Τα
κεριά τρέμουν. Οι φλόγες λυγίζουν σαν να τις σπρώχνει κάποια ανάσα
αόρατη. Κι εκείνη, μέσα στο χρυσό της φωτοστέφανο, δεν κοιτάει. Ακούει.
Οι
ψάλτες ρίχνουν τα «Χαίρε» σαν σπόρους στη νύχτα. Κι αυτοί φυτρώνουν.
Από το ξύλο της εικόνας, από τα χρώματα που έσμιξε ο αγιογράφος με
νηστεία και δάκρυ, αρχίζουν να αναβλύζουν αρώματα.
Πρώτα,
σαν αεράκι που έρχεται από κλειστό κήπο, αναδύεται το μύρο. Όχι εκείνο
που αγόρασες, μα εκείνο που χύθηκε από άλλον έρωτα, πιο παλιό. Είναι
βαρύ, γλυκό, απλωμένο. Σκεπάζει τα στασίδια, πλέκει κουρτίνα μπροστά στο
τέμπλο. Η Παναγία μοσχοβολάει γαλαξία σαν το φως να έχει μυρωδιά, σαν η
αγκαλιά Του να άνοιξε και να χύθηκε όλη η τρυφερότητα του κόσμου.
Μετά,
καθώς ο ιερέας υψώνει το θυμιατό και τα καντήλια ρίχνουν ίσκιους στους
τοίχους, μπαίνει κι άλλο άρωμα. Λιβάνι ζωντανό. Μα δεν καίγεται.
Ανασαίνει. Είναι η προσευχή Της που γίνεται καπνός. Ανεβαίνει στους
θόλους, γέρνει, κατεβαίνει και αγκαλιάζει τον καθένα ξεχωριστά. Εκείνη
τη στιγμή νιώθεις: δεν είσαι μόνος. Η Μάνα μυρίζει το παιδί της πριν καν
το δει. Το αναγνωρίζει από τον πόνο του.
Κι ύστερα, στο ζενίθ του ύμνου, όταν η φωνή σπάει στο «Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε», η εικόνα αλλάζει.
Τα ρόδα που είναι τοποθετημένα στα πόδια Της, τα άσπρα κρίνα, οι μενεξέδες ανθίζουν δεύτερη φορά. Το χρώμα τους βαθαίνει. Η μυρωδιά τους γίνεται πυκνή, σαν μέλι που έσταξε από τον Παράδεισο. Η Παναγία σήμερα δεν είναι μόνο η Μητέρα. Είναι ο κήπος ο κλειστός, η πηγή η σφραγισμένη. Κι από την εικόνα Της, για μια ώρα, ρέει ένα ποτάμι.
Αγγίζεις το μάρμαρο, μα τα δάχτυλά σου βουτούν σε ευωδία. Μυρίζει Πάσχα προτού καν φτάσει η Ανάσταση. Μυρίζει αγκαλιά που δεν αφήνει ποτέ κανέναν να χαθεί.
Κι αν εκείνη τη στιγμή κλείσεις τα μάτια, μέσα στο σκοτάδι θα δεις: δεν είναι ξύλο και χρώμα. Είναι εκείνη, ζωντανή, να στέκεται μπροστά σου, να απλώνει το χέρι, και όλος ο αέρας γύρω της να είναι ευωδία παραδεισένια.
Εκ της συντακτικής ομάδας του Ἱ.Ν Αγ. Κωνσταντίνου Κολωνού
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου