Στο
Βουλγαρέλι της Ηπείρου, τότε που τα χωριά ήταν μικρά και οι δρόμοι
δύσκολοι, οι άνθρωποι περίμεναν τον Άγιο Κοσμά σαν να περίμεναν έναν
δικό τους άνθρωπο.
Έτσι έλεγε ο παππούς στον εγγονό του πολλά χρόνια αργότερα.
«Ήταν
απόγευμα», του έλεγε. «Και το χωριό είχε μαζευτεί στην πλατεία. Άντρες,
γυναίκες, γέροντες και παιδιά. Όλοι ήθελαν να ακούσουν τον καλόγερο που
περπατούσε από τόπο σε τόπο για να θυμίσει στους ανθρώπους τον Χριστό.»
Ο Άγιος Κοσμάς στάθηκε ανάμεσά τους.
Δεν είχε πλούτη.
Δεν είχε άλογο.
Δεν είχε συνοδεία.
Μόνο το ραβδί του και την αγάπη του για τον άνθρωπο.
Κάποια στιγμή κοίταξε τα παιδιά που είχαν μαζευτεί μπροστά του.
Και είπε:
«Αυτά
τα παιδιά θα κρατήσουν το χωριό σας ζωντανό. Μάθετέ τα να αγαπούν τον
Θεό, να αγαπούν ο ένας τον άλλον και να μη ντρέπονται για την πίστη
τους.»
Έπειτα μίλησε για τα γράμματα.
Γιατί ήξερε πως ένας λαός που δεν μαθαίνει τα παιδιά του να γράφουν και να διαβάζουν, σιγά-σιγά χάνει τη μνήμη του.
Και πριν φύγει, ένας ηλικιωμένος χωριανός τον πλησίασε.
«Πατέρα Κοσμά», του είπε, «εμείς είμαστε φτωχοί άνθρωποι. Τι μπορούμε να αφήσουμε στα παιδιά μας;»
Ο Άγιος τον κοίταξε στα μάτια.
«Την πίστη σας», του απάντησε. «Και την αγάπη σας. Αυτά δεν τα παίρνει κανένας από τα παιδιά σας.»
Ύστερα έφυγε.
Και ο δρόμος τον πήρε μακριά από το χωριό.
Μα τα λόγια του έμειναν.
Πέρασαν χρόνια.
Ο ηλικιωμένος εκείνος έγινε παππούς.
Και ένα βράδυ, δίπλα στη φωτιά, κάλεσε το μικρό εγγόνι του κοντά.
«Έλα εδώ, παιδί μου. Θέλω να σου πω κάτι που δεν πρέπει να ξεχάσεις.»
Το παιδί κάθισε δίπλα του.
«Κάποτε», του είπε, «πέρασε από εδώ ένας Άγιος. Τον έλεγαν Κοσμά.»
Και του διηγήθηκε όσα είχε ακούσει.
Το παιδί μεγάλωσε.
Έγινε πατέρας.
Και κάποτε, με τη σειρά του, είπε την ίδια ιστορία στα δικά του παιδιά.
Κι εκείνα στα δικά τους.
Έτσι πέρασαν οι γενιές.
Και κάθε φορά που κάποιος έλεγε:
«Ο Άγιος Κοσμάς είχε περάσει από το χωριό μας…» ήταν σαν να ξαναγέμιζε η πλατεία.
Σαν να ξανακούγονταν τα βήματά του στα πέτρινα καλντερίμια.
Σαν να στεκόταν πάλι μπροστά στα παιδιά και να τους έλεγε να μην χάσουν την πίστη, την αγάπη και τη μνήμη τους.
Γιατί αυτό κάνει η παράδοση.
Δεν αφήνει τους ανθρώπους να ξεχάσουν από πού ήρθαν.
Και ίσως γι’ αυτό, τόσα χρόνια μετά, ο Άγιος Κοσμάς να συνεχίζει να περπατά στα χωριά της Ηπείρου.
Όχι πια με τα πόδια.
Αλλά μέσα στις ιστορίες των παππούδων.
Στις προσευχές των γονιών.
Και στις καρδιές των παιδιών.
Γιατί ένας Άγιος δεν φεύγει ποτέ πραγματικά από έναν τόπο, όταν ένας άνθρωπος θυμάται ακόμη τα λόγια του και τα παραδίδει στον επόμενο.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου