Ζωντανή Αναμετάδοση Ιερών Ακολουθιών

Τρίτη 9 Ιουνίου 2026

Όταν το Δικαστήριο Κρίνει την Πίστη

 

dikastirio pisti 1

του Αρχιμανδρίτη Αθηναγόρα Σουπουρτζή, Καθηγητή Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου Θεολογικής Ακαδημίας Volyn Ουκρανίας – Επισκέπτη Καθηγητή Ανώτατης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Αθηνών


Παρατηρήσεις στην Απόφαση ΜΠρΑθ (Ασφ) 1418/2025

Μπορεί η θρησκευτική πίστη να λειτουργήσει ως στοιχείο δυσμενούς δικαστικής αξιολόγησης ενός γονέα; Μπορεί η ένταση της θρησκευτικής ζωής να επηρεάσει την κρίση περί επιμέλειας ανηλίκου;

Τα ερωτήματα αυτά βρίσκονται στον πυρήνα της ΜΠρΑθ (Ασφ) 1418/2025 και αναδεικνύουν ένα ζήτημα που υπερβαίνει τα όρια μιας συγκεκριμένης οικογενειακής διαφοράς.

Πριν από κάθε άλλη παρατήρηση, είναι αναγκαία μία ουσιώδης διευκρίνιση.

Η παρούσα παρέμβαση δεν αφορά την κανονική θέση των Παλαιοημερολογιτών ούτε συνιστά υπεράσπιση των σχετικών θρησκευτικών κοινοτήτων.

Οι κοινότητες αυτές λειτουργούν ως διακριτές θρησκευτικές κοινότητες, μη συνδεδεμένες κανονικώς με την Εκκλησία της Ελλάδος, το Οικουμενικό Πατριαρχείο και τις λοιπές Ορθόδοξες Εκκλησίες.

Το ζήτημα που εξετάζεται είναι αποκλειστικά εάν η θρησκευτική πίστη μπορεί να αποτελέσει παράγοντα δυσμενούς δικαστικής αξιολόγησης σε διαφορά επιμέλειας ανηλίκου.

Η σημασία της συζήτησης υπερβαίνει τα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης. Σήμερα το ζήτημα ανακύπτει σε σχέση με μία συγκεκριμένη θρησκευτική κοινότητα.

Αύριο, όμως, θα μπορούσε να αφορά οποιονδήποτε θρησκευόμενο πολίτη, ανεξαρτήτως δόγματος, ομολογίας ή βαθμού θρησκευτικής αφοσίωσης, ανεξαρτήτως εάν είναι κληρικός ή λαϊκός.

Για τον λόγο αυτόν, το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι η προστασία μιας συγκεκριμένης ομάδας, αλλά η διασφάλιση ότι η θρησκευτική ελευθερία θα εξακολουθήσει να προστατεύεται ισότιμα για όλους.

Η απόφαση εκδόθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ διαζευγμένων γονέων σχετικά με την επιμέλεια του ανήλικου τέκνου τους.

Κατά την αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών, το δικαστήριο έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, τη θρησκευτική ζωή του πατέρα, τη συμμετοχή του σε κοινότητα Παλαιοημερολογιτών, τις επισκέψεις του σε ναούς και μοναστήρια και τον τρόπο με τον οποίο οι επιλογές αυτές επηρέαζαν, κατά την κρίση του, την καθημερινότητα του παιδιού.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν ορισμένες διατυπώσεις του σκεπτικού.

Συγκεκριμένα, γίνεται λόγος για «προσκόλληση του καθ’ ού-αιτούντος στις ακραίες θρησκευτικές του πεποιθήσεις», ενώ παράλληλα αναφέρεται ότι «παραμελεί τη συμμετοχή του παιδιού στις αθλητικές δραστηριότητές του στο στίβο».

Επιπλέον, η απόφαση επισημαίνει ότι η παρουσία του ανηλίκου σε χώρους λατρείας δημιουργεί προβληματισμό «λόγω του συνωστισμού που παρατηρείται συνήθως σε αντίστοιχα μέρη και του συνεπακόλουθου κινδύνου μετάδοσης ιώσεων».

Η σημασία των ανωτέρω διατυπώσεων έγκειται στο ότι η θρησκευτική ζωή του πατέρα δεν εμφανίζεται στο σκεπτικό της αποφάσεως ως ουδέτερο πραγματικό δεδομένο, αλλά ως στοιχείο το οποίο συνδέεται αξιολογικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας.

Με άλλα λόγια, η ένταση της θρησκευτικής του δραστηριότητας φαίνεται να συνεκτιμάται από το δικαστήριο ως παράγοντας που επηρεάζει την κρίση περί της καταλληλότητάς του να ασκεί την επιμέλεια του τέκνου.

Ακριβώς στο σημείο αυτό εντοπίζεται ο παρών επιστημονικός προβληματισμός.

Οι διατυπώσεις αυτές αποτελούν το πραγματικό επίκεντρο του παρόντος προβληματισμού. Όχι επειδή ένα δικαστήριο στερείται εξουσίας να αξιολογήσει περιστατικά που σχετίζονται με το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού.

Αντιθέτως, η αξιολόγηση αυτή αποτελεί θεμελιώδη υποχρέωση κάθε δικαστή. Το ερώτημα είναι διαφορετικό: αξιολογούνται συγκεκριμένες πράξεις και αποδεδειγμένες συνέπειες ή αξιολογείται, έστω εμμέσως, η ίδια η ένταση της θρησκευτικής ζωής ενός γονέα;

Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι η ίδια η απόφαση αναφέρει πως οι διάδικοι είχαν τελέσει θρησκευτικό γάμο στην κοινότητα των Παλαιοημερολογιτών, χωρίς όμως να αποσαφηνίζεται επαρκώς η θρησκευτική ταυτότητα εκάστου κατά τον κρίσιμο χρόνο.

Η παρατήρηση αυτή δεν είναι καθοριστική για το αποτέλεσμα της δίκης, πλην όμως αναδεικνύει την ανάγκη ιδιαίτερης προσοχής όταν το θρησκευτικό στοιχείο εισέρχεται στη δικαστική αιτιολογία.

Η συμβολή του Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου στη συζήτηση δεν αφορά την αξιολόγηση της δικαστικής κρίσης καθαυτής.

Αφορά την επισήμανση ότι η συμμετοχή στη λατρεία, οι επισκέψεις σε ναούς και μοναστήρια και η θρησκευτική αγωγή των τέκνων αποτελούν συνήθεις εκφάνσεις του θρησκευτικού βίου και όχι αφ’ εαυτών ενδείξεις κοινωνικής ή γονικής δυσλειτουργίας.

Η θρησκευτική ελευθερία προστατεύεται από το άρθρο 13 του Συντάγματος, το άρθρο 9 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και το άρθρο 10 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η προστασία αυτή δεν αφορά μόνο την εσωτερική θρησκευτική συνείδηση αλλά και την εξωτερική εκδήλωση της πίστης μέσω της λατρείας, της συμμετοχής στη θρησκευτική ζωή και της μετάδοσης των θρησκευτικών πεποιθήσεων στα τέκνα.

Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει διαμορφώσει σαφή όρια ως προς τη συνεκτίμηση των θρησκευτικών πεποιθήσεων στις υποθέσεις επιμέλειας.

Στην υπόθεση Hoffmann v. Austria το Δικαστήριο έκρινε ότι η αφαίρεση της επιμέλειας με καθοριστικό κριτήριο τη θρησκευτική ταυτότητα της μητέρας παραβίαζε την ΕΣΔΑ.

Αντίστοιχα, στην υπόθεση Palau-Martinez v. France υπογραμμίστηκε ότι οι θρησκευτικές πεποιθήσεις γονέα δεν μπορούν να θεμελιώσουν δυσμενή μεταχείριση χωρίς συγκεκριμένη απόδειξη βλάβης του παιδιού.

Η δε υπόθεση Vojnity v. Hungary κατέστησε σαφές ότι οι κρατικές αρχές οφείλουν να εντοπίζουν συγκεκριμένους και εξατομικευμένους κινδύνους και όχι να στηρίζονται σε γενικές υποθέσεις περί των συνεπειών μιας θρησκευτικής επιλογής.

Η προβληματική αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία υπό το πρίσμα του άρθρου 2 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, σύμφωνα με το οποίο το κράτος οφείλει, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του στον τομέα της εκπαίδευσης, να σέβεται το δικαίωμα των γονέων να εξασφαλίζουν τη μόρφωση και την εκπαίδευση των τέκνων τους σύμφωνα με τις δικές τους θρησκευτικές και φιλοσοφικές πεποιθήσεις.

Εάν η έννομη τάξη αναγνωρίζει και προστατεύει το δικαίωμα αυτό στο πλαίσιο της δημόσιας εκπαίδευσης, είναι δύσκολο να υποστηριχθεί ότι η ίδια θρησκευτική ή φιλοσοφική επιλογή μπορεί, χωρίς συγκεκριμένη και αποδεδειγμένη βλάβη του παιδιού, να αξιολογείται δυσμενώς στο πλαίσιο της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής.

Η θρησκευτική αγωγή των τέκνων αποτελεί κατ’ αρχήν έκφανση της οικογενειακής αυτονομίας και της θρησκευτικής ελευθερίας των γονέων, οι οποίες προστατεύονται τόσο από το εθνικό όσο και από το ευρωπαϊκό δίκαιο.

Υπό το πρίσμα αυτό, η χρήση του όρου «ακραίες θρησκευτικές πεποιθήσεις» δημιουργεί εύλογο προβληματισμό. Η διατύπωση αυτή δεν αποτελεί απλώς μία περιγραφική αναφορά αλλά αξιολογική κρίση με έντονο κανονιστικό περιεχόμενο.

Ούτε ο Αστικός Κώδικας, ούτε ο ν. 4800/2021, ούτε η σχετική νομολογία παρέχουν νομικό κριτήριο διάκρισης μεταξύ «κανονικής» και «ακραίας» θρησκευτικότητας.

Το οικογενειακό δίκαιο γνωρίζει την παραμέληση, την κακή άσκηση της γονικής μέριμνας και την έκθεση ανηλίκου σε κίνδυνο. Δεν γνωρίζει όμως κάποιον νομικό ορισμό της «ακραίας θρησκευτικότητας».

Όταν απουσιάζει σαφές νομικό κριτήριο, η αξιολογική κρίση κινδυνεύει να υποκαταστήσει τη νομική κρίση.

Βεβαίως, η παρούσα παρέμβαση δεν υποστηρίζει ότι κάθε συμπεριφορά η οποία επικαλείται θρησκευικά κίνητρα είναι αυτομάτως ανέλεγκτη.

Εάν συγκεκριμένες πρακτικές εκθέτουν αποδεδειγμένα το παιδί σε κίνδυνο ή παρεμποδίζουν ουσιωδώς την ομαλή ανάπτυξή του, ο δικαστής οφείλει να παρέμβει.

Άλλο όμως η αξιολόγηση συγκεκριμένων επιβλαβών πρακτικών και άλλο η αξιολόγηση της ίδιας της θρησκευτικής αφοσίωσης.

Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί και η αναφορά του δικαστηρίου στον κίνδυνο μετάδοσης ιώσεων λόγω συνωστισμού σε χώρους λατρείας.

Η παρατήρηση αυτή είναι αξιοσημείωτη όχι επειδή η δημόσια υγεία δεν αποτελεί θεμιτό σκοπό προστασίας, αλλά επειδή ο συνωστισμός δεν αποτελεί χαρακτηριστικό αποκλειστικά των θρησκευτικών χώρων.

Αντίστοιχος συνωστισμός παρατηρείται σε σχολεία, αθλητικές εγκαταστάσεις, πολιτιστικές εκδηλώσεις και πλήθος άλλων χώρων κοινωνικής δραστηριότητας.

Για τον λόγο αυτόν, η ιδιαίτερη έμφαση στη θρησκευτική δραστηριότητα απαιτεί ειδική και εξατομικευμένη τεκμηρίωση.

Η αρχή της κρατικής ουδετερότητας επιβάλλει στα δημόσια όργανα, συμπεριλαμβανομένων των δικαστηρίων, να μην αποφαίνονται επί της ορθότητας ή μη θρησκευτικών πεποιθήσεων. Ο δικαστής καλείται να κρίνει πράξεις και συνέπειες, όχι το περιεχόμενο της πίστης.

Το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού ως αφετηρία της συζήτησης

Το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού αποτελεί αναμφίβολα το υπέρτατο κριτήριο κάθε δικαστικής κρίσης στις υποθέσεις επιμέλειας.

Ο παρών προβληματισμός δεν αφορά την προτεραιότητα του κριτηρίου αυτού ούτε αμφισβητεί τη θεμελιώδη υποχρέωση των δικαστηρίων να προστατεύουν αποτελεσματικά τους ανηλίκους.

Αφορά, αντιθέτως, τον τρόπο με τον οποίο προσδιορίζεται και αποδεικνύεται το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού όταν η δικαστική κρίση συνεκτιμά στοιχεία που συνδέονται με τη θρησκευτική ζωή ενός γονέα.

Σε ένα κράτος δικαίου, η προστασία του ανηλίκου και η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων δεν λειτουργούν ανταγωνιστικά αλλά συμπληρωματικά.

Ασφαλώς, ο παρών σχολιασμός περιορίζεται αποκλειστικά στις διατυπώσεις του δημοσιευμένου σκεπτικού της αποφάσεως και όχι στο σύνολο του αποδεικτικού υλικού της δικογραφίας, το οποίο δεν είναι διαθέσιμο στον γράφοντα.

Εξίσου σαφές είναι ότι το δικαστήριο είχε την εξουσία να συνεκτιμήσει το σύνολο των πραγματικών περιστατικών και ότι το τελικό αποτέλεσμα της απόφασης θα μπορούσε ενδεχομένως να στηριχθεί και σε άλλα στοιχεία του φακέλου.

Ο προβληματισμός αφορά αποκλειστικά τις συγκεκριμένες διατυπώσεις με τις οποίες αξιολογήθηκε το θρησκευτικό στοιχείο.

Ένα ζήτημα που αφορά κάθε θρησκευόμενο πολίτη.

Το κρίσιμο ερώτημα που αφήνει ανοικτό η ΜΠρΑθ (Ασφ) 1418/2025 δεν είναι ποια θρησκευτική κοινότητα αφορά η συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά κατά πόσον η ένταση της θρησκευτικής ζωής ενός γονέα μπορεί, χωρίς συγκεκριμένη και αποδεδειγμένη βλάβη του παιδιού, να μετατρέπεται σε παράγοντα δυσμενούς δικαστικής αξιολόγησης.

Σε μία σύγχρονη δημοκρατική κοινωνία, ο δικαστής οφείλει να προστατεύει το παιδί από πραγματικούς και αποδεδειγμένους κινδύνους.

Οφείλει όμως ταυτόχρονα να προστατεύει και την ελευθερία του γονέα να πιστεύει, να λατρεύει και να ανατρέφει τα τέκνα του σύμφωνα με τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις.

Η ισορροπία αυτή αποτελεί μία από τις λεπτότερες δοκιμασίες του σύγχρονου κράτους δικαίου.

Για εκτενέστερη τεκμηρίωση, αναλυτική παράθεση της νομολογίας και πλήρη ανάπτυξη των επιχειρημάτων, ο αναγνώστης μπορεί να ανατρέξει στην πλήρη επιστημονική μελέτη του συγγραφέα, διαθέσιμη μέσω του προσωπικού του ακαδημαϊκού προφίλ στην Academia.edu.


Βιβλιογραφία

Α. Νομική Βιβλιογραφία

• Βενιζέλος Ευ., Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, αναθεωρημένη έκδ., εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 2008.

• Βενιζέλος Ευ., Ζητήματα Συνταγματικών Ελευθεριών, εκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1993.

• Βενιζέλος Ευ., Πολιτική Θεολογία και Συνταγματική Ηθική, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2025.

• Βενιζέλος Ευ. (επιμ.), Το Ελληνικό Σύνταγμα, τόμ. 1 (Άρθρα 1-25), εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 2025.

• Γεωργιάδης Α. – Σταθόπουλος Μ. (επιμ.), Ερμηνεία Αστικού Κώδικα, τόμ. VIII (Οικογενειακό Δίκαιο), Αθήνα 2023.

• Δαγτόγλου Π.Δ., Ατομικά Δικαιώματα, τόμ. Β΄, 4η έκδ., Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2012.

• Καϊδατζής Α., «Η θρησκευτική ελευθερία ενώπιον του ΕΔΔΑ», Δίκαιο & Απόδειξη (ΔτΑ) 2015, σ. 45-78.

• Κονιδάρης Ι. / Ανδρουτσόπουλος Γ., Ιδιαίτερα Εκκλησιαστικά Καθεστώτα, 2η έκδ., εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2017.

• Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη Ε., Οικογενειακό Δίκαιο, τόμ. ΙΙβ, 4η έκδ., Θεσσαλονίκη 2022.

• Νίκας Ν., Πολιτική Δικονομία, τόμ. Β΄, Αθήνα 2004.

• Παπαγεωργίου Κ.Γ., Εκκλησιαστικό Δίκαιο, εκδ. Παπαζήσης, Αθήνα.

• Παπαγεωργίου Κ.Γ., «Ο Ν. 4031/2014 για την οργάνωση της νομικής μορφής των θρησκευτικών κοινοτήτων και την ίδρυση θρησκευτικών νομικών προσώπων. Μία νομική προσέγγιση», Αρμενόπουλος 4/2016, σ. 678-695.

• Παπαγεωργίου Κ.Γ., «Η αλλοίωση του μητροπολιτικού συστήματος διοικήσεως της Εκκλησίας Κρήτης (1962-1967)», σε: Αντικήνσωρ – Τιμητικός Τόμος Σπύρου Ν. Τρωιάνου, Αθήνα 2013, σ. 1263-1274.

• Σταμπέλου Χρ., σχόλιο υπό ΠΠρΑΘ 124/2021, ΕφΑΔ & ΠολΔ 2021, σ. 193-200.

• Χρυσόγονος Κ., Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, 4η έκδ., Αθήνα 2017.

• Ανδρουτσόπουλος Γ., «Η θρησκευτική ελευθερία στον καιρό της πανδημίας», Νομοκανονικά 2/2020.

• Ανδρουτσόπουλος Γ. / Μάρκος Β., Το δίκαιο της ταφής και της αποτέφρωσης, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2021.  
Β. Θεολογική – Κανονική Βιβλιογραφία

• Γιαννακοπούλου Ε., «Έγκλημα και ποινή στα πρακτικά των Οικουμενικών Συνόδων», σε: Αντικήνσωρ – Τιμητικός Τόμος Σπύρου Ν. Τρωιάνου, Αθήνα 2013, σ. 317-347.

• Γιαννακοπούλου Ε., «Η παλλακεία ως τύπος συμβίωσης. Ιστορικοκανονική και συγκριτική θεώρηση», Εκκλησιαστικός Φάρος 79 (2008), σ. 117-197.

• Μαγγιώρος Ν.Χ., Το περιουσιακό δίκαιο της καθολικής εκκλησίας. De bonis Ecclesiae temporalibus, εκδ. Μπαρμπουνάκης, Θεσσαλονίκη.

• Νικολακάκης Δ., Η ενοριακή διοικητική οργάνωση της Εκκλησίας της Ελλάδος, Διδακτορική Διατριβή, Νομική Σχολή ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 2002.

• Νικολακάκης Δ., Ο τόμος του 1850 και η φαλκίδευσή του με τους νόμους Σ΄ και ΣΑ΄/1852, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2022.

• Παπαθωμάς Γρ.Δ., Κανονικό Δίκαιο – Εισαγωγή στην Κανονική Οικονομία. Προθεωρία της Κανονικής Πράξης, εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 2025.

• Παπαθωμάς Γρ., «Παράδοση και ήθη. Νεωτερικότητα και αίρεση», σε: Στα βήματα του αποστόλου Βαρνάβα, Λευκωσία 2008, σ. 577-592.

• Παπαθωμάς Γρ., «Από τη Θεολογία και την Οικονομία στην Κανονική Οικονομία της Εκκλησίας», σε: Από τη Θεία Οικονομία στην Οικονομία της Εκκλησίας, εκδ. Ηρόδοτος, Αθήνα 2015, σ. 163-201.

• Πουλής Γ., Εκκλησιαστικό Δίκαιο, 6η έκδ., Θεσσαλονίκη 2020.

• Χριστινάκη Ε., The Canonical Theory of Ecclesiastical Penalty, εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 2018.

• Χριστινάκη Ε., «The undermined contribution of St Gregory the Theologian to Canon Law», Philotheos 14 (2014), σ. 102-116.

• Χριστινάκη Ε., Το δίκαιο στη Θεολογία και στη σύγχρονη εποχή, εκδ. ΕΚΠΑ, Αθήνα 2022.

• Χριστινάκη-Γλάρου Ε., «Shame, Guilt and Remorse in the Holy Canons», σε: The Significance of Theology in Today’s Society and Culture, Arad 2023, σ. 160-174.  

Γ. Νομολογία

Ελληνική

• ΑΠ 298/2021.

• ΑΠ 616/2020.

• ΑΠ 1286/2018.

• ΑΠ 121/2011.

• ΣτΕ 2105/2000.

• ΣτΕ 3533/1986.

• ΠΠρΑΘ 124/2021.

• ΜΠρΑθ (Ασφ) 1418/2025.  

Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου

• Hoffmann v. Austria (23.6.1993).

• Palau-Martinez v. France (16.12.2003).

• Folgerø v. Norway (29.6.2007).

• Vojnity v. Hungary (12.2.2013).

• Neulinger and Shuruk v. Switzerland (6.7.2010).

Πηγή: romfea.gr 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου