Ζωντανή Αναμετάδοση Ιερών Ακολουθιών

Σάββατο 16 Μαΐου 2026

Στην Κυριακή του Τυφλού.

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία. 

 

Αύριο η Εκκλησία μάς φέρνει ενώπιον ενός ανθρώπου που δεν έχασε ποτέ το φως, γιατί δεν το γνώρισε ποτέ. Κι αυτή είναι ίσως η πιο φοβερή μορφή σκοταδιού. 

Ο εκ γενετής τυφλός του κατά Ιωάννην δεν νοσταλγεί πρόσωπα, ουρανούς, χρώματα, θάλασσες, ήλιο μεσημεριού επάνω σε ξερολιθιές και ασβέστη. 

Δεν έχει μέσα του μνήμη φωτός. Ζει μέσα σε μία νύχτα χωρίς εικόνες. 

Κι όμως, η Εκκλησία τοποθετεί αυτή την περικοπή μέσα στην αναστάσιμη περίοδο, σαν να θέλει να μας πει ότι η Ανάσταση δεν είναι μονάχα νίκη κατά του θανάτου, αλλά η επάνοδος του φωτός εκεί όπου ο άνθρωπος είχε πλέον συνηθίσει να κατοικεί μέσα στο σκοτάδι.

Και ο άνθρωπος περίμενε.

Οι μαθητές αντικρίζουν τον τυφλό και αμέσως αναζητούν ένοχο. «Τίς ἥμαρτεν;».
Ποιος φταίει;
Εκείνος ή οι γονείς του;
Έτσι λειτουργεί πάντοτε ο άνθρωπος όταν φοβάται το μυστήριο της υπάρξεως: μετατρέπει τον πόνο σε εξίσωση, την πληγή σε ηθική κατηγορία, το τραύμα σε λογιστικό βιβλίο ενοχών.

Ο Χριστός, όμως, συντρίβει αυτή τη μικρή μεταφυσική της τιμωρίας: «οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ».

Υπάρχουν νύχτες που δεν εξηγούνται.
Υπάρχουν άνθρωποι που δεν ζητούν ερμηνεία αλλά φως.
Κι εδώ αρχίζει το μεγάλο δράμα του νεοέλληνα: ότι έμαθε να εξηγεί τα πάντα και να βλέπει όλο και λιγότερο.
Να μιλά ακατάπαυστα για την Ελλάδα χωρίς να αντέχει πλέον να αντικρίσει το πρόσωπό της.

Και ο άνθρωπος περίμενε.

Ο Χριστός τότε πτύει χαμαί, δημιουργεί πηλό, αγγίζει τα μάτια του τυφλού.
Η θεία ενέργεια εμφανίζεται ως ύλη, σώμα, χώμα, σάλιο, αφή. Σαν να ξαναπλάθεται ο άνθρωπος από την αρχή, όπως τότε στον κήπο της Γενέσεως.
Και ο τυφλός υπακούει χωρίς ακόμη να βλέπει.



Περπατά προς το Σιλωάμ μέσα στη νύχτα του, κουβαλώντας επάνω στα μάτια του έναν πηλό που μοιάζει περισσότερο με ταπείνωση παρά με θαύμα.

Έτσι έρχεται πάντοτε η χάρις: όχι ως βεβαιότητα, αλλά ως πορεία μέσα στο μισοσκόταδο.

Αυτό είναι που δεν αντέχει ο σύγχρονος άνθρωπος. Ότι το φως δεν δίδεται ως κατανάλωση εικόνων, αλλά ως αργή μεταμόρφωση υπάρξεως.

Και ο άνθρωπος περίμενε.

«Καὶ ἦλθε βλέπων».

Αυτή η μία φράση θα έπρεπε να είναι σήμερα η μεγαλύτερη εορτή του νεοέλληνα.

Όχι εθνική με σημαίες και παρελάσεις, αλλά υπαρξιακή. Γιατί ο τόπος αυτός μοιάζει όλο και περισσότερο με κοινωνία ανθρώπων που περπατούν μέσα σε εκτυφλωτικό φως χωρίς να βλέπουν τίποτε.
Πόλεις πλημμυρισμένες οθόνες και πληροφορία, πρόσωπα που κοιτάζουν αδιάκοπα και δεν αντικρίζουν κανέναν, μία χώρα που γεννήθηκε μέσα στο αιγαιοπελαγίτικο φως και κατοικεί σαν να έχει ξεχάσει τον ήλιο της.

Σαν να περιμένει πάντοτε κάτι να συμβεί: μία ανάσταση πολιτική, μία σωτηρία ιστορική, έναν άνθρωπο, μία στιγμή, ένα θαύμα που θα ανοίξει ξανά τα μάτια της ψυχής της.

Και όμως, το πιο τρομακτικό δεν είναι ότι χάσαμε το φως, αλλά ότι αρχίζουμε να φοβόμαστε την επιστροφή του. Γιατί το αληθινό φως αποκαλύπτει. Και ο άνθρωπος περίμενε.

Οι Φαρισαίοι δεν μπορούν να αντέξουν το θαύμα.
Ο άνθρωπος βλέπει, αλλά εκείνοι εξετάζουν τη διαδικασία.
Ο κόσμος αλλάζει, αλλά εκείνοι προστατεύουν τον κανονισμό. Πάντοτε έτσι λειτουργεί κάθε εξουσία όταν χάνει την επαφή με τη ζωή: προτιμά έναν τυφλό πειθαρχημένο παρά έναν άνθρωπο που βλέπει ελεύθερα.

Και όταν ο θεραπευμένος αρχίζει να αποκτά φωνή, όταν δεν φοβάται πλέον να πει «ἓν οἶδα, ὅτι τυφλὸς ὢν ἄρτι βλέπω», τότε τον «ἐξέβαλον ἔξω».
Το φως έχει πάντοτε κόστος.
Όποιος βλέπει πραγματικά δεν μπορεί να επιστρέψει ήσυχα στην οργανωμένη τύφλωση του πλήθους.

Εδώ συναντά κανείς σήμερα τη βαθύτερη αστοχία της κοινωνίας μας: δεν στερείται πληροφορίας, αλλά οράσεως κι ούτε στερείται εικόνων, αλλά αλήθειας.

Και ο άνθρωπος περίμενε.

Και τότε συμβαίνει η πιο τρυφερή στιγμή του Ευαγγελίου: «εὑρὼν αὐτόν».
Ο Χριστός αναζητεί εκείνον που όλοι απέβαλαν.
Δεν τον εγκαταλείπει αφού τον θεράπευσε.

Τον βρίσκει ξανά μέσα στη μοναξιά του.
Και εκεί ολοκληρώνεται το αληθινό θαύμα.
Όχι όταν ανοίγουν τα μάτια, αλλά όταν ο άνθρωπος αναγνωρίζει το πρόσωπο που τον είδε πριν ακόμη μπορέσει ο ίδιος να δει.

«Πιστεύω, Κύριε».

Ίσως τελικά αυτό να περιμένει ακόμη αυτή η χώρα κάτω από τον κουρασμένο ουρανό της: όχι απλώς ανάπτυξη, δύναμη ή επιτυχία, αλλά το θαύμα της οράσεως.
Να ξαναδεί το φως που κάποτε γέννησε.
Να ξαναδεί τον άνθρωπο.
Να ξαναδεί τον Θεό.

Χριστός Ανέστη!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου