Το μεσημέρι στο χωριό δεν το έλεγε το ρολόι. Το έλεγε η σκιά της
μουριάς όταν έπεφτε ακριβώς πάνω στο πηγάδι. Το έλεγε ο ήλιος που έλιωνε
την άσφαλτο και κάρφωνε το χώμα. Το έλεγε η σιωπή.
Γιατί
το μεσημέρι σταματούσαν όλα. Τα τζιτζίκια κρατούσαν την ανάσα τους. Τα
ποδήλατα αραδιασμένα στον ίσκιο ξαπόσταιναν. Ακόμα και ο αέρας καθόταν.
Μόνο η κουζίνα της γιαγιάς δούλευε.
Από
την αυλή άκουγες το λάδι. Όχι απλώς να τσιτσιρίζει. Να τραγουδάει. Η
γιαγιά έριχνε τις πατάτες με κείνη την κίνηση που έχουν οι άνθρωποι που
ξέρουν. Χοντροκομμένες, με το μαχαίρι, όχι ίδιες. Άλλες πιο μεγάλες,
άλλες μικρές, γιατί η τελειότητα ήταν ύβρις.
Μύριζε
όλο το σπίτι. Μια μυρωδιά που τρυπούσε τον τοίχο, έβγαινε στο δρόμο,
και μάζευε τα παιδιά από τις αλάνες. «Η κυρά-Δέσποινα τηγανίζει». Το
ξέραμε.
Τις έβγαζε με την τρυπητή
κουτάλα και τις άπλωνε σε μια λαδόκολλα. Χρυσαφιές, ροδοκόκκινες στις
άκρες, με την ψίχα να αχνίζει όταν τις έσπαγες. Αλάτι χοντρό από πάνω,
που έσκαγε στο δόντι. Δεν ήταν φαγητό. Ήταν τελετουργία.
Δίπλα,
στο ξύλινο το τάβλι, η ντοματοσαλάτα. Αλλά τι ντοματοσαλάτα. Η γιαγιά
κατέβαινε στο μποστάνι πρωί. Διάλεγε τις ντομάτες με το μάτι. Τις
μύριζε. «Αυτή είναι έτοιμη» έλεγε. Κοκινες, βαριές, με ζάρες δίπλα στο
κοτσάνι. Όχι πλαστικές. Ντομάτες που ήξεραν από χώμα και νερό και ήλιο.
Τις
έκοβε χοντρά κομμάτια. Με το χέρι. Τα ζουμιά τους έτρεχαν στο ξύλο και
ανακατεύονταν με το χώμα από τα δάχτυλά της. Από πάνω ένα κομμάτι φέτα
σπασμένο, όχι κομμένο. Λάδι από το δικό τους, που τσίμπαγε στο λαιμό.
Ρίγανη τριμμένη με την παλάμη, να βγάλει όλη την ψυχή της. Κρεμμύδι τόσο
όσο. Και στο τέλος, ψωμί. Όχι για να συνοδέψεις. Για να παπαριάσεις. Να
μην πάει χαμένο ούτε δάκρυ από το ζουμί.
Καθόμασταν στο τραπεζάκι κάτω από την κληματαριά. Οι πλάκες έκαιγαν, μα δεν μας ένοιαζε. Τα πόδια μας γρατζουνισμένα από τα βάτα, τα χέρια μας ακόμα με χώμα από το κρυφτό το πρωινό.
Ο παππούς έφερνε την κανάτα με το νερό από το ψυγείο. Θολή απ’ έξω. Έπινες και πάγωναν τα δόντια σου.
Δεν μιλούσε κανείς πολύ. Τι να πεις; Το πιρούνι χτυπούσε στο πιάτο. Το ψωμί ρουφούσε το λαδολέμονο. Ο ήλιος έπεφτε πάνω στις πατάτες και τις έκανε να γυαλίζουν σαν μικρά χρυσάφια.
Εκείνο το μεσημέρι δεν πεινούσες απλώς. Χόρταινες. Χόρταινες μεσημέρι, χόρταινες καλοκαίρι, χόρταινες σπίτι.
Και όταν σήκωνες το κεφάλι και κοίταζες τη γιαγιά που σου χαμογελούσε και σου έλεγε «φάε κι άλλο, παιδάκι μου», καταλάβαινες. Δεν ήταν πατάτες και ντομάτα.
Ήταν αγάπη τηγανισμένη σε λάδι.
Ήταν φροντίδα κομμένη σε φέτες.
Ήταν όλος ο κόσμος, σε ένα πιάτο, στις δύο η ώρα το μεσημέρι, στο χωριό.
Άννα Δανάλη
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου