Ζωντανή Αναμετάδοση Ιερών Ακολουθιών

Πέμπτη 27 Αυγούστου 2026

Περί του Αββά Ποιμένος.

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία. 

 
α΄. Πήγε κάποτε ο Αββάς Ποιμήν, όταν ήταν νεώτερος, σ’ ένα γέροντα, να τον ρωτήσει για τρεις λογισμούς. Όταν λοιπόν έφθασε στον γέροντα, ξέχασε τον ένα από τους τρεις. Και γύρισε στο κελλί του. Αλλά μόλις έβαλε το χέρι να ξεκλειδώσει την πόρτα, θυμήθηκε τον λησμονημένο λογισμό. Και άφησε το κλειδί και γύρισε στον γέροντα.

Και του λέει ο γέροντας: «Γρήγορα ξαναγύρισες, αδελφέ».

Και του ιστόρησε: «Όταν πήγα να πιάσω το κλειδί, θυμήθηκα τον λογισμό οπού αποζητούσα και δεν άνοιξα, γι’ αυτό γύρισα».

Και το μάκρος του δρόμου ήταν παρά πολύ μεγάλο.

Του έλεγε δε ο γέροντας: «Στους Αγγέλους ανήκεις, Ποιμένα. Και το όνομα σου θα γίνει ξακουστό σε όλη την Αίγυπτο».

[Αββάς Αμμωνάς]

β΄. Κάποτε, ο αδελφός του Αββά Ποιμένος Παΐσιος σχετίσθηκε με κάποιους έξω από το κελλί του, πράγμα οπού ο Αββάς Ποιμήν δεν το ήθελε. Σηκώθηκε λοιπόν, πήγε στον Αββά Αμμωνά και του λέει: «Ο αδελφός μου ο Παΐσιος κάνει συντροφιά με κάποιους και έχασα την ειρήνη μου».

Του λέει ο Αββάς Αμμωνάς: «Ποιμένα, ακόμη ζεις; Πήγαινε, μείνε στο κελλί σου. Και βάλε στην καρδιά σου ότι έχεις ήδη ένα έτος μέσα στο μνήμα.

γ΄. Ήλθαν κάποτε πρεσβύτεροι από τον κόσμο στις Μονές οπού ήταν ο Αββάς Ποιμήν. Και πήγε στο κελλί του ο Αββάς Ανούβ και του λέει: «Ας καλέσουμε εδώ σήμερα τους πρεσβυτέρους».

Και ενώ έμεινε για πολύ, δεν του έδωσε απόκριση. Λυπήθηκε λοιπόν και βγήκε.

Του λένε αυτοί οπού έμεναν κοντά του: «Αββά, γιατί δεν του αποκρίθηκες;».

Και τους απαντά ο Αββάς Ποιμήν: «Τι να του πω; Εγώ είμαι νεκρός. Και ο νεκρός δεν μιλά. Ας μη με λογαριάσουν ότι βρίσκομαι εδώ μέσα μαζί τους».

δ΄. Ήταν ένας γέροντας στην Αίγυπτο, πριν έλθουν εκείνοι που ήταν μαζί με τον Αββά Ποιμένα. Και είχε γνώση και τιμή πολλή. Όταν λοιπόν ανέβηκαν ο Αββάς Ποιμήν και οι δικοί του από τη Σκήτη, τον άφησαν οι άνθρωποι και έρχονταν στον Αββά Ποιμένα. Και φθονούσε ο γέροντας και τους κακολογούσε. Άκουσε λοιπόν ο Αββάς Ποιμήν και λυπήθηκε.

Και λέει στους αδελφούς του: «Τι θα κάνουμε μ’ αυτόν τον μεγάλο γέροντα; Γιατί σε θλίψη μας έριξαν οι άνθρωποι, με το να παρατήσουν τον γέροντα και να προσέχουν εμάς οπού δεν είμαστε τίποτε. Πώς λοιπόν μπορούμε να καλοκαρδίσουμε τον γέροντα;».

Και τους λέει ύστερα: «Ετοιμάστε λίγο φαγητό και πάρετε και ένα φλασκί κρασί. Και ας πάμε, να φάμε μαζί του. Ίσως έτσι τον καλοκαρδίσουμε».

Πήραν λοιπόν τα φαγώσιμα και πήγαν. Και σαν έκρουσαν τη θύρα, τους ακούει ο μαθητής του και ρωτά: «Ποιοι είστε;».

Και αυτοί είπαν: «Πες στον Αββά, ότι ο Ποιμήν είναι και θέλει να πάρει την ευλογία του».

Το ανακοίνωσε ο μαθητής, αλλά εκείνος αποκρίθηκε: «Πήγαινε, δεν ευκαιρώ».

Αλλά εκείνοι έκαναν υπομονή μέσα στο λιοπύρι, λέγοντας: «Δεν φεύγουμε, αν δεν μας κάνει τη χάρη ο γέροντας να μας δεχθεί».

Ο δε γέροντας, βλέποντας την ταπείνωση και την υπομονή του Αββά Ποιμένος, κατανύχθηκε και τους άνοιξε. Μπήκαν λοιπόν και έφαγαν μαζί του. Ενώ δε έτρωγαν, έλεγε: «Αληθινά, δεν είναι μόνο ό,τι άκουσα για σας, αλλά εκατονταπλάσια είδα στη συμπεριφορά σας».

Και έγινε φίλος τους από εκείνη τη μέρα.



ε΄. Θέλησε κάποτε ο άρχοντας της χώρας εκείνης να δει τον Αββά Ποιμένα και δεν ήθελε ο γέροντας. Τότε, με πρόφαση ότι ήταν κακοποιός, έπιασε τον γιο τής αδελφής του και τον έριξε στη φυλακή, λέγοντας: «Θα τον απολύσω όταν έλθει ο γέροντας και παρακαλέσει γι’ αυτόν».

Και ήλθε η αδελφή του κλαίγοντας μπροστά στη θύρα. Αυτός όμως δεν της αποκρινόταν. Εκείνη δε τον κατηγορούσε, λέγοντας: «Σκληρόκαρδε, λυπήσου με, μονάκριβο τον έχω».

Και εκείνος έστειλε και της μήνυσε: «Ο Ποιμήν παιδιά δεν έκανε».

Και έτσι έφυγε. Ακούγοντας το ο άρχοντας, του μήνυσε: «Έστω και με απλό σου πρόσταγμα, τον αφήνω ελεύθερο».

Αλλά ο γέροντας του αντιμήνυσε, λέγοντας: «Εξέτασε σύμφωνα με τους νόμους. Και αν είναι άξιος θανάτου, ας πεθάνει. Αν όχι, κάνε όπως θέλεις».

Ο δε άρχοντας, αφού το άκουσε, τότε τον άφησε ελεύθερο.

στ΄. Έπεσε σε αμαρτία κάποτε ένας αδελφός, σε Κοινόβιο. Ήταν δε σ’ εκείνους τους τόπους ένας αναχωρητής. Και για πολύ καιρό, δεν πρόβαλε.

Πήγε δε ο Αββάς του Κοινοβίου στον γέροντα και του ανέφερε για τον πεσμένο. Και εκείνος είπε: «Να τον διώξετε».

Βγήκε λοιπόν ο αδελφός από το Κοινόβιο, εισήλθε σε χαράδρα και έκλαιγε εκεί. Έτυχε δε να περάσουν από εκεί κάποιοι αδελφοί, πηγαίνοντας στον Αββά Ποιμένα και άκουσαν τον αδελφό να κλαίει. Και πλησιάζοντας τον, τον βρήκαν σε θλιβερό κατάντημα. Και του ζήτησαν να τον πάνε στον γέροντα.

Και δεν ήθελε, λέγοντας: «Εδώ εγώ θα πεθάνω».

Φθάνοντας δε στον Αββά Ποιμένα, του το διηγήθηκαν. Τους παρακάλεσε και τους έστειλε, λέγοντας: «Πείτε του ότι ο Αββάς Ποιμήν σε φωνάζει».

Και ήλθε σ’ αυτόν ο αδελφός.

Βλέποντας τον δε ο γέροντας θλιμμένο, σηκώθηκε και τον ασπάσθηκε. Και μιλώντας του χαρωπά, τον παρακάλεσε να φάει. Έστειλε δε ο Αββάς Ποιμήν έναν από τους αδελφούς του στον αναχωρητή, λέγοντας: «Από πολλά χρόνια επιθυμούσα να σε δω, ακούγοντας τα σχετικά με σένα. Και από οκνηρία και των δυο μας δεν συναντηθήκαμε. Τώρα λοιπόν, μια και το θέλει ο Θεός και υπάρχει αιτία, κόπιασε έως εδώ, να ιδωθούμε».

Και συνήθιζε να μη βγαίνει από το κελλί του. Και ακούγοντας, έλεγε: «Αν ο Θεός δεν πληροφόρησε στην καρδιά του τον γέροντα, δεν θα μου μηνούσε».

Σηκώθηκε λοιπόν και πήγε σ’ αυτόν. Και αφού ασπάσθηκαν ο ένας τον άλλο με χαρά, κάθισαν. Του είπε δε ο Αββάς Ποιμήν: «Δυο άνθρωποι ήταν σ’ ένα τόπο και είχαν και οι δυο νεκρούς. Άφησε δε ο ένας τον δικό του νεκρό και πήγε να κλάψει τον νεκρό του άλλου».

Ακούγοντας δε ο γέροντας, κατανύχθηκε απ’ αυτά τα λόγια και θυμήθηκε τι έκανε και είπε: «Ποιμήν, είσαι πολύ ψηλά στον ουρανό, ενώ εγώ είμαι πολύ χαμηλά στη γη».

ζ΄. Πήγαν κάποτε γέροντες πολλοί στον Αββά Ποιμένα. Και να, ένας συγγενής του Αββά Ποιμένος είχε παιδί και το πρόσωπο του, από ενέργεια του πονηρού, στράφηκε προς τα πίσω. Και βλέποντας ο πατέρας του το πλήθος των γερόντων, πήρε το παιδί και καθόταν έξω από το Μοναστήρι κλαίγοντας. Έτυχε δε κάποιος γέροντας να βγει.

Και βλέποντας τον, του λέει: «Τι κλαις, άνθρωπε μου;».

Και εκείνος του αποκρίθηκε: «Συγγενής είμαι του Αββά Ποιμένος. Και να, συνέβη στο παιδί μου αυτός ο πειρασμός. Και θέλοντας στον γέροντα να το φέρουμε, φοβηθήκαμε. Γιατί δεν θέλει να μας δει. Τώρα λοιπόν, αν μάθει ότι εδώ είμαι, στέλνει και με διώχνει. Αλλά εγώ, βλέποντας τη δική σας παρουσία, τόλμησα να έλθω. Λυπήσου με λοιπόν, Αββά, αν θέλεις και πάρε το παιδί μέσα και προσευχηθείτε γι’ αυτό».

Πήρε ο γέροντας το παιδί, μπήκε και χρησιμοποίησε φρόνιμο τρόπο. Δηλαδή δεν το παρουσίασε ευθύς στον Αββά Ποιμένα. Αλλά, αρχίζοντας από τους νεώτερους αδελφούς, έλεγε: «Σταυρώστε το παιδί».

Αφού δε τους έβαλε όλους να σταυρώσουν το παιδί ο ένας μετά τον άλλο, το έφερε ύστερα στον Αββά Ποιμένα. Αυτός όμως δεν ήθελε να το πλησιάσει. Οι άλλοι, ωστόσο, τον παρακαλούσαν, λέγοντας: «Ό,τι όλοι, κάνε και συ, πάτερ».

Στέναξε τότε, σηκώθηκε και προσευχήθηκε, λέγοντας: «Θεέ μου, κάνε καλά το πλάσμα σου, για να μη κυριευθεί από τον εχθρό».

Και αφού το σταύρωσε, ευθύς το θεράπευσε και το γύρισε στον πατέρα του έχοντας την υγεία του.

η΄. Πήγε κάποτε ένας αδελφός από τα μέρη του Αββά Ποιμένος σε ξένο τόπο. Και κατέληξε σ’ έναν αναχωρητή εκεί. Γιατί είχε αγάπη και πολλοί πήγαιναν σ’ αυτόν. Του μίλησε δε ο αδελφός σχετικά με τον Αββά Ποιμένα. Και εκείνος, ακούγοντας την αρετή του, πόθησε να τον δει. Αφού δε ο αδελφός γύρισε στην Αίγυπτο, ύστερα από λίγο καιρό σηκώθηκε ο αναχωρητής και ήλθε από τον ξένο τόπο στην Αίγυπτο, στον αδελφό οπού κάποτε τον είχε επισκεφθεί. Γιατί του είχε πει που έμενε. Βλέποντας τον δε εκείνος, θαύμασε και πολύ χάρηκε.

Του λέει τότε ο αναχωρητής: «Κάνε μου τη χάρη και πήγαινε με στον Αββά Ποιμένα».

Τον πήρε και τον έφερε στον γέροντα. Και του ανακοίνωσε τα σχετικά μ’ αυτόν, λέγοντας ότι μεγάλος άνθρωπος είναι και έχει πολλή αγάπη και πολλή τιμή στη χώρα του. Και πρόσθεσε: «Του μίλησα για σένα και ήλθε επιθυμώντας να σε δει».

Τον δέχθηκε λοιπόν μετά χαράς. Και αφού ασπάσθηκαν ο ένας τον άλλο, κάθισαν. Και άρχισε ο ξένος να μιλά από τη Γραφή για πνευματικά και ουράνια. Απέστρεψε δε ο Αββάς Ποιμήν το πρόσωπο του και δεν του έδωσε απόκριση.

Βλέποντας τότε εκείνος ότι δεν του μιλούσε, βγήκε λυπημένος. Και λέει στον αδελφό οπού τον είχε φέρει: «Μάταια έκανα όλο αυτό το ταξίδι. Ήλθα στον γέροντα και να, ούτε να μιλήσει μαζί μου δεν θέλει».

Μπαίνει ο αδελφός στο κελλί του Αββά Ποιμένος και του λέει: «Αββά, για σένα ήλθε ο μεγάλος αυτός άνθρωπος, οπού έχει τόση δόξα στον τόπο του. Και γιατί δεν του μίλησες;».

Του αποκρίνεται ο γέροντας: «Αυτός στα άνω ανήκει και επουράνια λέει. Εγώ όμως είμαι των κάτω και επίγεια λέω. Αν μου μιλούσε για πάθη της ψυχής, θα του αποκρινόμουν. Μου μίλησε όμως για πνευματικά και εγώ δεν τα γνωρίζω».

Βγήκε λοιπόν ο αδελφός και του λέει: «Ο γέροντας δεν μιλά εύκολα από τη Γραφή. Αν όμως κάποιος του μιλήσει για πάθη της ψυχής, του αποκρίνεται».

Τότε εκείνος, έχοντας κατανυχθεί, μπήκε στο κελλί του γέροντα και του λέει: «Τι να κάνω, Αββά, οπού με κατακυριεύουν τα πάθη της ψυχής;».

Τον κοίταξε λοιπόν ο γέροντας χαίροντας και είπε: «Αυτή τη φορά, καλά έκανες και ήλθες. Τώρα, άνοιξε το στόμα σου γι’ αυτά και θα το γεμίσω με αγαθά».

Και εκείνος, έχοντας πολύ ωφεληθεί, έλεγε: «Όντως, αυτή είναι η αληθινή οδός».

Και ευχαριστώντας τον Θεό, γιατί καταξιώθηκε να συναντήσει τέτοιον άγιο, γύρισε στη χώρα του.

θ΄. Συνέλαβε κάποτε ο άρχοντας της χώρας έναν άνθρωπο από την κώμη του Αββά Ποιμένος. Και ήλθαν όλοι παρακαλώντας τον γέροντα, να πάει και να τον απολύσει. Αυτός τότε τους είπε: «Αφήστε τρεις μέρες και κατόπιν πηγαίνω».

Προσευχήθηκε λοιπόν ο Αββάς Ποιμήν στον Κύριο, λέγοντας: «Κύριε, μη μου δώσεις αυτή τη χάρη. Γιατί δεν θα με αφήσουν να μείνω σ’ αυτόν τον τόπο».

Πήγε λοιπόν ο γέροντας παρακαλώντας τον άρχοντα. Και εκείνος του είπε: «Για ληστή με παρακαλείς, Αββά;». Και ο γέροντας χάρηκε οπού δεν πέτυχε χάρη απ’ αυτόν.

ι΄. Διηγήθηκαν μερικοί, ότι κάποτε ο Αββάς Ποιμήν και οι αδελφοί του έφτιαχναν κερωμένο σχοινί. Και δεν προχωρούσε το έργο, γιατί δεν είχαν να αγοράσουν λινάρια. Οπότε, κάποιος φίλος τους διηγήθηκε το γεγονός σ’ ένα πιστό πραγματευτή. Ο δε Αββάς Ποιμήν δεν ήθελε να παίρνει από κανέναν τίποτε, για την όχληση. Ο πραγματευτής όμως, θέλοντας να εξυπηρετήσει τον γέροντα, προφασιζόταν ότι είχε ανάγκη από κερωμένα σχοινιά. Και έφερε την καμήλα και τα πήρε.

Ήλθε κατόπιν ο αδελφός στον Αββά Ποιμένα. Έμαθε τι έκανε ο πραγματευτής και θέλοντας να τον επαινέσει, είπε: «Αληθινά, Αββά, παρ’ όλα οπού δεν τα χρειαζόταν, τα πήρε για να μας εξυπηρετήσει».

Ακούγοντας τότε ο Αββάς Ποιμήν ότι τα πήρε χωρίς να τα έχει ανάγκη, είπε στον αδελφό: «Σήκω, μίσθωσε καμήλα και φέρε τα. Αν δεν τα φέρεις, ο ποιμένας δεν θα μείνει εδώ μαζί σας. Δεν θέλω να αδικήσω άνθρωπο, οπού, ενώ δεν έχει ανάγκη, ζημιώνεται για να κερδίσω εγώ».

Και έφυγε ο αδελφός του με πολύ κόπο και τα έφερε πίσω. Αλλοιώς, ο γέροντας θα τους άφηνε μόνους. Μόλις λοιπόν τα είδε, χάρηκε σαν να είχε βρει μεγάλο θησαυρό.

ια΄. Άκουσε κάποτε ο πρεσβύτερος του Πηλουσίου για μερικούς αδελφούς, ότι συνεχώς στην πόλη ήταν και λούζονταν και αμελούσαν την ψυχή τους. Και πηγαίνοντας στη σύναξη, τους αφαίρεσε το μοναχικό σχήμα. Ύστερα όμως, ένοιωσε τύψεις στην καρδιά του και μεταμελήθηκε. Πάλι πήγε στον Αββά Ποιμένα με ζαλισμένους τους λογισμούς, κρατώντας και τα ράσα των αδελφών. Και ανακοινώνει το ζήτημα στον γέροντα.

Και του λέει ο γέροντας: «Δεν έχεις συ κάτι από τον παλαιό άνθρωπο; Τον ξεντύθηκες;».

Λέει ο πρεσβύτερος: «Μετέχω στον παλαιό άνθρωπο»

Και ο γέροντας τότε του λέει: «Να λοιπόν οπού και συ είσαι σαν τους αδελφούς. Έστω και λίγο να μετέχεις στα παλαιά, είσαι υποκείμενος στην αμαρτία».

Τότε έφυγε ο πρεσβύτερος, φώναξε τους αδελφούς, οπού ήταν ένδεκα, και τους ζήτησε συγχώρηση. Ύστερα, τους φόρεσε το μοναχικό σχήμα και τους έστειλε στο καλό.

ιβ΄. Ένας αδελφός ρώτησε τον Αββά Ποιμένα, λέγοντας: «Έκανα αμαρτία μεγάλη και θέλω να μείνω σε μετάνοια επί τρία έτη».

Του λέει ο γέροντας: «Πολύ είναι».

Και τον ρωτά ο αδελφός: «Αρκεί ένα έτος;».

Και είπε πάλι ο γέροντας: «Πολύ είναι».

Οι δε παριστάμενοι έλεγαν: «Ίσαμε σαράντα μέρες;».

Και ξανά είπε: «Πολύ είναι».

Προσέθεσε δε: «Εγώ λέω, ότι, αν με όλη του την καρδιά μετανοήσει κάποιος και δεν συνεχίσει πλέον να αμαρτάνει, ακόμη και σε τρεις μέρες τον δέχεται ο Θεός».

ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΝ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου