
Δεν ήταν ένα καλοκαίρι. Ήταν όλα τα καλοκαίρια μαζί, κολλημένα μεταξύ τους από αντηλιακό, αλάτι και χώμα.
Ξυπνούσες
από τις φωνές, όχι από ξυπνητήρι. Η γιαγιά πότιζε ήδη τις βουκαμβίλιες
με το πράσινο λάστιχο. Το νερό έκανε τόξο και έβρεχε τις πλάκες της
αυλής, και η μυρωδιά του βρεγμένου τσιμέντου ανακατευόταν με τον καφέ.
Εσύ φορούσες ήδη το μαγιό σου από τις οκτώ το πρωί.
Κατεβαίναμε
στη θάλασσα ξυπόλητοι, με μια φέτα καρπούζι στο χέρι. Γυρνούσαμε στις
δύο, με τα μαλλιά άσπρα από το αλάτι, τα γόνατα γρατζουνισμένα από τα
βράχια, και την πείνα να ουρλιάζει. Η μάνα φώναζε "πλυθείτε έξω", γιατί
μέσα είχε μόλις σφουγγαρίσει.
Το
λάστιχο ήταν πάντα κουλουριασμένο δίπλα στη βρύση, δίπλα στην ελιά στη
γλάστρα. Το ξετύλιγε ο μεγαλύτερος, συνήθως ο ξάδερφος. Το πρώτο νερό
έκαιγε. Το αφήναμε να τρέξει στο χώμα μέχρι να κρυώσει. Μετά μπαίναμε
στη σειρά.
Ο
ένας έπλενε τον άλλον. Πόδια, πλάτη, κεφάλι. Φωνές, γέλια, το νερό
πεταγόταν πάνω στις γάτες, στα λουλούδια, στα σανδάλια που είχαμε
πετάξει όπου βρήκαμε. Πίσω μας το σπίτι άσπρο με τα μπλε παντζούρια,
μπροστά μας το πέλαγος ολόκληρο, και δύο ιστιοφόρα που δεν τα ζήλευε
κανείς γιατί εμείς είχαμε ήδη τα πάντα και μετά, η δίψα, δεν πηγαίναμε
μέσα να πιούμε νερό.
Βαριόμασταν. Σκύβαμε κατευθείαν στο λάστιχο. Ο ένας
κρατούσε, ο άλλος έπινε. Βάζαμε τον αντίχειρα μπροστά για να κάνει
πίεση, και το νερό πεταγόταν σαν βρυσούλα. Έπινες και σου έμπαινε και
στη μύτη. Είχε γεύση καλοκαίρι. Ζεστό λάστιχο, κρύο νερό, λίγο σίδερο,
λίγο ήλιο.
Πίναμε
όλοι από το ίδιο. Αδέρφια, ξαδέρφια, οι φίλοι της γειτονιάς που είχαν
έρθει για να παίξουμε μπάλα μετά. Κανείς δεν έλεγε "έχει μικρόβια".
Κανείς δεν κρατούσε μπουκαλάκι. Αν διψούσες, έπινες. Αν ζεσταινόσουν, σε
έβρεχαν.
Το
απόγευμα το λάστιχο γινόταν όπλο. Κυνηγητό γύρω από την αυλή, μέχρι να
φωνάξει η γιαγιά "θα μου πνίξετε τα βασιλικά". Το βράδυ το μαζεύαμε
βιαστικά, μισοβρεγμένο, και το αφήναμε να στάζει όλη νύχτα πάνω στις
πλάκες.
Τώρα
έχουμε ψυγεία με φίλτρα, παγούρια που κρατάνε το νερό κρύο για 24 ώρες,
και λέμε στα παιδιά μας "μην πίνετε από εκεί". Και καλά κάνουμε.
Αλλά
τότε δεν πίναμε απλώς νερό. Πίναμε την ώρα που δεν τελείωνε ποτέ.
Πίναμε την ανεμελιά που δεν χρειαζόταν άδεια. Πίναμε εκείνο το
δευτερόλεπτο που ήσουν μουσκεμένος, ξυπόλητος, με αλάτι στα χείλη, και ο
κόσμος ήταν ακριβώς στο μέγεθος μιας αυλής που έβλεπε θάλασσα και γι'
αυτό το θυμόμαστε ακόμα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου