
του Αρχιμανδρίτη Αθηναγόρα Σουπουρτζή, Καθηγητή Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου Θεολογικής Ακαδημίας Volyn Ουκρανίας-Επισκέπτη Καθηγητή Ανώτατης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Αθηνών
Με αφορμή εκκρεμείς προσφυγές ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου
Η παρουσία θρησκευτικών συμβόλων, όπως οι ιερές εικόνες, στον χώρο απονομής της δικαιοσύνης εγείρει κατά καιρούς ζητήματα που άπτονται του πυρήνα της δικαστικής λειτουργίας και της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Η αξιολόγησή της δεν μπορεί να γίνεται με όρους ιδεολογικής ουδετεροποίησης του δημόσιου χώρου, αλλά απαιτεί συστηματική προσέγγιση με βάση τα όρια της θρησκευτικής ελευθερίας, τις εγγυήσεις της δικαστικής αμεροληψίας και τη σχετική νομολογία- ιδίως του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Η θρησκευτική ελευθερία, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 9 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και στο άρθρο 13 του Συντάγματος, περιλαμβάνει τόσο τη θετική όσο και την οιονεί αρνητική της διάσταση.
Στο πλαίσιο της δικαστικής λειτουργίας, η λεγομένη αρνητική έκφραση της θρησκευτικής ελευθερίας συνδέεται με το δικαίωμα του διαδίκου να δικάζεται από δικαιοδοτικό όργανο που είναι και εμφανίζεται αμερόληπτο.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν έγκειται στην υποκειμενική ενόχληση του διαδίκου, αλλά στο αν η παρουσία θρησκευτικών συμβόλων είναι ικανή, κατά αντικειμενική κρίση, να επηρεάσει τη δικαιοδοτική λειτουργία ή να κλονίσει την εμπιστοσύνη στη δικαιοσύνη.
Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει διαμορφώσει ένα σαφές ερμηνευτικό πλαίσιο. Κεντρικό ρόλο διαδραματίζει η αρχή του περιθωρίου εκτίμησης των κρατών σε ζητήματα σχέσεων κράτους και θρησκείας.
Στην απόφαση Lautsi κατά Ιταλίας (2011, Ευρεία Σύνθεση) κρίθηκε ότι η παρουσία του σταυρού στις σχολικές αίθουσες δεν συνιστά, αφ’ εαυτής, παραβίαση της Σύμβασης, καθώς πρόκειται για παθητικό σύμβολο, στερούμενο εξαναγκαστικού χαρακτήρα.
Το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η ουδετερότητα του κράτους δεν ταυτίζεται με την πλήρη αποθρησκειοποίηση του δημόσιου χώρου, αλλά με την απουσία καταναγκασμού.
Ανάλογη διάκριση μεταξύ παθητικής παρουσίας συμβόλων και ενεργού κρατικής επιβολής θρησκευτικής έκφρασης απαντά και σε άλλες αποφάσεις, όπως στις υποθέσεις Dahlab κατά Ελβετίας και Eweida και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου.
Η προσβολή θεμελιωδών δικαιωμάτων δεν τεκμαίρεται, αλλά προϋποθέτει συγκεκριμένη και αποδείξιμη επίδραση στην ελευθερία συνείδησης ή στη λειτουργία του θεσμού.
Στο ελληνικό δίκαιο, η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας έχει διαμορφώσει αντίστοιχη λειτουργική αντίληψη.
Με την απόφαση ΣτΕ 2176/1998 έγινε δεκτό ότι η συνταγματική αναφορά στην επικρατούσα θρησκεία δεν θεμελιώνει καθεστώς «κρατικής θρησκείας» ούτε αναιρεί την θρησκευτική ελευθερία και ισότητα.
Συναφώς, με αποφάσεις σχετικές με τον θρησκευτικό όρκο (ενδεικτικά ΣτΕ 2601/1998) κρίθηκε ότι η πρόβλεψή του δεν παραβιάζει τη θρησκευτική ελευθερία, εφόσον παρέχεται ισοδύναμη εναλλακτική πολιτικού όρκου.
Ιδιαίτερη σημασία παρουσιάζει η νομολογία του ΣτΕ επί του μαθήματος των Θρησκευτικών (ΣτΕ 660/2018 και 926/2018), όπου αναπτύσσεται ρητώς η θεωρία της λειτουργικής ουδετερότητας.
Το κράτος δεν υποχρεούται σε απογύμνωση της δημόσιας σφαίρας από κάθε θρησκευτικό στοιχείο, αλλά σε σεβασμό της ελευθερίας συνείδησης και στην αποφυγή προσηλυτισμού ή αποκλεισμού.
Η απλή παρουσία στοιχείων της ορθόδοξης παράδοσης στον δημόσιο χώρο- όπως είναι οι εικόνες- δεν κρίθηκε, καθαυτή, αντίθετη προς το ισχύον δίκαιο.
Η νομολογιακή αυτή προσέγγιση έχει άμεση εφαρμογή και στον χώρο απονομής της δικαιοσύνης.
Η παρουσία θρησκευτικών συμβόλων στις δικαστικές αίθουσες δεν συνιστά άσκηση δικαιοδοσίας υπό θρησκευτικό πρόσημο ούτε επηρεάζει τη δικαστική κρίση.
Η αμεροληψία του δικαστή διασφαλίζεται πρωτίστως μέσω της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας του, των δικονομικών εγγυήσεων και της αιτιολογημένης κρίσης, όχι μέσω της συμβολικής ουδετεροποίησης του δικαστικού περιβάλλοντος.
Ο ευρωπαϊκός πολιτισμός συγκροτείται επί τριπλής βάσεως: της αρχαίας ελληνικής σκέψης, της ρωμαϊκής νομικής παράδοσης και της χριστιανικής διδασκαλίας.
Η τελευταία δεν λειτουργεί ως απλώς θρησκευτικό υπόστρωμα, αλλά ως θεμελιώδης ανθρωπιστικός πυλώνας, ο οποίος εισάγει στον ευρωπαϊκό πολιτισμό την έννοια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της κοινωνικής αλληλεγγύης και της ηθικής ευθύνης έναντι του άλλου.
Υπό το πρίσμα αυτό, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, με την απόφαση Lautsi κατά Ιταλίας (2011, Ευρεία Σύνθεση), αναγνώρισε ότι η παρουσία του σταυρού στον δημόσιο χώρο δεν συνιστά στοιχείο θρησκευτικής επιβολής, αλλά πολιτισμικό και αξιακό δεδομένο της ευρωπαϊκής ιστορικής εμπειρίας.
Η παρουσία θρησκευτικών συμβόλων στον χώρο απονομής της δικαιοσύνης νοείται, κατά την αντίληψη αυτή, όχι ως προνομιακή μεταχείριση μιας πίστης, αλλά ως υπενθύμιση της ηθικής υποχρέωσης του δικαστή να ασκεί το λειτούργημά του με εντιμότητα, σεβασμό στην ανθρώπινη αξία και πλήρη προσήλωση στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Συμπερασματικά, τόσο η ευρωπαϊκή όσο και η ελληνική νομολογία συγκλίνουν στην παραδοχή ότι η παρουσία θρησκευτικών συμβόλων στον χώρο της δικαιοσύνης δεν υπερβαίνει τα επιτρεπτά όρια, εφόσον δεν συνδέεται με καταναγκασμό ή προσηλυτισμό.
Η δικαιοσύνη αντλεί τη νομιμοποίησή της από τη θεσμική της συγκρότηση και την πιστή εφαρμογή του δικαίου, και όχι από τον συμβολισμό του χώρου στον οποίο ασκείται.
Πηγή: romfea.gr
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου