Κάπου
εκεί, στη στροφή των εξήντα, η ζωή αλλάζει χρώμα. Δεν είναι πια φωτεινή
και θορυβώδης όπως στα νιάτα, ούτε πεισματικά δραστήρια όπως στα
σαράντα.
Είναι ήρεμη, σαν φθινοπωρινό απόγευμα. Ο ήλιος χαμηλώνει, μα το φως του είναι πιο ζεστό, πιο σιγανό, πιο αληθινό.
Η μελαγχολία στα εξήντα δεν είναι σκοτεινή· είναι βελούδινη. Σαν παλιό κρασί, πικρίζει μα σε ζεσταίνει. Είναι εκεί όταν αναπολείς τους φίλους που χάθηκαν, τα όνειρα που έμειναν στο προσχέδιο, τις αποφάσεις που πήρες — ή δεν τόλμησες να πάρεις.
Δεν θρηνείς για το χρόνο· τον
συλλογίζεσαι, σαν παλιό γνωστό που έφυγε χωρίς αντίο.
Το
σώμα κουβαλάει πια τις αποσκευές του χρόνου: γραμμές στο πρόσωπο,
γόνατα που λυγίζουν λίγο πιο εύκολα, νύχτες που δεν κοιμούνται όπως
παλιά.
Μα η ψυχή… η ψυχή γίνεται πιο καθαρή. Ξέρει πια τι έχει σημασία
και τι όχι. Ξέρει να σωπαίνει, να συγχωρεί, να περιμένει.
Και
μέσα σ’ αυτή τη βουβή ωριμότητα, ανθίζει μια παράξενη, σχεδόν απρόσμενη
ευτυχία. Η ευτυχία του να έχεις ζήσει. Του να έχεις αγαπήσει — ακόμα κι
αν πόνεσες. Του να έχεις δώσει — ακόμα κι αν δεν σου το ανταπέδωσαν.
Του να έχεις αντέξει — ακόμα κι όταν δεν πίστευες ότι θα τα καταφέρεις.
Στα
εξήντα, δεν κυνηγάς πια την κορυφή· στέκεσαι και κοιτάς το μονοπάτι.
Και λες: «Ήμουν εδώ. Πέρασα. Άφησα σημάδια. Άκουσα τη ζωή να με φωνάζει
με τ’ όνομά μου.»
Μπορεί να μην είναι όλα τέλεια, μα
είναι δικά σου. Και μόνο το γεγονός ότι στέκεσαι ακόμα όρθιος, με καρδιά
ανοιχτή, είναι νίκη. Είναι ευλογία. Είναι ποίηση.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου