Σε
ένα ορεινό χωριό της Ηπείρου, ζούσε η κυρά-Λενιώ. Κάθε Ψυχοσάββατο, η
φιγούρα της ήταν η πρώτη που φαινόταν στο μονοπάτι για το κοιμητήριο,
πριν ακόμα ο ήλιος καταφέρει να τρυπήσει την πρωινή καταχνιά.
Η
Λενιώ είχε θάψει τον άντρα της και τα αδέρφια της χρόνια πριν. Τους
είχε περιποιημένους, με μάρμαρα λευκά και λουλούδια φρέσκα. Όμως, αφού
τελείωνε με τους δικούς της, η γριούλα έκανε κάτι που οι συγχωριανοί της
το έβλεπαν με απορία.
Προχωρούσε στο πίσω μέρος του νεκροταφείου, εκεί που το χώμα ήταν ανώμαλο και οι σταυροί ήταν ξύλινοι, σαπισμένοι από τον καιρό, ή απλές πέτρες βαλμένες η μία πάνω στην άλλη.
Ήταν οι τάφοι των «αζήτητων» – ανθρώπων που πέρασαν από το
χωριό ως εργάτες, οδοιπόροι ή ξένοι, και δεν είχαν κανέναν να τους
κλάψει.
Εκείνο το Ψυχοσάββατο, η Λενιώ κάθισε
μπροστά σε έναν τέτοιο τάφο. Δεν είχε όνομα, μόνο έναν αριθμό χαραγμένο
σε μια σκουριασμένη πινακίδα.
«Εδώ
είσαι κι εσύ, πουλάκι μου», ψιθύρισε καθώς άφηνε μια χούφτα κόλλυβα
πάνω στο χώμα. «Μην φοβάσαι. Όσο ζω εγώ, το σπίτι σου θα είναι
φωτισμένο».
Έβγαλε από το καλάθι
της ένα παλιό, γυάλινο καντήλι. Το άναψε με τρεμάμενα χέρια και το
προστάτεψε από τον αέρα με την ποδιά της. Καθώς η φλόγα σταθεροποιήθηκε,
μια παράξενη ζεστασιά άπλωσε στα κοκκαλιάρικα δάχτυλά της.
Τότε,
ένιωσε μια παρουσία δίπλα της. Δεν ήταν σκιά, ήταν σαν μια λάμψη στο
ύψος των ματιών της. Μια φωνή, γλυκιά σαν το μέλι, ακούστηκε μέσα στο
μυαλό της:
«Γιατί μας φροντίζεις, γιαγιά; Εμείς δεν είμαστε δικοί σου».
Η Λενιώ χαμογέλασε, δείχνοντας τις ρυτίδες που έμοιαζαν με χάρτη της ζωής της. «Στον θάνατο, παιδί μου, όλοι "δικοί μας" είμαστε. Η μοναξιά είναι ο μόνος εχθρός που δεν πρέπει να νικήσει».
Καθώς έφευγε, γύρισε το κεφάλι της πίσω. Το σκοτεινό, πίσω μέρος του νεκροταφείου δεν έμοιαζε πια άγριο. Τα δεκάδες καντήλια που είχε ανάψει στους «ξεχασμένους» έμοιαζαν με μικρά αστέρια που είχαν πέσει στη γη.
Εκείνη τη νύχτα, η Λενιώ κοιμήθηκε πιο βαθιά από ποτέ. Στο όνειρό της, είδε μια στρατιά από νέους ανθρώπους να την περιμένουν στην πύλη ενός κήπου, κρατώντας φαναράκια για να της φέγγουν τον δρόμο. Ήταν εκείνοι που δεν είχαν κανέναν, και τώρα είχαν γίνει οι δικοί της άγγελοι.
«Το Ψυχοσάββατο δεν είναι για να θυμόμαστε τον θάνατο, αλλά για να αποδεικνύουμε ότι η αγάπη δεν έχει ημερομηνία λήξης.»
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου