Κάποτε,
ένας κυνηγός που περιπλανιόταν στις πλαγιές του Άθωνα, κοντά στην
Καλύβη του Αγίου στις Κερασιές, κατάφερε να πιάσει μια πέρδικα ζωντανή.
Σκέφτηκε, λοιπόν, να την πάει στον Γέροντα ως δώρο, ξέροντας ότι ο
Χατζη-Γεώργης αγαπούσε όλα τα πλάσματα του Θεού.
Όταν
ο κυνηγός έφτασε και του πρόσφερε το πουλί, ο Χατζη-Γεώργης το πήρε στα
χέρια του με μεγάλη τρυφερότητα. Το χάιδεψε και άρχισε να του μιλάει
σαν να ήταν άνθρωπος.
— «Γιατί άφησες, καημένο μου, τα μικρά σου στο βουνό και ήρθες εδώ;» είπε ο Γέροντας.
Ο κυνηγός απόρησε. Πού ήξερε ο Γέροντας ότι η πέρδικα είχε φωλιά;
Ο Χατζη-Γεώργης γύρισε τότε στον κυνηγό και του είπε γλυκά:
— «Παιδί μου, ο Θεός μας έδωσε τα ζώα για να μας υπηρετούν ή για να μας ομορφαίνουν τη ζωή, όχι για να χωρίζουμε τις μάνες από τα παιδιά τους χωρίς λόγο. Αυτή η πέρδικα έχει οκτώ μικρά που την περιμένουν τώρα και κλαίνε.»
Ο κυνηγός έμεινε άναυδος. Ο Χατζη-Γεώργης άνοιξε τα χέρια του και το πουλί, αντί να πετάξει μακριά τρομαγμένο, κάθισε για λίγο στον ώμο του, του "ψιθύρισε" κάτι στο αυτί και μετά πέταξε προς το δάσος.
Ο κυνηγός συγκλονίστηκε τόσο πολύ από το γεγονός ότι ο Γέροντας γνώριζε μέχρι και τον αριθμό των μικρών της πέρδικας, που από εκείνη τη μέρα άφησε το όπλο του. Λέγεται μάλιστα πως έγινε ένας από τους ανθρώπους που βοηθούσαν τον Άγιο να μεταφέρει προμήθειες για τους φτωχούς, λέγοντας:
«Αν ο Γέροντας πονάει για μια πέρδικα, φαντάσου πόσο πονάει για την ψυχή του κάθε ανθρώπου.»
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου