Η
μια είναι το μύρο - το πανάκριβο μύρο που μια γυναίκα ξεκλείδωσε και
άλειψε στα πόδια του Χριστού.
Δεν ρώτησε αν αξίζει, δεν υπολόγισε το
κόστος, δεν περίμενε τίποτα σε αντάλλαγμα. Απλά αγάπησε - ολόκληρη,
χωρίς όρους, χωρίς λογική.
Και η
άλλη σιωπή; Του Ιούδα - που εκείνη τη στιγμή βλέπει το μύρο και λίγες
ώρες αργότερα, πηγαίνει στους αρχιερείς και λέει: «Τι μου δίνετε και εγώ
σας παραδίδω αυτόν;» Τριάντα αργύρια. Αυτή ήταν η τιμή του.
Και
οι δύο δεν μίλησαν πολύ - αλλά η σιωπή της μιας μύριζε αγάπη, και η
σιωπή του άλλου μύριζε υπολογισμό. Και αυτές οι δύο σιωπές - αυτοί οι
δύο τρόποι να ζεις - συνυπάρχουν ακόμα. Μέσα μας.
Η
Μύροφορος - η γυναίκα που δεν είχε όνομα, που δεν είχε θέση, που ήταν
«απλά» μια γυναίκα - πρόσφερε ό,τι είχε πιο πολύτιμο. Το μύρο ήταν η
προίκα της, η ασφάλειά της, το μέλλον της. Και το έσπασε. Χωρίς φόβο,
χωρίς συνετό υπολογισμό. Γιατί η αγάπη δεν υπολογίζει - προσφέρει. Και
όλοι γύρω της την κρίνανε: «Γιατί το έκανε αυτό; Αυτό το μύρο θα
μπορούσε να πωληθεί και να δοθεί στους φτωχούς!».
Αλλά ο Χριστός είπε:
«Αφήστε την. Έκανε αυτό που μπόρεσε. Με προετοίμασε για την ταφή». Και η
πράξη της - αυτή η «σπάταλη» πράξη αγάπης - μύρισε ολόκληρο τον κόσμο
για αιώνες. Γιατί η αγάπη που δεν υπολογίζει - η αγάπη που απλά δίνει -
δεν χάνεται ποτέ.
Και μετά
υπάρχει ο Ιούδας - ο άνθρωπος που ήταν κοντά στον Χριστό, που τον
άκουγε, που τον έβλεπε καθημερινά. Και όμως δεν τον ένιωσε ποτέ. Γιατί
το μυαλό του ήταν αλλού - στα χρήματα, στην εξουσία, στο «τι θα κερδίσω
από αυτό;». Και όταν είδε το μύρο, δεν είδε αγάπη - είδε σπατάλη. Δεν
είδε προσφορά - είδε χαμένο κέρδος.
Και αυτό - αυτή η αδυναμία να δει
πέρα από το υλικό, πέρα από το συμφέρον - τον οδήγησε στην προδοσία. Όχι
από μίσος - από κενότητα. Γιατί όταν η ψυχή σου είναι άδεια, όταν δεν
έχεις αγάπη μέσα σου, τότε ο άλλος γίνεται απλά αντικείμενο συναλλαγής.
Και ο Χριστός - ο δάσκαλος, ο φίλος, ο Θεός - γίνεται τριάντα αργύρια.
Και
στην εσωτερική μας ζωή, κάθε μέρα, συναντιούνται αυτές οι δύο σιωπές. Η
σιωπή της αγάπης που δίνει χωρίς να μετράει - και η σιωπή του
υπολογισμού που παίρνει χωρίς να αισθάνεται. Ποια επιλέγουμε; Πώς
μυρίζει η ψυχή μας όταν αγγίζει τον Άλλο; Μυρίζει μύρο - ή μυρίζει
αργύρια; Προσφέρουμε από πληρότητα - ή παίρνουμε από κενότητα;
Βλέπουμε
τους ανθρώπους ως ψυχές - ή ως μέσα για το συμφέρον μας; Και το πιο
σημαντικό: Όταν αγαπάμε, το κάνουμε χωρίς να περιμένουμε ανταμοιβή - ή
υπάρχει πάντα ένα κρυφό «τι θα πάρω σε αντάλλαγμα;»
Ας
γίνουμε σήμερα άρωμα, όχι αντίτιμο. Ας ανοίξουμε το μύρο της ψυχής μας -
το πιο πολύτιμο που έχουμε - και ας το προσφέρουμε. Χωρίς φόβο, χωρίς
υπολογισμό, χωρίς προσδοκία. Γιατί η πράξη που δεν έχει ανταμοιβή ως
στόχο - αυτή είναι η μόνη που μένει αιώνια. Και αν κάποιος την κρίνει ως
σπατάλη - δεν πειράζει.
Οι
Ιούδες πάντα θα κρίνουν το μύρο βάσει του κέρδους. Αλλά το μύρο θα
συνεχίσει να μυρίζει - όταν τα αργύρια έχουν σκουριάσει προ πολλού.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου