Ζωντανή Αναμετάδοση Ιερών Ακολουθιών

Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026

Αναφορά στην παραβολή του Ασώτου

 Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο που λέει "CH CH NEAE ከ0" 

Ὁ Θεός πατέρας εἶναι ἕνας ἐλεύθερος ἄρχοντας εἰρήνης καί ἀγάπης. Ἔτσι θέλει καί τά παιδιά του. Δέν μποροῦμε νά κατανοήσουμε τό μέγεθος τῆς εὐσπλαχνίας του, τῆς ἀγάπης του καί τῆς ἐλευθερίας του. Τόν Θεό δέν τόν φοβίζει τίποτε. Ἡ ἐλευθερία θέλει γερά πνευματικά κότσια. 

Δέν μποροῦμε ἤ δέν θέλουμε ν᾽ ἀποδεχθοῦμε τόν ἄλλο ὅπως εἶναι, αὐτός πού εἶναι. Γιατί θέλουμε βάναυσα νά ἐπέμβουμε ἄμεσα στή ζωή του καί νά τόν διορθώσουμε κι ἐξωραΐσουμε; Εἴμαστε τόσο σίγουροι καί βέβαιοι γιά τίς διορθωτικές πράξεις μας ἔναντι τῶν ἄλλων; Γιατί εἴμαστε τόσο ὑπερβολικά αὐστηροί μέ τούς ἄλλους καί τόσο ἐπιεικεῖς μέ τόν ἑαυτό μας; 

Γιατί δέν ἀρχίζουμε μέ τόν ἑαυτό μας; Γιατί δέν ἐξαντλοῦμε τήν αὐστηρότητά μας σέ αὐτόν; Εἴμαστε τρομερά εὔκολοι στήν κριτική καί ἀφάνταστα δύσκολοι στήν αὐτοκριτική. Γιατί ἀσχολούμεθα τόσο ἐπισταμένως μέ τούς ἄλλους καί σχεδόν καθόλου μέ τόν ἑαυτό μας; Γιατί ἔχουμε τόσες πολλές δικαιολογίες καί προφάσεις γιά μᾶς καί καμία γιά τούς ἄλλους, τούς ἀδελφούς μας, τούς πλησίον;

Κυκλοφοροῦμε, ὄχι μόνο τίς ἀπόκριες, μέ μάσκες ὑποκρισίας, προσποιήσεως, μεταποιήσεως καί μεταλλαγῆς. Ἄλλοι εἴμαστε καί ἄλλοι φαινόμαστε. Τουλάχιστον ὁ ἄσωτος ἦταν αὐτός πού ἦταν. Ἀγνώμων, ἀχάριστος, ἀσεβής, ἐπιπόλαιος, θρασύς, προπέτης, τολμηρός, ἐνθουσιώδης καί ἀπρόσεκτος. Δέν ἔκανε τόν θεοφοβούμενο, μισοκακόμοιρο καί καλό ἀδελφό του. Παρουσίασε τή γύμνια του ἐνώπιον τοῦ στοργικοῦ καί λυπημένου πατέρα του. 

Ὁ πατέρας γνώριζε καλά ποιό θά εἶναι τό τέλος τῆς ἱστορίας του. Δέν τόν ἐμπόδισε. Δέν θά τόν ἄκουγε. Δέν ἄκουγε κανένα τότε. Εῖχε πείσει καλά τόν ἑαυτό του ὅτι αὐτό πού κάνει εἶναι νόμιμο ἄρα καί ἠθικό. Δέν ἀδικοῦσε κανέναν σέ κάτι. Τό δικαίωμά του κατοχύρωνε. Δέν τόν συγκίνησε ἡ ἀγάπη τοῦ πατέρα του. 

Δέν ἐκτίμησε τή σιωπή του, πού ἔλεγε ὅμως πολλά. Δέν πισωγύρισε, ὅταν εἶδε τόν πατέρα του νά ὑπακούει στήν ἀνταρσία του καί νά τοῦ δίνει ἀμέσως ὅ,τι τοῦ ζητοῦσε. Ἔτσι πῆρε ὅ,τι τοῦ ἀναλογοῦσε κι ἔφυγε μακριά, πολύ μακριά. Νομίζοντας ὅτι ἔτσι θά μποροῦσε νά κινεῖται ἀνεξέλεγκτα πλήρως.

Νόμιζε ὅτι ἀπομακρυσμένος δέν θά συνοδεύεται ἀπό τή ματιά τοῦ πατέρα του καί ἀπό τίς ὡραῖες μνῆμες τοῦ πατρογονικοῦ του. Θεωροῦσε τόν ἑαυτό του νικητή. Ὅτι μπορεῖ τώρα πιά νά κάνει ἀνενόχλητα ὅ,τι θέλει, δίχως νά δίνει κανένα λογαριασμό σέ κανένα. Αὐταπατᾶτο. Σύντομα σκόρπισε τήν περιουσία του δεξιά κι ἀριστερά ζώντας μία ζωή ἐντελῶς ἄσωτη. Τήν ἐγκράτεια θεωροῦσε δουλεία, τό σπίτι του φυλακή, τήν ὑπακοή ἀνελευθερία, τόν σεβασμό ἄχρηστο, τήν καθαρότητα περιττή. 

Ζοῦσε γιά πρώτη φορά τή χαρά τῆς ἐλευθερίας κι αἰσθανόταν εὐτυχισμένος. Πραγματική εὐτυχία στήν ἁμαρτία ποτέ δέν ὑπάρχει. Δίχως Θεό ἡ ζωή εἶναι θολή, μουντή, μαύρη, ταραγμένη, φοβισμένη, ἄχαρη καί δύσκολη. Ἡ νομιζόμενη εὐτυχία μετετράπη σέ πραγματική δυστυχία.

Ἐκεῖ πού κατέφυγε, ἔπεσε πεῖνα μεγάλη. Τοῦ εἶχαν λείψει καί τά ἐντελῶς ἀπαραίτητα. Δέν εἶχε νά φάει κάτι λίγο. Μέ τί χρήματα νά ψωνίσει; Ξένος, μόνος, φτωχός, γυμνός, πεινασμένος, διψασμένος, ἐγκαταλελειμμένος, ἀπένταρος, ἄστεγος, βρώμικος, ἄγρυπνος, στερημένος τῶν πάντων. Ἔτσι καταντᾶ ὁ ἄνθρωπος δίχως Θεό.

Στήν ἄθλια αὐτή κατάσταση, σέρνοντας τά βήματά του, κατάντησε νά γίνει χοιροβοσκός καί νά προσπαθεῖ νά γεμίσει τήν κοιλιά του μέ τίς χοιροτροφές. Καί τί τραγική εἰρωνεία, ἀδελφοί μου. Γευόταν τά ξυλοκέρατα κι αὐτός, τά ὁποῖα στήν ἀρχή εἶναι γλυκά καί μετά στυφά, ὅπως καί ἡ κάθε ἁμαρτία.

Μέσα σέ αὐτό τό φοβερό κατάντημα, πληγωμένος, πονεμένος, ἀδικημένος, νικημένος, κουρασμένος, ταπεινωμένος, ντροπιασμένος κι ἐξουθενωμένος ἄρχισε νά συνέρχεται. Μέσα στόν βοῦρκο ὄχι καί δίχως δάκρυα ἴσως θυμήθηκε τό σπιτικό πού ἄφησε, τήν ἀγάπη τοῦ πατέρα, τόν πλοῦτο πού εἶχαν, τήν εἰρήνη, τήν κατανόηση, τήν εὐημερία καί ἡσυχία. Νοστάλγησε κυρίως τόν πατέρα του, πού δέν τόν ἀποπῆρε φεύγοντας. 

Αὐτό τόν βοήθησε πολύ. Διαφορετικά, ἄν τόν εἶχε ἀπειλήσει, καταραστεῖ, ὑβρίσει καί ἀπογοητεύσει, τότε πού ζήτησε ν᾽ ἀναχωρήσει, θά τοῦ ἦταν ἀδύνατον νά ἐπιστρέψει τώρα. Δηλαδή τώρα κι ἐμεῖς τόν δικαιώνουμε τόν πατέρα. Ἤξερε πολύ καλά τί ἔκανε. Δέν ἔβλεπε ὅτι ἐκείνη τήν στιγμή θίγεται, ὅτι ἀναιρεῖται ἡ θέση του, ὅτι προσβάλλεται τό κύρος του καί ἡ αὐθεντία του. 

Παρατηροῦσε μία ψυχή νά βασανίζεται, καί μάλιστα τοῦ ἀγαπητοῦ παιδιοῦ του, τοῦ ὁποίου τό μέλλον δέν τό διέγραφε, ἀλλά τό προετοίμαζε γι᾽ αὐτή τήν ἐπιστροφή. Μή εἴμαστε κοντόθωροι. Μή τά θέλουμε ὅλα δικά μας. Ἄς παίρνουμε καί τήν θέση τοῦ ἄλλου. Πιό πολλά θά κερδίσουμε μέ τήν ἀνεκτικότητα, τήν ὑπομονή, τή συγχωρητικότητα, τήν προσευχή καί τήν ἐλπίδα.

+ μ. Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου