“ Ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς. καὶ εἶπεν ὁ νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί· πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας. καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον” (Λουκ. 15, 11-12)
“Κάποιος ἄνθρωπος εἶχε δύο
γιούς. ῾Ο μικρότερος ἀπ’ αὐτοὺς εἶπε στὸν πατέρα του· “πατέρα, δῶσε μου
τὸ μερίδιο τῆς περιουσίας ποὺ μοῦ ἀναλογεῖ”· κι ἐκεῖνος τοὺς μοίρασε τὴν
περιουσία”.
Δεύτερη Κυριακή του Τριωδίου, Κυριακή του
ασώτου υιού ή του σπλαχνικού πατέρα ή του σκληρόκαρδου αδελφού. Η
παραβολή συγκλονιστική και μοναδική. Οι λεπτομέρειες δείχνουν την αγάπη
του Θεού- Πατέρα και τον απόλυτο σεβασμό στην ελευθερία του ανθρώπου.
Από την αρχή ακόμη, όταν στο σπίτι του Πατέρα βρίσκονται και τα δύο
αδέλφια, διαπιστώνουμε την εν ελευθερία αγάπη. Ο μικρότερος γιος βλέπει
τη σχέση με τον Πατέρα ως σχέση συναλλαγής και συμφέροντος.
Μένει κοντά Του ωσότου έρθει η στιγμή που μπορεί να διεκδικήσει το μερίδιο της περιουσίας που του αναλογεί. Και ο λόγος του όχι λόγος παιδιού προς τον Πατέρα, αλλά ίσου προς ίσον: “δός μοι”, λέει ο μικρότερος γιος. Όχι “σε παρακαλώ, θα μπορούσες να μου δώσεις;”, όχι ευγένεια, όχι σεβασμός, αλλά ξεκάθαρη απαίτηση. Δεν είναι το θάρρος ενός παιδιού που μιλά με τον πατέρα του, αλλά το θράσος ενός συναλλασσόμενου που απαιτεί το μερίδιό του.
“Το επιβάλλον μέρος”, “το μερίδιο που σου επιβάλλεται από τον νόμο να μου δώσεις, διότι μου αναλογεί”. Γνωρίζει ο υιός ότι ο πατέρας προφανώς έχει επίγνωση τού τι ορίζει ο νόμος για την κληρονομιά.
Γνωρίζει ο υιός ότι είναι στη δικαιοδοσία του πατέρα ο χρόνος της διανομής, όπως επίσης και το ότι η τελική απόφαση για το ποσοστό της περιουσίας είναι δική του. Αυτό δεν τον εμποδίζει με θρασύτητα να απαιτεί το μερίδιο και να επισημαίνει την υποχρέωση του πατέρα να του το δώσει, χωρίς να σκέφτεται τη λογοδοσία για το τι θα κάνει αυτό που θα του δοθεί. “Της ουσίας”, της περιουσίας.
Σ’ αυτήν περιλαμβάνονται μόνο τα υλικά αγαθά, δεν νοιάζεται ο υιός για την περιουσία της αγάπης, των συναισθημάτων, του κόπου για την ανατροφή. Δεν νοιάζεται ο υιός για τον κόπο του πατέρα να συγκεντρώσει την περιουσία, για το ότι ο υιός δεν εργάστηκε γι’ αυτήν, μόνο τη ζητά. Ένας άνθρωπος με νέκρωση ψυχής, αγνωμοσύνη, αναισθησία, θράσος, απαίτηση.
Το μόνο που συνδέει τον υιό με τον πατέρα είναι η λέξη “πάτερ”. Μπορεί η σκέψη του να μην έχει επίγνωση αγάπης, ευγνωμοσύνης και σεβασμού, όμως κρατά στην καρδιά του ότι είναι υιός και έχει πατέρα. Η συγγένεια της κατά φύσιν σχέσης, το όνομα και η ιδιότητα “πατέρας” εξακολουθεί να λειτουργεί μέσα του. Και παρότι στην μακρινή χώρα θα λησμονήσει τα πάντα σε σχέση με το σπίτι του, όταν έρθει η ώρα της απόλυτης πτώχευσης, υλικής και ψυχικής, το όνομα και η ιδιότητα “πατέρας” θα τον κάνει να έλθει στα σύγκαλά του και να επιστρέψει.
Θα γυρίσει με την προοπτική τού να γίνει υπηρέτης και μισθωτός του πατέρα του, αλλά θα ξαναλάβει την υιότητα. Γιατί αυτή είναι η αγάπη του Πατέρα. Προσμένει και δέχεται την μετάνοια και την επιστροφή του ασώτου υιού και του ξαναδίνει την ιδιότητα του υιού, επειδή είναι ο Ίδιος Πατέρας που αγαπά.
Αντίθετα, ο πρεσβύτερος υιός της παραβολής, ο οποίος κρατά το υπόλοιπο μέρος της περιουσίας που του αναλογούσε, θυμώνει, μιλά σκληρά, αλλά δεν αναγνωρίζει τον Πατέρα του ως πατέρα. Τον θεωρεί πατέρα μόνο του νεώτερου υιού, ο οποίος, μάλιστα, τον εξευτέλισε κατασπαταλώντας την περιουσία που ο πατέρας τού έδωσε μετά πορνών και εν ασωτία, και όχι δικό του πατέρα.
Όταν η σχέση είναι και παραμένει του μισθωτού και του συμφέροντος, τότε ο υιός παύει να είναι υιός. Μόνο που κι εδώ ο Πατέρας θα παραμείνει πατέρας: “τέκνον, συ πάντοτε μετ’ εμού ει”. Και θα του υπενθυμίσει με μια αυστηρή τρυφερότητα ότι έπρεπε να χαρεί διότι ο αδελφός του αναστήθηκε από την νέκρωση της ασωτίας και επέστρεψε στο σπίτι του Πατέρα και στη σχέση μαζί Του, αλλά και στη σχέση με τον αδελφό του.
Συγκλονιστική όντως η παραβολή. Και μια υπενθύμιση σε όλους μας πρώτον, για τα κίνητρα που έχουμε στη σχέση μας με τον Θεό, για το αν ζούμε την υιότητα της αγάπης, της ευγνωμοσύνης, της εμπιστοσύνης στην πατρότητα και, κυρίως, αν αγαπούμε τους πεπλανημένους, τους αποτυχημένους, τους μετανοούντας ή αν ζητούμε τη σκληρότητα μιας δικαιοσύνης που δεν δίνει δεύτερη ευκαιρία, αλλά απαιτεί την αυστηρότητα των καθαρών, που όμως δεν μπορούν να δούνε όλη την ιστορία: ότι ελεύθερος δεν είναι μόνο όποιος μπορεί να φύγει, αλλά και όποιος μπορεί να επιστρέψει.
Ότι τελικά πιστεύουμε σε
έναν Θεό Πατέρα που αγαπά και συγχωρεί και σ’ αυτόν τον τρόπο μάς καλεί
στο σπίτι Του και σπίτι μας που είναι η Εκκλησία: στο να αγαπούμε και να
συγχωρούμε και να χαιρόμαστε για κάθε έναν που επιστρέφει. Μόνο έτσι
θα μπορούμε να δούμε και τις δικές μας υστερήσεις και τα δικά μας λάθη.
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου