλωση περί του ανθρωπολογικού και κανονιστικού υποδείγματος που μία κοινωνία επιλέγει να θεσμοποιήσει.
Και εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του προβλήματος. Διότι η σημερινή οικονομική και τεχνοκρατική οργάνωση της ζωής δεν είναι ουδέτερη. Παράγει, συχνά αθόρυβα αλλά συστηματικά, ένα πρότυπο ανθρώπου ο οποίος αξίζει στον βαθμό που παραμένει αυτόνομος, παραγωγικός, λειτουργικός, ψυχικά σταθερός και κοινωνικά «διαχειρίσιμος».
Μέσα σε ένα τέτοιο πολιτισμικό περιβάλλον, η ασθένεια, η αναπηρία, η εξάρτηση και ο παρατεταμένος πόνος κινδυνεύουν να εμφανισθούν όχι μόνο ως τραγικές καταστάσεις, αλλά σχεδόν ως αποτυχίες υπάρξεως.
Όταν δε αυτή η λογική συνδυάζεται με μία απολύτως ατομοκεντρική αντίληψη περί δικαιωμάτων, η ευθανασία παύει να παρουσιάζεται ως ακραία εξαίρεση και αρχίζει να εντάσσεται σταδιακά στον πολιτισμικά και νομικά αποδεκτό ορίζοντα επιλογών.
Το ζήτημα, συνεπώς, δεν εξαντλείται στη συμπόνια απέναντι σε συγκεκριμένες οδυνηρές περιπτώσεις.
Η συμπόνια είναι αναγκαία, αλλά δεν αρκεί ως θεμέλιο κανόνα. Μια έννομη τάξη οφείλει να νομοθετεί όχι μόνο με βάση την τραγικότητα της μεμονωμένης περίπτωσης, αλλά και με επίγνωση του ανθρωπολογικού υποδείγματος που εγκαθιδρύει.
Και το ερώτημα εδώ είναι αμείλικτο: τι ακριβώς διδάσκει μια κοινωνία όταν αναγνωρίζει, έστω υπό αυστηρές προϋποθέσεις, ότι ο θάνατος μπορεί να προσφέρεται ως θεσμικά έγκυρη απάντηση στον πόνο;
Ασφαλώς, κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν μπορεί να προσεγγίσει το ζήτημα της ευθανασίας με ηθικιστική ψυχρότητα ή με αφηρημένη δογματική ασφάλεια.
Ο παρατεταμένος πόνος, η εκφυλιστική ασθένεια, η οριακή εξάρτηση και η υπαρξιακή εξάντληση του πάσχοντος δεν επιτρέπουν εύκολες κρίσεις.
Η ανακουφιστική ιατρική, η ψυχολογική και πνευματική υποστήριξη, η κοινωνική συνοδεία, η φροντίδα των οικείων και η έμπρακτη εγγύτητα συνιστούν στοιχειώδη δείγματα πολιτισμού.
Δεν αποτελούν απλώς πράξεις φιλανθρωπίας, αλλά θεσμικές και πολιτειακές υποχρεώσεις.
Το αληθινό δίλημμα όμως δεν είναι μεταξύ ευθανασίας και αδιαφορίας. Το αληθινό δίλημμα είναι μεταξύ μιας κοινωνίας που συνοδεύει τον πάσχοντα και μιας κοινωνίας που, εντέλει, του υποδεικνύει ότι η αποχώρησή του μπορεί να θεωρηθεί αποδεκτή λύση.
Αυτός είναι και ο βαθύτερος κίνδυνος. Όχι μόνο η εξατομίκευση του θανάτου, αλλά και η σταδιακή πολιτισμική εξοικείωση με την ιδέα ότι ορισμένες ζωές καθίστανται οριακά λιγότερο άξιες προστασίας. Η μετάβαση αυτή δεν γίνεται συνήθως με ωμές διακηρύξεις.
Γίνεται με λέξεις ευγενείς, με προθέσεις συχνά ειλικρινείς, με επιχειρήματα περί αξιοπρέπειας.
Όμως ακριβώς γι’ αυτό απαιτείται μεγαλύτερη πνευματική και νομική εγρήγορση.
Μια πραγματικά ώριμη δημοκρατία δεν μετριέται μόνο από το εύρος των ελευθεριών που αναγνωρίζει, αλλά και από τα όρια που θέτει εκεί όπου διακυβεύεται η ίδια η έννοια του ανθρώπου.
Και μια πραγματικά ανθρώπινη κοινωνία δεν αποδεικνύει την πρόοδό της από την ευχέρεια με την οποία θεσμοποιεί τον θάνατο, αλλά από την ικανότητά της να καθιστά βιώσιμη, συνοδευόμενη και αξιοπρεπή τη ζωή ακόμη και μέσα στην ακραία ευαλωτότητα.
Η συζήτηση για την ευθανασία, επομένως, δεν αφορά μόνο το τέλος της ζωής. Αφορά το αν ο σύγχρονος πολιτισμός εξακολουθεί να πιστεύει ότι ο άνθρωπος είναι κάτι περισσότερο από τη βιολογική, ψυχική ή κοινωνική του λειτουργικότητα.
Αφορά, τελικά, το εάν είμαστε ακόμη σε θέση να υπερασπισθούμε την αξία του προσώπου εκεί ακριβώς όπου αυτή δοκιμάζεται περισσότερο: στην αδυναμία, στην εξάρτηση, στον πόνο και στην οριακή συνθήκη του τέλους- και ίσως ακριβώς εκεί να κρίνεται, τελικώς, όχι μόνο η ηθική ποιότητα μιας κοινωνίας, αλλά και η αλήθεια του ίδιου του νομικού της πολιτισμού.
Α. πηγές
1. Σύνταγμα τῶν θείων καὶ ἱερῶν Κανόνων τῶν τε Ἁγίων καὶ Πανευφήμων Ἀποστόλων καὶ τῶν Ἱερῶν Οἰκουμενικῶν καὶ Τοπικῶν Συνόδων καὶ τῶν κατὰ μέρος Ἁγίων Πατέρων, ἐκδοθὲν μετὰ τῶν ἀρχαίων ἐξηγητῶν, Φωτίου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Νομοκάνων μετὰ τῶν σχολίων Θεοδώρου τοῦ Βαλσαμῶνος. Αθήνα: Τυπογραφείο Γ. Χαρτοφύλακος, 1852-1859
2. Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος. «"Η θέσις της Εκκλησίας επί του θέματος της Ευθανασίας", Εισήγησις του Σεβ. Μητροπολίτου Φθιώτιδος κυρού Νικολάου», Οκτώβριος 2003
Β. Ενδεικτική βιβλιογραφία:
1. Βλάχος, Ιερόθεος, Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου. Βιοηθική και βιοθεολογία. Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου (Πελαγίας), 2005.
2. Χατζηνικολάου, Νικόλαος, Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής. «ΜΕΘ: Στο μεθόριο της ζωής και του θανάτου». Εισήγηση στο 10ο Πανελλήνιο Συνέδριο Εντατικής Θεραπείας, 14 Οκτωβρίου 2005.
3. Zizioulas, Jean. Communion and Otherness: Further Studies in Personhood and the Church. London: T&T Clark, 2006.
4. Κόϊος, Νικόλαος Γ. Βιοηθική: Συνοδικά κείμενα Ορθοδόξων Εκκλησιών. Αθήνα: Κέντρο Βιοϊατρικής Ηθικής και Δεοντολογίας, 2007.
5. Priests of Creation: John Zizioulas on Discerning an Ecological Ethos. London: T&T Clark, 2021.
6. Παπαγεωργίου, Κωνσταντίνος Γ. Εκκλησιαστικό Δίκαιο: Θεωρία και νομολογία. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Μπαρμπουνάκη, 2024.
7. Dworkin, Ronald. Life’s Dominion: An Argument about Abortion, Euthanasia, and Individual Freedom. New York: Vintage Books, 1994.
8. Engelhardt, H. Tristram. The Foundations of Christian Bioethics. Lisse: Swets & Zeitlinger, 2000.
Πηγή: romfea.gr
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου