
Αρχιμανδρίτης Αθηναγόρας Σουπουρτζής, Καθηγητής Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου, Θεολογική Ακαδημία Βολυνίας, Διδάκτωρ Κανονικού Δικαίου, ΕΚΠΑ, Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Νομικής (LL.M.), Πανεπιστήμιο Sunderland
Τα τελευταία χρόνια το ζήτημα του λεγόμενου «γεροντισμού» επανέρχεται συχνά στον εκκλησιαστικό δημόσιο διάλογο.
Συνήθως, όμως, η συζήτηση εγκλωβίζεται σε πρόσωπα, προσωπικές αντιπαραθέσεις ή μεμονωμένα περιστατικά.
Έτσι, παραμένει αναπάντητο το ουσιώδες ερώτημα: πότε η πνευματική πατρότητα, που αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της ορθόδοξης παράδοσης, κινδυνεύει να μετατραπεί σε παράλληλη εκκλησιαστική αυθεντία;
Το ζήτημα αυτό δεν είναι πρωτίστως ψυχολογικό, κοινωνιολογικό ή οργανωτικό. Είναι, πριν απ’ όλα, εκκλησιολογικό και κανονολογικό.
Δεν αφορά την ύπαρξη πνευματικών πατέρων – η Εκκλησία πάντοτε ανέδειξε μεγάλους Γέροντες και φωτισμένους εξομολόγους.
Αφορά τα όρια της εκκλησιαστικής αυθεντίας και τη σχέση του πνευματικού χαρίσματος με την κανονική συγκρότηση της Εκκλησίας.
Η απάντηση δεν εξαρτάται από προσωπικές εκτιμήσεις ούτε από τις εκάστοτε ποιμαντικές πρακτικές.
Βρίσκεται στην ίδια την αυτοσυνειδησία της Εκκλησίας, όπως αυτή εκφράζεται στην Αγία Γραφή, στους Πατέρες και στους Ιερούς Κανόνες.
Πριν, επομένως, ορισθεί ο γεροντισμός ως εκτροπή, οφείλει να ορισθεί θετικά η ίδια η γνήσια πνευματική πατρότητα.
Αυθεντικός πνευματικός πατέρας είναι εκείνος ο οποίος, ασκώντας εκκλησιαστική διακονία εντός της κανονικής τάξεως και σε κοινωνία με τον οικείο επίσκοπο, οδηγεί τον πιστό όχι προς το πρόσωπό του αλλά προς την ίδια την Εκκλησία: προς την ευχαριστιακή σύναξη, τη μυστηριακή ζωή και την εν Χριστώ ελευθερία.
Το πνευματικό του χάρισμα δεν δημιουργεί εξάρτηση, αλλά ωριμότητα· δεν συγκεντρώνει, αλλά εντάσσει· δεν υποκαθιστά την εκκλησιαστική κοινωνία, αλλά σε αυτήν εισάγει.
Ο γεροντισμός, κατά τούτο, δεν είναι παρά η στέρηση αυτού ακριβώς του θετικού περιεχομένου — η πνευματική πατρότητα αποκομμένη από τον εκκλησιαστικό της προορισμό.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι χριστοκεντρική και συγχρόνως επισκοποκεντρική (δηλαδή συγκροτούμενη περί τον επίσκοπο, ο οποίος αποτελεί το ορατό κέντρο αναφοράς της τοπικής Εκκλησίας).
Η δεύτερη αυτή ιδιότητα δεν σημαίνει ότι ο επίσκοπος αποτελεί δεύτερο κέντρο αναφοράς δίπλα στον Χριστό ούτε ότι η εκκλησιαστική εξουσία αποκτά προσωποπαγή χαρακτήρα.
Σημαίνει ότι ο Χριστός συγκροτεί και φανερώνει την τοπική Εκκλησία διά της ευχαριστιακής συνάξεως, της οποίας προΐσταται ο κανονικός επίσκοπος ως ορατό σημείο της ενότητας.
Η θέση αυτή δεν αποτελεί νεώτερη θεωρητική κατασκευή· απορρέει από την ίδια την πατερική μαρτυρία και κατοχυρώνεται απαρέγκλιτα στους Ιερούς Κανόνες, όπως θα φανεί στη συνέχεια.
Γι’ αυτό και η σχέση επισκόπου, πρεσβυτέρου και πιστών δεν είναι πρωτίστως διοικητική αλλά ευχαριστιακή και εκκλησιολογική· η Θεία Ευχαριστία δεν είναι απλώς το κέντρο της λατρείας, αλλά το θεμέλιο της ενότητάς της.
Η αλήθεια αυτή διατυπώνεται ήδη από τον άγιο Ιγνάτιο τον Θεοφόρο: «Χωρὶς τοῦ ἐπισκόπου μηδὲν πρασσέτω τις τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν Ἐκκλησίαν».
Και λίγο παρακάτω συμπληρώνει: «Ὅπου ἂν φανῇ ὁ ἐπίσκοπος, ἐκεῖ τὸ πλῆθος ἔστω, ὥσπερ ὅπου ἂν ᾖ Χριστὸς Ἰησοῦς, ἐκεῖ ἡ καθολικὴ Ἐκκλησία».
Ο επίσκοπος, ως διάδοχος των Αποστόλων και κανονικός προϊστάμενος της τοπικής Εκκλησίας, φέρει εντός αυτής την πρωτογενή κανονική δικαιοδοσία, θεμελιωμένη στην αποστολική διαδοχή και ασκούμενη μέσα στη συνοδική και κανονική συγκρότηση της Εκκλησίας.
Προΐσταται «εἰς τύπον Χριστοῦ», ως πρόεδρος της ευχαριστιακής συνάξεως και ορατό σημείο της ενότητας της τοπικής Εκκλησίας.
Ακριβώς επειδή εικονίζει τον Χριστό, το κύρος της διακονίας του δεν αντλείται από το πρόσωπό του αλλά από Εκείνον, του οποίου ο επίσκοπος είναι ο τύπος και η ζωντανή εικόνα, αναγόμενο έτσι στην ίδια την πηγή του.
Η αυθεντία αυτή, επομένως, δεν αποτελεί προσωπικό προνόμιο, αλλά θεσμική διακονία, η οποία ασκείται σύμφωνα με την κανονική τάξη και προς διαφύλαξη της πίστεως, της ενότητας και της εκκλησιαστικής κοινωνίας.
Ακριβώς γι’ αυτό η πνευματική ζωή και η κανονική τάξη δεν συγκρούονται· η αγιότητα δεν καταργεί την κανονική τάξη αλλά την επιβεβαιώνει.
Όσο μεγαλύτερο είναι το πνευματικό ανάστημα ενός ανθρώπου, τόσο βαθύτερη είναι και η εκκλησιαστική του συνείδηση.
Το ίδιο μαρτυρεί και η ιστορία. Πρόσωπα όπως ο Μάξιμος ο Ομολογητής και ο Θεόδωρος ο Στουδίτης —ενδεικτικά και μόνον— ακόμη και όταν για λόγους πίστεως συγκρούστηκαν με φορείς της ιεραρχίας, δεν οικοδόμησαν ποτέ προσωπικά κέντρα εκκλησιαστικής αναφοράς γύρω από το πρόσωπό τους· η μαρτυρία τους αναγνωρίστηκε τελικά από τη συνοδική συνείδηση της Εκκλησίας.
Η κανονική παράδοση και ο μοναχισμός
Η ίδια αρχή αποτυπώνεται με σαφήνεια και στη μοναστική παράδοση της Εκκλησίας.
Ο μοναχισμός δεν υπήρξε ποτέ παράλληλη εκκλησιαστική δομή, αλλά αναπτύχθηκε πάντοτε μέσα στην εκκλησιαστική κοινωνία και προς οικοδομήν αυτής.
Η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος αντιμετώπισε με ιδιαίτερη προσοχή το ζήτημα της σχέσεως μοναχών και επισκόπου.
Με τους ιερούς κανόνες της αναγνώρισε τη μεγάλη αξία του μοναχικού βίου, αλλά ταυτόχρονα όρισε ότι οι μοναχοί τελούν υπό την κανονική εποπτεία της εκκλησιαστικής αρχής, ώστε το μοναχικό χάρισμα να υπηρετεί την ενότητα της Εκκλησίας και όχι να λειτουργεί αυτονομημένα.
Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι κάθε ιερά μονή υπάγεται σε επισκοπική εκκλησιαστική αρχή, είτε αυτή είναι ο επιχώριος μητροπολίτης είτε, στις περιπτώσεις των σταυροπηγιακών μονών και του Αγίου Όρους, ο Οικουμενικός Πατριάρχης.
Η κανονική παράδοση δεν γνωρίζει μοναστήρια που να συγκροτούν αυτοτελή εκκλησιαστική αυθεντία ανεξάρτητα από επίσκοπο.
Η ιστορία του ορθόδοξου μοναχισμού το επιβεβαιώνει: οι μεγάλοι Γέροντες υπήρξαν πάντοτε βαθιά εκκλησιαστικά πρόσωπα, και το χάρισμά τους καρποφόρησε μέσα στην κανονική τάξη της Εκκλησίας, όχι ανταγωνιστικά προς αυτήν.
Η ίδια θεμελιώδης αρχή αποτυπώνεται και στους Ιερούς Κανόνες. Ο ΛΘ΄ (39ος) Αποστολικός Κανόνας υπενθυμίζει ότι στον επίσκοπο έχει εμπιστευθεί η Εκκλησία το ποίμνιο και ότι εκείνος θα αποδώσει λόγο ενώπιον του Θεού για τις ψυχές των πιστών.
Η εκκλησιαστική αυθεντία δεν είναι προνόμιο ούτε δικαίωμα κυριαρχίας· είναι ευθύνη, διακονία και λογοδοσία.
Από την αρχή αυτή απορρέει μία κρίσιμη κανονική διάκριση.
Ο επίσκοπος φέρει την πρωτογενή κανονική δικαιοδοσία μέσα στην τοπική Εκκλησία.
Ο πρεσβύτερος, αντιθέτως, δεν ενεργεί ιδία εκκλησιαστική εξουσία.
Η διακονία του είναι παράγωγη και ασκείται πάντοτε κατ’ εξουσιοδότηση του οικείου επισκόπου.
Μέσα σε αυτή την κανονική σχέση τελεί τη Θεία Ευχαριστία και τα λοιπά Ιερά Μυστήρια, διαποιμαίνει το ποίμνιο που του έχει ανατεθεί και, όπου του έχει χορηγηθεί σχετική εκκλησιαστική άδεια, ασκεί το μυστήριο της Μετανοίας.
Η διάκριση αυτή καθιστά αναγκαία και μία δεύτερη. Άλλο είναι ο εξομολόγος και άλλο ο γέροντας.
Ο εξομολόγος ασκεί συγκεκριμένη εκκλησιαστική διακονία κατόπιν κανονικής εξουσιοδοτήσεως του επισκόπου για την τέλεση του μυστηρίου της Μετανοίας.
Ο όρος «γέροντας», αντίθετα, δεν αποτελεί κανονικό αξίωμα, αλλά εκκλησιαστική αναγνώριση πνευματικής εμπειρίας και διακρίσεως.
Όταν οι δύο αυτές πραγματικότητες συγχέονται, δημιουργούνται εύκολα παρανοήσεις ως προς τη φύση της εκκλησιαστικής αυθεντίας.
Η κανονολογική κορύφωση του ζητήματος βρίσκεται στον ΛΑ΄ (31ο) Αποστολικό Κανόνα.
Ο κανόνας προβλέπει την καθαίρεση του πρεσβυτέρου που, «καταφρονήσας τοῦ ἰδίου ἐπισκόπου», συγκροτεί χωριστή σύναξη και ιδρύει άλλο θυσιαστήριο, χωρίς να υπάρχει καταγνωσμένος λόγος πίστεως ή κανονικής εκτροπής του επισκόπου.
Και δεν αρκείται στην επιβολή της ποινής.
Χαρακτηρίζει μια τέτοια συμπεριφορά ως φιλαρχία: «καθαιρείσθω, ὡς φίλαρχος· τύραννος γάρ ἐστιν».
Ο κανόνας αυτός δεν προστατεύει απλώς την πειθαρχία, αλλά την ίδια την ενότητα της τοπικής Εκκλησίας: η δημιουργία παράλληλης συνάξεως ή άλλου θυσιαστηρίου δεν είναι διαφορετική ποιμαντική προσέγγιση, αλλά αλλοίωση της εκκλησιολογικής δομής της Εκκλησίας.
Θα ήταν, ωστόσο, σοβαρό ερμηνευτικό σφάλμα να θεωρηθεί ότι η κανονική παράδοση αγνοεί τις εξαιρετικές περιπτώσεις.
Ο ΙΕ΄ Κανόνας της Πρωτοδευτέρας Συνόδου προβλέπει συγκεκριμένη εξαίρεση, αποκλειστικά στην περίπτωση δημόσιας κηρύξεως αιρέσεως ήδη καταγνωσμένης από Αγία Σύνοδο ή Πατέρες της Εκκλησίας.
Ακόμη και τότε, όμως, ανέχεται μόνον τη διακοπή του μνημοσύνου και όχι τη συγκρότηση χωριστής συνάξεως ή την ίδρυση άλλου θυσιαστηρίου, ενώ η τελική κρίση παραμένει πάντοτε συνοδική.
Η εξαίρεση, επομένως, δεν ανατρέπει την κανονική τάξη· την επιβεβαιώνει.
Πότε η πνευματική πατρότητα μετατρέπεται σε γεροντισμό;
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η ουσία του ζητήματος.
Όπως σημειώθηκε ήδη, ο γεροντισμός δεν είναι πρωτίστως ζήτημα ψυχολογίας ή προσωπικοτήτων, αλλά ζήτημα εκκλησιολογικό και κανονικό.
Δεν εμφανίζεται όταν ένας πνευματικός χαίρει ιδιαίτερης εκτιμήσεως για την αρετή, τη διάκριση ή την ποιμαντική του εμπειρία.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία πάντοτε τιμούσε και τιμά τους μεγάλους πνευματικούς πατέρες.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η προσωπική πνευματική επιρροή τείνει να υποκαταστήσει ή να επισκιάσει την κανονική εκκλησιαστική αυθεντία του επισκόπου.
Όταν μία εκκλησιαστική διακονία, η οποία από τη φύση της είναι παράγωγη και ασκείται κατ’ εξουσιοδότηση της Εκκλησίας, αντιμετωπίζεται στην πράξη ως αυτοτελής πηγή εκκλησιαστικής αυθεντίας.
Η πραγματικότητα αυτή δεν είναι πάντοτε εύκολο να διακριθεί.
Συχνά εμφανίζεται με ποιμαντικό ένδυμα και με αγαθές προθέσεις.
Μπορεί να εκδηλωθεί όταν οι πιστοί απομακρύνονται σταδιακά από την ενοριακή τους κοινότητα και θεωρούν ότι η εκκλησιαστική τους ζωή εξαντλείται αποκλειστικά στη σχέση με έναν πνευματικό.
Μπορεί να εμφανισθεί όταν ο πνευματικός μετατρέπεται σε αποκλειστικό σημείο αναφοράς για κάθε προσωπική, οικογενειακή ή ακόμη και εκκλησιαστική απόφαση.
Μπορεί, τέλος, να εκδηλωθεί όταν δημιουργούνται κλειστοί κύκλοι πιστών, οι οποίοι αναφέρονται πρωτίστως στον γέροντα και δευτερευόντως στην τοπική Εκκλησία και στον κανονικό της επίσκοπο.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, το πρόβλημα δεν είναι η στενή πνευματική σχέση — πολύτιμος καρπός της εκκλησιαστικής ζωής— αλλά η μετατόπιση του κέντρου: όταν η σχέση με τον πνευματικό αρχίζει να υποκαθιστά τη σχέση με την τοπική Εκκλησία, αλλοιώνεται σταδιακά η ίδια η εκκλησιολογική συνείδηση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Εκκλησία αντιπαραθέτει το χάρισμα στον θεσμό ή τον μοναχισμό στην κανονική τάξη· η ορθόδοξη παράδοση δεν γνώρισε ποτέ τέτοιους τεχνητούς διαχωρισμούς.
Το αυθεντικό χάρισμα αναγνωρίζεται πάντοτε μέσα στην εκκλησιαστική κοινωνία.
Όταν ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος προτρέπει τους πιστούς να μη πράττουν τίποτε χωρίς τον επίσκοπο, δεν περιορίζει την πνευματική ζωή· τη διαφυλάσσει μέσα στην ενότητα της Εκκλησίας.
Οι Αποστολικοί Κανόνες, ομοίως, δεν υπερασπίζονται μια διοικητική δομή, αλλά τον ίδιο τον τρόπο υπάρξεως της Εκκλησίας ως σώματος Χριστού.
Ίσως, λοιπόν, το ασφαλέστερο κριτήριο να είναι απλούστερο απ’ όσο συνήθως νομίζουμε.
Ο γνήσιος πνευματικός πατέρας δεν οδηγεί ποτέ τον πιστό στον εαυτό του ως τελικό σημείο αναφοράς· δεν οικοδομεί προσωπικούς κύκλους εξάρτησης, αλλά οδηγεί τον άνθρωπο σε βαθύτερη κοινωνία με την τοπική Εκκλησία και τον κανονικό της επίσκοπο.
Ο γνήσιος πνευματικός είναι πάντοτε άνθρωπος της Εκκλησίας, και το χάρισμά του δεν τον απομακρύνει από την κανονική τάξη· τον καθιστά ακόμη βαθύτερα εκκλησιαστικό.
Τελικά, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πόσους ανθρώπους συγκεντρώνει γύρω του ένας πνευματικός, αλλά προς τα πού τους οδηγεί.
Αν η πνευματική σχέση καταλήγει στην ευχαριστιακή σύναξη της τοπικής Εκκλησίας, γύρω από τον κανονικό επίσκοπο, και μέσω αυτής στον ίδιο τον Χριστό, τότε η πνευματική πατρότητα εκπληρώνει τον προορισμό της: δεν δημιουργεί μαθητές ενός ανθρώπου, αλλά ώριμα και ελεύθερα μέλη της Εκκλησίας.
Αν, αντίθετα, καταλήγει στο ίδιο το πρόσωπο του πνευματικού, τότε δεν διακυβεύεται απλώς η κανονική τάξη, αλλά η ίδια η εκκλησιαστική κοινωνία, μέσα στην οποία πραγματώνεται η ενότητα του Σώματος του Χριστού.
Πηγή: romfea,gr
ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Α΄. Πηγές
Πηδάλιον τῆς νοητῆς νηὸς τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησίας, ἐπιμ. Ἀγαπίου ἱερομονάχου – Νικοδήμου μοναχοῦ, Λειψία 1800.
Ράλλης, Γ. – Ποτλῆς, Μ. (ἐπιμ.), Σύνταγμα τῶν θείων καὶ ἱερῶν κανόνων τῶν τε ἁγίων καὶ πανευφήμων Ἀποστόλων, καὶ τῶν ἱερῶν Οἰκουμενικῶν καὶ τοπικῶν Συνόδων, καὶ τῶν κατὰ μέρος ἁγίων Πατέρων, τ. Α΄–ΣΤ΄, Ἀθήνησιν 1852–1859.
Funk, F. X. (ἐπιμ.), Patres Apostolici, τ. Α΄, Tübingen, H. Laupp, 1901.
Β΄. Βοηθήματα
Γρηγόριος (Μητροπολίτης Περιστερίου), Εἰσαγωγὴ στὸ Κανονικὸ Δίκαιο καὶ τὴν Κανονικὴ Οἰκονομία, Ἀθήνα, Θεολογικὴ Σχολὴ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, 2018.
Κονιδάρης, Ἰω. Μ., Μαθήματα Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου, Ἀθήνα–Θεσσαλονίκη, ἐκδ. Σάκκουλα Α.Ε., 4η ἔκδ. 2020 (μὲ τὴ συνεργασία Γ. Ἰ. Ἀνδρουτσόπουλου).
Παπαγεωργίου, Κ. Γ., Ἐκκλησιαστικὸ Δίκαιο. Θεωρία καὶ Νομολογία, Θεσσαλονίκη, ἐκδ. Μπαρμπουνάκης, 2013 (β΄ ἔκδ. 2017).
Τρωιάνος, Σπ. Ν., Παραδόσεις Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου, β΄ ἔκδ., Ἀθήνα – Κομοτηνή 1984.
Φειδᾶς, Β., Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, τ. Α΄, Ἀθῆναι 2002.
Χρυσόστομος Γ΄ (Μητροπολίτης Μάνης), Μελετήματα Κανονικοῦ Δικαίου (Ἑρμηνευτικὲς προσεγγίσεις Ἱερῶν Κανόνων), Τεῦχος Ε΄, [ἰδιωτικὴ ἔκδοσις], Ἀθήνα 2025.
Χρυσόστομος (Μητροπολίτης Μεσσηνίας), Ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἔκφρασις τῆς συνοδικῆς αὐτοσυνειδησίας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, [ἰδιωτικὴ ἔκδοσις], 2017.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου