Ζωντανή Αναμετάδοση Ιερών Ακολουθιών

Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2026

Πάτερ, γιατί διαλέγω πάντα ανθρώπους που στο τέλος με πληγώνουν;

 Μπορεί να είναι εικόνα Σαντορίνη 


Πρώτα να προσέξεις αυτή τη λέξη, παιδί μου: «πάντα». Όταν αλλάζουν τα πρόσωπα και η ιστορία τελειώνει κάθε φορά περίπου στο ίδιο σημείο, καλό είναι κάποτε να κοιτάξουμε και μέσα μας. Όχι για να κατηγορήσουμε τον εαυτό μας. 

Αν κάποιος σε εξαπάτησε, σε εξευτέλισε ή σου φέρθηκε σκληρά, η ευθύνη είναι δική του. Άλλο όμως η ευθύνη για το κακό που σου έκανε και άλλο το ερώτημα γιατί εσύ αισθάνθηκες τόσο γρήγορα ότι αυτός ο άνθρωπος ήταν «ο δικός σου».

Η καρδιά έχει παράξενη μνήμη. Θυμάται και πράγματα που ο νους έχει ξεχάσει: έναν τρόπο, μια σιωπή, την αναμονή ενός χαδιού, εκείνη την αίσθηση ότι πρέπει να προσπαθήσεις λίγο περισσότερο για να σε προσέξουν. 

Ένα παιδί μπορεί να αγαπήθηκε και συγχρόνως να έμαθε ότι για να πάρει τρυφερότητα πρέπει να είναι καλό, βολικό, να μη δυσκολεύει κανέναν, να καταλαβαίνει τους άλλους προτού μάθει τι συμβαίνει μέσα του.

Ύστερα μεγαλώνει και νομίζει ότι αυτά πέρασαν. Κάποτε όμως συναντά έναν άνθρωπο λίγο απόμακρο, που σήμερα πλησιάζει και αύριο χάνεται, και κάτι μέσα του αναστατώνεται. «Αυτός είναι», λέει. Μπορεί όμως να μην αναγνώρισε την αγάπη. Μπορεί να αναγνώρισε κάτι που του ήταν από παλιά γνώριμο.

Εδώ χρειάζεται διάκριση, γιατί δεν είναι κάθε μεγάλη ταραχή έρωτας και δεν είναι κάθε ηρεμία αδιαφορία. Μπορεί να λες «με συγκλονίζει», ενώ στην πραγματικότητα περιμένεις πάλι να συμβεί το παλιό θαύμα: αυτή τη φορά εκείνος που δεν δίνεται εύκολα θα δοθεί σε μένα. Αυτή τη φορά θα με διαλέξει. Και τότε δεν παλεύεις μόνο για τον άνθρωπο που έχεις μπροστά σου. Παλεύεις χωρίς να το γνωρίζεις και για όλες εκείνες τις φορές που περίμενες να σε διαλέξουν.

Έρχεται κάποιος και μου λέει: «Πάτερ, αυτοί που με θέλουν πραγματικά δεν με συγκινούν. Με τραβούν πάντοτε οι δύσκολοι». Ε, κοίταξέ το χωρίς ντροπή. Μήπως έμαθες να ονομάζεις έρωτα την αγωνία; Μήπως χρειάζεσαι λίγο φόβο, λίγη αβεβαιότητα, λίγο κυνηγητό για να αισθανθείς ότι κάτι μεγάλο συμβαίνει;

Καμιά φορά ένας άνθρωπος που είναι απλώς εκεί μας φαίνεται «λίγος». Δεν μας αφήνει να περιμένουμε ένα μήνυμα μέχρι τα ξημερώματα, δεν μας δίνει σήμερα τα πάντα για να τα πάρει αύριο πίσω, δεν μας βάζει κάθε εβδομάδα να αποδείξουμε ότι αξίζουμε την παρουσία του. Και αυτή η ησυχία μπορεί να μας φαίνεται παράξενα άχρωμη, επειδή συνηθίσαμε να μετράμε την ένταση της αγάπης από την ένταση της αγωνίας.

Μη βιαστείς βέβαια να πεις ότι όποιος σου προσφέρει ασφάλεια είναι και ο άνθρωπός σου. Ο έρωτας δεν κατασκευάζεται με τη λογική. Αλλά να έχεις τον νου σου μήπως απορρίπτεις την ειρήνη επειδή δεν κάνει θόρυβο. Η ταραχή δεν είναι απόδειξη αγάπης, όπως η γαλήνη δεν είναι απόδειξη ότι ο έρωτας πέθανε.

Και κάτι ακόμη συμβαίνει συχνά. Βλέπουμε έναν δύσκολο, βασανισμένο άνθρωπο και λέμε: «Εγώ τον καταλαβαίνω. Κατά βάθος είναι καλός. Μαζί μου θα αλλάξει». Μπορεί πράγματι να είναι καλός και να έχει περάσει πολλά. Αλλά άλλο να συμπονάς έναν άνθρωπο και άλλο να αναλαμβάνεις να γίνεις ο σωτήρας του.

Σωτήρας είναι ένας, παιδί μου. Ο Χριστός.

Εσύ μπορείς να δώσεις το χέρι σου. Δεν μπορείς να περπατήσεις με τα πόδια του άλλου. Μπορείς να συγχωρήσεις, να συμπαρασταθείς, να προσευχηθείς. Δεν μπορείς όμως να μετανοήσεις αντί γι’ αυτόν. Και αν εκείνος αρνείται κάθε φορά να σηκωθεί, ο Θεός δεν σου ζητά να ξαπλώσεις κι εσύ στο χώμα για να αποδείξεις την αγάπη σου.

Το μπερδεύουμε αυτό πολλές φορές και πνευματικά. Ακούμε «αγαπάτε τους εχθρούς υμών» και νομίζουμε ότι πρέπει να επιτρέπουμε σε όποιον μας βλάπτει να επιστρέφει κάθε φορά στην ίδια θέση μέσα στη ζωή μας. Ο Χριστός όμως δεν είπε να ονομάζουμε το κακό καλό. Η συγχώρηση δεν σημαίνει ότι δίνω πάλι το κλειδί σε εκείνον που κάθε φορά μπαίνει και γκρεμίζει το σπίτι.

Μπορείς να συγχωρείς και από μακριά. Μπορείς να προσεύχεσαι για έναν άνθρωπο και συγχρόνως να γνωρίζεις ότι δεν πρέπει να ξαναζήσεις μαζί του. Μπορείς να μην επιθυμείς το κακό του και να κλείσεις μια πόρτα. Η χριστιανική αγάπη δεν καταργεί τη διάκριση· διαφορετικά θα κάναμε την καλοσύνη συνεργό του κακού.



Κάποιος όμως θα μου πει: «Εμένα δεν μου φέρονται άσχημα. Απλώς βρίσκω πάντοτε ανθρώπους που δεν μπορούν να μου δώσουν αυτό που χρειάζομαι». Εκεί τα πράγματα γίνονται πιο λεπτά. Μερικές φορές κυνηγάμε εκείνον που δεν μπορεί να μας αγαπήσει όπως θέλουμε, επειδή ολόκληρη η σχέση γίνεται μια προσπάθεια να κερδίσουμε την αγάπη του.

Και όσο τον κυνηγάς, δεν χρειάζεται να σταθείς πραγματικά μπροστά σε κανέναν. Όλη η ζωή γίνεται «γιατί δεν τηλεφώνησε;», «τι είπα;», «τι να κάνω για να γυρίσει;». Όταν όμως ένας άνθρωπος σταθεί απέναντί σου και σου πει απλά «είμαι εδώ», αρχίζει άλλο πράγμα. Δεν έχεις πια να τον κατακτήσεις. Έχεις να φανερωθείς.

Και αυτό θέλει θάρρος.

Γιατί η αληθινή οικειότητα δεν είναι μόνο να δει κάποιος το σώμα σου. Είναι να σε δει χωρίς τις άμυνες που χρόνια έφτιαχνες για να μη σε εγκαταλείψουν. Γι’ αυτό καμιά φορά ο απόμακρος άνθρωπος μας βολεύει περισσότερο απ’ όσο παραδεχόμαστε. Πονάμε πολύ, αλλά δεν κινδυνεύουμε ποτέ να φανερωθούμε ολόκληροι.

Μετά ακούω και το άλλο: «Πάτερ, εγώ έδωσα τα πάντα».

Πρόσεξε. Το να δίνεις τα πάντα δεν είναι πάντοτε αγάπη. Μπορεί να δίνεις επειδή φοβάσαι ότι, αν σταματήσεις, ο άλλος θα φύγει. Δίνεις χρόνο, χρήματα, συγχωρήσεις, αμέτρητες ευκαιρίες, δικαιολογίες για πράγματα που μέσα σου γνωρίζεις ότι δεν είναι σωστά. Και κάπου πολύ βαθιά λες: «Αν γίνω αρκετά καλός, δεν θα με αφήσει».

Αλλά η αγάπη, παιδί μου, δεν ζητά να εξαφανιστείς για να παραμείνει ο άλλος.

Ο Θεός σε έπλασε πρόσωπο, όχι συμπλήρωμα κάποιου άλλου ανθρώπου. Και όταν απαιτείς από έναν άνθρωπο να σου αποδείξει ότι αξίζεις να ζεις, του φορτώνεις ένα βάρος που δεν μπορεί να σηκώσει. Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να γίνει η πηγή της υπάρξεώς σου.

Εκεί αρχίζει πολλές φορές η προσκόλληση. Η αγάπη ανοίγει το χέρι. Η προσκόλληση το σφίγγει. Η αγάπη λέει: «Χαίρομαι που είσαι στη ζωή μου». Η προσκόλληση λέει: «Αν φύγεις, εγώ δεν υπάρχω».

Ακούγεται πολύ ερωτικό αυτό το δεύτερο. Στην πραγματικότητα είναι φοβερό βάρος. Ζητάς από έναν άνθρωπο, που κι εκείνος φοβάται, γερνά, αλλάζει και κάποτε θα πεθάνει, να γίνει για σένα κάτι που μόνο ο Θεός μπορεί να είναι.

Και τότε δεν αγαπάς πια ελεύθερα. Κρατιέσαι. Αυτό είναι μεγάλη διαφορά.

Ο Χριστός αγαπά και αφήνει τον άνθρωπο ελεύθερο. Στέκεται στην πόρτα και κρούει. Δεν τη σπάει, παρόλο που θα μπορούσε. Περιμένει ένα δικό μας «ναι». Εμείς πάλι στεκόμαστε καμιά φορά έξω από μια ανθρώπινη πόρτα που παραμένει κλειστή και χτυπάμε μέχρι να ματώσουν τα χέρια μας.

Ε, παιδί μου, κάποτε πρέπει να σταματήσεις. Όχι επειδή δεν αγάπησες αρκετά. Επειδή η αγάπη δεν παραβιάζει πόρτες. Ούτε εκείνη του άλλου ούτε τη δική σου.

Και μην πεις «αφού πονάω τόσο, άρα αγαπώ πολύ». Δεν μετριέται έτσι η αγάπη. Μπορεί να πονάς επειδή αγαπάς, αλλά μπορεί να πονάς επειδή φοβάσαι την εγκατάλειψη, επειδή δεν αντέχεις ότι δεν σε διάλεξαν, επειδή θέλεις επιτέλους να κερδίσεις εκείνον που σου ξέφυγε. Δεν είναι ντροπή. Άνθρωποι είμαστε. Μόνο να μη βαφτίζουμε κάθε πόνο αγάπη.

Ούτε κάθε σταυρός είναι Σταυρός του Χριστού. Αυτό να το προσέχουμε πολύ.

Ο Χριστός δεν ανέβηκε στον Σταυρό επειδή δεν μπορούσε να φύγει. Προσφέρθηκε ελεύθερα. Αν λοιπόν μια σχέση σου αφαιρεί σταθερά την ελευθερία, σε εξευτελίζει, σε φοβίζει και σε κάνει να μικραίνεις κάθε μέρα, μη βιάζεσαι να ονομάσεις αυτή την κατάσταση «θυσία».

Καμιά φορά το δυσκολότερο δεν είναι να μείνεις. Είναι να φύγεις χωρίς να μισήσεις.

Να πεις: «Δεν θέλω το κακό σου. Σε συγχωρώ όσο μπορώ. Αλλά δεν μπορώ να σου επιτρέψω άλλο να κάνεις αυτό το πράγμα στη ζωή μου».

Και μετά έρχεται η σιωπή. Εκεί δυσκολεύονται πολλοί. Γιατί όταν φύγει ο άνθρωπος που σε κρατούσε χρόνια ανάμεσα στην ελπίδα και στην απογοήτευση, δεν έρχεται αμέσως ειρήνη. Έρχεται ένα κενό. Είχες συνηθίσει να ξυπνάς και να σκέφτεσαι εκείνον, να κοιμάσαι περιμένοντας εκείνον, να μετράς τη μέρα από το αν πλησίασε ή απομακρύνθηκε.

Τώρα πρέπει να μάθεις πάλι να κατοικείς στη ζωή σου.

Εκεί μπορεί να αρχίσει μια πολύ απλή προσευχή: «Χριστέ μου, δείξε μου γιατί ζητούσα τόσο επίμονα από έναν άνθρωπο να μου δώσει αυτό που δεν μπορούσε». Όχι «κάνε τον να γυρίσει», ούτε «στείλε μου γρήγορα κάποιον καλύτερο». Πρώτα να δεις τι ζητούσες.

Μπορεί τότε να καταλάβεις ότι χρόνια προσπαθούσες να αποδείξεις πως αξίζεις να αγαπηθείς. Και διάλεγες, χωρίς να το γνωρίζεις, τους δυσκολότερους ανθρώπους, επειδή αν κατάφερνες να σε αγαπήσει εκείνος που δεν αγαπούσε εύκολα, θα είχες επιτέλους την απόδειξη.

Εδώ όμως έρχεται ο Χριστός και χαλάει ολόκληρο τον λογαριασμό.

Δεν σε έφερε ο Θεός πρώτα στον κόσμο και ύστερα αποφάσισε αν θα σε αγαπήσει. Από αγάπη σε έφερε.

Πριν προλάβεις να αποδείξεις οτιδήποτε. Πριν γίνεις καλός. Πριν κάνεις λάθη. Πριν σε διαλέξει ή σε απορρίψει οποιοσδήποτε άνθρωπος.

Αυτό δεν σημαίνει «είμαι σπουδαίος και όλοι μου χρωστούν αγάπη». Το αντίθετο. Σημαίνει ότι δεν χρειάζεται να κάνω κανέναν άνθρωπο δικαστή της αξίας της υπάρξεώς μου.

Όταν αρχίσεις λίγο να το πιστεύεις, αλλάζει και ο τρόπος που αγαπάς. Δεν χρειάζεται να χτυπάς χρόνια μια κλειστή πόρτα για να αποδείξεις ότι αξίζεις να μπεις. Δεν χρειάζεται να θεραπεύσεις όλους τους δύσκολους ανθρώπους για να αισθανθείς αναγκαίος. Μπορείς να αγαπήσεις χωρίς να σώσεις, να δώσεις χωρίς να εξαφανιστείς, να συγχωρήσεις χωρίς να επιστρέψεις και να μείνεις ήσυχος μπροστά σε έναν άνθρωπο που δεν σε βασανίζει για να σου αποδείξει ότι σε θέλει.

Στην αρχή αυτή η αγάπη μπορεί να σου φαίνεται μικρή. Μη βιαστείς.

Ένα καντήλι δεν κάνει τον θόρυβο που κάνει μια φωτιά όταν καίγεται ένα σπίτι. Το καντήλι όμως μπορεί να φωτίζει όλη τη νύχτα, ενώ η μεγάλη φωτιά, όταν τελειώσει, αφήνει πίσω της στάχτη.

Έτσι μπερδευόμαστε καμιά φορά και στις σχέσεις. Νομίζουμε ότι επειδή κάτι μας καίει, μας φωτίζει κιόλας.

Δεν είναι πάντοτε το ίδιο.

Και ο Χριστός δεν ήρθε να σου υποσχεθεί ότι, αν γίνεις πνευματικός άνθρωπος, κανείς δεν θα σε πονέσει ξανά. Όποιον αγαπήσεις πραγματικά μπορεί κάποτε να σε στενοχωρήσει και κάποτε θα τον στενοχωρήσεις κι εσύ. Άλλο όμως η αδυναμία ενός ανθρώπου που αναγνωρίζει το λάθος του, ζητά συγγνώμη και αγωνίζεται, και άλλο η μόνιμη σκληρότητα που απαιτεί από εσένα να την ονομάζεις αγάπη.

Το πρώτο μπορεί να γίνει δρόμος συγχώρησης.

Το δεύτερο χρειάζεται διάκριση και όριο.

Και το όριο χωρίς εκδίκηση μπορεί κι αυτό να έχει αγάπη.

Γι’ αυτό, παιδί μου, όταν ξαναπείς «γιατί διαλέγω πάντα ανθρώπους που με πληγώνουν;», μην αρχίσεις ούτε κατηγορώντας εκείνους ούτε καταδικάζοντας εσένα. Κάθισε λίγο και δες τι ονομάζεις έρωτα. Δες αν εκεί όπου λες «πάθος» κρύβεται αγωνία, αν εκεί όπου λες «θυσία» έχεις αρχίσει να χάνεις τον εαυτό σου, αν εκεί όπου λες «θα τον αλλάξω» προσπαθείς στην πραγματικότητα να γίνεις τόσο απαραίτητος, ώστε κανείς να μην μπορεί να σε αφήσει.

Και πήγαινέ τα όλα στον Χριστό. Όχι για να σου αφαιρέσει τον έρωτα. Για να τον ελευθερώσει από τον φόβο.

Να μπορείς κάποτε να συναντήσεις έναν άνθρωπο που δεν σε βάζει να παρακαλάς, δεν σε τιμωρεί με την απουσία του, δεν χρειάζεται να τον σώσεις και δεν σου ζητά να αποδείξεις κάθε πρωί ότι αξίζεις να βρίσκεται εκεί, και να μη νομίσεις ότι αυτή η ησυχία είναι φτώχεια.

Μπορεί να είναι ειρήνη.

Γιατί τόσα χρόνια μπορεί να στεκόσουν έξω από κλειστές πόρτες και να έλεγες: «Αγάπησέ με, για να πιστέψω ότι αξίζω».

Και ο Χριστός δεν θα σου απαντήσει απλώς ότι αξίζεις. Θα σου θυμίσει κάτι μεγαλύτερο: «Ήσουν δικός μου πριν ακόμη μάθεις να παρακαλάς τους ανθρώπους να σε διαλέξουν».

Τότε δεν θα πάψεις να χρειάζεσαι την ανθρώπινη αγάπη. Άνθρωπος είσαι. Θα θέλεις να αγαπήσεις, να αγαπηθείς, να κρατήσεις ένα χέρι και να γεράσεις μαζί του.

Θα πάψεις μόνο να επαιτείς την αγάπη.

Και μπορεί τότε, για πρώτη φορά, να μπορέσεις να αγαπήσεις έναν άνθρωπο χωρίς να του ζητάς να γίνει Θεός σου.

Να τον αγαπήσεις ως άνθρωπο. Ελεύθερα.

Και όταν φοβηθείς πάλι μήπως φύγει, να μην τρέξεις πίσω του σαν να χάνεται μαζί του ολόκληρη η ζωή σου. Να κάνεις μια μικρή προσευχή:

«Χριστέ μου, μάθε με να αγαπώ χωρίς να κρατώ.
Και όταν κρατώ, μάθε με να αφήνω πρώτα το χέρι μου μέσα στο δικό Σου».

Γιατί τότε, παιδί μου, δεν θα χρειάζεται να πονάς για να βεβαιώνεσαι ότι αγαπάς.

Θα αρχίσεις σιγά σιγά να αγαπάς επειδή είσαι ελεύθερος.»

μ. Θεόκτιστος ο Κρης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου