Η νύχτα έπεφτε αργά στο χωριό, μια ζεστή ανάσα που μύριζε βασιλικό, ξερό χώμα και τη δροσιά που άρχιζε να ανεβαίνει από το πηγάδι.
Στη δεκαετία του '50, το σπίτι ήταν απλώς ένας χώρος για να φυλάμε τα πράγματα· η πραγματική ζωή, ο ύπνος και τα όνειρα ξεδιπλώνονταν έξω, κάτω από τον ουρανό, η αυλή γινόταν το κοινό μας υπνοδωμάτιο.
Τα σιδερένια κρεβάτια, μεταφερμένα με κόπο από τα εσωτερικά δωμάτια, παρατάσσονταν με τάξη κάτω από την κληματαριά.
Τα φύλλα της, πλατιά και σκιερά, μας προστάτευαν από την υγρασία της νύχτας, ενώ τα τσαμπιά από τα σταφύλια κρέμονταν σαν μικρά, σκοτεινά κοσμήματα πάνω από τα κεφάλια μας.
Θυμάμαι ακόμα τον ήχο της λάμπας πετρελαίου που έτρεμε απαλά, ρίχνοντας χρυσαφένιες σκιές στους ασβεστωμένους τοίχους. Δεν υπήρχε ησυχία απόλυτη. Άκουγες το μακρινό γρύλισμα ενός σκύλου, το θρόισμα των φύλλων όταν φυσούσε το νυχτερινό αεράκι και, πάνω από όλα, τις ανάσες των δικών σου ανθρώπων που κοιμούνταν δίπλα σου.
Εκεί, κάτω από τα άστρα, ο κόσμος φάνταζε απλός. Η γιαγιά με το μαντίλι της, ξαπλωμένη στο δικό της κρεβάτι, φαινόταν σαν φύλακας άγγελος της αυλής, ενώ το πηγάδι στο κέντρο στεκόταν εκεί, σαν σιωπηλός μάρτυρας όλων των ιστοριών που είχαμε πει εκείνο το καλοκαίρι. Ο ύπνος ερχόταν γλυκά, με την αίσθηση ότι είμαστε προστατευμένοι, αγκαλιασμένοι από την ίδια τη γη και την παράδοση που μας κράταγε ενωμένους.
Ήταν καλοκαίρια που η σιωπή ήταν γεμάτη, και ο ύπνος στην αυλή δεν ήταν απλώς ανάγκη, αλλά μια ιεροτελεστία που μας θύμιζε πόσο βαθιά ριζωμένοι ήμασταν στον τόπο μας.
Άννα Δανάλη
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου