«Τις ει, Κύριε;», ρωτά ο Σαύλος. Και ο Κύριος του απαντά: «Εγώ ειμι Ιησούς ον συ διώκεις». Ο Ιησούς με τούτη τη φράση είναι σαν να απευθύνεται σε όλους τους διώκτες του ανά τους αιώνες, σ’ αυτούς που υπήρξαν και σ’ αυτούς που πρόκειται να έρθουν.
Η φράση του δείχνει το αναίτιο των διωγμών που θα υποστούν οι μαθητές του, θυμίζοντας το λόγιο του Ευαγγελίου, «Εμίσησαν με δωρεάν» (Ιωαν. 15,25), (Με μίσησαν χωρίς κανένα λόγο), που είχε εκστομίσει λίγο πριν συλληφθεί.
Και όντως, χωρίς κανένα
λόγο διώχθηκαν οι πραγματικοί μαθητές του Ιησού. Διότι είναι οι
καθρέφτες του κόσμου τούτου, όπου μπροστά τους ξεθωριάζουν τα προσωπεία
των ανθρώπων...
Ο Σαύλος
τυφλώνεται, και ένα άλλο φως καταυγάζει ολόκληρο το είναι του. Ένα φως
που κατανικά το σκοτάδι. Ασθενεί και σμικρύνεται παραμένοντας επί τρεις
μέρες τυφλός και προσευχόμενος.
Οι τρεις ημέρες που μεσολάβησαν μέχρι να
ξαναβρεί το φως του και να βαπτισθεί παραπέμπουν στην τριήμερη ταφή του
Χριστού… . Αναδύεται ο Παύλος, ο απόστολος των εθνών… Γίνεται σκεύος
εκλογής. Έτσι ο λόγος του θα γίνει κήρυγμα ελπίδας. Της απροσμέτρητης
ελπίδας που μπροστά της καμιά άλλη ελπίδα δεν μπορεί να σταθεί∙ της
ελπίδας ότι ο Θεός είναι παρών…
Η
πορεία προς την Δαμασκό του Παύλου είναι ανάλογη της πορείας του
Αβραάμ. Εάν ο Αβραάμ δεν είχε αποδεχθεί το απίθανο, δεν θα προχωρούσε
προς ένα τόπο για τον οποίο δεν γνώριζε τίποτε. «Και είπεν κύριος τω
Αβραάμ Έξελθε εκ της γης σου και εκ της συγγενείας σου και εκ του οίκου
του πατρός σου εις γην ην αν σοι δείξω» (Γεν. 12, 1). (Και είπε ο Κύριος
στον Αβραάμ∙ «Φύγε από την πατρίδα σου και από τους συγγενείς σου και
από το πατρικό σου σπίτι, και πήγαινε στη γη που εγώ θα σου δείξω»).
Έτσι και ο Παύλος ανοίγεται στο άγνωστο μετά τη συνάντησή του με τον
Ιησού…
Ο Παύλος πίστεψε στο λόγο
του Θεού και τον εμπιστεύτηκε. Πίστεψε στο «αδύνατον», σ’ εκείνο που
βρίσκεται πέραν πάσης γνώσεως, και το εμπιστεύτηκε. Αυτό τον κατέστησε
κήρυκα του λόγου του Χριστού και απόστολο. Ο Παύλος αφέθηκε με πλήρη
εμπιστοσύνη στο άγνωστο, κι έτσι έπαψε να είναι Σαύλος… Η πίστη είναι το
τόλμημα ενός άλματος στο άγνωστο. Κάθε φορά που τολμάμε να ισχυριστούμε
ότι πιστεύουμε, πρέπει να αρχίσουμε να τρέφουμε επιφυλάξεις για τον
εαυτό μας…
Είναι η πίστη που ανήκει σε εκείνους οι οποίοι ελαττούμενοι αυξάνουν, εκείνων που η δύναμη προέρχεται από την αδυναμία τους, των ασθενών που είναι σχεδόν αθέατοι από τον κόσμο. Αυτοί είναι οι πρώτοι που βλέπουν τον ήλιο που κανένας δεν έχει δει ακόμη, τον ήλιο της ανέσπερης ημέρας, λέγοντας: «Ναι, έρχου Κύριε Ιησού!».
Η Θεία βουλή που καθιστά τον Παύλο σκεύος εκλογής, είναι αδιανόητη για μας. Βλέπουμε τον Παύλο να βρίσκει έναν θησαυρό, εκεί που μόνο να χάσει μπορούσε, να συνδέει όλα όσα είναι αποσυνδεδεμένα, να στέκει εκεί που κανείς δεν δύναται να σταθεί. Τον ακούμε να καταφάσκει, να λέει Ναι εκεί που χωρά μόνο η άρνηση. Και εκεί θεμελιώνεται η πίστη του….
Απ’ αυτή τη στιγμή αρχίζουν οι πραγματικές δοκιμασίες του Παύλου. Η στιγμή ήταν για εκείνον ο χρόνος της πίστης, η επαφή χρόνου και αιωνιότητας, η πλήρωση του χρόνου για μια αιώνια απόφαση. Το παράδοξο της κλήσης του Παύλου είναι ότι του ανοίγεται ένας δρόμος ο οποίος είναι αόρατος, και εκείνος τον ακολουθεί αψηφώντας τους κινδύνους που συνεπάγεται ένας τέτοιος δρόμος.
Το φως πάνω στο μονοπάτι μου για το οποίο μιλάει ο
ψαλμός του Δαβίδ (118, 105), «λύχνος τοις ποσί μου ο νόμος σου και φως
ταις τρίβοις μου» (λυχνάρι στα πόδια μου ο νόμος σου και φως στα
μονοπάτια μου), δεν φωτίζει μια οδό χαραγμένη από πριν. Δείχνει όμως το
πρώτο βήμα, γιατί η οδός δημιουργείται από τα πέλματα που την πατούν.
Ο δρόμος προς την Δαμασκό είναι διαφορετικός για τον καθένα. Το τέλος όμως, ως τέρμα αλλά και ως σκοπός, είναι κοινό για όλους.
Αλέξανδρος Κοσματόπουλος
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου