
Όντως οι νεκροί χάνονται; Εξαφανίζονται; Διαλύονται μέσα στον χρόνο σαν να μην υπήρξαν ποτέ; Ή μήπως συμβαίνει κάτι άλλο, κάτι που δεν τολμάμε να σκεφτούμε γιατί αν το σκεφτούμε θα πρέπει να αλλάξουμε και τον τρόπο που ζούμε;
Τι είναι αυτό που συμβαίνει όταν προφέρουμε ένα όνομα ανθρώπου που έφυγε και ξαφνικά αισθανόμαστε ότι ο χώρος βαραίνει, ότι η σιωπή πυκνώνει, ότι κάτι από εκείνον στέκεται ακόμη εκεί;
Είναι απλώς μνήμη; Είναι ψυχολογική επιβίωση; Ή είναι μια άλλη μορφή παρουσίας που δεν έχει μάθει η εποχή μας να αναγνωρίζει;
Μέσα σε μια μεγάλη πόλη, το Ψυχοσάββατο μοιάζει σχεδόν ξένο. Τα λεωφορεία γεμάτα, τα μαγαζιά ανοιχτά, οι άνθρωποι βιαστικοί, τα κινητά χτυπούν.
Και κάπου, σε μια γωνιά, κάποιος πλένει σιτάρι. Το βράζει. Το απλώνει σε μια πετσέτα. Το στεγνώνει προσεκτικά. Το ανακατεύει με ζάχαρη, με κανέλα, με ρόδι. Κι αυτή η μικρή, σχεδόν ταπεινή πράξη είναι μια ολόκληρη κραυγή που δεν ακούγεται. Γιατί εκείνη τη στιγμή δεν ετοιμάζεται απλώς ένα έθιμο.
Ετοιμάζεται μια συνάντηση.
Σε κάποια σπίτια το Σάββατο αυτό δεν είναι απλώς μια μέρα. Είναι η πρώτη φορά. Η πρώτη φορά που κάποιος λείπει πραγματικά. Η πρώτη φορά που το όνομά του γράφεται σε χαρτί και δίνεται στον ιερέα. Η πρώτη φορά που το σπίτι δεν έχει τη φωνή του. Και αυτό δεν είναι εύκολο να το αντέξει κανείς. Ο σύγχρονος άνθρωπος μαθαίνει να προχωράει, να μην σταματάει, να μη βουλιάζει στη θλίψη. Αλλά υπάρχουν στιγμές που η θλίψη δεν είναι βάρος. Είναι δεσμός.
Κι έπειτα υπάρχει εκείνη η αμήχανη απορία που δεν λέγεται δυνατά: αν τους μνημονεύουμε, πού βρίσκονται; Αν τους θυμόμαστε, μας ακούν;
Αν τους μιλάμε μέσα μας, υπάρχει κάποιος που λαμβάνει αυτή τη φωνή;
Αυτές οι ερωτήσεις δεν ανήκουν πια στη δημόσια γλώσσα. Θεωρούνται ξεπερασμένες. Και όμως, εμφανίζονται ακριβώς όταν η απώλεια είναι νωπή. Όταν η καρέκλα είναι άδεια. Όταν το τηλέφωνο δεν χτυπάει πια από εκείνον.
Το Ψυχοσάββατο στέκεται μέσα σε αυτή τη ρωγμή του χρόνου και αρνείται να αποδεχθεί ότι ο θάνατος είναι τελεσίδικη διακοπή. Δεν μιλά με φιλοσοφικούς όρους. Μιλά με πράξεις. Με ονόματα που επαναλαμβάνονται. Με σιωπές. Με μια προσευχή που δεν είναι εξήγηση αλλά σχέση. Και εκεί, σιγά σιγά, αρχίζει να αλλάζει η ίδια η αντίληψη για το τι σημαίνει να έχει φύγει κάποιος.
Γιατί, αν είμαστε ειλικρινείς, ο άνθρωπος δεν φεύγει όταν πεθάνει.
Φεύγει όταν δεν τον θυμάται κανείς.
Όταν το όνομά του δεν προφέρεται.
Όταν δεν υπάρχει πια καμία αναφορά σε εκείνον.
Και αυτή η απουσία είναι πιο βαριά από τον ίδιο τον θάνατο.
Σε ένα σπίτι που πενθεί πρόσφατα, αυτή η μέρα έχει άλλο βάρος. Το κουτάλι που ανακατεύει τα κόλλυβα δεν είναι ένα απλό κουτάλι. Είναι το χέρι που τρέμει. Είναι το βλέμμα που πέφτει κάτω. Είναι εκείνη η σκέψη που δεν ολοκληρώνεται: «αν ήταν εδώ τώρα…». Και μέσα σε αυτό το «αν» κρύβεται όλος ο πόνος της μη αναστρέψιμης απουσίας.
Κάποιοι δεν αντέχουν να ετοιμάσουν κόλλυβα. Το αποφεύγουν. Και είναι απολύτως ανθρώπινο αυτό. Γιατί το να πλύνεις το σιτάρι είναι σαν να παραδέχεσαι ότι όντως συνέβη. Ότι δεν είναι ένα κακό όνειρο. Ότι ο άνθρωπος που έφυγε δεν θα ξαναμπεί από την πόρτα.
Κι όμως, ακριβώς εκεί, σε αυτή την άρνηση, σε αυτόν τον κόμπο στον λαιμό, βρίσκεται το πιο βαθύ νόημα αυτής της ημέρας.
Όχι ως υποχρέωση. Όχι ως κοινωνική παράδοση. Αλλά ως μια πράξη σχέσης. Μια πράξη που λέει: δεν σε αφήνω. Δεν σε σβήνω. Δεν σε απομακρύνω από τη ζωή μου επειδή δεν είσαι εδώ.
Οι άνθρωποι της πόλης έχουν μάθει να ξεχνούν γρήγορα. Οι ρυθμοί δεν αφήνουν χώρο για πένθος. Όλα συνεχίζουν. Και όμως, υπάρχουν βράδια που ο άνθρωπος μένει μόνος και τότε επιστρέφουν όλα. Μια φωνή. Ένα γέλιο. Ένα άγγιγμα. Και εκεί καταλαβαίνει πως ο δεσμός δεν έχει κοπεί. Έχει αλλάξει μορφή.
Τα κόλλυβα δεν είναι απλώς σύμβολο θανάτου.
Είναι σύμβολο δεσμού. Είναι η επιμονή της σχέσης μέσα στον χρόνο. Είναι μια μικρή, σχεδόν αθόρυβη ομολογία ότι δεν αποδεχόμαστε την οριστική διάλυση της παρουσίας. Ότι κάτι από εκείνον που έφυγε συνεχίζει να κινείται μέσα μας, να μας διαμορφώνει, να μας κατοικεί.
Και αυτό δεν είναι εύκολο να το αντέξει ο σύγχρονος νους. Γιατί ο σύγχρονος άνθρωπος θέλει βεβαιότητες.
Θέλει σαφή όρια.
Θέλει να ξέρει πού τελειώνει κάτι και πού αρχίζει κάτι άλλο.
Αλλά εδώ τα όρια δεν είναι καθαρά. Εδώ υπάρχει μια ζώνη όπου η μνήμη, η αγάπη και η προσευχή γίνονται ένας ενιαίος χώρος.
Σε κάποιους, αυτή η μέρα ανοίγει πληγές. Και τις ανοίγει άγρια. Γιατί φέρνει μπροστά τους την απώλεια με τρόπο αδιαπραγμάτευτο. Δεν τους αφήνει να κρυφτούν πίσω από τη δουλειά, τις υποχρεώσεις, τις καθημερινές κινήσεις. Τους αναγκάζει να σταθούν. Να κοιτάξουν κατάματα την απουσία. Να πουν το όνομα. Να το ακούσουν.
Και εκεί, σε αυτή τη στιγμή, κάτι σπάει. Και κάτι άλλο γεννιέται.
Όχι παρηγοριά με την εύκολη έννοια. Όχι λήθη. Αλλά μια αίσθηση ότι ο άνθρωπος που χάθηκε δεν έχει χαθεί ολοκληρωτικά. Ότι εξακολουθεί να ανήκει στον κόσμο μας. Όχι με το σώμα του. Αλλά με κάτι πιο βαθύ. Με τη σχέση που αφήνει πίσω του.
Η εκκλησιαστική πράξη δεν εξηγεί αυτό το μυστήριο. Το ζει. Το επαναλαμβάνει. Το κρατά. Και μέσα σε αυτή τη σιωπηλή επιμονή υπάρχει μια άλλη αντίληψη για τον θάνατο. Όχι ως απόλυτη διακοπή, αλλά ως πέρασμα. Όχι ως τέλος, αλλά ως αλλαγή κατάστασης.
Γι’ αυτό και το Ψυχοσάββατο δεν είναι μια θλιμμένη τελετή. Είναι μια επίμονη υπενθύμιση ότι οι σχέσεις δεν εξαντλούνται στον χρόνο. Ότι ο άνθρωπος δεν είναι μόνο το σώμα του. Ότι η αγάπη δεν σταματά εκεί που σταματά η αναπνοή.
Και για εκείνον που πενθεί πρόσφατα, αυτή η μέρα μπορεί να γίνει μια πρώτη γέφυρα. Μια δύσκολη γέφυρα. Μια γέφυρα που περνιέται με δάκρυα. Αλλά μια γέφυρα που δεν οδηγεί στη λήθη. Οδηγεί στη διατήρηση. Στην αναγνώριση ότι ο άλλος συνεχίζει να υπάρχει μέσα στον τρόπο που ζούμε, που θυμόμαστε, που αγαπάμε.
Ίσως γι’ αυτό αυτή η μέρα έχει τόση δύναμη. Γιατί μας φέρνει μπροστά στο πιο μεγάλο ερώτημα: ποιοι είμαστε χωρίς τους ανθρώπους μας; Και πόσο βαθιά μέσα μας συνεχίζουν να ζουν;
Και κάπου εκεί, μέσα σε αυτή τη σιωπηλή, βαριά, σχεδόν αφόρητη επίγνωση, γεννιέται μια ανάγκη. Όχι από υποχρέωση. Από ανάγκη.
Να πλύνεις το σιτάρι.
Να το ετοιμάσεις.
Να γράψεις το όνομα.
Να το δώσεις.
Να το ακούσεις να διαβάζεται.
Όχι γιατί αυτό θα αλλάξει κάτι εξωτερικά. Αλλά γιατί μέσα από αυτή την πράξη αναγνωρίζεις ότι ο δεσμός δεν τελείωσε.
Ότι η σχέση δεν ακυρώθηκε. Ότι ο άνθρωπος που έφυγε δεν έγινε απλώς παρελθόν.
Και ίσως, μέσα σε αυτό το απλό, σχεδόν ταπεινό πιάτο με κόλλυβα, να υπάρχει κάτι που ο σύγχρονος κόσμος έχει ξεχάσει: ένας τρόπος να κρατάς ζωντανό αυτό που δεν θέλεις να χαθεί.
Ένας τρόπος να λες σιωπηλά: είσαι ακόμη εδώ.
Σε θυμάμαι.
Σε μνημονεύω..
Μάνος Λαμπράκης
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου