Ζωντανή Αναμετάδοση Ιερών Ακολουθιών

Παρασκευή 22 Μαΐου 2026

Η παραχαραξη της Ιστορίας για τον Μέγα Κωνσταντίνο.

 Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο 

Κάθε φορά που με κάποια αφορμή (δεν αφήνουν και καμία να περάσει ανεκμετάλλευτη η αλήθεια είναι) διαβάζω κείμενα κατά Αγίων της Εκκλησίας, κατά της Εκκλησίας γενικότερα, σκέφτομαι πως οι συγγραφείς τους, αναντίρρητα, έχουν κάθε δικαίωμα να διαφωνούν με την Εκκλησία και να εκφράζουν την διαφωνία τους βεβαίως. Αυτό, πιστέψτε με, δεν ενοχλεί καθόλου. 

Η Εκκλησία δεν φοβήθηκε ποτέ τη διαφωνία, όταν η διαφωνία όμως έχει σοβαρότητα, γνώση, τιμιότητα, επιχειρήματα αλλά και μέτρο. Αναρωτιέμαι όμως κατά πόσον έχει κανείς δικαίωμα να παίρνει την ιστορία, να την χρησιμοποιεί ως όπλο, να διαβάζει επιλεκτικά τις πηγές, να ξεριζώνει τα γεγονότα απ' την εποχή τους και να τα μετατρέπει σε συνθήματα. 

Διότι άλλο πράγμα είναι η ιστορική έρευνα και άλλο η ιδεολογική αγανάκτηση με ιστορικό προσωπείο. Άλλο πράγμα είναι να ερευνάς τις πηγές και άλλο να τις ανοίγεις έχοντας ήδη αποφασίσει τι θέλεις ν' αποδείξεις. Η ιστορία, όταν γίνεται υπηρέτρια μιας προειλημμένης εμπάθειας, παύει να είναι μνήμη και γίνεται μηχανισμός.

Και σήμερα, πιο συγκεκριμένα, διαβάζοντας κάποια κείμενα που αναρτήθηκαν σε κάποιες σελίδες, αναρωτιέμαι: Είναι το ίδιο να ερευνά κανείς τον Άγιο Κωνσταντίνο ως Ρωμαίο αυτοκράτορα του 4ου αιώνα, μέσα στον κόσμο της τετραρχίας, των στρατιωτικών ανακηρύξεων, των δυναστικών συγκρούσεων, των διωγμών, των αυλικών συνωμοσιών, της ρωμαϊκής νομοθεσίας και των μεγάλων θρησκευτικών μεταβολών και το ίδιο να τον στήνει στο εδώλιο ενός σημερινού διαδικτυακού δικαστηρίου, όπου η απόφαση έχει ήδη εκδοθεί πριν ακόμη ανοίξουν οι πηγές; Ξέρετε πως λέγεται αυτό; Ιστορικός αναχρονισμός! 

Και είναι μία απ' τις πιο βαριές ασθένειες της σκέψης. Δικάζεις πρόσωπα και γεγονότα άλλης εποχής με τα μέτρα, τις ευαισθησίες, τα πάθη και τις ιδεολογικές ανάγκες του παρόντος. Έτσι όμως ο ιστορικός χρόνος χάνει τον δικό του χαρακτήρα και γίνεται καθρέφτης του δικού μας θυμού. Κι εσύ νομίζεις ότι γράφεις ιστορία αλλά αυτό που γράφεις δεν είναι τίποτα άλλο από ένα φθηνό και πολλές φορές, τις περισσότερες δηλαδή, ανυπόστατο κατηγορητήριο.

Πριν λοιπόν μιλήσουμε για τον Άγιο Κωνσταντίνο, ας βάλουμε πρώτα λίγη τάξη στις πηγές που μιλούν για εκείνον, γιατί εκεί βρίσκεται και το πρώτο μεγάλο πρόβλημα. Ο Ευσέβιος Καισαρείας ή Ευσέβιος ο Παμφίλου, επίσκοπος Καισαρείας και πατέρας της εκκλησιαστικής ιστορίας, είναι σύγχρονος του Κωνσταντίνου. Τον γνώρισε, συνδέθηκε μαζί του, γράφει ευνοϊκά, άρα χρειάζεται κριτική ανάγνωση. Κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν λέει να διαβάζουμε τον Ευσέβιο χωρίς διάκριση. Ο Λακτάντιος, Λατίνος Χριστιανός συγγραφέας των αρχών του 4ου αιώνα και σύγχρονος των γεγονότων, έχει τεράστια σημασία ως πηγή για τους διωγμούς και τα αυτοκρατορικά κείμενα της ανεξιθρησκίας. 

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, μεγάλος Πατέρας της Εκκλησίας και Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, βλέπει στη Νέα Ρώμη έναν σύνδεσμο Ανατολής και Δύσεως. Απ' την άλλη πλευρά υπάρχει ο Ζώσιμος, εθνικός ιστορικός των τελών του 5ου και των αρχών του 6ου αιώνα, μεταγενέστερος, παγανιστής, πολεμικός απέναντι στον Χριστιανισμό, ο οποίος γράφει πολύ αργότερα και αποδίδει στον Άγιο Κωνσταντίνο και στη «νέα πίστη» σχεδόν κάθε παρακμή, κάθε μαύρη σελίδα της αυτοκρατορίας.

Για δείτε όμως τώρα την μεροληψία: Όταν μιλά για τον Άγιο Κωνσταντίνο ο Ευσέβιος, τον απορρίπτουν οι πολέμιοί του ως Χριστιανό. Όταν μιλά ο Ζώσιμος, τον δέχονται σαν να είναι η ίδια η αντικειμενικότητα! Αυτό δεν είναι επιστημονική μέθοδος, ούτε σωστή ανάγνωση της ιστορίας. Αυτό είναι επιλογή στρατοπέδου. Είναι σαν να λέει κανείς ότι απορρίπτει έναν μάρτυρα επειδή αγαπά και δέχεται τον κατήγορο επειδή μισεί..!

Και για να μην αδικήσουμε ούτε την ιστορία ούτε την αλήθεια, θα πρέπει ν' αναφέρουμε πως δεν είναι όλες οι ιστορικές αναφορές εναντίον του Κωνσταντίνου της ίδιας τάξεως. Άλλο είναι ένα γεγονός βέβαιο, ιστορικά τεκμηριωμένο, άλλο η ερμηνεία του, άλλο μια μεταγενέστερη φήμη, άλλο μια πολεμική αφήγηση κι άλλο η σημερινή ιδεολογική της χρήση. Το ότι ο Κωνσταντίνος έζησε μέσα σ' έναν σκληρό αυτοκρατορικό κόσμο δεν σημαίνει ότι αποδεχόμαστε κάθε κατηγορία που του αποδίδεται. 

Και το ότι όντως, υπάρχουν σκοτεινά σημεία στη ζωή του, δεν σημαίνει ότι επιτρέπεται να μετατραπούν σε βέβαιη καταδίκη χωρίς πηγές, χωρίς διασταύρωση και χωρίς ιστορικό πλαίσιο. Αυτό ακριβώς κάνουν πολλά σημερινά κείμενα. Παίρνουν το βέβαιο, το πιθανό, το αμφίβολο, το θρυλικό και το πολεμικό, τα ρίχνουν όλα στο ίδιο δοχείο κι ύστερα το ονομάζουν αυτό «ιστορική αλήθεια». Μόνο που η ιστορία δεν είναι συρραφή εντυπώσεων!

Ας δούμε λοιπόν μία προς μία τις παραχαράξεις της ιστορίας σχετικά με τον Μέγα Κωνσταντίνο που κυκλοφορούν σήμερα στο διαδίκτυο. Χωρίς φανατισμό αλλά και χωρίς εύκολη απολογητική, χωρίς διάθεση να κάνουμε τον Άγιο Κωνσταντίνο κάτι άλλο απ' αυτό που όντως υπήρξε. Είναι αλήθεια πως δεν ήταν μοναχός της ερήμου, ούτε διοικητής κάποιας μικρής κοινότητας. Ήταν Ρωμαίος αυτοκράτορας, κυβερνήτης ενός τεράστιου κράτους, παιδί μιας εποχής όπου η εξουσία, η θρησκεία, ο στρατός, η νομοθεσία και η δημόσια τάξη ήταν δεμένα μεταξύ τους με τρόπο αδιανόητο για τον σημερινό άνθρωπο. Αν ξεχάσουμε αυτό, θα μιλήσουμε μεν πολύ, θα καταλάβουμε όμως ελάχιστα..



Η πρώτη μεγάλη παραχάραξη λοιπόν είναι ότι ο Άγιος Κωνσταντίνος δήθεν επέβαλε τον Χριστιανισμό στην αυτοκρατορία και μ' αυτόν τον τρόπο, λένε, άρχισε η καταστροφή του Ελληνισμού. Αυτό είναι ιστορικά ανακριβές. Το Διάταγμα των Μεδιολάνων, το 313, δεν ανακήρυξε τον Χριστιανισμό επίσημη θρησκεία του κράτους. Έδωσε ελευθερία λατρείας, κατήργησε τα μέτρα κατά των Χριστιανών και προέβλεψε την επιστροφή ή την αποζημίωση των δημευμένων εκκλησιαστικών χώρων. 

Η ανακήρυξη έγινε πολύ αργότερα, το 380, με τον Θεοδόσιο τον Α' και το Διάταγμα της Θεσσαλονίκης. Άλλο λοιπόν η παύση του διωγμού και η θρησκευτική ανοχή, άλλο η μεταγενέστερη κρατική κατοχύρωση. Ο Άγιος Κωνσταντίνος δεν προχώρησε σε επιβολή πίστεως αλλά σε άρση μιας αδικίας. Και οι διωγμοί δεν είναι εκκλησιαστικό παραμύθι, όπως ειρωνεύονται κάποιοι. 

Το διάταγμα του Γαλερίου, Ρωμαίου αυτοκράτορα και σκληρού διώκτη των Χριστιανών, το 311, δύο χρόνια πριν απ' τα Μεδιόλανα, αναγνωρίζει ουσιαστικά ότι οι Χριστιανοί είχαν τεθεί υπό πίεση, απαγορεύσεις και κίνδυνο και τους επιτρέπει πλέον να υπάρχουν και να προσεύχονται στον Θεό τους «υπέρ της πολιτείας». Όταν η ίδια η αυτοκρατορική εξουσία αναγνωρίζει το πρόβλημα, δεν μπορεί ο σύγχρονος πολέμιος να προσποιείται ότι όλα ήταν εκκλησιαστική επινόηση.

Η δεύτερη μεγάλη παραχάραξη είναι ο δήθεν ανθελληνισμός του Αγίου Κωνσταντίνου. Εδώ πραγματικά η κατηγορία καταρρέει από το ίδιο το βάρος της ιστορικής αλήθειας. Αν ο Κωνσταντίνος υπήρξε καταστροφέας του Ελληνισμού, πώς εξηγείται ότι η Νέα Ρώμη, η Κωνσταντινούπολη, έγινε το μεγάλο κέντρο της ελληνόφωνης Χριστιανικής οικουμένης; Πώς εξηγείται ότι η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος στη Νίκαια διατύπωσε την πίστη με ελληνική θεολογική ορολογία; 

Πώς εξηγείται ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας, ο Μέγας Βασίλειος, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο Γρηγόριος Νύσσης, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Κύριλλος Αλεξανδρείας, ο Μάξιμος ο Ομολογητής, ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός, μίλησαν για Τον Θεό με τη γλώσσα της ελληνικής φιλοσοφικής ακριβείας; Ουσία, υπόσταση, φύση, πρόσωπο, ενέργεια, λόγος, όλ' αυτά κάθε άλλο παρά βάρβαρες έννοιες που κατέστρεψαν τον Ελληνισμό είναι. 

Ο Χριστιανισμός απέρριψε την ειδωλολατρική λατρεία, διότι πως θα μπορούσε ν' αρνηθεί την πίστη στον Έναν Θεό; Δεν εξαφάνισε όμως την ελληνική γλώσσα, την παιδεία, τη ρητορική, τη φιλοσοφική αναζήτηση, τη λεπτότητα του λόγου. Τα προσέλαβε, τα εξάγνισε, τα αγίασε, ναι, τα αγίασε, διότι τα ανέβασε σε ύψη που η αρχαιότητα μόνη της δεν είχε φανταστεί.

Και ειλικρινά, απορώ μ' όσους γράφουν πως η Κωνσταντινούπολη υπήρξε «τάφος του Ελληνισμού». Αυτό πως τεκμαίρεται ιστορικά; Στην Κωνσταντινούπολη δεν ήταν που η ελληνική γλώσσα έγινε γλώσσα θεολογίας, διοικήσεως, υμνογραφίας, νομικής σκέψεως, φιλοσοφικής επεξεργασίας, τέχνης και παιδείας; Mήπως αυτό τελικά ενοχλεί όσους θέλουν να ταυτίσουν τον Ελληνισμό αποκλειστικά με την ειδωλολατρία; 

Ο Ελληνισμός δεν είναι μόνο οι βωμοί των αρχαίων «θεών». Είναι και η γλώσσα, ο λόγος, η μέθοδος, η παιδεία, η αναζήτηση της αλήθειας. Κι αυτά η Εκκλησία δεν τα έθαψε. Τα χρησιμοποίησε για τη μετάβαση από τη λατρεία των πολλών «θεών» στη θεολογία του Ενός Θεού, χωρίς να χαθεί το όργανο του ελληνικού λόγου, που έγινε πλέον ικανό να μιλήσει για το άκτιστο, για το πρόσωπο, για την κοινωνία, για τη σωτηρία.

Η τρίτη παραχάραξη αφορά τη γνωστή κατηγορία του «σχιζοφρενούς δολοφόνου». Εδώ χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Ο Μέγας Κωνσταντίνος έζησε σ’ έναν κόσμο βαθιά σκληρό, όπου η αυτοκρατορική εξουσία ήταν καθημερινός αγώνας επιβιώσεως. Η τετραρχία του Διοκλητιανού, οι στρατιωτικές ανακηρύξεις, οι συμμαχίες, οι αποστασίες, οι συνωμοσίες, οι διεκδικήσεις του θρόνου, όλ' αυτά συγκροτούν ένα περιβάλλον στο οποίο η πολιτική ήττα πολλές φορές σήμαινε θάνατο. Δεν υπήρχε το σημερινό κράτος δικαίου. Δεν υπήρχε η σημερινή διάκριση των εξουσιών. Ο αυτοκράτορας ήταν ταυτόχρονα ανώτατος πολιτικός, στρατιωτικός και δικαστικός παράγων. 

Ο Μαξιμιανός, Ρωμαίος αυτοκράτορας, πεθερός του Κωνσταντίνου και πατέρας του Μαξεντίου, δεν ήταν ένας ανυπεράσπιστος γέροντας που εξοντώθηκε από προσωπική κακία. Υπήρξε πρώην αυτοκράτορας, επεδίωξε επάνοδο στην εξουσία, κατέφυγε στον Κωνσταντίνο, συνδέθηκε πάλι με συνωμοτική κίνηση. Ο Μαξέντιος, αντίπαλος αυτοκράτορας στη Δύση, δεν δολοφονήθηκε σε κάποιο σκοτεινό δωμάτιο. Ηττήθηκε στη Μιλβία Γέφυρα, μέσα σε στρατιωτική σύγκρουση για την κυριαρχία της αυτοκρατορίας. Ο Λικίνιος, συναύγουστος και αρχικά σύμμαχος του Κωνσταντίνου, δεν ήταν αθώος ιδιώτης. 

Ήταν συναύγουστος, αντίπαλος, διεκδικητής εξουσίας, και μάλιστα συνδεδεμένος με νέα ένταση κατά των Χριστιανών, αφού μετά την αρχική συμφωνία ανεξιθρησκίας επανέφερε αντιχριστιανικά μέτρα στην Ανατολή. Μπορεί κανείς να κρίνει τη σκληρότητα της εποχής και θα με βρει απολύτως σύμφωνο. Δεν μπορεί όμως ν' αφαιρεί όλο το πολιτειακό πλαίσιο και να κρατά μόνο το χαρακτηρισμό «δολοφόνος», σαν να περιγράφει έναν σημερινό εγκληματία του κοινού ποινικού δικαίου.

Ας μείνουμε λίγο στη Μιλβία Γέφυρα, γιατί κι εκεί γίνεται μεγάλη παρεξήγηση. Ο Μαξέντιος είχε ανακηρυχθεί αυτοκράτορας, είχε πολιτική και στρατιωτική ισχύ, είχε στρατό πολύ μεγαλύτερο από τον στρατό του Κωνσταντίνου και η σύγκρουση του 312 δεν ήταν προσωπικός φόνος, ήταν μάχη για την ενότητα της αυτοκρατορίας. Οι παραδόσεις έχουν διαφορές, όπως συμβαίνει συχνά στις αρχαίες πηγές. Το βέβαιο όμως είναι ότι από εκεί και πέρα, ο Κωνσταντίνος συνδέει τη νίκη του με το σημείο του Σταυρού και αρχίζει πλέον να κινείται σταθερά προς την προστασία της Εκκλησίας. 

Ακόμη κι αν κάποιος δεν θέλει να δεχθεί τη θεοσημία, οφείλει τουλάχιστον να παραδεχθεί την ιστορική συνέπεια: Μετά τη Μιλβία Γέφυρα, αρχίζει η μεγάλη στροφή της αυτοκρατορικής πολιτικής απέναντι στους Χριστιανούς. Κι αυτή η στροφή δεν εξηγείται σοβαρά με την ευκολία του κυνισμού κάποιων, διότι οι Χριστιανοί δεν αποτελούσαν τότε τη συντριπτική πλειοψηφία της αυτοκρατορίας, ώστε να πει κανείς ότι ο Κωνσταντίνος απλώς ακολούθησε τον αριθμό..!

Πάμε τώρα και στην πιο σκοτεινή υπόθεση, αυτή του Κρίσπου και της Φαύστας. Ο Κρίσπος, πρωτότοκος υιός του Κωνσταντίνου από τη Μινερβίνα, ήταν νέος με στρατιωτικά χαρίσματα και προοπτική διαδοχής. Η Φαύστα, δεύτερη σύζυγος του Κωνσταντίνου, κόρη του Μαξιμιανού και μητέρα άλλων υιών του αυτοκράτορα, βρισκόταν μέσα στο δυναστικό αυτό περιβάλλον όπου κάθε ζήτημα διαδοχής μπορούσε να γίνει θέμα ζωής και θανάτου. Οι πηγές είναι αβέβαιες, οι πληροφορίες μεταγενέστερες, οι εξηγήσεις αντιφατικές. 

Ο Ζώσιμος δίνει την εχθρική εκδοχή που αναπαράγεται συνήθως. Άλλες μαρτυρίες, όπως εκείνη του Αγίου Ιερωνύμου, ενός από τους σπουδαιότερους Λατίνους εκκλησιαστικούς συγγραφείς, δυσκολεύουν την άμεση σύνδεση των δύο θανάτων, ενώ ακόμη και ο Γίββων, Άγγλος ιστορικός του 18ου αιώνα, γνωστός για την κριτική του στάση απέναντι στον Χριστιανισμό και το Βυζάντιο, αντιμετωπίζει με επιφύλαξη την απλοϊκή εκδοχή του θανάτου της Φαύστας. Συνεπώς, υπάρχει τραγωδία, υπάρχει σκοτάδι, υπάρχει δυναστική βία, υπάρχει ιστορικό βάρος. Δεν υπάρχει όμως ασφαλής βάση για τις εύκολες ψυχιατρικές ύβρεις περί «σχιζοφρενούς δολοφόνου». Αυτοί οι χαρακτηρισμοί δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν στην ιστορική έρευνα. Είναι προϊόν εμπάθειας.

Ως προς τη στάση του απέναντι στην παλαιά λατρεία, πάλι χρειάζεται διάκριση. Ναι, ο Κωνσταντίνος ευνόησε καθαρά τον Χριστιανισμό, αρνήθηκε τις ειδωλολατρικές θυσίες, έκτισε χριστιανικούς ναούς, στήριξε την Εκκλησία, ενίσχυσε την επισκοπική παρουσία στη δημόσια ζωή. Δεν υπήρξε όμως ο νομοθέτης μιας καθολικής εξαφανίσεως της αρχαίας λατρείας. Η συστηματική νομοθετική σκλήρυνση κατά της ειδωλολατρίας ανήκει κυρίως σε μεταγενέστερες περιόδους. 

Ερευνώντας κανείς την ιστορία, θα δει πως μετά τη Νίκαια, ο Κωνσταντίνος χρηματοδότησε, ως αρχηγός του κράτους, τόσο Χριστιανικούς όσο και ειδωλολατρικούς ναούς, προσπαθώντας να κρατήσει την ισορροπία μιας αυτοκρατορίας που δεν είχε γίνει ακόμη Χριστιανική στο σύνολό της. Αυτό το στοιχείο μόνο του αρκεί για να φανεί πόσο φτωχή είναι η εικόνα ενός μανιακού καταστροφέα. Άλλο η προνομιακή εύνοια προς την Εκκλησία, άλλο το φαντασιακό σχήμα μιας γενικευμένης εκστρατείας κατά του Ελληνισμού. Η ιστορία του 4ου αιώνα είναι μετάβαση, σύγκρουση, αναπροσανατολισμός, όχι καρικατούρα.

Μάλιστα, αν θέλουμε να μιλήσουμε συνολικά για το έργο του Μεγάλου Κωνσταντίνου, θα πρέπει ν' αναφέρουμε και ότι κατήργησε την ποινή του σταυρικού θανάτου, δηλαδή την πιο ατιμωτική μορφή εκτελέσεως του ρωμαϊκού κόσμου, την ίδια μορφή θανάτου με την οποία θανατώθηκε ο Χριστός, περιόρισε τη βία κατά των δούλων και τιμώρησε περιπτώσεις θανατηφόρας κακομεταχείρισης, έδωσε δυνατότητες απελευθερώσεως δούλων, ενίσχυσε θεσμούς που προστάτευαν την οικογένεια, τη μητέρα, τα παιδιά, την κληρονομία, την προίκα, το διαζύγιο. 

Δεν μετέτρεψε βεβαίως μέσα σε μία ημέρα τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία σε αγγελική πολιτεία. Αυτό θα ήταν ανιστόρητο να το πει κανείς. Όμως μέσα στο νομικό και κοινωνικό πλαίσιο της εποχής, η νομοθεσία του φανερώνει σταδιακή Χριστιανική επίδραση επάνω σε μια αυτοκρατορία που μέχρι τότε είχε συνηθίσει να θεωρεί τον άνθρωπο συχνά ως εργαλείο του κράτους και της εξουσίας. Αυτά δεν τα λέμε για να τον απαλλάξουμε από κάθε ευθύνη. Τα λέμε για να μη μένει η εικόνα του αιχμάλωτη μόνο στα σκοτεινά σημεία.

Πάμε τώρα και στην Αγία Ελένη, για την οποία η πολεμική, απ’ όσα διάβασα σήμερα τουλάχιστον, γίνεται ακόμη πιο χυδαία. Ο Άγιος Αμβρόσιος, επίσκοπος Μεδιολάνων του 4ου αιώνα και μεγάλος Πατέρας της Δύσεως, την αποκαλεί «bonna stabularia», χαρακτηρισμός που δηλώνει γυναίκα συνδεδεμένη με πανδοχείο ή χώρο φιλοξενίας, θέλοντας να δηλώσει συγχρόνως την κοινωνική της ταπεινότητα και τον καλό της χαρακτήρα. Απ' αυτό κάποιοι κατασκευάζουν την κατηγορία της πορνείας, χωρίς να έχουν σοβαρή ιστορική βάση, απλώς επειδή η ταπεινή κοινωνική καταγωγή μιας γυναίκας τους φαίνεται εύκολη αφορμή για ηθική σπίλωση. Είναι ασύλληπτο πόσο εύκολα η κοινωνική ταπεινότητα μετατρέπεται σε συκοφαντία, όταν ο άνθρωπος έχει ήδη αποφασίσει να μισήσει..! Όντως, η Αγία Ελένη δεν γεννήθηκε σε ανάκτορα. Δεν είχε αριστοκρατική καταγωγή. 

Ο Προκόπιος, βυζαντινός ιστορικός του 6ου αιώνα, τη συνδέει με το Δρέπανο της Βιθυνίας, που ο Μέγας Κωνσταντίνος μετονόμασε αργότερα σε Ελενόπολη προς τιμήν της μητέρας του. Ο Ευτρόπιος, Ρωμαίος ιστορικός του 4ου αιώνα, μιλά για «πολύ ταπεινό γάμο» της Αγίας με τον Κωνστάντιο. Το «Origo Constantini», λατινική πηγή του τέλους του 4ου ή των αρχών του 5ου αιώνα, τη χαρακτηρίζει «vilissima», δηλαδή γυναίκα πολύ χαμηλής κοινωνικής τάξεως. Αυτά όμως δεν αποδεικνύουν πορνεία. Αποδεικνύουν μόνο φτωχή καταγωγή, και η φτώχεια δεν είναι αμαρτία. Η βαριά κατηγορία έρχεται κυρίως και πάλι από τον Ζώσιμο (τι πρωτότυπο;). Ανάλογη υβριστική αναφορά σώζεται και μέσα από την παράδοση του Φιλοστοργίου, αρειανού εκκλησιαστικού ιστορικού, στο Μαρτύριο του Αγίου Αρτεμίου, όπου όμως το απόσπασμα αποδίδεται στον Ιουλιανό τον παραβάτη, αυτοκράτορα του 4ου αιώνα που πολέμησε ανοιχτά τον Χριστιανισμό και είχε κάθε λόγο να χτυπήσει την κωνσταντίνεια μνήμη. Γι' αυτό και η πληροφορία αυτή δεν μπορεί να ληφθεί ως ψύχραιμη ιστορική μαρτυρία αλλά ως πολεμική γλώσσα ανθρώπων εχθρικών προς την Εκκλησία, πράγμα που επισημαίνουν και νεότεροι ιστορικοί, όπως ο Καραγιαννόπουλος και ο Drijvers, όταν μιλούν για τη μεροληψία και την εχθρότητα του Ζωσίμου. Ούτε το πανδοχείο σήμαινε αυτομάτως πορνεία. 

Ο Φαίδων Κουκουλές, μεγάλος μελετητής του βυζαντινού βίου, δείχνει ότι υπήρχαν μεν κακόφημα πανδοχεία αλλά υπήρχαν και κανονικοί ξενώνες για ταξιδιώτες, χώρος αναπαύσεως, φιλοξενίας και φροντίδας των ζώων τους, ενώ η πιο βαριά αρνητική φόρτιση ανήκε μάλλον στο «καπηλειό». Γι’ αυτό και ο Ιερός Χρυσόστομος, μεγάλος Πατέρας της Εκκλησίας, μπορούσε να πει «Έστω το Του Χριστού πανδοχείον ημών η οικία», δηλαδή ας γίνει το σπίτι μας πανδοχείο Του Χριστού, κάτι αδιανόητο αν η λέξη πανδοχείο σήμαινε από μόνη της ατιμία. Ακόμη και το ζήτημα αν η Ελένη υπήρξε σύζυγος ή παλλακίδα του Κωνσταντίου Χλωρού δεν πρέπει να διαβάζεται με τη σημερινή χυδαία σημασία της λέξης. Στη ρωμαϊκή ύστερη αρχαιότητα η ελεύθερη παλλακίδα δεν ταυτιζόταν με πόρνη ή περιστασιακή ερωμένη αλλά με σταθερή συμβία, σε μονογαμική και διαρκή σχέση, που νομικά πλησίαζε τον γάμο, ιδιαίτερα όταν υπήρχε μεγάλη διαφορά κοινωνικής τάξεως. Γι' αυτό και οι πηγές άλλοτε μιλούν για γάμο, άλλοτε για παλλακεία και άλλοτε χρησιμοποιούν όρους όπως «γυνή» ή «uxor», δηλαδή γυναίκα ή σύζυγος, κάτι που εξηγεί γιατί η βιβλιογραφία είναι διχασμένη. 

Ο Drijvers κλίνει προς την παλλακεία λόγω της χαμηλής κοινωνικής θέσης της Ελένης, ο Runciman επίσης την ονομάζει παλλακίδα, ενώ άλλοι μελετητές μιλούν καθαρά για γάμο. Ο Henry Fynes Clinton, παλαιός λόγιος και ιστορικός, έφτασε μάλιστα να θεωρήσει ότι το διαζύγιο της Ελένης αποδεικνύει τον γάμο της, αφού ο Κωνστάντιος την άφησε για να νυμφευθεί τη Θεοδώρα. Το σημαντικότερο είναι ότι η σχέση της Ελένης με τον Κωνστάντιο δεν φαίνεται να ήταν πρόσκαιρη ή αγοραία. Κράτησε πολλά χρόνια, εκείνη τον ακολούθησε στη ζωή του στρατιωτικού κι απ' αυτή τη σχέση γεννήθηκε ο Κωνσταντίνος, τον οποίο ο Ευσέβιος Καισαρείας ονομάζει «γνήσιον υιόν» του Κωνσταντίου. Υπάρχει ακόμη και το νομικό επιχείρημα ότι στο ρωμαϊκό δίκαιο δεν υπήρχε έγκυρος γάμος με πόρνη, άρα η μαρτυρία περί «ταπεινού γάμου» δεν συμβιβάζεται με τις χυδαίες κατηγορίες. 

Επομένως, αυτό που τελικά αποδεικνύεται δεν είναι η ανηθικότητα της Αγίας Ελένης αλλά η εμπάθεια όσων πήραν μια γυναίκα χαμηλής κοινωνικής αφετηρίας και προσπάθησαν να την σπιλώσουν επειδή δεν γεννήθηκε μέσα σε ανάκτορα κι όταν βρέθηκε σε θέση εξουσίας, δεν έγινε σύμβολο αλαζονείας αλλά ευλάβειας, φιλανθρωπίας, διακονίας, οικοδόμησης ναών και ανάδειξης των Αγίων Τόπων. Η παράδοση τη συνδέει με την Εκατονταπυλιανή της Πάρου, με τους ναούς των Ιεροσολύμων και της Βηθλεέμ, με το Σταυροβούνι της Κύπρου και βέβαια με την εύρεση του Τιμίου Σταυρού.

Ν' απαντήσουμε τώρα και στο ερώτημα γιατί τιμά ως Άγιο τον Μέγα Κωνσταντίνο η Εκκλησία: Σίγουρα δεν το έκανε επειδή υπήρξε αναμάρτητος πολιτικός άρχων. Άγιος δεν σημαίνει αλάθητος. Άγιος σημαίνει άνθρωπος μέσα στον οποίο ενήργησε η Χάρη Του Θεού και του οποίου το εκκλησιαστικό αποτύπωμα αναγνωρίστηκε από το σώμα της Εκκλησίας. Ο Άγιος Κωνσταντίνος τιμάται ως Άγιος της Εκκλησίας και μάλιστα ως Ισαπόστολος, επειδή το έργο του είχε αποστολικές συνέπειες: Σταμάτησε τη θεσμική καταδίωξη των Χριστιανών, η Εκκλησία απέκτησε δημόσιο χώρο, συγκλήθηκε η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος όπου διατυπώθηκε συνοδικά η πίστη μας απέναντι στον Αρειανισμό, αναδείχθηκε η Νέα Ρώμη ως κέντρο της Χριστιανικής οικουμένης. Ισαπόστολος, διότι το έργο του υπηρέτησε την αποστολή της Εκκλησίας μέσα στην ιστορία, άνοιξε δρόμους για τη δημόσια μαρτυρία της πίστεως, συνδέθηκε με συνέπειες που ξεπέρασαν κατά πολύ το μέτρο μιας συνηθισμένης βασιλείας.

Ναι, ξαναλέμε πως η αλήθεια είναι πως ήταν Ρωμαίος αυτοκράτορας, παιδί ενός πολύ σκληρού και βίαιου αιώνα, με γεγονότα και αποφάσεις που, όταν τα διαβάζουμε έξω απ' το πλαίσιο της εποχής τους, μας φαίνονται βαριά και δύσκολα. Ήταν όμως και ο άνθρωπος που, ενώ οι Χριστιανοί δεν αποτελούσαν ακόμη τη συντριπτική πλειοψηφία της αυτοκρατορίας, επέλεξε να σταθεί απέναντι στην αδικία των διωγμών και να τους δώσει χώρο υπάρξεως. Ήταν ο αυτοκράτορας που μετέφερε το κέντρο του κόσμου στη Νέα Ρώμη και, χωρίς ίσως να μπορεί ο ίδιος να συλλάβει όλη την έκταση των συνεπειών, άνοιξε τον δρόμο για έναν πολιτισμό όπου η Ρωμαϊκή πολιτεία, η ελληνική παιδεία και η ορθόδοξη πίστη θα συναντιόνταν με τρόπο πραγματικά μοναδικό.

Ξέρετε, δεν έχουν ανάγκη οι Άγιοι τις δικές μας ωραιοποιήσεις, αν αυτό πιστεύουν κάποιοι ότι κάνουμε. Η δικαιοσύνη όμως λέει ότι δεν μπορούμε να παίρνουμε τις πιο εχθρικές πηγές, να τις κάνουμε απόλυτο κανόνα, ν' αγνοούμε το πλαίσιο, να ειρωνευόμαστε την πίστη κι ύστερα να ονομάζουμε όλο αυτό «ιστορική αλήθεια». Δεν μπορούμε να μιλούμε για τον Κωνσταντίνο χωρίς τον Διοκλητιανό, χωρίς τον Γαλέριο, χωρίς τα Μεδιόλανα, χωρίς τη Μιλβία Γέφυρα, χωρίς τη Νίκαια, χωρίς τη Νέα Ρώμη, χωρίς τους Πατέρες, χωρίς τη μακραίωνη ελληνόφωνη εκκλησιαστική συνέχεια που γεννήθηκε μέσα στον κόσμο που εκείνος άνοιξε. Δεν μπορούμε ν' αφαιρούμε απ' την ιστορία το σώμα της και να κρατούμε μόνο τα τραύματα που μας βολεύουν.

Η Εκκλησία δεν φοβάται την ιστορία. Ξέρετε όμως τι είναι αληθινά τρομακτικό; Η αμάθεια που παριστάνει την ιστορία. Η επιλεκτική χρήση των πηγών. Η εμπάθεια που παίρνει τις σκιές και τις κάνει δήθεν ολόκληρη εικόνα. Η ευκολία με την οποία κάποιοι προσβάλλουν Αγίους, όχι μόνον τον Άγιο Κωνσταντίνο κι άλλους πολλούς, με οσιακή μάλιστα βιοτή, επειδή νομίζουν ότι η ύβρις είναι τόλμη και πρόοδος κι ότι η ειρωνεία είναι απόδειξη γνώσεως και επίρρωση επιχειρημάτων. Η ιστορία όμως δεν γράφεται με ειρωνείες και ύβρεις. Η ιστορία γράφεται με πηγές και ακόμη πιο σωστά με το σύνολο των πηγών. Και η Εκκλησία έχει μνήμη, ιστορική μνήμη, που δεν λειτουργεί ως λήθη των δυσκολιών αλλά ως βαθύτερη ανάγνωση του νοήματος των γεγονότων.

Και στην τελική, αδέλφια μου, η αγιότητα δεν είναι αποστείρωση της ανθρώπινης ζωής. Είναι η ενέργεια της Χάριτος Του Θεού μέσα στην ανθρώπινη ιστορία. Είναι το μυστήριο της θείας οικονομίας, που δεν περιμένει να βρει ανθρώπους έξω απ' τον χρόνο, έξω από τις συγκρούσεις, έξω απ' τα βάρη της εποχής τους, για να εργαστεί μέσα στον κόσμο. Παίρνει ανθρώπους μέσα απ' την ιστορία τους και τους κάνει όργανα του σχεδίου Του για την σωτηρία του κόσμου.

Αυτό τιμά ως αγιότητα η Εκκλησία στον Μέγα Κωνσταντίνο. Δεν τιμά μια φανταστική εικόνα ανθρώπου χωρίς ιστορικό βάρος. Τιμά τον Ισαπόστολο, του οποίου το έργο άνοιξε δρόμο στην Εκκλησία, σταμάτησε τους διωγμούς, στήριξε τη Νίκαια, θεμελίωσε τη Νέα Ρώμη κι άφησε μέσα στην ιστορία καρπό που ξεπέρασε κάθε ανθρώπινη αδυναμία!

Αυτό είναι και το μυστήριο της αγιότητας μέσα στην ιστορία: Δεν σημαίνει ότι ο Άγιος έζησε έξω απ' τις τραγωδίες του κόσμου. Σημαίνει ότι οι τραγωδίες του κόσμου δεν είχαν τον τελευταίο λόγο πάνω του αλλά και πάνω στο έργο που η Πρόνοια Του Θεού ανέδειξε μέσα απ' τη ζωή του!

Να έχουμε τις πρεσβείες των Αγίων Θεοστέπτων και Ισαποστόλων Μεγάλων Βασιλέων, Κωνσταντίνου και Ελένης!


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου