Σε
ένα ανδρόγυνο, όταν ο ένας εκκλησιάζεται, προσεύχεται, αγωνίζεται
πνευματικά και προσπαθεί να ζει κοντά στον Χριστό, ενώ ο άλλος
αδιαφορεί, δεν χρειάζεται θυμός, πίεση και γκρίνια. Χρειάζεται πολλή
διάκριση, πολλή αγάπη, πολλή υπομονή και κυρίως ταπείνωση.
Γιατί ο γάμος δεν είναι χώρος επιβολής.
Δεν είναι πεδίο μάχης.
Δεν είναι δικαστήριο όπου ο ένας καταδικάζει τον άλλον.
Ο γάμος είναι δρόμος κοινής πορείας, ακόμη κι όταν ο ένας περπατά πιο γρήγορα πνευματικά και ο άλλος μένει πίσω.
Ο
άνθρωπος που εκκλησιάζεται δεν πρέπει να νιώθει ανώτερος. Δεν πρέπει να
λέει μέσα του: «Εγώ είμαι κοντά στον Θεό κι εκείνος είναι αδιάφορος».
Αυτό είναι μεγάλος πειρασμός. Γιατί πολλές φορές μπορεί κάποιος να
πηγαίνει στην Εκκλησία, αλλά να μην έχει ακόμη αποκτήσει εκκλησιαστικό
ήθος. Μπορεί να ανάβει κερί, αλλά να μην έχει ανάψει μέσα του η αγάπη.
Μπορεί να προσεύχεται με τα χείλη, αλλά να πληγώνει με τη συμπεριφορά
του.
Η πίστη δεν πρέπει να γίνεται μαστίγιο μέσα στο σπίτι.
Δεν πρέπει να γίνεται αφορμή για καυγάδες.
Δεν πρέπει να γίνεται μέτρο σύγκρισης και υπερηφάνειας.
Αντίθετα, η πίστη πρέπει να φαίνεται ως ειρήνη, πραότητα, καλοσύνη, συγχώρεση και θυσία.
Ο άλλος δεν θα πλησιάσει τον Χριστό επειδή τον πιέζουμε.
Δεν θα εκκλησιαστεί επειδή τον κατηγορούμε.
Δεν θα προσευχηθεί επειδή του φωνάζουμε.
Δεν θα αγαπήσει την Εκκλησία αν μέσα στο σπίτι βλέπει εκνευρισμό, κατάκριση και σκληρότητα.
Ο
πιο δυνατός τρόπος να μιλήσουμε για τον Χριστό είναι η ίδια μας η ζωή.
Να βλέπει ο άλλος ότι η Εκκλησία μάς έκανε καλύτερους ανθρώπους. Πιο
ήρεμους. Πιο συγχωρητικούς. Πιο υπομονετικούς. Πιο γλυκούς. Πιο
σταθερούς. Πιο ταπεινούς.
Να μπορεί να πει ο σύζυγος ή η σύζυγος:
«Από
τότε που πλησίασε τον Θεό, έγινε πιο άνθρωπος. Δεν με πιέζει, δεν με
μειώνει, δεν με προσβάλλει, αλλά με αγαπά περισσότερο».
Αυτό είναι αληθινή ιεραποστολή μέσα στον γάμο.
Ο
πιστός σύζυγος ή η πιστή σύζυγος καλείται να προσεύχεται για τον άλλον
χωρίς επίδειξη. Να πηγαίνει στην Εκκλησία χωρίς να επιστρέφει στο σπίτι
με ύφος ανωτερότητας. Να νηστεύει χωρίς να απαιτεί από τον άλλον να
κάνει το ίδιο. Να κάνει τον σταυρό του χωρίς να ειρωνεύεται εκείνον που
δεν τον κάνει. Να αγαπά χωρίς να περιμένει ανταπόδοση.
Η αγάπη έχει δύναμη που δεν έχει η πίεση.
Η σιωπηλή προσευχή έχει δύναμη που δεν έχουν οι φωνές.
Το καλό παράδειγμα έχει δύναμη που δεν έχουν τα πολλά λόγια.
Βέβαια,
δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος της πίστεως πρέπει να κρύβει την πίστη του.
Όχι. Να την ομολογεί, αλλά με ειρήνη. Να λέει αυτό που πιστεύει, αλλά
χωρίς φανατισμό. Να κρατά την πνευματική του ζωή, αλλά χωρίς να κάνει
τον άλλον να νιώθει ξένος μέσα στο ίδιο του το σπίτι.
Άλλο πράγμα να είμαι σταθερός στην πίστη μου και άλλο να γίνομαι σκληρός.
Άλλο πράγμα να αγαπώ τον Χριστό και άλλο να περιφρονώ τον άνθρωπο που ακόμη δεν Τον γνώρισε.
Άλλο πράγμα να προσεύχομαι για τον άλλον και άλλο να τον καταδικάζω.
Πρέπει
να θυμόμαστε ότι ο Θεός έχει τον δικό Του χρόνο για κάθε ψυχή. Μπορεί ο
άνθρωπος που σήμερα αδιαφορεί, αύριο να συγκινηθεί. Μπορεί εκείνος που
τώρα δεν θέλει να ακούσει τίποτα, κάποια στιγμή μέσα από έναν πόνο, μια
δοκιμασία, μια σιωπηλή προσευχή ή ένα καλό παράδειγμα, να ανοίξει την
καρδιά του.
Δεν σώζουμε εμείς τον άνθρωπο.
Ο Χριστός σώζει.
Εμείς απλώς αγαπούμε, προσευχόμαστε και δεν γινόμαστε εμπόδιο στη χάρη του Θεού.
Αν ο άλλος αδιαφορεί, ας μην τον πολεμήσουμε. Ας τον σκεπάσουμε με προσευχή. Ας τον κερδίσουμε με πραότητα. Ας του δείξουμε ότι η πίστη δεν μας έκανε δύσκολους ανθρώπους, αλλά ανθρώπους με καρδιά.
Να υπάρχει στο σπίτι ειρήνη. Να υπάρχει σεβασμός. Να υπάρχει διάλογος. Να μη γίνεται κάθε Κυριακή αφορμή καυγά. Να μη γίνεται κάθε νηστεία αφορμή γκρίνιας. Να μη γίνεται κάθε εκκλησιαστικό θέμα αιτία ψυχρότητας ανάμεσα στο ανδρόγυνο.
Γιατί πολλές φορές ο πειρασμός δεν πολεμά μόνο τον αδιάφορο. Πολεμά και τον πιστό, κάνοντάς τον απότομο, αυστηρό, απαιτητικό και κουραστικό. Και τότε, χωρίς να το καταλάβει, αντί να φανερώνει τον Χριστό, φανερώνει τον εγωισμό του.
Η πίστη μέσα στον γάμο θέλει λεπτότητα.
Θέλει σεβασμό στην ελευθερία του άλλου.
Θέλει προσευχή με δάκρυ, όχι λόγια με θυμό.
Θέλει αγάπη που περιμένει, όχι απαίτηση που πιέζει.
Αν όμως η αδιαφορία του άλλου γίνεται ειρωνεία, ασέβεια, προσβολή, απαγόρευση της πίστεως ή ψυχολογική πίεση, τότε χρειάζεται σοβαρή αντιμετώπιση, διάκριση, όρια και συμβουλή από πνευματικό άνθρωπο. Η αγάπη δεν σημαίνει να δεχόμαστε την προσβολή ως κάτι φυσιολογικό. Η αγάπη έχει και υπομονή, αλλά έχει και αξιοπρέπεια.
Στις περισσότερες περιπτώσεις όμως, ο δρόμος είναι απλός αλλά δύσκολος:
να μη σταματήσουμε να αγαπούμε,
να μη σταματήσουμε να προσευχόμαστε,
να μη σταματήσουμε να ελπίζουμε.
Ο σύζυγος ή η σύζυγος δεν είναι εχθρός επειδή δεν εκκλησιάζεται. Είναι άνθρωπος που ίσως ακόμη δεν έχει νιώσει τη γλυκύτητα του Χριστού. Και αυτός ο άνθρωπος δεν χρειάζεται επίθεση. Χρειάζεται αγάπη. Χρειάζεται προσευχή. Χρειάζεται παράδειγμα.
Μέσα στον γάμο δεν καλούμαστε να νικήσουμε τον άλλον.
Καλούμαστε να τον αγαπήσουμε.
Δεν καλούμαστε να τον εξαναγκάσουμε να πιστέψει.
Καλούμαστε να του δείξουμε με τη ζωή μας ότι ο Χριστός είναι ειρήνη, φως και αγάπη.
Και πολλές φορές, εκεί που τα λόγια απέτυχαν, η σιωπή προσευχήθηκε.
Εκεί που η πίεση έκλεισε πόρτες, η αγάπη τις άνοιξε.
Εκεί που ο θυμός σκλήρυνε καρδιές, η ταπείνωση τις μαλάκωσε.
Γι’ αυτό, σε ένα ανδρόγυνο όπου ο ένας είναι κοντά στην Εκκλησία και ο άλλος αδιαφορεί, ας μη γίνει η πίστη αφορμή χωρισμού καρδιών. Ας γίνει γέφυρα. Ας γίνει φως. Ας γίνει ευλογία.
Ο Χριστός ξέρει.
Ο Χριστός περιμένει.
Ο Χριστός εργάζεται αθόρυβα.
Και πολλές φορές αλλάζει τον άνθρωπο όχι όταν τον πιέζουμε εμείς, αλλά όταν Τον αφήνουμε εμείς να ενεργήσει με τον δικό Του τρόπο και στον δικό Του χρόνο.
π. Δημήτριος Αργύρης, Πρωτοπρεσβύτερος.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου