Ο Άρης ήταν τριάντα τεσσάρων χρονών, προγραμματιστής υπολογιστών και είχε συνηθίσει τα πάντα να γίνονται σε κλάσματα δευτερολέπτου. Η ζωή του ήταν μια οθόνη: ανανέωση, εκτέλεση, έτοιμο. Όταν όμως η μητέρα του διαγνώστηκε με μετωποκροταφική άνοια ,μια μορφή άνοιας που σβήνει σιγά σιγά τον άνθρωπο ο Άρης δεν ήξερε τι πλήκτρο να πατήσει.
Η
κυρα-Ελένη, πρώην φιλόλογος, άρχισε να μπερδεύει τα ονόματα. Μια μέρα
τον κοίταξε και ρώτησε: «Συγγνώμη, κύριε, εσείς ποιος είστε;»
Εκείνος
έσπασε. Παράτησε την δουλειά του, μετακόμισε στο πατρικό, και
προσπάθησε να “επιδιορθώσει” τη μητέρα του σαν να ήταν βλάβη σε
λογισμικό. Της έβαζε υπενθυμίσεις, σημειώματα, φωτογραφίες με ονόματα.
Τίποτα.
«Προσευχήσου», του είπε ο εφημέριος της γειτονιάς, ο πατέρας Αλέξανδρος. «Κι υπομονή».
«Υπομονή;»
γέλασε πικρά ο Άρης. «Πατέρα, δεν κάνω ενημέρωση σε λειτουργικό
σύστημα. Η μάνα μου σβήνει μπροστά μου. Πού είναι ο Θεός;»
Ο
πατέρας Αλέξανδρος δεν του έδωσε θεωρίες. Του έφερε μια κούτα με παλιές
κασέτες βίντεο. «Βρες μια συσκευή αναπαραγωγής και δες αυτό».
Ο
Άρης έψαξε, βρήκε μια σκονισμένη μηχανή στη σοφίτα, και έβαλε την πρώτη
κασέτα. Εμφανίστηκε η μητέρα του, είκοσι οκτώ χρονών, κρατώντας τον
ίδιο βρέφος. Του τραγουδούσε νανουρίσματα εκτός τόνου και τον κοιτούσε
με βλέμμα που δεν είχε καμία αμφιβολία.
Ύστερα άλλη κασέτα: εκείνη, τριάντα πέντε χρονών, να τον περιμένει έξω από το σχολείο με βροχή, κρατώντας ομπρέλα και χάρτινο σακουλάκι με τοστ. Και άλλη: εκείνη, πενήντα χρονών, στο νοσοκομείο που εκείνος είχε σπάσει το πόδι του σε αγώνα μπάσκετ, να του διαβάζει προσευχές και να χαϊδεύει τα μαλλιά του.
Ο Άρης το κατάλαβε τότε. Η μητέρα του είχε κάνει υπομονή μαζί του δεκαετίες ολόκληρες. Όταν εκείνος φώναζε, εκείνη σώπαινε. Όταν εκείνος έφευγε, εκείνη περίμενε. Όταν εκείνος την αγνοούσε, εκείνη προσευχόταν. Και τώρα, που είχε ανάγκη από λίγη υπομονή, εκείνος ζητούσε από τον Θεό “γρήγορο θαύμα”.
Άλλαξε τακτική. Δεν προσπάθησε άλλο να την “διορθώσει”. Κάθισε δίπλα της. Όταν τον ρωτούσε «ποιος είσαι», εκείνος απαντούσε: «Ένας φίλος». Της διάβαζε παλιά ποιήματα που εκείνη αγαπούσε. Της έβαζε μουσική. Την άφηνε να κρατάει το χέρι του για ώρες, χωρίς λόγια.
Ένα απόγευμα, με τον ήλιο να μπαίνει από
το παράθυρο, η κυρα-Ελένη ξαφνικά τον κοίταξε καθαρά για μια στιγμή
μόνο και είπε: «Άρη μου, κουράστηκες. Κοιμήσου λίγο. Σ’ αγαπώ».
Μετά, το βλέμμα της ξαναθόλωσε. Μα εκείνο το δευτερόλεπτο ήταν για τον Άρη σαν το Άγιο Φως. Δεν ήταν γιατρειά. Ήταν χάρη.
Η
μητέρα του πέθανε τέσσερις μήνες αργότερα. Στην κηδεία, ο πατέρας
Αλέξανδρος είπε λίγα λόγια. Ο Άρης ζήτησε να μιλήσει. Σηκώθηκε,
κρατώντας μια παλιά φωτογραφία, και είπε:
«Νόμιζα ότι
υπομονή σημαίνει να περιμένεις να γίνει το θαύμα. Αλλά έμαθα ότι
υπομονή σημαίνει να αγαπάς ακόμα κι όταν το θαύμα δεν έρχεται ποτέ. Ότι
μερικές φορές, η αγάπη είναι να μένεις εκεί που δεν αναγνωρίζεσαι. Να
δίνεις νερό σε ένα λουλούδι που δεν θ’ ανθίσει ξανά, επειδή κάποτε
εκείνο το λουλούδι σε πότισε με τη ζωή του. Αυτό έκανε η μάνα μου για
μένα. Αυτό έκανε κι ο Χριστός. Έμεινε κι Αυτός όταν Τον αρνούνταν. Κι
αυτό είναι η μεγαλύτερη δύναμη».
Ο κόσμος δάκρυσε. Και ο Άρης, για πρώτη φορά μετά από χρόνια, προσευχήθηκε όχι ζητώντας αλλά ευχαριστώντας.
Η
σύγχρονη ζωή μας έμαθε να θέλουμε τα πάντα άμεσα. Αλλά η πίστη είναι να
αγαπάς χωρίς ανταπόκριση, να περιμένεις χωρίς ημερομηνία παράδοσης, να
μένεις εκεί που δεν σε βλέπουν. Γιατί ο Χριστός δεν είπε «θα σε γιατρέψω
αμέσως». Είπε «μακάριοι όσοι πιστεύουν χωρίς να δουν». Και μερικές
φορές, το μεγαλύτερο θαύμα είναι να μην χρειάζεσαι πια θαύμα παρά μόνο
να είσαι παρών.
Εκ της συντακτικής ομάδας του Ἱ.Ν Αγ. Κωνσταντίνου Κολωνού
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου