Κάθε
βράδυ, ο μικρός Νικόλας είχε μια συνήθεια. Μόλις το φως έσβηνε,
γονάτιζε στο κρεβάτι του, κοιτούσε το εικονισματάκι του Αγίου Συμεών που
του είχε χαρίσει ο παππούς του και ψιθύριζε:
«Άγιε Συμεών, εσύ που ξέρεις να περιμένεις, μάθε μου κι εμένα να μη βιάζομαι».
Ο
Νικόλας ήταν ένα παιδί ανυπόμονο. Ήθελε τα πάντα να έρχονται τώρα, το
δέντρο που φύτεψε στην αυλή να βγάλει καρπούς σε μια μέρα, ήθελε οι
απαντήσεις στις ερωτήσεις του να έρχονται πριν προλάβει να τις
ολοκληρώσει.
Ένα βράδυ, παραμονή της γιορτής του
Αγίου, ο Νικόλας είδε ένα όνειρο. Βρέθηκε σε έναν τεράστιο κήπο, όπου
ένας γέροντας με μακριά, κάτασπρη γενειάδα και μάτια γεμάτα φως,
κάθονταν σε ένα παγκάκι και κοιτούσε τον ορίζοντα.
— «Εσύ είσαι ο Άγιος που περίμενε χρόνια τον Χριστό;» ρώτησε ο μικρός.
— «Εγώ είμαι, παιδί μου», απάντησε ο Συμεών με φωνή που έμοιαζε με κελάρυσμα νερού.
— «Και δεν κουράστηκες; Πώς ήξερες ότι θα έρθει αυτό που περίμενες;»
Ο Άγιος χαμογέλασε και του έδειξε ένα μικρό σποράκι στην παλάμη του.
—
«Κοίτα, Νικόλα. Όταν προσεύχεσαι, φυτεύεις αυτό το σπόρο στην καρδιά
του Θεού. Αν αρχίσεις να σκάβεις κάθε μέρα το χώμα από την ανυπομονησία
σου για να δεις αν φύτρωσε, θα τον καταστρέψεις. Αν όμως τον ποτίζεις με
εμπιστοσύνη, μια μέρα ο κήπος σου θα μοσχοβολήσει».
— «Αλλά εγώ θέλω να δω τον Χριστό τώρα!» είπε το παιδί.
— «Τον βλέπεις κάθε φορά που κάνεις υπομονή για να ακούσεις τον φίλο σου, κάθε φορά που περιμένεις τη σειρά σου, κάθε φορά που λες την προσευχή σου πριν κοιμηθείς. Η υπομονή δεν είναι αναμονή, είναι αγάπη που περιμένει την ώρα της».
Το επόμενο πρωί, ανήμερα του Αγίου Συμεών, ο Νικόλας ξύπνησε διαφορετικός. Δεν έτρεξε να ζητήσει το παιχνίδι του, ούτε γκρίνιαξε που το πρωινό άργησε. Πήγε στο παράθυρο, είδε το κρύο του Φλεβάρη και χαμογέλασε. Ήξερε πια πως η άνοιξη θα έρθει, γιατί την είχε ήδη «φυτέψει» στην προσευχή του.
Ο Άγιος Συμεών είναι ο προστάτης όλων εκείνων που ξέρουν ότι τα ωραιότερα πράγματα στη ζωή θέλουν χρόνο, πίστη και μια ήσυχη καρδιά.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου