
Πρωτ. Βασιλείου Α. Γεωργόπουλου
Αναπληρωτή Καθηγητή Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ
Στα μέσα του 20ού αιώνα ο δυτικός κόσμος βρέθηκε αντιμέτωπος με βαθιές πολιτισμικές και πνευματικές ανακατατάξεις.
Οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, η ραγδαία πρόοδος της επιστήμης και της τεχνολογίας, η αμφισβήτηση των παραδοσιακών θεσμών και η αυξανόμενη εκκοσμίκευση διαμόρφωσαν ένα νέο περιβάλλον, μέσα στο οποίο οι παλαιές θρησκευτικές βεβαιότητες άρχισαν να χάνουν την ισχύ τους.
Μέσα σε αυτό το κλίμα εμφανίστηκε η λεγόμενη «Θεολογία του Θανάτου του Θεού» (Death of God Theology), ένα από τα πλέον συζητημένα και αμφιλεγόμενα ρεύματα της σύγχρονης δυτικής θεολογίας.
Αποτέλεσε ένα ριζοσπαστικό ρεύμα της αμερικανικής προτεσταντικής θεολογίας που γνώρισε ιδιαίτερη άνθηση τη δεκαετία του 1960 και εξής όταν η εκκοσμίκευση, η αμφισβήτηση της μεταφυσικής και η εμπιστοσύνη στην ανθρώπινη πρόοδο κυριαρχούσαν σε μεγάλο μέρος της δυτικής διανόησης.( J.Rohls, Protestantische Theologie der Neuzeit II. Das 20. Jahrhundert, 1997. Ph. David, Der Tod Gottes als Lebensgefühl der Moderne, 2023).
Ο ονομασία της προκάλεσε σοκ, καθώς έδινε την εντύπωση ότι οι εκπρόσωποί της διακήρυσσαν την ανυπαρξία του Θεού.
Στην πραγματικότητα, οι περισσότεροι από αυτούς δεν ενδιαφέρονταν πρωτίστως να αποδείξουν ότι ο Θεός δεν υπάρχει, αλλά να εξετάσουν τι σημαίνει να μιλά κανείς για τον Θεό σε μια κοινωνία όπου οι παραδοσιακές μορφές πίστης φαίνονταν να έχουν χάσει την επιρροή τους.
Επηρεασμένοι από τη Νιτσεϊκή θέση περί του «θανάτου του Θεού», ως διαπίστωση της κατάρρευσης των μεταφυσικών και ηθικών θεμελίων της Δύσης και από τη μεταπολεμική κρίση της θρησκευτικής αυθεντίας, οι κύριοι εκπρόσωποί της υποστήριξαν ότι ο παραδοσιακός, υπερβατικός Θεός της κλασικής Θεολογίας έχει χάσει την αποδοχή και την πειστικότητα στη συνείδηση του σύγχρονου ανθρώπου.
Η θέση αυτή δεν ταυτιζόταν κατ’ ανάγκην με τον αθεϊσμό, μια μομφή που διατυπώθηκε εναντίον τους, αλλά με προτάσεις επαναδιατύπωσης της χριστιανικής πίστης.
Οι περισσότερες δημοσιεύσεις των εκπροσώπων της είχαν εκλαϊκευμένο χαρακτήρα και απευθύνονταν σε ένα ευρύτερο κοινό.
Παρά τη μεγάλη δημοσιότητα που έλαβε, η κίνηση δεν εξελίχθηκε ποτέ σε ένα συστηματικό θεολογικό οικοδόμημα.
Οι θεολόγοι που συνδέθηκαν με αυτήν διαφωνούσαν μεταξύ τους σε καίρια ζητήματα και συχνά βρέθηκαν να υπερασπίζονται πολύ διαφορετικές θέσεις , γι αυτό δεν συγκροτήθηκε ποτέ ως ενιαία σχολή σκέψης.
Αντίθετα, αποτέλεσε ένα σύνολο διαφορετικών προσεγγίσεων που μοιράζονταν έναν κοινό προβληματισμό: πώς μπορεί να γίνει κατανοητός ο Θεός σε μια εποχή όπου η παραδοσιακή θρησκευτική γλώσσα μοιάζει να έχει απωλέσει την αυθεντία και την πειστικότητά της.
Ο Thomas J. J. Altizer (1927 -2018) αποτέλεσε τον πιο ακραίο και ταυτόχρονα τον πιο γνωστό εκπρόσωπο της κίνησης.
Επηρεασμένος από τον Έγελο , τον Nίτσε και ορισμένες βουδιστικές ιδέες, υποστήριξε ότι η ιστορία της σωτηρίας μπορεί να κατανοηθεί ως μια διαδικασία πλήρους κένωσης του Θεού μέσα στον κόσμο.
Κεντρική θέση στη σκέψη του κατέχει η βιβλική έννοια της κένωσης, όπως διατυπώνεται στην προς Φιλιππησίους επιστολή του Αποστόλου Παύλου (Κεφ.2,7).
Ο Altizer υποστήριξε ότι ο Θεός αυτοπαραδίδεται ολοκληρωτικά στον κόσμο, φτάνοντας σε μια μορφή ιστορικής «αυτοκατάργησης» που κορυφώνεται στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Η θέση αυτή προκάλεσε έντονες αντιδράσεις τόσο στους προτεσταντικούς όσο και στους ρωμαιοκαθολικούς θεολογικούς κύκλους.
Μια διαφορετική προσέγγιση ανέπτυξε ο William Hamilton(1924- 2012). Ο Hamilton πρότεινε μια θεολογία προσανατολισμένη στην ανθρώπινη εμπειρία και στην ευθύνη απέναντι στον συνάνθρωπο.
Αντί να αναζητά τον Θεό σε μεταφυσικές πραγματικότητες, προέτρεπε τον άνθρωπο να στραφεί προς τον κόσμο, την κοινωνία και τις ανθρώπινες σχέσεις. Η μορφή του Χριστού διατηρούσε κεντρική θέση στη σκέψη του, αλλά περισσότερο ως πρότυπο αγάπης και αλληλεγγύης σε μια νεοαρειανική εκδοχή της.
Ωστόσο, πρέπει να επισημανθεί, ότι η δυτική ευρωπαϊκή θεολογία δεν υιοθέτησε ποτέ μαζικά τις ακραίες θέσεις των Αμερικανών θεολόγων.
Η συζήτηση παρέμεινε κυρίως ακαδημαϊκή και δεν εξελίχθηκε σε αυτόνομο θεολογικό ρεύμα αντίστοιχης εμβέλειας και συνάντησε έντονη κριτική από πολλές πλευρές.
Πολλοί θεολόγοι υποστήριξαν ότι οι εκπρόσωποί της Θεολογία του Θανάτου του Θεού υιοθετούσαν μια υπερβολικά περιορισμένη αντίληψη για τον Θεό, αντιμετωπίζοντάς τον ως Ον που υπόκειται στις ιστορικές και πολιτισμικές μεταβολές.
Από την ρωμαιοκαθολική και την προτεσταντική θεολογία διατυπώθηκε η ένσταση ότι ο Θεός, ως υπερβατικός, δεν μπορεί να «πεθάνει» με την κυριολεκτική ή μεταφορική έννοια που πρότειναν ορισμένοι εκπρόσωποι της κίνησης.
Παράλληλα, τόνιζαν ότι η χριστιανική παράδοση διαθέτει ήδη πλούσια αποφατική θεολογία, η οποία αναγνωρίζει τα όρια της ανθρώπινης γλώσσας χωρίς να οδηγείται στην εγκατάλειψη της πίστης.
Παρά τις αντιρρήσεις αυτές, άλλοι θεολόγοι αναγνώρισαν ότι το κίνημα έθεσε εύστοχα ερωτήματα σχετικά με τη δυνατότητα της θρησκευτικής γλώσσας και τον τρόπο πρόσληψης της από τον σύγχρονο άνθρωπο.
Η Θεολογία του Θανάτου του Θεού ανέδειξε με έντονο τρόπο την κρίση της θρησκευτικής γλώσσας στη νεωτερική εποχή, όπως αυτή αποτυπωνόταν στις δυτικές χριστιανικές κοινωνίες, θέτοντας το ερώτημα πώς μπορεί κανείς να μιλήσει για τον Θεό σε έναν κόσμο που μεταβάλλεται διαρκώς και στον οποίο οι παραδοσιακές βεβαιότητες αμφισβητούνται.
Πηγή: romfea.gr
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου