Μια μεταβυζαντινή εικόνα της μνήμης θανάτου, της ταπείνωσης και της ματαιότητας.
Ανάμεσα
στις πιό «παράξενες» παραστάσεις της Ορθόδοξης εικονογραφίας ξεχωρίζει η
μορφή του Αββά Σισώη μπροστά στον ανοιγμένο τάφο του Μεγάλου
Αλεξάνδρου.
Ο ασκητής της ερήμου σκύβει πάνω από τα οστά του πιο ένδοξου στρατηλάτη της αρχαιότητας και θρηνεί όχι για ένα συγκεκριμένο ιστορικό πρόσωπο, αλλά για το ίδιο το ανθρώπινο τέλος.
Η εικόνα αυτή δεν φαίνεται να προέρχεται από αγιολογική διήγηση, αλλά από ένα σύντομο επίγραμμα περί θανάτου, το οποίο αποτέλεσε το λογοτεχνικό της υπόβαθρο και πιθανότατα διαμόρφωσε την εικονογραφική της μορφή.
Η παράσταση
φαίνεται να σχηματίστηκε στα τέλη του 15ου αιώνα και να διαδόθηκε ευρέως
στον μεταβυζαντινό ορθόδοξο κόσμο τον 16ο και 17ο αιώνα.
Το
αρχαιότερο βέβαιο παράδειγμα που έχει εντοπιστεί βρίσκεται στη
Μολδαβία, στη Μονή του Αγίου Νικολάου στο Μπαλινέστι, το 1499. Από εκεί
και πέρα, το θέμα εμφανίζεται σε Μολδαβικά, Αγιορείτικα, Σερβικά και
Ελληνικά μνημεία, γεγονός που δείχνει ότι δεν επρόκειτο για τοπική
ιδιορρυθμία, αλλά για ένα ευρύτερα αποδεκτό μοναστικό εικονογραφικό
θέμα. Στο Άγιον Όρος, το παλαιότερο σωζόμενο παράδειγμα χρονολογείται
στο 1546, και η παράσταση απαντά στη Μεγίστη Λαύρα, στη Ξενοφώντος και
στη Δοχειαρίου.
Η εικόνα δεν
μπορεί να κατανοηθεί πλήρως χωρίς το σύντομο επίγραμμα που τη συνοδεύει.
Το κείμενο αρχίζει με τη φράση «Ὁρῶν σε, τάφε…» και αποτελεί έναν
συγκινητικό στοχασμό για τον θάνατο και το κοινό τέλος όλων των
ανθρώπων. Η βασική του λειτουργία είναι σαφώς μνήμη θανάτου: δεν υμνεί
τον Αλέξανδρο, αλλά υπογραμμίζει ότι ακόμη και η υπέρτατη κοσμική δόξα
καταλήγει στη φθορά. Η εικονογραφία και το επίγραμμα φαίνεται να
συνδέθηκαν στενά, αφού σε αρκετές τοιχογραφίες το κείμενο γράφεται δίπλα
στη σκηνή, σαν να την ερμηνεύει εκ των έσω.
Το
επίγραμμα είναι σημαντικό και για έναν ακόμη λόγο: δεν φαίνεται να
αποτελεί λόγο του ίδιου του Αββά Σισώη ούτε απόσπασμα γνωστού
αγιολογικού βίου. Αντιθέτως, πρόκειται μάλλον για μεταγενέστερη ποιητική
σύνθεση, η οποία αξιοποιήθηκε από το μοναστικό περιβάλλον ως μέσο
διδαχής.
Με άλλα λόγια, η παράσταση δεν γεννήθηκε επειδή κάποια παράδοση
διηγήθηκε ότι ο Σισώης στάθηκε μπροστά στον τάφο του Αλεξάνδρου, αλλά
επειδή ένα ποιητικό κείμενο περί θανάτου βρήκε την ιδανική εικονική του
έκφραση στο πρόσωπο ενός μεγάλου ασκητή.
Το
ερώτημα γιατί το επίγραμμα συνδέθηκε ειδικά με τον Σισώη και όχι με
άλλον ασκητή είναι εύλογο. Δεν υπάρχει, όσο επιτρέπουν οι γνωστές πηγές,
μια απόλυτη και μοναδική απάντηση. Ωστόσο, η μορφή του Σισώη φαίνεται
να ανταποκρίνεται ιδανικά στο θεολογικό περιεχόμενο της σκηνής. Ως
ασκητής της ερήμου, ενσαρκώνει τη μετάνοια, την ταπείνωση και τη διαρκή
μνήμη του θανάτου. Η παρουσία του δίπλα στα οστά του Αλεξάνδρου
δημιουργεί μια ισχυρή αντίθεση ανάμεσα στη φήμη του κόσμου και στην
αλήθεια του τέλους.
Η επιλογή του
Σισώη, λοιπόν, φαίνεται να είναι κυρίως εικονογραφική και θεματική. Δεν
πρόκειται για ιστορική συνάντηση ούτε για επεισόδιο που καταγράφεται
στα γνωστά αποφθέγματα. Αντιθέτως, ο Σισώης λειτουργεί ως ο πλέον
κατάλληλος φορέας ενός ασκητικού μηνύματος: ο άνθρωπος που εγκατέλειψε
τον κόσμο στέκεται μπροστά στον πιο ένδοξο νεκρό της ιστορίας και
ομολογεί τη ματαιότητα κάθε επίγειου μεγαλείου.
Σε
αυτή την προοπτική, η εικόνα του Σισώη μπροστά στον τάφο του Αλεξάνδρου
δεν είναι απλώς μια ηθικολογική υπενθύμιση ότι «όλα τελειώνουν». Είναι
μια θεολογική δήλωση ότι η αληθινή ζωή δεν κρίνεται από την ισχύ, την
αθανασία της φήμης ή την εξουσία, αλλά από τη σχέση του ανθρώπου με τον
Θεό και την εσωτερική του προετοιμασία για την αιωνιότητα. Ο ασκητής
θρηνεί όχι επειδή φοβάται τον θάνατο, αλλά επειδή βλέπει καθαρά πόσο
εύθραυστη είναι η ανθρώπινη δόξα όταν απογυμνωθεί από την πνευματική της
διάσταση.
Έχει προταθεί ότι η
διάδοση του θέματος στον μεταβυζαντινό κόσμο μπορεί να συνδέεται και με
το ιστορικό τραύμα της Άλωσης και της Οθωμανικής κυριαρχίας. Αυτή η
ερμηνεία δεν φαίνεται να εξηγεί την προέλευση της παράστασης, αλλά
μπορεί να φωτίζει τη μεταγενέστερη πρόσληψή της. Σε έναν κόσμο που είχε
γνωρίσει την απώλεια της αυτοκρατορικής ισχύος, η εικόνα του πιο ένδοξου
κατακτητή της αρχαιότητας μέσα στη φθορά των οστών του αποκτά μια
πρόσθετη πνευματική και ιστορική βαρύτητα.
Ωστόσο,
η κύρια ερμηνευτική γραμμή παραμένει μοναστική και κατανυκτική. Το
επίγραμμα, η εικόνα και η παράδοση του Αββά Σισώη συγκλίνουν σε ένα
κοινό μήνυμα: ό,τι ανήκει στον κόσμο είναι παροδικό, ενώ η ψυχή καλείται
να στραφεί προς το αιώνιο. Η παράσταση δεν λειτουργεί ως πολιτικό
σχόλιο, αλλά ως άσκηση μνήμης θανάτου και ως πρόσκληση σε μετάνοια.
του Σεβ. Χονγκ Κονγκ Nεκταρίου
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου