Η
νύχτα ήταν βαριά, φορτωμένη με τη μυρωδιά του νυχτολούλουδου και τη
σιωπή των προσδοκιών. Δέκα κοπέλες, ντυμένες στα λευκά της γιορτής,
κάθονταν στο κατώφλι του χρόνου. Στα χέρια τους κρατούσαν λυχνάρια —
μικρές πήλινες εστίες που έμελλε να γίνουν οι μάρτυρες της εσωτερικής
τους αλήθειας.
Οι Πέντε Μωρές
Είχαν
τη νεότητα και τον ενθουσιασμό, αλλά η σκέψη τους σταματούσε στην
επιφάνεια. Άναψαν τα φιτίλια τους, γέλασαν, τραγούδησαν και σύντομα,
κουρασμένες από τη χαρά, παραδόθηκαν στον ύπνο. Άφησαν τα λυχνάρια τους
να καίνε άσκοπα, χωρίς να σκεφτούν πως η νύχτα είναι μακρά και το λάδι
λιγοστό. Για εκείνες, η γιορτή ήταν μια υπόσχεση που τους οφειλόταν, όχι
μια ευθύνη που έπρεπε να κερδίσουν.
Οι Πέντε Φρόνιμες
Εκείνες
γνώριζαν πως ο Νυμφίος δεν δεσμεύεται από ρολόγια. Κάτω από τα μανδύα
τους, έκρυβαν μικρά αγγεία γεμάτα λάδι — το απόθεμα της υπομονής, το
συμπύκνωμα της αγάπης. Κοιμήθηκαν κι αυτές, γιατί η ανθρώπινη φύση
λυγίζει, αλλά η ψυχή τους παρέμενε σε εγρήγορση. Το λάδι τους δεν ήταν
απλό υγρό· ήταν οι ώρες της σιωπής τους, οι κόποι τους, η αδιόρατη πίστη
τους.
Η Κραυγή του Μεσονυκτίου
Ξαφνικά, μια φωνή έσκισε το σκοτάδι σαν αστραπή:
«Ιδού ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυχτός!»
Η ταραχή διαδέχτηκε τη γαλήνη. Οι δέκα σηκώθηκαν έντρομες. Τα λυχνάρια των πέντε άρχισαν να τρεμοσβήνουν, βγάζοντας έναν πνιχτό καπνό.
— «Δώστε μας από το λάδι σας», ικέτευσαν οι μωρές.
— «Δεν θα φτάσει για όλες», αποκρίθηκαν οι φρόνιμες με θλίψη, όχι από φιλαργυρία, αλλά από γνώση.
Γιατί υπάρχουν πράγματα στη ζωή που δεν δανείζονται: η πίστη, η εμπειρία και η ετοιμότητα της ψυχής. Κανείς δεν μπορεί να δανειστεί το φως ενός άλλου για να αντικρίσει την Αλήθεια.
Η Κλειστή Θύρα
Ενώ οι πέντε έτρεχαν μέσα στο σκοτάδι να βρουν λάδι σε κλειστές αγορές, ο Νυμφίος έφτασε. Οι φρόνιμες, με τα λυχνάρια τους να φέγγουν σαν μικροί ήλιοι, εισήλθαν μαζί Του στους γάμους.
Όταν οι υπόλοιπες επέστρεψαν και χτύπησαν την πόρτα, η απάντηση που ακούστηκε από μέσα ήταν πιο κρύα και από τον θάνατο:
«Ουκ οίδα υμάς». (Δεν σας γνωρίζω).
Δεν ήταν μια τιμωρία, αλλά μια διαπίστωση. Η πόρτα δεν έκλεισε από εκδίκηση, αλλά γιατί εκείνες δεν είχαν καλλιεργήσει το φως που θα τις καθιστούσε ορατές στα μάτια του Νυμφίου.
Η Μεγάλη Τρίτη μας αφήνει με μια γλυκόπικρη γεύση και μια ανησυχία στην καρδιά. Το λάδι στο λυχνάρι δεν είναι παρά οι πράξεις της αγάπης μας, ο χρόνος που αφιερώσαμε στο Ουσιώδες.
Γρηγορείτε, ψιθυρίζει ο άνεμος στα δέντρα της Ιερουσαλήμ. Γιατί ο Νυμφίος έρχεται πάντα εκεί που δεν Τον περιμένεις, ζητώντας να βρει μια φλόγα αναμμένη μέσα στο δικό σου σκοτάδι.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου